4. α) Εάν βάσει της αποτίμησης η αξία των προς μεταβίβαση υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των προς μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, ποσά τα οποία δεν μπορεί συνολικώς να υπερβαίνουν τη διαφορά αξίας επιτρέπεται να καταβληθούν στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 1, από:
αα) το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., αντί της καταβολής αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, εάν αυτή είναι θετική, και
αβ) επί τη βάσει επαρκούς αιτιολογήσεως, το Δημόσιο για ποσό που δεν μπορεί να υπερβαίνει την εναπομένουσα διαφορά αξίας, μετά την καταβολή από το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. του υπό αα) ποσού, μεταξύ όλων των μεταφερόμενων καταθέσεων και των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού. Προς τούτο, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, το οποίο και διαπιστώνει τη συνδρομή του όρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1.
Η συμμετοχή του Τ.Ε.Κ.Ε. της υποπερ. αα) στην κάλυψη της διαφοράς αξίας δεν οδηγεί σε υπέρβαση της συνολικής επιβάρυνσης για το Τ.Ε.Κ.Ε. από την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων, σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή του όρου του τρίτου εδαφίου, η αποτίμηση της παρ. 3 προσδιορίζει το καθαρό συνολικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών αποζημίωσης, που θα είχε για το Τ.Ε.Κ.Ε. η καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Η αποτίμηση βασίζεται στην παραδοχή ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα είχε τεθεί ούτως ή άλλως υπό ειδική εκκαθάριση κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως της παρ. 1, η απόφαση αυτή δεν θα είχε ληφθεί, δεν θα είχε παρασχεθεί καμία έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη στους πιστωτές του υπό ειδική εκκαθάριση ιδρύματος, το μεταφερόμενο ενεργητικό θα είχε παραμείνει ως μέρος της περιουσίας της ειδικής εκκαθάρισης και το Τ.Ε.Κ.Ε. θα είχε απαίτηση κατά τους όρους του πρώτου και τρίτου εδαφίου του άρθρου 23 του ν.
4370/2016 (Α' 37) και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., κατά το άρθρο 145Α.
β) Εφόσον η ως άνω διαφορά αξίας καταβάλλεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από το Τ.Ε.Κ.Ε. βάσει προσωρινής αποτίμησης, η οριστική αποτίμηση περιλαμβάνει, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 3, και τον προσδιορισμό της αποκλίσεως μεταξύ του ποσού που το Τ.Ε.Κ.Ε. θα έπρεπε να καταβάλει και του ποσού, το οποίο πράγματι κατέβαλε επί τη βάσει της προσωρινής αποτίμησης. Εφόσον η απόκλιση είναι εις βάρος του Τ.Ε.Κ.Ε., το σχετικό ποσό καταβάλλεται στο Τ.Ε.Κ.Ε. από το Ελληνικό Δημόσιο, σε αντίθετη δε περίπτωση, από το Τ.Ε.Κ.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο.
γ) Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να προβλέπει και τμηματική καταβολή της διαφοράς αξίας, ώστε μέρος αυτής να καταβληθεί μετά την έκδοση της οριστικής αποτίμησης και την τροποποίηση της ίδιας απόφασης. Το Τ.Ε.Κ.Ε. και το Δημόσιο αποκτούν αξίωση κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος για το ποσό που καταβάλλουν, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 145Α.