4. α) Στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται το άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη λήψη κοινής απόφασης για το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού που προβλέπεται στις περιπτώσεις β', γ', δ', ε'και στ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και την ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 51. Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και τη λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή δραστηριότητες του σώματος εποπτών.
β) Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασία την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η επιδιωκόμενη εποπτική δράση που αποτελεί αντικείμενο προγραμματισμού ή συντονισμού. Ιδιαιτέρως, λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη-μέλη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 160, καθώς και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις β', γ', δ' ε' και στ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει εκ των προτέρων με πληρότητα όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα. Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριάσεων.