Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 5222/2025 — Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας και άλλες διατάξεις - Συνταξιοδοτικές διατάξεις Προβολή νόμου
Άρθρο 170

Διοικητική ανάκριση - Καταλογιστική πράξη - Κοινοποιήσεις - Δικαστική προστασία

§ 1
1. Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή των πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση και, σε περίπτωση που η παράβαση τελέσθηκε στην τοπική αρμοδιότητα εξαρτημένου τελωνείου, αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή των πολλαπλών τελών είναι και ο προϊστάμενος του αντίστοιχου κύριου τελωνείου. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη.
Οι ως άνω προϊστάμενοι τελωνειακών αρχών, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του πρωτοκόλλου και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.
Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων, τα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη μπορεί να επιβάλει για όλες τις συρρέουσες παραβάσεις ο αρμόδιος για τη μία από αυτές προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής.
§ 2
2. Οι διατάξεις περί αστικής ευθύνης, όπως προβλέπονται στην παρ. 3 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν γνώση σχετικά με την πιθανότητα τέλεσης της παράβασης.
Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση αστικής ευθύνης, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 3.
Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων, καταλογιστικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων και αφορούν προγενέστερες της μεταβίβασης περιόδους, δεν εκτελούνται και ανακαλούνται υποχρεωτικά, κατά το μέρος που αφορούν το νομικό πρόσωπο ως αστικώς συνυπεύθυνο, του οποίου οι οφειλές από πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, που προέρχονται αποκλειστικά από τις ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις, διαγράφονται. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται αίτηση στην αρχή που εξέδωσε τις καταλογιστικές πράξεις. Τυχόν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί σε εκτέλεσή τους δεν επιστρέφονται και δεν συμψηφίζονται.
Η πράξη ανάκλησης επιδίδεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και δικαστικά εκκρεμείς υποθέσεις κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Ως «εκκρεμείς δικαστικά υποθέσεις» νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή εκείνες για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης, καθώς επίσης και οι υποθέσεις, οι οποίες έχουν συζητηθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση αλλά δεν έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και σε αιτήσεις ανάκλησης που υποβάλλονται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος και αφορούν υποθέσεις που είναι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ανάκλησης, δικαστικά εκκρεμείς κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου.
§ 3
3. Ως αστικά συνυπεύθυνα πρόσωπα για την καταβολή των επιβαλλόμενων σε βάρος του υπαιτίου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού πολλαπλών τελών καθορίζονται τα κατωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ακόμη και όταν αυτά δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία:
α) ο κύριος ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, όταν ο κυρίως υπαίτιος ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ως εντολοδόχος, διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται η εντολή, δηλαδή ανεξάρτητα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική,
β) οι ιδιοκτήτες των πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξοστοιχιών ή αεροσκαφών, οι εταιρείες και εν γένει επιχειρήσεις μεταφορών δια ξηράς, θάλασσας ή αέρος, καθώς και οι με οποιαδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπρόσωποι αυτών ή των ιδιοκτητών πλοίων, αυτοκινήτων ή αεροσκαφών, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των ανωτέρω μεταφορικών μέσων ή με χρήση αυτών,
γ) οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, οι διευθυντές ξενοδοχείων και κάθε άλλης κατηγορίας καφενείων ή άλλων καταστημάτων προσιτών στο κοινό, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των εγκαταστάσεων αυτών ή με τη χρησιμοποίηση αυτών, είτε προς εκτέλεση της λαθρεμπορίας, είτε προς διευκόλυνση αυτής με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προς απόκρυψη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας.
§ 4
4. Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση του υπαίτιου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού σχετικά με την τέλεση της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν γνώση της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης.
