5. Ο αριθμός και το ύψος των δόσεων καταβολής του ποσού που προσδιορίζεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο κατ’ εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με κριτήριο: α) τη μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, β) τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης και γ) τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας.
Αν η ρύθμιση ως προς τους ιδιώτες πιστωτές έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης ως προς το Δημόσιο, τότε οι υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9 εφαρμόζονται αναφορικά με την καθαρή παρούσα αξία των καταβολών που πραγματοποιούνται κατά τη μεγίστη διάρκεια της ρύθμισης ως προς το Δημόσιο.
6. Ειδικώς στις περιπτώσεις οφειλετών με συνολικό ποσό βασικής οφειλής προς το Δημόσιο έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, στις οποίες δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, εφαρμόζονται οι εξής κανόνες:
α) για βασικές οφειλές έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού,
β) για βασικές οφειλές άνω των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε εκατόν είκοσι (120) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.
Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου και εφόσον συμμετέχουν ιδιώτες πιστωτές, το Δημόσιο δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, ούτε υποβάλλει πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών και οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των συμμετεχόντων πιστωτών, εφόσον στο τελικό σχέδιο αναδιάρθρωσης έχουν τηρηθεί οι κανόνες του παρόντος άρθρου και οι λοιποί υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9, στο βαθμό που συμβιβάζονται με τους ανωτέρω κανόνες.
7. Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο το χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι το χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς το Δημόσιο και της μη ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14.
11. Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Δημόσιο της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
α) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης,
β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..
Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι: α) έχει εξοφληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση της ρύθμισης δυνάμει αυτής, β) έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οι μη υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές και γ) έχουν υποβληθεί όλες οι δηλώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση β' της παραγράφου 6 του άρθρου 14, μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει ότι οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ανεξάρτητα από το εάν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές και γνωστοποιείται στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτή αποδίδονται στο Δημόσιο. Αν ανατραπεί ή ακυρωθεί η σύμβαση, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους, αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά για οφειλές υπαγόμενες στη σύμβαση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει εξοφληθεί ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης. Στις περιπτώσεις των ανωτέρω εδαφίων, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο δεν επιστρέφονται.
Από την αποστολή της πρόσκλησης από τον συντονιστή προς το Δημόσιο και καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διαπραγμάτευσης αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αναφορικά με τις οφειλές, των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..
19. Από την ημερομηνία υπογραφής από το Κ.Ε.Α.Ο. της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Κ.Ε.Α.Ο. της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
α) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης.
β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του α.ν. 86/1967 (Α΄136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..
Από την αποστολή της πρόσκλησης από τον συντονιστή προς τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διαπραγμάτευσης αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του α.ν. 86/1967 αναφορικά με τις οφειλές, των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..
21. Ύστερα από αίτηση οφειλετών του Δημοσίου ή Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι, σωρευτικά ή διαζευκτικά:
α) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου επειδή, σωρευτικά ή διαζευκτικά:
αα) δεν εμπίπτουν στην περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 2,
ββ) εμπίπτουν στην περίπτωση ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 2,
γγ) εμπίπτουν στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 ή οφειλές τους προς αυτούς ανήκουν στο υπολειπόμενο ποσοστό του έως δέκα πέντε τοις εκατό (15%) των συνολικών οφειλών τους,
δδ) είναι φυσικά πρόσωπα, τα οποία αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τον ν. 4172/2013 αλλά δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα,
β) δεν κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν απαρτία πιστωτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 χωρίς το Δημόσιο ή αντίστοιχα ο Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης να έχει δηλώσει την πρόθεσή του να μην συμμετάσχει στη διαδικασία, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μπορούν να προτείνουν στους εν λόγω οφειλέτες λύσεις ρύθμισης των οφειλών τους προς αυτούς, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 3 του παρόντος.
Οι εν λόγω λύσεις ρύθμισης της παρούσας περιλαμβάνουν ισόποσες τοκοχρεωλυτικά υπολογισμένες μηνιαίες δόσεις, απαλλαγή σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) των προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974, δυνατότητα απαλλαγής από μέρος ή το σύνολο των τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής και δυνατότητα διαγραφής μέρους της βασικής οφειλής με κριτήρια το ύψος των οφειλών, το εισόδημα και την αξία της περιουσίας των οφειλετών τους.
Η υπαγωγή σε ρύθμιση οφειλών κατ' εφαρμογή της παρούσας παραγράφου επιφέρει την αυτοδίκαιη απώλεια των τυχόν υφιστάμενων ρυθμίσεων για τις οφειλές που υπάγονται σε αυτήν.
Στις ρυθμίσεις οφειλών της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 9, των παραγράφων 1, 1α, 2 και 5 του άρθρου 13, της παραγράφου 6 του άρθρου 14, εκτός των δύο τελευταίων εδαφίων αυτής, καθώς και των παραγράφων 7, 8, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18 και 19 του παρόντος άρθρου. Με την υπαγωγή στις ως άνω ρυθμίσεις αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος αυτών και δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής.
Τα ευεργετήματα της ρύθμισης επεκτείνονται σε πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως με τον οφειλέτη του πρώτου εδαφίου για το σύνολο ή μέρος των ρυθμιζόμενων οφειλών και υποβάλλουν αίτηση ρύθμισης από κοινού με αυτόν.
Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Οικονομικών εξειδικεύονται τα κριτήρια του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, δύναται να εξαιρεθούν κατηγορίες οφειλών από τις ρυθμίσεις αυτής, καθορίζεται η μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του τελικού προς αποπληρωμή ποσού, του ύψους και του αριθμού των δόσεων, καθώς και του επιτοκίου αυτών και γενικώς ρυθμίζεται κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή αυτής.