§ 1
1. Σε συμβάσεις οδικών ή σιδηροδρομικών έργων άνω των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, η Προϊσταμένη Αρχή δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή της, η οποία κοινοποιείται στον ανάδοχο εντός τριών (3) ημερών από την έκδοσή της, με την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου και για λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται αποκλειστικά με την επίτευξη των οροσήμων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΕΣΑΑ), να προβαίνει σε σύντμηση ή τροποποίηση των εγκεκριμένων τμηματικών προθεσμιών ή της συνολικής προθεσμίας του έργου, εφόσον στη διάρκειά τους δεν συντρέχει ή δεν έχει συντρέξει υπαιτιότητα του αναδόχου και δεν είναι εφικτή η έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 47 του ν.
5294/2026 (Α' 58) πριν από την επίτευξη του σχετικού οροσήμου.
§ 2
2. Στην περίπτωση αυτή θεμελιώνεται υπέρ του αναδόχου δικαίωμα εύλογης αποζημίωσης για κάθε πρόσθετο τεχνικό, οργανωτικό, λειτουργικό ή οικονομικό κόστος που απαιτείται για την εμπρόθεσμη επίτευξη των οροσήμων, κατ’ αναλογική εφαρμογή του
άρθρου 137 του ν.
4412/2016 (Α’ 147) και κατά παρέκκλιση του άρθρου 149 του ίδιου νόμου και κάθε αντίθετης συμβατικής πρόβλεψης.
Το δικαίωμα αποζημίωσης άρχεται:
α) από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της παρ. 1, εφόσον κατά τον χρόνο αυτόν ισχύει εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δεν εκκρεμεί διαφωνία των συμβαλλομένων επί του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος ή
β) από την ημερομηνία ρητής ή σιωπηρής απόρριψης προγενέστερου αιτήματος παράτασης της συμβατικής προθεσμίας ή από την ημερομηνία χορήγησης παράτασης που εξαντλείται στο χρονικό ορόσημο του ΕΣΑΑ, ανεξαρτήτως του αναλυτικού προγράμματος κατασκευής που περιλαμβάνεται στο εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, εφόσον κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης εκκρεμεί διαφωνία των συμβαλλομένων επί του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος.
§ 3
3. Ο ανάδοχος δύναται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να ασκήσει ένσταση κατά της απόφασης της Προϊσταμένης Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 174 του ν.
4412/2016, υποβάλλοντας συγχρόνως εναλλακτικό χρονοδιάγραμμα προς έγκριση. Η άσκηση της ένστασης αναστέλλει τα αποτελέσματα της απόφασης μέχρι την εξέτασή της. Επί της ενστάσεως του αναδόχου αποφαίνεται η Προϊσταμένη Αρχή, χωρίς να απαιτείται γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών. Αν ο ανάδοχος δεν ασκήσει ένσταση κατά τα ανωτέρω ή αν η ένστασή του απορριφθεί ρητά ή σιωπηρά, ο ανάδοχος υποβάλλει εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών αρχομένης από την επόμενη ημέρα παρέλευσης των ανωτέρω προθεσμιών, αίτημα αποζημίωσης, το οποίο συνδέεται με το κόστος κινητοποίησής του για την επίτευξη των οροσήμων. Η Προϊσταμένη Αρχή αποφασίζει το ύψος της αποζημίωσης το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος του αναδόχου.
§ 4
4. Ο ανάδοχος δηλώνει οριστικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της ανωτέρω απόφασης σε αυτόν, αν αποδέχεται την απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής για το ύψος της αποζημίωσης. Μη δήλωση του αναδόχου συνεπάγεται την αποδοχή της ως άνω απόφασης. Η αποδοχή της απόφασης εκ μέρους του αναδόχου συνιστά παραίτηση από κάθε δικαίωμα άσκησης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής κατ’ αυτής όπως και από τυχόν προηγηθείσα ένσταση ή προσφυγή κατά του εγκεκριμένου κατά τον χρόνο θεμελίωσης του δικαιώματος αποζημίωσης, χρονοδιαγράμματος εργασιών. Η αποζημίωση περιλαμβάνεται σε Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) που εγκρίνεται εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοση της απόφασης της Προϊσταμένης Αρχής κατά τα ανωτέρω, εγγράφεται στη διακριτή ενότητα, στην οποία εγγράφονται τυχόν αποζημιώσεις του
άρθρου 137 του ν.
4412/2016 ή άλλες πρόσθετες καταβολές και καταβάλλεται μετά την έκδοση βεβαίωσης εμπρόθεσμης περαίωσης των εργασιών του τμήματος στο οποίο αφορά η επίσπευση για την επίτευξη του οροσήμου.
§ 5
5. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος διαφωνεί με το ύψος της αποζημίωσης, υποβάλλει ένσταση εντός της προβλεπόμενης στην παρ. 4 προθεσμίας ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, η οποία εξετάζεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της. Άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας συνεπάγεται τη σιωπηρή απόρριψη της ένστασης. Η άσκηση ένστασης δεν αναστέλλει την εκτέλεση των συμβατικών εργασιών ούτε την καταβολή από το Δημόσιο της ορισθείσας κατά την παρ. 3 αποζημίωσης κατά τους όρους της παρ. 4. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής:
α) Εφόσον η ένσταση απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία εξέτασής της, ο ανάδοχος δύναται να προσφύγει σε διαιτησία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη συνέχεια. Η αίτηση προσφυγής σε διαιτησία κατατίθεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης ή, σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης, από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας εξέτασης και κοινοποιείται στην Προϊσταμένη Αρχή. Η αίτηση περιέχει σαφή περιγραφή της διαφοράς και τον ορισμό διαιτητή για λογαριασμό του αναδόχου. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά και προς τον ορισθέντα διαιτητή.
