Στο
άρθρο 246 του ν.
4738/2020 (Α' 207), περί επιμέτρησης ποινών, στις παρ. 1 και 3 ο όρος «κύρωση» αντικαθίσταται από τον όρο «ποινή», στην παρ. 3 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 246 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 246
Επιμέτρηση ποινής
1. Η πειθαρχική ποινή προσδιορίζεται:
α) από τη βαρύτητα του παραπτώματος και των συνεπειών του, καθώς και από τον αντίκτυπο του στην άσκηση των καθηκόντων του διαχειριστή αφερεγγυότητας,
β) από τον βαθμό του δόλου ή τον βαθμό της αμέλειας του διωκομένου,
γ) από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, όπως, ιδίως, ο προσπορισμός οφέλους και
δ) από την προσωπικότητα του διωκόμενου διαχειριστή ή του πιστοποιημένου προσώπου, την πείρα του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη επαγγελματική του συμπεριφορά, καθώς και τη διαγωγή του μετά την πράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία να επανορθώσει τις συνέπειες.
2. Παράπτωμα ελαφράς φύσεως, οφειλόμενο σε αμέλεια του διωκόμενου διαχειριστή ή του πιστοποιημένου προσώπου μπορεί κατά την κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου να μείνει ατιμώρητο, μετά από εκτίμηση των συνθηκών υπό τις οποίες διαπράχθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται περί τούτου ειδική αιτιολόγηση στην απόφαση.
3. Η πειθαρχική ποινή της περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 245 επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία, από τις συνθήκες διάπραξής τους και τον διαπιστωμένο βαθμό υπαιτιότητας του διωκόμενου διαχειριστή ή πιστοποιημένου προσώπου, κατά περίπτωση, μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης των βασικών του υποχρεώσεων. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν:
α) αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα,
β) αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτε πλημμέλημα, σύμφωνα με τις περ. β), γ) και δ) της παρ. 3 του άρθρου 231, και
γ) αν έχει τιμωρηθεί ήδη με ποινή προσωρινής παύσης τουλάχιστον έξι (6) μηνών την τελευταία τριετία για άλλη, χρονικά προγενέστερη, πράξη.»