Ως μη επιλέξιμες δαπάνες, οι οποίες εξαιρούνται από την παροχή ενισχύσεων θεωρούνται:
α) τα λειτουργικά έξοδα της επένδυσης,
β) η αγορά επίπλων και σκευών γραφείου,
γ) η αγορά επιβατικών αυτοκινήτων έως έξι (6) θέσεων,
δ) η αγορά οικοπέδων, γηπέδων και αγροτεμαχίων. Σε περίπτωση αγοράς κτιριακών εγκαταστάσεων, δεν μπορεί να ενισχυθεί το τμήμα της δαπάνης που αφορά στην αξία του οικοπέδου επί του οποίου αυτές έχουν ανεγερθεί,
ε) η εισφορά στο εταιρικό κεφάλαιο ακινήτων, μηχανημάτων και λοιπών πάγιων στοιχείων,
στ) η ανέγερση ή επέκταση κτιριακών εγκαταστάσεων επί γηπέδου που δεν ανήκει κατά κυριότητα στον φορέα της επένδυσης, εκτός αν τούτο έχει παραχωρηθεί από το Δημόσιο ή από φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του
άρθρου 14 του ν.
4270/2014 (Α’ 143), ή έχει μισθωθεί από δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή έχει αποκτηθεί επ’ αυτού δικαίωμα επιφανείας για τον σκοπό αυτόν για όσα χρόνια ορίζονται στο άρθρο 25 του παρόντος, πλέον τεσσάρων (4) ετών από την πιστοποιηθείσα ημερομηνία ολοκλήρωσης. Οι μισθώσεις αυτές, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της επένδυσης, δύναται να καταρτίζονται και με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον τα στοιχεία τους υποβάλλονται ηλεκτρονικά στην αντίστοιχη πλατφόρμα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και το συμφωνητικό της μίσθωσης εγγράφεται στα βιβλία του Συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών, που τηρεί το κατά τόπον αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο ή Υποκατάστημα, εάν πρόκειται για μη κτηματογραφημένη περιοχή, ή στα τηρούμενα κτηματολογικά βιβλία, όταν πρόκειται για κτηματογραφημένη περιοχή, αντίστοιχα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής η μίσθωση αποκτά την ισχύ που προβλέπεται στο άρθρο 618 του
Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).