Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 539/1945 — Περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους µισθωτούς αδειών µετ' αποδοχών Προβολή νόμου
Άρθρο 2
§ 1
1.α. Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια εικοσιτεσσάρων εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
β. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός να χορηγεί σε αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησης του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α'. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Για καθένα από τα επόμενα ημερολογιακά έτη, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από την 1 η Ιανουαρίου εκάστου έτους, την κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
Η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας, εκτός από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται και από τις λοιπές συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
§ 2
2. Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.
§ 3
3. ∆εν περιλαµβάνονται εις την ετησίαν άδειαν µετ΄αποδοχών:
Α. αι επίσηµοι ή αι κατά έθιµον εορτάσιµοι ηµέραι και
Β. αι διακοπαί εργασίας, αι οφειλόµεναι εις ασθένειαν.
§ 4
4. Τα ανώτατα όρια διαρκείας της αδείας µετ΄αποδοχών, τα καθοριζόµενα εις την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου εις 26,16,18 και 12 εργασίµους ηµέρας περιορίζονται αντιστοίχως µέχρι του τέλους του έτους 1946 εις 21,13,15 και 10 εργασίµους ηµέρας.
§ 5
5. ....................
§ 6
6. ∆ια τον υπολογισµόν του, περί ου ανωτέρω, χρόνου απασχολήσεως, τα διαστήµατα, καθ΄ά ο µισθωτός απέσχεν ή απέχει της απασχολήσεώς του παρά τη υπόχρεη επιχειρήσει, λόγω βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθενείας, στρατεύσεως, απεργίας, ανταπεργίας ή ανωτέρας βίας, δεν θεωρούνται ως χρόνος µη απασχολήσεως ουδέ συµψηφίζονται προς τας ηµέρας αδείας, ως ούτοι δικαιούνται.
§ 7
7. Τυχόν ευµενέστεροι όροι χορηγήσεως αδειών εις µισθωτούς, περιεχόµενοι εις συλλογικάς συµβάσεις, κανονισµούς ή άλλας διατάξεις, δεν θίγονται υπό του παρόντος.
§ 8
8. ∆ια ∆ιατάγµατος, προκαλουµένου υπό του Υπουργού Εργασίας, µετά γνώµην του Συµβουλίου Εργασίας, θέλουσιν ορισθεί αι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδειών εις τους µισθωτούς των εποχιακώς λειτουργουσών υπόχρεων επιχειρήσεων του άρθρου 1 παράγραφος 1 του παρόντος νόµου.