Στην παρ. 3 του
άρθρου 14 του ν.
4738/2020 (Α' 207), περί υπογραφής και μορφών σύμβασης αναδιάρθρωσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
α) οι λέξεις «πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. α) του άρθρου 217 και έχουν εκδώσει βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. β) του ίδιου άρθρου,» τίθενται ως περ. α),
β) μετά από τις λέξεις «σύμφωνα με την περ. β) του ίδιου άρθρου,» προστίθεται περ. β),
γ) οι λέξεις «σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2Α» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σύμφωνα με την παρ. 2Α»,
δ) στα τέταρτο και όγδοο εδάφια, η λέξη «Ειρηνοδικείου», όπου αναφέρεται, αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείου», και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Για οφειλέτες που:
α) πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. α) του άρθρου 217 και έχουν εκδώσει βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. β) του ίδιου άρθρου,
β) πληρούν έως το διπλάσιο των εισοδηματικών και λοιπών περιουσιακών κριτηρίων του ευάλωτου οφειλέτη της περ. α) του άρθρου 217, έχουν ληξιπρόθεσμες, εν όλω ή εν μέρει, οφειλές τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος σε χρηματοδοτικούς φορείς ύψους έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και χαρακτηρίζονται ως επιλέξιμοι οφειλέτες, τεκμαίρεται η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών, επί της παραγόμενης αντιπρότασης πιστωτών, σύμφωνα με την παρ. 2Α του άρθρου 71, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών φορέων, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.
Στην περίπτωση αυτή, η πρόταση ρύθμισης που προκύπτει στη βάση της αντιπρότασης πιστωτών προσφέρεται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας στον οφειλέτη εντός της προθεσμίας του άρθρου 16 και ο οφειλέτης δύναται να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει. Σε περίπτωση αποδοχής, υπογράφεται η αυτομάτως παραγόμενη σύμβαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14. Η άσκηση ανακοπής κατά της πρότασης ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου, επιτρέπεται εντός είκοσι (20) ημερών από την εξαγωγή της πρότασης ρύθμισης, ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου. Λόγοι της ανακοπής είναι αποκλειστικά:
α) η ανακρίβεια των στοιχείων που έχει υποβάλει ο οφειλέτης, και
β) η μειωμένη ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτή σε σχέση με την ικανοποίηση που θα προέκυπτε από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεσή της και η επίδοση γίνεται εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεση της ανακοπής. Ως επίδοση προς τον οφειλέτη και τους λοιπούς πιστωτές νοείται και η υποβολή αντιγράφου της ανακοπής στην πλατφόρμα του μηχανισμού. Η ανακοπή συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν υπόκειται σε έφεση».