§ 1
1. Η ψιλή κυριότητα ακινήτου υποβάλλεται σε φόρο κατά τον χρόνο της συνένωσής της με την επικαρπία και ο φόρος υπολογίζεται επί της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο αυτόν, με την επιφύλαξη της περ. ε) της παρ. 5. Βελτιώσεις που έγιναν στο ακίνητο για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης από τον ψιλό κύριο, δεν υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της αξίας της πλήρους κυριότητας.
§ 2
2. Αν η ψιλή κυριότητα ακινήτου μεταβιβασθεί εκ νέου λόγω κληρονομίας, κληροδοσίας, δωρεάς ή γονικής παροχής πριν από την επάνοδο σε αυτήν της επικαρπίας, δεν οφείλεται φόρος για τη μεταβίβαση αυτή. Κατά τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, ο κατά τον χρόνο αυτό ψιλός κύριος υπόκειται στον φόρο της κτήσης αιτία θανάτου, ο οποίος υπολογίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση τη συγγενική σχέση του με τον αρχικά κληρονομηθέντα κατά τον διαχωρισμό της επικαρπίας από την ψιλή κυριότητα. Εάν με βάση τη συγγενική σχέση αυτού με εκείνον από τον οποίο περιήλθε η ψιλή κυριότητα αναλογεί μεγαλύτερος φόρος, οφείλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος. Βελτιώσεις που έγιναν στο ακίνητο δεν υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της αξίας της πλήρους κυριότητας.
§ 3
3. α) Σε περίπτωση διανομής ακινήτων που αποκτήθηκαν αιτία θανάτου, επί των οποίων έχει διαχωριστεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα και δεν έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 5, εφόσον διατηρούνται στα ακίνητα που προέρχονται από τη διανομή τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου, η φορολογία εξακολουθεί να αναβάλλεται μέχρι τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, με περαιτέρω εφαρμογή της παρ. 2.
β) Η περ. α) εφαρμόζεται και στην περίπτωση ανταλλαγής ακινήτου που αποκτήθηκε αιτία θανάτου, στο οποίο έχει διαχωρισθεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα και δεν έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα, εφόσον στο ακίνητο που υπεισέρχεται στη θέση του ανταλλασσόμενου κληρονομιαίου ακινήτου διατηρούνται τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου.
§ 4
4. Σε περίπτωση παραχώρησης ακινήτου με αντιπαροχή που έχει αποκτηθεί αιτία θανάτου, επί του οποίου έχει διαχωρισθεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα χωρίς να έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα, και διατηρούνται τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου στα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί, τα οποία αναλογούν στα ποσοστά οικοπέδου που παρακρατήθηκαν από τους κληρονόμους, η φορολογία εξακολουθεί να αναβάλλεται μέχρι την επάνοδο της επικαρπίας στην κυριότητα, με την επιφύλαξη της περ. ια) του άρθρου 59. Στην περίπτωση αυτή, ο κατά τον χρόνο της συνένωσης κύριος θα υπαχθεί σε φόρο αιτία θανάτου που υπολογίζεται στην κατά τον ίδιο χρόνο αξία της πλήρους κυριότητας των ποσοστών οικοπέδου που παρακρατήθηκαν με τα νέα κτίσματα που τους αναλογούν. Για τις πράξεις συνένωσης του ακινήτου με όμορα οικόπεδα για ανοικοδόμηση, καθώς και τις μεταβιβάσεις των ποσοστών που συμφωνήθηκαν στον εργολάβο ή σε αυτούς που υποδεικνύονται από αυτόν, δεν οφείλεται φόρος κληρονομίας.
§ 5
5. Η ψιλή κυριότητα ακινήτου υπόκειται σε φόρο στις εξής περιπτώσεις:
α) όταν ο κληρονόμος στον οποίο περιέρχεται η ψιλή κυριότητα, έχει ήδη την επικαρπία με ιδιαίτερο τίτλο,
β) όταν περιέλθει σε άλλον κληρονόμο ή κληροδόχο, κατόπιν αποποίησης της κληρονομίας ή κληροδοσίας από εκείνον που έχει την επικαρπία με ιδιαίτερο τίτλο,
γ) όταν μεταβιβασθεί από τον ψιλό κύριο με αντάλλαγμα. Ως μεταβίβαση με αντάλλαγμα νοείται και η διανομή της ψιλής κυριότητας, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4,
δ) όταν ο ψιλός κύριος αποκτήσει το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας,
ε) όταν ο ψιλός κύριος, με δήλωση που υποβάλλει οποτεδήποτε στη Φορολογική Διοίκηση, ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή χρόνος φορολόγησης είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης.
Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας υποβληθεί με εμπρόθεσμη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρα 85 και 86, χρόνος φορολογίας είναι ο οριζόμενος στα άρθρα 58 και 59. Ο φόρος των περ. α) έως ε) υπολογίζεται στην αξία της ψιλής κυριότητας, η οποία βρίσκεται με την αφαίρεση της αξίας της επικαρπίας από την αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
§ 6
6. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται και όταν τα αντικείμενα της αιτία θανάτου κτήσης είναι μετοχές, ομολογίες ή άλλοι τίτλοι κινητών αξιών, χρηματικά ποσά ή απαιτήσεις και κινητά εν γένει με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) προκειμένου για μετοχές, ομολογίες ή τίτλους κινητών αξιών εν γένει και χρηματικά ποσά, αν αυτά είναι κατατεθειμένα σε χρηματοπιστωτικό ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, με την επιφύλαξη του δικαιώματος επικαρπίας,
β) προκειμένου για απαιτήσεις, αν δοθεί για αυτές ασφάλεια ίση τουλάχιστον με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην αξία της πλήρους κυριότητας αυτών.
Ο ψιλός κύριος υποβάλει στη Φορολογική Διοίκηση εμπρόθεσμη δήλωση και εντός της προθεσμίας αυτής καταθέτει τους τίτλους ή τα χρήματα ή χορηγεί ασφάλεια για τις απαιτήσεις. Αν η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, λογίζεται ως ανατρεπτική της αναβολής της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
§ 7
7. Σε περίπτωση παρακράτησης ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος οίκησης, ο κύριος του ακινήτου εξομοιώνεται με ψιλό κύριο.