§ 1
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 εάν, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 93, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις για ένα μεμονωμένο ίδρυμα:
α) το ίδρυμα είναι εκτεθειμένο σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς, όπως ορίζει η παρ. 2, από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 (L 347/35 ), β) το ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 65 και 66 του παρόντος ή στο άρθρο 393 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και πιθανώς άλλα εποπτικά μέτρα δεν θα επαρκούσαν, ώστε να μπορούν να καλυφθούν οι απαιτήσεις αυτές εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος,
γ) οι προσαρμογές που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 90 θεωρούνται ανεπαρκείς, ώστε να επιτρέψουν στο ίδρυμα να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις του σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς,
δ) η αξιολόγηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 93 αποκαλύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή της επιτρεπόμενης προσέγγισης ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,
ε) το ίδρυμα αδυνατεί επανειλημμένως να σχηματίσει ή να διατηρήσει επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη της κατεύθυνσης που του ανακοινώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 96Β,
στ) άλλες ειδικές ανά ίδρυμα καταστάσεις, οι οποίες θεωρεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι προκαλούν σημαντικούς εποπτικούς προβληματισμούς.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 μόνο για την κάλυψη των κινδύνων που αντιμετωπίζουν μεμονωμένα ιδρύματα λόγω των δραστηριοτήτων τους, περιλαμβανομένων όσων αντικατοπτρίζουν τις επιπτώσεις ορισμένων οικονομικών εξελίξεων και εξελίξεων της αγοράς στο προφίλ κινδύνου του μεμονωμένου ιδρύματος.
§ 2
2. α) Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1, οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνου θεωρούνται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που κρίνονται επαρκή από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβανομένης υπόψη της εποπτικής εξέτασης της αξιολόγησης που διενεργείται από τα ιδρύματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 65, είναι υψηλότερα από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
β) Για τους σκοπούς της περ. α), η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αξιολογεί, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου κάθε μεμονωμένου ιδρύματος, τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το ίδρυμα, μεταξύ άλλων:
αα) τους ειδικούς ανά ίδρυμα κινδύνους ή τα στοιχεία των κινδύνων αυτών που εξαιρούνται ρητά ή δεν καλύπτονται ρητά από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,
ββ) τους ειδικούς ανά ίδρυμα κινδύνους ή τα στοιχεία των κινδύνων αυτών που ενδέχεται να υποεκτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
γ) Στον βαθμό που οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων υπόκεινται σε μεταβατικές ρυθμίσεις ή διατάξεις αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, δεν θεωρούνται κίνδυνοι ή στοιχεία τέτοιων κινδύνων που ενδέχεται να υποεκτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
δ) Για τους σκοπούς της περ. α), τα κεφάλαια που θεωρούνται επαρκή, καλύπτουν όλους τους κινδύνους ή τα στοιχεία κινδύνων που προσδιορίζονται ως σημαντικοί σύμφωνα με την αξιολόγηση που ορίζεται στην περ. β), οι οποίοι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
ε) Κίνδυνος επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός τουλάχιστον στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 90, εκτός εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την εκτέλεση της εξέτασης και της αξιολόγησης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση από το ίδρυμα του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι επαρκής και ότι το ίδρυμα δεν είναι υπερβολικά εκτεθειμένο στον κίνδυνο επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
§ 3
3. α) Όταν απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτονται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
β) Όταν απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 386 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
§ 4
4.α) Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96, για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, με ίδια κεφάλαια που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαια της Κατηγορίας 1,
ββ) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην υποπερ. αα) αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1.
Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης με κεφάλαια της Κατηγορίας 1.
β) Κατά παρέκκλιση της περ. α) η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτήσει από το ίδρυμα να πληροί την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων με υψηλότερο ποσοστό κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών του ιδρύματος.
γ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
αα) των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
ββ) της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας,
γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β, όταν η κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.
δ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
αα) της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται στο στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
ββ) της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β, όταν η κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους υπερβολικής μόχλευσης.