Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 4261/2014 — Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις Προβολή νόμου
Άρθρο 55

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων (άρθρο 63 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

§ 1
1. α) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναφορικά με το ίδρυμα που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν:
αα) να αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση δραστηριότητας των ιδρυμάτων,
ββ) να θίγει τη συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος ή να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.
β) Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ισχύει για τα ως άνω πρόσωπα όσον αφορά τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στο πλαίσιο διενέργειας του αναφερόμενου στην περ. α) της παρούσας έργου τους σε οικονομική μονάδα που διατηρεί στενούς δεσμούς με το ίδρυμα κατά την έννοια του σημείου 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού αριθμ. 575/2013, απορρέοντες από δεσμό ελέγχου.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί την αντικατάσταση προσώπου που αναφέρεται στην περ. α), εάν το εν λόγω πρόσωπο παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της εν λόγω περίπτωσης.
§ 2
2. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με τον παρόντα νόμο και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όπως προσαρμόζονται κατά την εφαρμογή του ν. 4449/2017 (Α΄ 7) για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και του Κανονισμού 537/2014/ΕΕ για τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος:
α) Οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και οι εταιρείες και κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών λογιστών που διενεργούν τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων πιστωτικού ιδρύματος, μετά από σχετική πρόσκληση της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνουν μέρος σε συσκέψεις με εκπροσώπους της. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει ότι είναι απαραίτητο, μπορεί να καλεί στις εν λόγω συσκέψεις και το εμπλεκόμενο πιστωτικό ίδρυμα.
Αντικείμενο των συσκέψεων αποτελούν μεταξύ άλλων:
αα) διαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου που αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών του πιστωτικού ιδρύματος,
αβ) ζητήματα που αφορούν στην αποτελεσματικότητα και επάρκεια του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με τη σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων,
αγ) ευρήματα που προέκυψαν από τον έλεγχο ενοποιούμενων στις οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος επιχειρήσεων που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τις οικονομικές καταστάσεις του,
αδ) οποιοδήποτε άλλο θέμα κρίνεται ότι αφορά στην άσκηση του εποπτικού ή ελεγκτικού έργου.
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος, για θέματα που αφορούν στην άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων και όποτε το κρίνει απαραίτητο, δύναται να απευθύνει πρόσκληση στους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές που διενεργούν τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να παραστούν σε συλλογικές συναντήσεις (συσκέψεις μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και δύο ή περισσότερων ορκωτών ελεγκτών των πιστωτικών ιδρυμάτων ή του συλλογικού τους οργάνου).
§ 3
3. Η καλόπιστη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 αυτού δεν αποτελεί παράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, και ουδεμία ευθύνη επιφέρει για τα πρόσωπα αυτά. Αυτή η κοινολόγηση διενεργείται ταυτόχρονα στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος, εφόσον δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για το αντίθετο.