§ 1
1. Οι παθόντες από ατύχημα του άρθρου 546, το οποίο μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, όπως και τα πρόσωπα τα οποία είναι δικαιούχοι αντί αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 550, έχουν το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκούν είτε την αξίωση αποζημίωσης του παρόντος Μέρους, είτε την αξίωση που έχουν κατά το αστικό δίκαιο. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι ισχύουσες διατάξεις των νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών. Η αποδοχή από τα πρόσωπα αυτά των οφειλόμενων, σύμφωνα με το άρθρο 551, εξόδων μόνο ή η υποβολή αίτησης για αυτά δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευθεί ότι δηλώνει επιλογή της αποζημίωσης του παρόντος Μέρους.
§ 2
2. Σε περίπτωση επιλογής της αποζημίωσης του παρόντος Μέρους, τα ίδια πρόσωπα διατηρούν την κατά το αστικό δίκαιο αξίωση που προσήκει σε αυτούς εναντίον του υπαιτίου για το ατύχημα προσώπου, εφόσον αυτό είναι διαφορετικό από τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σύμφωνα με το παρόν Μέρος.
§ 3
3. Εάν ο υπόχρεος σε αποζημίωση αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από αμέλεια του παθόντος, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να μειώσει, κατά την κρίση του, το ποσό της, κατά το άρθρο 548, οφειλόμενης αποζημίωσης αλλά όχι κάτω από το μισό (1/2) αυτού. Αμέλεια υφίσταται μόνο εάν ο παθών παρέβη αδικαιολόγητα, κατά την κρίση του δικαστή, διατάξεις ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων για τους όρους ασφαλείας ή κανονισμών για αυτούς, που εκδόθηκαν από την αρμόδια δημόσια αρχή ή εκδόθηκαν μεν από τον κύριο της επιχείρησης, επικυρώθηκαν όμως από την αρχή, εφόσον οι κανονισμοί είναι αναρτημένοι κατά τρόπο ευανάγνωστο σε καταφανή μέρη του τόπου της εργασίας. Η μείωση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο δεν χωρεί εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1.