Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 5104/2024 — Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) Προβολή νόμου
Άρθρο 81

Μηνυτήρια αναφορά και ποινική διαδικασία

§ 1
1.α) Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα, υποβάλλεται αμελλητί, μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από την αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.) του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
β) Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση ενδείξεων τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης κακουργήματος του Κώδικα που συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95), η υπηρεσία της Δ.Α.Ο.Ε. που διενεργεί την έρευνα κατόπιν παραγγελίας προκαταρκτικής εξέτασης του εισαγγελικού λειτουργού που εποπτεύει τη Διεύθυνση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 50 του ν. 5187/2025 (Α' 48), ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες και μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, κοινοποιεί την πορισματική έκθεση και το σχετικό αποδεικτικό υλικό στη Φορολογική Διοίκηση, η οποία ακολουθεί τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 34 και κατά παρέκκλιση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, εκδίδει αμελλητί προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου ή προσωρινό προσδιορισμό προστίμου βάσει της ως άνω πορισματικής έκθεσης, τον οποίο αποστέλλει στη Δ.Α.Ο.Ε., προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία, προ της υποβολής της στην εισαγγελική Αρχή για την άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 34, ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή ο προσωρινός προσδιορισμός προστίμου κοινοποιείται στον ελεγχόμενο από τη Δ.Α.Ο.Ε. κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου. Η Δ.Α.Ο.Ε. γνωστοποιεί στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης την ημερομηνία κοινοποίησης και ακολούθως εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2 έως 5 του άρθρου 34. Μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου, η Φορολογική Διοίκηση αποστέλλει την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου στον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό, προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία. Η περ. α) και τα εδάφια πρώτο και δεύτερο της περ. β) της παρ. 2 δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι το τυπικό πέρας της ανάκρισης, μετά το οποίο η ποινική διαδικασία αναστέλλεται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της Φορολογικής Διοίκησης λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. Κατά το διάστημα αυτό, αναστέλλεται και η προθεσμία παραγραφής του σχετικού εγκλήματος, και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των περ. δ) και ε) της παρ. 2.
γ) Η περ. β) εφαρμόζεται και στους ελέγχους που διενεργούνται από υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., από τους οποίους προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης κακουργήματος του Κώδικα που συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, η αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. διενεργεί προκαταρκτική εξέταση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μετά από αίτημά της και, με την ολοκλήρωση της έρευνας, συντάσσει πορισματική έκθεση, βάσει της οποίας εκδίδεται αμελλητί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προσωρινός προσδιορισμός προστίμου, προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία προ της υποβολής της στην εισαγγελική Αρχή για την άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 33, ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προσωρινός προσδιορισμός προστίμου επιδίδεται στον ελεγχόμενο κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου. Στη συνέχεια, εφαρμόζονται αναλόγως τα εδάφια τέταρτο, πέμπτο και έκτο της περ. β).
§ 2
2. α) Αν, με βάση οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου της Φορολογικής Διοίκησης, που εκδίδεται κατόπιν φορολογικού ελέγχου συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, εκ των οριζόμενων στο άρθρο 79, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης.
β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει, με πράξη του, κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της Φορολογικής Διοίκησης, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.
δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η Υπηρεσία της Φορολογική Διοίκησης που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης.
ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α', δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95).
§ 3
3. Αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι αυτό της έδρας της αρμόδιας για τη φορολόγηση Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης.
§ 4
4. Το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για τα εγκλήματα του Κώδικα προς υποστήριξη της κατηγορίας. Όταν η δίωξη ασκείται σε βαθμό πλημμελήματος, το Δημόσιο μπορεί να εκπροσωπείται και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης ή τον οριζόμενο από αυτόν υπάλληλο.
§ 5
5. Στις δίκες που αφορούν εγκλήματα του Κώδικα, η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει λάβει χώρα έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δικαστηρίου εκ μέρους της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο σχετικά με την υπόθεση, εκτός εάν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου, κρίνει ότι πρέπει να κληθεί μάρτυρας, για να καταθέσει για ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα που δεν μπορούν να προκύψουν από τα έγγραφα της υπόθεσης.
§ 6
6. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα.