Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 5193/2025 — Ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις Προβολή νόμου
Άρθρο 76

Αναφορά παραβάσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος - Αντικατάσταση άρθρου 45 ν. 4583/2018 (άρθρο 35 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97)

§ 1
1. Το άρθρο 45 του ν. 4583/2018 (Α' 212), περί αναφοράς παραβάσεων, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 45
Αναφορά παραβάσεων (άρθρο 35 της Οδηγίας) - Εξουσιοδοτική διάταξη
1. Η Εποπτική Αρχή διαθέτει κατάλληλο, αποτελεσματικό και αξιόπιστο μηχανισμό για τη διευκόλυνση και ενθάρρυνση της υποβολής αναφορών, σχετικά με επαπειλούμενες ή συντελεσμένες παραβάσεις του παρόντος, ο οποίος περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και τη διαχείριση αναφορών με αντικείμενο τις εν λόγω παραβάσεις.
2. Οι αναφορές υποβάλλονται ιδίως από απασχολούμενους σε πρόσωπα, τα οποία:
α) ασκούν τη δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και έχουν ως χώρα καταγωγής την Ελλάδα,
β) ασκούν τη δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα και είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή
γ) ασκούν τη δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα και έχουν ως χώρα καταγωγής άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν σε παραβάσεις διατάξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Εποπτικής Αρχής υπό την ιδιότητα αυτής ως αρχής του κράτους μέλους υποδοχής.
3. Οι αναφορές έχουν ως αντικείμενο παραβάσεις από το πρόσωπο, στο οποίο οι απασχολούμενοι εργάζονται ή με το οποίο διατηρούν συνεργασία.
4. Ως απασχολούμενοι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου νοούνται:
α) εργαζόμενοι υπό οποιασδήποτε μορφής σχέση εξαρτημένης εργασίας,
β) πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υπό οποιασδήποτε μορφής σχέση,
γ) μέτοχοι και πρόσωπα που ανήκουν στο διοικητικό ή εποπτικό όργανο, περιλαμβανομένων των μη εκτελεστικών μελών,
δ) εθελοντές και αμειβόμενοι ή μη ασκούμενοι, καθώς και
ε) οποιαδήποτε πρόσωπα εργάζονται υπό την εποπτεία και τις οδηγίες αναδόχων, υπεργολάβων και προμηθευτών.
5. Οι αναφορές μπορούν να είναι ανώνυμες ή επώνυμες. Τα στοιχεία τόσο του αναφέροντος, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την παράβαση, γνωστοποιούνται σε τρίτα πρόσωπα μόνο με τη συναίνεση εκάστου των εν λόγω φυσικών προσώπων κατά περίπτωση ή κατόπιν δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου στο πλαίσιο διενεργούμενης ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης. Η απόφαση ή το βούλευμα διατάσσει ειδικώς την αποκάλυψη της ταυτότητας των εν λόγω προσώπων στο δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, εφόσον τούτο κριθεί ως απολύτως αναγκαίο για τη διαπίστωση και την τιμωρία πλημμελήματος ή κακουργήματος.
6. Απαγορεύονται κάθε είδους αντίποινα, διακρίσεις ή κάθε άλλης μορφής άνιση ή αθέμιτη μεταχείριση ιδίως σε βάρος του απασχολούμενου εξαιτίας της υποβολής αναφοράς σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Με την επιφύλαξη ευθύνης του προσώπου της παρ. 3 από τη σύμβασή του με τον απασχολούμενο, παραβάσεις της απαγόρευσης του πρώτου εδαφίου συνιστούν παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164).
7. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, η οποία εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος και ιδίως της παρ. 4».