§ 1
1. Πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα δύναται να ορίζει αντιπροσώπους, ήτοι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που δύνανται να παρέχουν την υπηρεσία πληρωμών της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.
4537/2018 (Α’ 84) και να εξαργυρώνουν ηλεκτρονικό χρήμα κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.
4021/2011 (Α’ 218). Η διενέργεια των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και η εξαργύρωση ηλεκτρονικού χρήματος διενεργούνται από τους αντιπροσώπους αποκλειστικά εξ ονόματος και για λογαριασμό του πιστωτικού ιδρύματος. Η αποδοχή καταθέσεων από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο απαγορεύεται.
§ 2
2. Πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα και προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες μέσω αντιπροσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1, στην Ελλάδα, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος:
α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο, καθώς και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου,
β) την περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που χρησιμοποιεί ο αντιπρόσωπος για την τήρηση, ιδίως, των υποχρεώσεων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,
γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης του αντιπροσώπου και, για τους αντιπροσώπους που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταλληλότητα και ικανότητά τους,
δ) τις υπηρεσίες πληρωμών του πιστωτικού ιδρύματος και την υπηρεσία της εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος, αν έχουν ανατεθεί σε αντιπρόσωπο, και
ε) όπου ενδείκνυται, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.
§ 3
3. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταρτίζει δημόσιο μητρώο που τηρείται στον διαδικτυακό της τόπο, στο οποίο καταχωρίζονται τα στοιχεία των αντιπροσώπων της παρ. 1 στην Ελλάδα.
§ 4
4. Μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για την καταχώριση ή μη του αντιπροσώπου στο μητρώο. Ο αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μόλις καταχωρισθεί στο εν λόγω μητρώο.
§ 5
5. Πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο της παρ. 3, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, στην περίπτωση ελλείψεων στις υποβληθείσες πληροφορίες, να ζητεί εγγράφως τη συμπλήρωσή τους. Τότε, η προθεσμία της παρ. 4 αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση των πληροφοριών.
§ 6
6. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την εγγραφή ή μη εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο της παρ. 3 βάσει της αξιολόγησης της καταλληλότητας, σύμφωνα με την παρ. 2.
§ 7
7. Το πιστωτικό ίδρυμα μεριμνά ώστε οι αντιπρόσωποί του να ενημερώνουν επαρκώς τους χρήστες των υπηρεσιών της παρ. 1, και ιδίως να διασφαλίζουν την παροχή των πληροφοριών που καθορίζονται ως προς τους όρους των συναλλαγών αυτών προς διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας.
§ 8
8. Τα πιστωτικά ιδρύματα με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση των αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης νέων αντιπροσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 2, 4, 5 και 6.
§ 9
9. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των παρ. 2 και 8, τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά και στοιχεία, ιδίως σχετικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των αντιπροσώπων, των διευθυντικών τους στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης, οι ειδικότερες προϋποθέσεις αξιολόγησης των εν λόγω αιτημάτων, η διαδικασία και οι προθεσμίες γνωστοποίησης των εν λόγω πληροφοριών, τα κριτήρια αξιολόγησης, τυχόν όρια για τα ποσά ανάληψης κατά την παροχή των υπηρεσιών της παρ. 1, τα στοιχεία που υποβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα, σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω αντιπροσώπου, οι μηχανισμοί διαχείρισης αφερεγγυότητας του αντιπροσώπου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.