Για τις ανάγκες του παρόντος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) Ως «ευάλωτος οφειλέτης» νοείται ο οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται σωρευτικά τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια που ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.
4472/2017 (Α’ 74), καθώς και άτομα με αναπηρία, εφόσον το ποσοστό αναπηρίας τους, σε συνδυασμό με το εισόδημα και την περιουσία τους, τους προσδίδουν τα χαρακτηριστικά του ευάλωτου οφειλέτη.
β) Ως «βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη», νοείται αυτή που βεβαιώνει ότι ο οφειλέτης είναι ευάλωτος σύμφωνα με την περ. α΄ και ότι το ακίνητό του, το οποίο προσδιορίζεται στη βεβαίωση της παρούσας, συνιστά την κύρια κατοικία του, σύμφωνα με την περ. ε΄. Η βεβαίωση του παρόντος παρέχεται έπειτα από αίτημα φυσικού προσώπου το οποίο δηλώνει ότι έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή ότι o ενυπόθηκος ή ο προσημειούχος πιστωτής, σύμφωνα με την περ. γ΄, έχει κατάσχει το ακίνητό του ή ότι έχει καταρτιστεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης του Κεφαλαίου Α΄ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου βιβλίου.
γ) Ως «ενυπόθηκος ή προσημειούχος πιστωτής», νοείται ο πιστωτής που έχει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.
δ) Ως «εύλογες δαπάνες διαβίωσης», νοούνται οι δαπάνες όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 92.
ε) Ως «κύρια κατοικία», νοείται το ακίνητο το οποίο έχει δηλώσει ο οφειλέτης ως κατοικία του στην τελευταία φορολογική δήλωση που προηγείται της αίτησης του άρθρου 219 ή όπως προκύπτει από άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν επαρκώς τη χρήση του ακινήτου ως κύρια κατοικία του, σε περίπτωση που έχει μεταβληθεί η κύρια κατοικία του οφειλέτη, από τον χρόνο υποβολής της τελευταίας φορολογικής δήλωσης. Για τον προσδιορισμό της πλήρωσης των κριτηρίων της περ. α, ως αξία της κύριας κατοικίας λαμβάνεται η αντικειμενικά προσδιοριζόμενη φορολογική της αξία.
στ) Ως «φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης», νοείται ο φορέας στον οποίο παραχωρείται από το Δημόσιο η άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Β του παρόντος.