§ 5
5. Οι καταβάλλοντες, ως αστικά συνυπεύθυνοι, έχουν αναγωγικό δικαίωμα για τα καταβληθέντα ποσά από τους καταδικασθέντες με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, οι δε πράκτορες ή αντιπρόσωποι ναυτιλιακών εταιρειών ή ιδιοκτητών πλοίων ή ιδιοκτητών άλλων μεταφορικών μέσων, από τις εταιρείες και ιδιοκτήτες τους οποίους εκπροσωπούν.
§ 6
6. Αν, μετά την έκδοση της καταλογιστικής πράξης για λαθρεμπορία, προκύψει από στοιχεία, τα οποία κατά τον χρόνο έκδοσής της δεν είχαν τεθεί υπόψη της τελωνειακής αρχής, η συμμετοχή στην τέλεση της παράβασης και άλλου προσώπου που δεν είχε συμπεριληφθεί στους συνυπαιτίους της σχετικής καταλογιστικής πράξης, εκδίδεται συμπληρωματική καταλογιστική πράξη, με την οποία κηρύσσεται το πρόσωπο αυτό συνυπαίτιο και επιβάλλεται σε αυτό πολλαπλό τέλος, υπό την προϋπόθεση μη υπέρβασης του ανώτατου προβλεπόμενου ορίου της παρ. 1 του άρθρου 168, συνυπολογιζόμενου του πολλαπλού τέλους που έχει ήδη επιβληθεί με την αρχική καταλογιστική πράξη.
§ 7
7. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, οι οποίες καταλογίζονται ανεξάρτητα από την ποινή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 178, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας.
§ 8
8. Η κοινοποίηση της κλήσης σε προηγούμενη ακρόαση, της κλήσης σε απολογία και της κλήσης σε εξέταση της παρ. 1 του παρόντος διενεργείται:
α) για πρόσωπα γνωστής διαμονής, σύμφωνα με την παρ. 9,
β) για πρόσωπα αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση της κλήσης στο κατάστημα της προσκαλούσας τελωνειακής αρχής, με την παρουσία δύο (2) υπαλλήλων αυτής, ως μαρτύρων. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται σχετικό πρακτικό.
Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής, προθεσμία για απολογία ή παροχή απόψεων από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες και αν η κλήση αφορά σε υπόθεση με διαφυγόντες ίδιους πόρους της Ε.Ε., η ως άνω προθεσμία ορίζεται στις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν παράσχει τις απόψεις του ή δεν απολογηθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τις απόψεις ή την απολογία του. Δεν απαιτείται κοινοποίηση σχετικής κλήσης, αν το πρόσωπο που σχετίζεται με την τέλεση της διαπιστούμενης παράβασης παρείχε τις απόψεις του ή απολογήθηκε, οικειοθελώς, στο πλαίσιο της διοικητικής ανάκρισης για τη διαπίστωση της τελωνειακής παράβασης.
§ 9
9. Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών κοινοποιείται σε πρόσωπα γνωστής διαμονής, κατά των οποίων εκδόθηκε με τους ακόλουθους τρόπους, κατά την κρίση του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής έκδοσης της πράξης:
α) με ψηφιακή κοινοποίηση στον λογαριασμό που τηρεί σε πληροφοριακό σύστημα της Α.Α.Δ.Ε. ο ίδιος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή ο δηλωθείς σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58) φορολογικός εκπρόσωπός του, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ή
β) με συστημένη επιστολή στην τελευταία ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης που έχει δηλωθεί στην τελωνειακή αρχή ή έχει προκύψει από έρευνα της τελωνειακής αρχής ή
γ) με επίδοση, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97).
Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών σε πρόσωπα, των οποίων δεν είναι γνωστή η διαμονή, σύμφωνα με βεβαίωση της αρμόδιας Κεντρικής Διεύθυνσης της Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας, κοινοποιείται με δημοσίευση περίληψης της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ' εξαίρεση των οριζόμενων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί επίδοσης σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής.
Πράξη που κοινοποιείται ψηφιακά σύμφωνα με την περ. α) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από την ανάρτησή της στον ως άνω λογαριασμό και τη σχετική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της.
Πράξη που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή σύμφωνα με την περ. β) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη βρίσκεται στην Ελλάδα. Αν η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας, η πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί νομίμως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της συστημένης επιστολής. Αν η πράξη δεν κοινοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, η τελωνειακή αρχή ζητά από την ταχυδρομική υπηρεσία την επιστροφή αυτής, με συνοδευτικό κείμενο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ακόλουθες πληροφορίες: 
α) η ημερομηνία κατά την οποία η συστημένη επιστολή προσκομίστηκε και παρουσιάστηκε στην ως άνω διεύθυνση και 
β) ο λόγος για τη μη κοινοποίηση ή τη μη βεβαίωση της κοινοποίησης. Η τελωνειακή αρχή μεριμνά, προκειμένου αντίγραφο της συστημένης επιστολής να βρίσκεται στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της τελωνειακής αρχής και να μπορεί αυτό να παραδοθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς δαπάνη.
§ 10
10. Κατά της καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής δύναται να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97). Οι διατάξεις περί αναγκαστικής ομοδικίας δεν εφαρμόζονται.
Κατ' εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η καταλογιστική πράξη, η ισχύς της απόφασης επεκτείνεται και στο πρόσωπο που κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνο με τον προσφεύγοντα, υπό την προϋπόθεση ευμενέστερης για αυτόν πρόβλεψης, ακόμη και αν δεν άσκησε ο ίδιος προσφυγή ή άλλο ένδικο μέσο. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη προβαίνει σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια.
Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής αναστέλλει την είσπραξη του εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και των πολλαπλών τελών που καταλογίστηκαν από την τελωνειακή αρχή. Η άσκηση αίτησης αναστολής δεν αναστέλλει την είσπραξη των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης ή των πολλαπλών τελών.
Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά του καταλογισμού δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων, οι οποίες είτε συμβεβαιώθηκαν με πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή με πράξεις επιβολής πολλαπλών τελών είτε επιβλήθηκαν με αυτοτελή πράξη καταλογισμού, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 27.
Μετά την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, με την οποία ακυρώνεται ή μεταρρυθμίζεται η καταλογιστική πράξη της τελωνειακής αρχής, ποσά που εισπράχθηκαν, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, ολικά ή μερικά, κατά περίπτωση. Η επιστροφή διενεργείται δυνάμει του άρθρου 28.
§ 11
11. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής και μη εκούσιας καταβολής από τον υπόχρεο, τα οφειλόμενα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή πολλαπλά τέλη εισπράττονται αναγκαστικά, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190). Κατ' εξαίρεση η ως άνω πράξη της τελωνειακής αρχής είναι άμεσα εκτελεστή μετά την έκδοσή της, εφόσον λαμβάνει χώρα με αυτή καταλογισμός σε πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.
§ 12
12. Σε περίπτωση επιεικέστερης τροποποίησης των διατάξεων του παρόντος Κώδικα σχετικά με τα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή τα πολλαπλά τέλη και την ευθύνη των αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολή αυτών, οι επιεικέστερες αυτές διατάξεις ισχύουν και επί των παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι για τις παραβάσεις αυτές δεν έχουν επιδοθεί καταλογιστικές πράξεις ή οι καταλογιστικές πράξεις εκ-κρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και δεν έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις έως την έναρξη ισχύος των εν λόγω επιεικέστερων τροποποιήσεων.
§ 13
13. Η παραγραφή των τελωνειακών παραβάσεων επέρχεται:
α) για τελωνειακές παραβάσεις της παρ. 1 του άρθρου 159, εάν, εντός τριών (3) ετών από την τέλεσή τους, δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής,
β) για παραβάσεις λαθρεμπορίας της παρ. 2 του άρθρου 159, καθώς και του δικαιώματος του Δημοσίου προς βεβαίωση των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που βαρύνουν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εάν εντός επτά (7) ετών δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.