§ 1
1. Παράβαση λαθρεμπορίας συνιστά:
α) η εντός του εδάφους της χώρας παραγωγή, κατοχή, αγορά, πώληση, εισαγωγή, μεταφορά από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή εξαγωγή από το έδαφος της χώρας εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που συνιστούν τελωνειακή οφειλή, χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο από αυτήν τόπο ή χρόνο,
β) οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που αποσκοπεί να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ε.Ε. τους εισπρακτέους δασμούς ή φόρους ή τις εισπρακτέες στα τελωνεία λοιπές επιβαρύνσεις για εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, καθώς και για εμπορεύματα που παράγονται, κατέχονται, πωλούνται ή αγοράζονται εντός του εδάφους της χώρας ή μεταφέρονται από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε, ακόμη και αν τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος,
γ) η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το Μέρος Γ' του παρόντος Κώδικα, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται σε αυτό, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.
Οι παραβάσεις της παρούσας επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα ακόμα και αν κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.
§ 2
2. Στην έννοια της λαθρεμπορίας, σύμφωνα με την παρ. 1, εμπίπτουν:
α) Η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών χρήσεων αυτών.
β) Η εξαγωγή, η εισαγωγή, η μεταφορά, η παραλαβή ή η αποστολή εμπορευμάτων που τελούν σε απαγόρευση ή περιορισμό, κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας, εκτός εάν με άδεια επιτράπηκε αυτή από την αρμόδια αρχή, κατ' εξαίρεση της απαγόρευσης ή του περιορισμού.
γ) Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει από την Ε.Ε. ή το Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων εμπορευμάτων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159, και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 3 του άρθρου 165.
δ) Η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι, χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό φορτίου ή στα φορτωτικά έγγραφα.
ε) Η ύπαρξη εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε κάθε είδους πλοίο ή πλωτό μέσο, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, το οποίο προσορμίζει, χωρίς να συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας, σε λιμάνι ή όρμο της χώρας, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση.
στ) Η κατά τον χρόνο της αναχώρησης του πλοίου έλλειψη εμπορευμάτων που φορτώθηκαν για τρίτη χώρα ή για άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή για άλλο λιμάνι της χώρας με παραστατικό διαμετακόμισης.
ζ) Η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί, εισαχθεί ή διακινηθεί εντός του εδάφους της χώρας ή έχουν τεθεί στην κατανάλωση, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.
η) Η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από όχημα ή η παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο όχημα, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι, συμπεριλαμβανομένου του τέλους ταξινόμησης. Στην περίπτωση αυτή, ως υπαίτιοι λαθρεμπορίας θεωρούνται τόσο οι τεχνικοί και οι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ή ο εκμεταλλευόμενος με οποιονδήποτε τρόπο το όχημα στο οποίο γίνεται χρήση του ως άνω αριθμού πλαισίου.
θ) Η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.
ι) Η παράνομη εισαγωγή, η εξαγωγή, η επανεξαγωγή, η μεταφορά ή η αποστολή δειγμάτων και ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας που προστατεύονται από την τελωνειακή νομοθεσία ή από ενωσιακές ή διεθνείς συμβάσεις, εκτός της περίπτωσης λαθραίας εισαγωγής άγριων ζώντων ζώων, η οποία τιμωρείται με πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξαρτήτως των κυρώσεων που προβλέπονται από άλλες διατάξεις.
Τα άγρια ζώντα ζώα επαναπροωθούνται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στο φυσικό τους περιβάλλον.
ια) Η με οποιονδήποτε τρόπο θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης.
ιβ) Η χωρίς άδεια εισαγωγή ή εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως βάση υπολογισμού του πολλαπλού τέλους λαμβάνεται η αξία των ειδών αυτών, όπως προσδιορίζεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλης αρμόδιας αρχής.
ιγ) Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης οχήματος.
ιδ) Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων, τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, με σκοπό να στερήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και τα οφειλόμενα ποσά καταβληθούν εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159 και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 9 του άρθρου 165.
§ 3
3. Η απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας, κατά περίπτωση, αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2, δεν αποκλείει τη λαθρεμπορία, όταν η άδεια αυτή εκδόθηκε, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της.
Στην περίπτωση αυτή, ως συνυπαίτιος λαθρεμπορίας θεωρείται ο δημόσιος υπάλληλος που εξέδωσε την ανωτέρω άδεια, εφόσον ενήργησε με δόλο.