§ 1
1. Η κήρυξη πτώχευσης, στην οποία εφαρμόζεται η κατ’ ιδίαν εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Μέρους Πέμπτου του παρόντος Βιβλίου, προκαλεί την αυτόματη και αζήμια λύση όλων των εκκρεμών και διαρκών συμβάσεων του οφειλέτη την εξηκοστή ημέρα από την κήρυξη της πτώχευσης, εκτός εάν ο σύνδικος δηλώσει εγγράφως προς τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη πριν την παρέλευση της προθεσμίας, ότι επιθυμεί την άμεση λύση τους ή, εναλλακτικά, τη συνέχισή τους εφόσον, κατά την κρίση του συνδίκου, εξυπηρετούν την ομαλή εξέλιξη των εργασιών της πτώχευσης ή τη βελτίωση της αξίας ρευστοποίησης των στοιχείων του ενεργητικού.
§ 2
2. Εάν η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση προβλέπει την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, η κήρυξη της πτώχευσης δεν επιφέρει τη λύση των συμβάσεων της παρ. 1, ο δε σύνδικος δικαιούται με έγγραφη δήλωση προς τον αντισυμβαλλόμενό του να επιλέξει τη συνέχιση ή τη λύση της σύμβασης υποκαθιστώντας την ομάδα των πιστωτών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτήν , εντός τριάντα (30) ημερών από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να τάξει στον σύνδικο εύλογη προθεσμία προς άσκηση του δικαιώματος επιλογής, μη δυνάμενη να είναι μεγαλύτερη των τριάντα (30) ημερών. Εάν ο σύνδικος δεν απαντήσει εντός της εύλογης προθεσμίας που έταξε ο αντισυμβαλλόμενος, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης, ικανοποιούμενος ως πτωχευτικός πιστωτής.
§ 3
3. ....................