β) Το διαιτητικό δικαστήριο αποτελείται από δύο (2) διαιτητές και έναν (1) επιδιαιτητή. Ο ανάδοχος ορίζει διαιτητή με την αίτηση προσφυγής σε διαιτησία. Η Προϊσταμένη Αρχή ορίζει με απόφασή της τον δεύτερο διαιτητή εντός οκτώ (8) ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης. Ο ορισμός κοινοποιείται υποχρεωτικά στον ανάδοχο και στους δύο (2) ορισθέντες διαιτητές. Αν η Προϊσταμένη Αρχή δεν ορίσει τον δεύτερο διαιτητή εντός της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου, ο ανάδοχος υποβάλλει σχετική αίτηση στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει τον δεύτερο διαιτητή εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή της.
γ) Ο επιδιαιτητής, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου, ορίζεται από κοινού από τους δύο (2) ορισθέντες διαιτητές εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τον ορισμό του διαιτητή της Προϊσταμένης Αρχής και γνωστοποιείται στα μέρη εντός πέντε (5) ημερών. Ως επιδιαιτητές ορίζονται αφυπηρετήσαντες ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί. Σε περίπτωση που οι δύο (2) διαιτητές δεν συμφωνήσουν εντός της ανωτέρω προθεσμίας, ο επιδιαιτητής ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος δύναται αντί αυτού να ορίσει άλλον αφυπηρετήσαντα ανώτατο δικαστικό λειτουργό, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από σχετική αίτηση οποιουδήποτε μέρους.
δ) Η διαιτησία διεξάγεται στην Αθήνα, στην ελληνική γλώσσα, και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 867 έως 903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182). Το διαιτητικό δικαστήριο εφαρμόζει το ελληνικό δίκαιο. Η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία. Το διαιτητικό δικαστήριο δικαιούται, στο πλαίσιο εκκρεμούς διαφοράς, να διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και να εκδίδει αποφάσεις προσωρινής αναστολής.
ε) Η διαιτητική απόφαση καθορίζει τις δαπάνες της διαιτησίας και της πραγματογνωμοσύνης, κατά περίπτωση και την κατανομή τους στα μέρη. Η απόφαση εκδίδεται το συντομότερο δυνατό και πάντως όχι πέραν των τεσσάρων (4) μηνών από τον ορισμό του επιδιαιτητή. Το διαιτητικό δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε μέρους ή αυτεπαγγέλτως, να παρατείνει την προθεσμία του δευτέρου εδαφίου για σπουδαίο λόγο. Σε περίπτωση μη συμμετοχής ή μη υπογραφής της απόφασης από διαιτητή για οποιονδήποτε λόγο, αρκεί η μνεία του γεγονότος αυτού στην απόφαση, η οποία υπογράφεται πάντοτε από τον επιδιαιτητή.
στ) Η διαιτητική απόφαση φέρει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι άμεσα εκτελεστή, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και είναι δεσμευτική και για τα δύο (2) μέρη, τα οποία αναλαμβάνουν ρητώς την υποχρέωση άμεσης συμμόρφωσής τους προς αυτήν. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται αγωγή ακύρωσης για τους λόγους του άρθρου 897 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν από την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, δύναται να διαταχθεί, κατόπιν αίτησης διαδίκου, ολική ή μερική αναστολή της εκτέλεσης, με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή χωρίς εγγύηση εφόσον η αγωγή ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση από την παροχή εγγύησης του νικήσαντος διαδίκου.
ζ) Η προσφυγή στη διαιτησία δεν αίρει τη δυνατότητα των μερών να επιδιώξουν παραλλήλως τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, χωρίς οι σχετικές προσπάθειες να επιφέρουν αναστολή της διαιτητικής διαδικασίας ή των προθεσμιών της, εκτός ρητής αντίθετης έγγραφης συμφωνίας των μερών.
§ 6
6. Τυχόν διαφορές που ανακύπτουν μέχρι την περάτωση του έργου επιλύονται σύμφωνα με την παρ. 5.
§ 7
7. Η καταβλητέα στον ανάδοχο αποζημίωση καλύπτεται ως επιλέξιμη δαπάνη από το Εθνικό Σκέλος του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με ένταξη στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.
§ 8
8. Οι παρ. 1 έως 7 εφαρμόζονται αναλογικά και όταν υφίσταται αποκλειστικά σε συμβάσεις της παρ. 1 αναγνωρισμένη από το Ελληνικό Δημόσιο καθυστέρηση του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος συναινεί στην εκτέλεση του έργου ή έχει εκτελέσει αυτό εντός της αρχικής συμβατικής προθεσμίας και υπό την επιφύλαξη τήρησης του ενωσιακού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα της παρ. 2 άρχεται από την ημερομηνία έκδοσης της διοικητικής πράξης ή από την ημερομηνία που αναφέρεται σε αυτή, με την οποία αναγνωρίζονται καθυστερήσεις του έργου χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου.