3. Η υποπαρ. Γ.10 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.
4152/2013, περί εξουσιών του Πειθαρχικού Συμβουλίου, αντικαθίσταται ως εξής:
«ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.10
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ
1. Η πειθαρχική δίκη διέπεται από τις παρακάτω γενικές αρχές:
α) Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη δίκη.
β) Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
γ) Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται, με απόφασή του, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας μέχρι το πέρας της ποινικής. Η διαπίστωση με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας πραγματικών γεγονότων, δεσμεύει και την πειθαρχική δίκη. Αν με την αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου διαπιστωθεί η ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε ποινή, η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τον πειθαρχικώς διωχθέντα. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν κωλύεται να εκδώσει απόφαση διαφορετική της ποινικής.
δ) Κανένας δεν διώκεται δεύτερη φορά από το Πειθαρχικό Συμβούλιο για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, ήτοι για πειθαρχικό παράπτωμα που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχει ήδη διωχθεί. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Η υπαγωγή των ίδιων πραγματικών περιστατικών σε άλλον κανόνα δικαίου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας στο πλαίσιο της ίδιας δίωξης.
ε) Αν μεταξύ της τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος και της έκδοσης απόφασης μεταβληθεί το νομοθετικό πλαίσιο, εφαρμόζονται οι διατάξεις οι οποίες είναι ευμενέστερες για τον διωκόμενο.
2. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την τέλεσή τους. Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας αναστέλλει την παραγραφή μέχρι την έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου, και σε κάθε περίπτωση όχι για περισσότερο από δύο (2) έτη. Σε πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί ταυτοχρόνως και ποινικό αδίκημα, ισχύει ο χρόνος παραγραφής του ποινικού αδικήματος.
3. Στη διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου εφαρμόζεται το άρθρο 7 του
Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περί αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων.
4. Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει με πράξη του ένα (1) από τα μέλη ως Εισηγητή της υπόθεσης και τάσσει σε αυτό προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών, για την υποβολή της έκθεσής του. Με απόφαση του Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί έως δύο (2) μήνες.
5. Ο Εισηγητής δύναται να εξετάζει τον καταγγέλλοντα, τους μάρτυρες, ενόρκως ή ανωμοτί, κατά την κρίση του, με την επιφύλαξη του άρθρου 212 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν.
4620/2019, Α' 96), να διενεργεί αυτοψία, να συλλέγει το λοιπό αποδεικτικό υλικό και να ζητά έγγραφα από κάθε δημόσια αρχή και Δικαστήριο.
6. Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται στην έδρα της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Ο μάρτυρας που πρόκειται να καταθέσει, κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η κλήση υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας και μνημονεύει την αρχή στην οποία καλείται. Η κλήση επιδίδεται στον μάρτυρα εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του
Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.
2717/1999, Α' 97), μία (1) τουλάχιστον εργάσιμη ημέρα πριν από την ημέρα για την οποία καλείται προς εξέταση. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της Περιφέρειας Αττικής. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της ελληνικής επικράτειας.
7. Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.
8. Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου, έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση και το ονοματεπώνυμο του μέλους του Πειθαρχικού Συμβουλίου που έλαβε την κατάθεση, του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία, εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν, η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που παρευρέθηκαν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο (2) αντίγραφα, από τα οποία ένα (1) αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται στο φάκελο της υπόθεσης.
Όποιος καταθέσει ψευδώς ή ανακριβώς, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 224 του
Ποινικού Κώδικα (ν.
4619/2019, Α' 95).
9. Ο Εισηγητής, αφού ολοκληρώσει την εξέταση της υπόθεσης, κοινοποιεί στον πειθαρχικώς διωκόμενο με κάθε πρόσφορο τρόπο κλήση, η οποία αναφέρει:
α) το πειθαρχικό παράπτωμα που του αποδίδεται,
β) το δικαίωμά του να λάβει αντίγραφα του φακέλου από τη γραμματεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου και
γ) το δικαίωμά του να παράσχει εξηγήσεις, προφορικά ή γραπτά, εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη των πέντε (5) εργασίμων ημερών από την επίδοση της κλήσης.
Η γραπτή παροχή εξηγήσεων γίνεται με υπόμνημα. Μετά από την ανάγνωση του υπομνήματος, ο Εισηγητής μπορεί να διατυπώσει προς τον πειθαρχικώς διωκόμενο οποιαδήποτε διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση. Η πειθαρχική διαδικασία δεν συνεχίζεται, προτού ο πειθαρχικώς διωκόμενος παράσχει εξηγήσεις και επί των διευκρινιστικών και λοιπών ερωτήσεων ή πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που του έχει ταχθεί προς τούτο.
10. Ο Εισηγητής, μετά τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, διαβιβάζει τον φάκελο στο Πειθαρχικό Συμβούλιο και εισηγείται την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν την πειθαρχική κατηγορία. Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίσει ότι δεν πρέπει να αποδοθεί κατηγορία, εκδίδει απαλλακτική απόφαση, διαφορετικά ο Εισηγητής συντάσσει το κατηγορητήριο. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει τη διενέργεια συμπληρωματικής εξέτασης, παρέχοντας σχετική εντολή στον Εισηγητή. Σε αυτήν την περίπτωση ενημερώνονται τα εμπλεκόμενα μέρη.
11. Ο Εισηγητής διαβιβάζει στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου το κατηγορητήριο που έχει συντάξει μαζί με τον φάκελο της υπόθεσης και τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν. Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου, το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την παραλαβή του φακέλου και του κατηγορητηρίου, ορίζει ημέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην οποία δύναται να παρίσταται και ο Εισηγητής. Ο πειθαρχικώς διωκόμενος καλείται να παραστεί στη συνεδρίαση με πράξη του Προέδρου, η οποία περιέχει το κατηγορητήριο και κοινοποιείται σε αυτόν από οποιοδήποτε δημόσιο όργανο, δικαστικό επιμελητή ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο.
Αν η κλήση γίνεται με δικαστικό επιμελητή, συντάσσεται αποδεικτικό επίδοσης και στις λοιπές περιπτώσεις αποδεικτικό παραλαβής της ή του τρόπου επίδοσής της.
Ο πειθαρχικώς διωκόμενος δικαιούται να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, να παραστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου αυτοπροσώπως, με δικηγόρο ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, και να υποβάλει απολογητικό υπόμνημα. Στη συζήτηση καλείται, με κάθε πρόσφορο τρόπο, να παραστεί και ο καταγγέλλων, ο οποίος δύναται να παραστεί αυτοπροσώπως, με δικηγόρο ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου. Ο πειθαρχικώς διωκόμενος και ο καταγγέλλων έχουν το δικαίωμα να καλέσουν στη συνεδρίαση, χωρίς προδικασία, ο καθένας μέχρι δύο (2) μάρτυρες.
12. Κατά την προσδιορισθείσα συνεδρίαση, το Πειθαρχικό Συμβούλιο εξετάζει ή επανεξετάζει μάρτυρες, ενόρκως ή ανωμοτί, κατά την κρίση του, είτε από τον κατάλογο των μαρτύρων που έχει διαβιβάσει ο εισηγητής είτε από αυτούς που προτείνουν ο πειθαρχικώς διωκόμενος και ο καταγγέλλων, με την επιφύλαξη του άρθρου 212 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων κατά περίπτωση των περ. 5 έως 8 της παρούσας υποπαραγράφου. Δύναται επίσης να ζητά επεξηγήσεις για γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό της πιστοποίησης και να καταγράφει τις σχετικές απαντήσεις. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να αναβάλει για μία (1) μόνο φορά τη λήψη απόφασης, με σκοπό να εξετάσει ή να επανεξετάσει ενώπιόν του μάρτυρες, ορίζοντας ταυτοχρόνως νέα ημερομηνία συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να κληθούν τα εμπλεκόμενα μέρη, εκτός αν αυτοί ή κάποιος εξ αυτών ήταν απόντες, οπότε καλούνται να παραστούν με κάθε πρόσφορο τρόπο. Οι μάρτυρες προσέρχονται με επιμέλεια των ενδιαφερομένων. Η μη προσέλευση των μαρτύρων δεν κωλύει τη λήψη απόφασης.
13. Μετά την εξέταση των μαρτύρων και την προφορική ή έγγραφη απολογία του πειθαρχικώς διωκόμενου ή σε περίπτωση μη εμφάνισής του, μετά τη διαπίστωση της νόμιμης κλήτευσής του, ακολουθεί η διάσκεψη των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη λήψη απόφασης. Η συνεδρίαση είναι μυστική. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται επί της ενοχής ή μη του πειθαρχικώς διωκόμενου και, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, επί της ποινής που θα επιβληθεί.
14. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, τις ακόλουθες ποινές:
α) Έγγραφη επίπληξη.
β) Χρηματικό πρόστιμο από χίλια (1.000) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος και το ύψος της προκληθείσας ζημίας. Σε περίπτωση υποτροπής, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει πρόστιμο ύψους από δύο χιλιάδες (2.000) έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ. Ειδικά, στην περίπτωση επιβολής προστίμου σε νομικό πρόσωπο, το επιβαλλόμενο πρόστιμο δύναται να ανέλθει και έως ποσού ίσου με το δεκαπλάσιο της αμοιβής που τιμολογήθηκε στον πελάτη.
γ) Διαγραφή του πιστοποιημένου εκτιμητή από το Μητρώο για χρονικό διάστημα από ένα (1) μέχρι πέντε (5) έτη, με δυνατότητα εκ νέου εγγραφής του σε αυτό.
δ) Οριστική διαγραφή του πιστοποιημένου εκτιμητή από το Μητρώο.
Για την επιμέτρηση της ποινής σε κάθε μία από τις υποπερ. α) έως και δ) λαμβάνονται υπόψη, ενδεικτικώς, η σοβαρότητα της παράβασης, το ύψος της προκληθείσας ζημίας, ο κίνδυνος για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του θεσμού των πιστοποιημένων εκτιμητών, ο προσπορισμός οφέλους και η συνδρομή στο πρόσωπο του παραβάτη της ιδιότητας του κυρίου εταίρου στην περίπτωση άσκησης του επαγγέλματος από νομικό πρόσωπο.
Αν διαπιστωθεί παράβαση από πιστοποιημένο εκτιμητή, που διενεργεί πιστοποιήσεις στο όνομα και για λογαριασμό νομικού προσώπου, η ευθύνη του πιστοποιημένου εκτιμητή δεν αίρει την σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του νομικού προσώπου, αν τέτοια υπάρχει.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος να δημοσιοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο τις αποφάσεις αυτού που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων.
15. Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου συντάσσεται εγγράφως και περιλαμβάνει υποχρεωτικά:
α) τον τόπο και τη χρονολογία έκδοσής της,
β) τα ονοματεπώνυμα και τις ιδιότητες αυτών που εκ-δίκασαν την υπόθεση και του πειθαρχικώς διωκόμενου,
γ) το πειθαρχικό παράπτωμα που αποδόθηκε στον πειθαρχικώς διωκόμενο, τον χρόνο και τον τόπο διάπραξής του, καθώς και τις διατάξεις στις οποίες θεμελιώνεται η απόφαση,
δ) μνεία για το αν λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία,
ε) ειδική, εμπεριστατωμένη και επαρκή αιτιολογία, και
στ) την κρίση επί της ενοχής ή μη και της ποινής που επιβλήθηκε.
Η απόφαση εκδίδεται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου, λαμβάνει αύξοντα αριθμό και τηρείται στο Αρχείο Πειθαρχικών Αποφάσεων.
16. Για τις συνεδριάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου τηρούνται συνοπτικά πρακτικά, τα οποία υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα και φυλάσσονται μαζί με την απόφαση στο Αρχείο Πειθαρχικών Αποφάσεων. Η μειοψηφία καταγράφεται μόνο στα πρακτικά. Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να λαμβάνουν γνώση των πρακτικών, εφόσον αποδεικνύουν το ειδικό έννομο συμφέρον τους. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις δύνανται να τηρούνται και σε ηλεκτρονικό αρχείο.
17. Με την απόφαση επιβάλλονται και τα έξοδα της πειθαρχικής διαδικασίας, εφόσον υπάρχουν.
18. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα αποτελούν έσοδα του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.
4978/2022, Α' 190), από την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, η οποία ενημερώνει άμεσα την αρμόδια διοικητική αρχή για την είσπραξη ή μη του προστίμου. Αν ο πειθαρχικώς καταδικασθείς αποβιώσει, διαγράφεται η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί.
19. Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου κοινοποιούνται αμέσως, με επιμέλεια του Προέδρου, στα εμπλεκόμενα μέρη. Ειδικότερα, η κοινοποίηση της απόφασης προς τον καταγγέλλοντα γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο. Η κοινοποίηση της απόφασης προς τον πειθαρχικώς διωκόμενο, αν είναι απαλλακτική, γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο, και αν είναι καταδικαστική, με δικαστικό επιμελητή ή με οποιοδήποτε δημόσιο όργανο. Αν η κοινοποίηση γίνεται με δικαστικό επιμελητή, συντάσσεται αποδεικτικό επίδοσης, ενώ αν συντελείται από δημόσιο όργανο, συντάσσεται αποδεικτικό περί της παραλαβής της απόφασης από τον πειθαρχικά καταδικασθέντα ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Αν ο πειθαρχικώς καταδικασθείς, μετά από ειδοποίηση της Γραμματείας, παραλάβει ο ίδιος ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του, την καταδικαστική απόφαση, υπογράφει απόδειξη παραλαβής.
20. Κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου χωρεί προσφυγή στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους.
21. Η αρμόδια διοικητική αρχή τηρεί Αρχείο Πειθαρχικών Ποινών, στο οποίο αναφέρονται κατ' ελάχιστον τα στοιχεία του παραβάτη πιστοποιημένου εκτιμητή, η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου και η επιβληθείσα ποινή. Οι ποινές διαγράφονται από το Αρχείο Πειθαρχικών Ποινών μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την επιβολή τους, με εξαίρεση την ποινή του χρηματικού προστίμου που δεν διαγράφεται μέχρι την είσπραξή του, καθώς και την ποινή της οριστικής διαγραφής από το Μητρώο. Ειδικά η ποινή του χρηματικού προστίμου διαγράφεται με την παρέλευση πέντε (5) ετών από την επιβολή της, μόνο μετά την προσκόμιση βεβαίωσης για την εξόφλησή του.».