§ 1
1. Αν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, με την αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης του κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου πρέπει να συνυποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης κατά το άρθρο 79. Παράλειψη συνυποβολής αίτησης πτώχευσης δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης του παρόντος κεφαλαίου, είναι όμως δυνατή η υποβολή αίτησης πτώχευσης από τους πιστωτές ή τον εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 79. Το άρθρο 127 εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση. Αν το δικαστήριο δεχθεί την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, απορρίπτει την αίτηση κήρυξης πτώχευσης με την απόφαση με την οποία επικυρώνει τη συμφωνία. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, προχωρεί στην εξέταση της αίτησης πτώχευσης.
§ 2
2. Οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως σε αιτήσεις του οφειλέτη, πιστωτών ή του εισαγγελέα πρωτοδικών για την κήρυξη πτώχευσης, οι οποίες εκκρεμούν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης του παρόντος κεφαλαίου και σε αιτήσεις του οφειλέτη, πιστωτών ή του εισαγγελέα πρωτοδικών οι οποίες κατατίθενται στο χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή της αίτησης αυτής. Στην περίπτωση αυτή και μετά από αίτημα του οφειλέτη ή πιστωτή, η αίτηση κήρυξης της πτώχευσης είτε συνεκδικάζεται είτε αναβάλλεται για συνεκδίκαση με την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης.
§ 3
3. Αν ο οφειλέτης περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών μετά την υποβολή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, οφείλει να υποβάλει αίτηση πτώχευσης και δύναται να ζητήσει την αναστολή της εξέτασης της αίτησης πτώχευσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως επικυρώσεως.
§ 4
4. Aν ο οφειλέτης είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του
άρθρου 45 του ν.
3190/1955 (Α΄ 91), αναστέλλεται από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 44 μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, η έκδοση απόφασης για τη λύση της εταιρείας.
§ 5
5. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υπέρ τρίτων, ακόμα και εάν δεν έχουν παρέλθει δώδεκα (12) μήνες από τη με οποιονδήποτε τρόπον ολοκλήρωση της διαδικασίας του Κεφαλαίου Α' που είχε εκκινήσει με την αρχική αίτηση. Με τη νέα αίτηση δύναται να ζητείται να ρυθμισθούν οφειλές προς το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που βεβαιώθηκαν μέχρι την υποβολή της ή που τροποποιήθηκαν για οποιονδήποτε λόγο. Οι ρυθμίσεις που έχουν επιτευχθεί με συμβάσεις αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης διατηρούνται στο ακέραιο, εκτός και αν έχουν τροποποιηθεί οι βεβαιωμένες οφειλές που ρυθμίστηκαν με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, οπότε και υπολογίζονται εκ νέου από το υπολογιστικό εργαλείο του άρθρου 71. Εάν μετά την υποβολή της νέας αίτησης προκύψει από τα καταχωριζόμενα στην πλατφόρμα στοιχεία ότι δεν υπάρχουν οι κατά τα ανωτέρω οφειλές που δικαιολογούν την υποβολή της, αυτή αυτοδίκαια θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα. Αν η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου δεν έχει ολοκληρωθεί, με την οριστική υποβολή της νέας αίτησης, ακυρώνεται η αρχική αίτηση του οφειλέτη, προκειμένου να συμπεριληφθεί το σύνολο των οφειλών του προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.
§ 6
6. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α' σε οφειλέτες που δεν είχαν παραιτηθεί από τη διαδικασία του ν.
4469/2017 (Α' 62), χωρίς να υπαχθούν στον νόμο αυτόν, ή είχαν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία του ν.
4469/2017 και για οποιοδήποτε λόγο δεν έχει επιτευχθεί σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.