2. Επιπλέον η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί , σε περίπτωση παράβασης από τα χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, να επιβάλει την αναστολή της άδειας λειτουργίας τους ή την ανάκληση αυτής, η οποία επιφέρει τη θέση τους σε εκκαθάριση.
2α. Ύστερα από αίτηση του ειδικού εκκαθαριστή, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αποφασίσει τη λήξη της ειδικής εκκαθάρισης, εφόσον ο ειδικός εκκαθαριστής βεβαιώνει, βάσει και της προηγηθείσας αναγγελίας και επαλήθευσης απαιτήσεων, ότι:
α) δεν υφίστανται ή έχουν εξοφληθεί όλες οι απαιτήσεις πελατών από τη δραστηριότητα του χρηματοδοτικού ιδρύματος, για την οποία αυτό είχε λάβει άδεια λειτουργίας, και
β) έχουν εξοφληθεί οι απαιτήσεις του Δημοσίου, που έχουν αναγγελθεί στη διαδικασία ή έχει ολοκληρωθεί η διανομή, ύστερα από εξάντληση του ενεργητικού. Με τη βεβαίωση του πρώτου εδαφίου συνυποβάλλονται οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας χρήσης. Η δυνατότητα του πρώτου εδαφίου μπορεί να ασκηθεί μόνο εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προηγουμένως κοινοποιήσει στο Υπουργείο Οικονομικών και στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων την επικείμενη λήξη της ειδικής εκκαθάρισης και έχουν παρέλθει τουλάχιστον δώδεκα (12) μήνες από αυτή την κοινοποίηση. Με την πάροδο του δωδεκαμήνου, η απόφαση του πρώτου εδαφίου δύναται να ληφθεί, έστω και αν δεν έχει αρχίσει ή δεν έχει ολοκληρωθεί φορολογικός έλεγχος.
Μετά τη λήξη της ειδικής εκκαθάρισης, η εταιρεία βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, κατά την εταιρική νομοθεσία, και δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση κατά τον ν.
4738/2020 (Α’ 207), εφόσον συντρέχει περίπτωση.