Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 4261/2014 — Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις Προβολή νόμου
Άρθρο 145Β

Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης

§ 1
1. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, μπορεί να προβλέπεται η μεταβίβαση των καθοριζόμενων στην ίδια απόφαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, υποχρεώσεων έναντι καταθετών και συμβατικών σχέσεων ενός προηγουμένως δραστηριοποιούμενου σύμφωνα με την άδειά του σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας πιστωτικού ιδρύματος, στο οποίο δεν εφαρμόστηκαν ενέργειες εξυγίανσης επειδή δεν συνέτρεχε το κριτήριο της περ. γ' της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α' 87) και το οποίο έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, σε νόμιμα λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα. Η απόφαση της παρούσας εκδίδεται, όταν η ως άνω μεταβίβαση κρίνεται σκόπιμη, προκειμένου να αποτραπεί συγκεντρωμένη και δυσανάλογη οικονομική βλάβη σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας.
§ 2
2. Η σύμβαση μεταβίβασης βάσει της απόφασης της παρ. 1 συνάπτεται αμελλητί από τον ειδικό εκκαθαριστή, ως εκπρόσωπο του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, και το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα. Εάν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του αποκτώντος. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται. Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους, κατά παρέκκλιση από τυχόν άλλες διατάξεις. Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα χωρίς διακοπή τους.
§ 3
3. Για την απόφαση της παρ. 1, τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται βάσει δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που διενεργείται από ορκωτό ελεγκτή, τον οποίο ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο ορκωτός ελεγκτής πρέπει να είναι ανεξάρτητος από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος, και από το πιστωτικό ίδρυμα, και να μην εξαρτά οποιοδήποτε συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο, από το αποτέλεσμα της αποτίμησης.
Ως προς το παθητικό, η αποτίμηση περιλαμβάνει τις καταθέσεις και τις απαιτήσεις κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. κατά το άρθρο 145Α.
Για την αποτίμηση εφαρμόζονται αναλογικά και οι παρ. 6 και 7 του εσωτερικού άρθρου 36 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, καθώς και ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2018/345 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2017, για τη συμπλήρωση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια σχετικά με τη μεθοδολογία για την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων ιδρυμάτων ή οντοτήτων (L 67).
Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να εκδοθεί και βάσει προσωρινής αποτίμησης με το περιεχόμενο της παρούσας. Στην περίπτωση αυτή, η οριστική αποτίμηση της παρ. 3 ολοκληρώνεται εντός τριμήνου, οπότε και μπορεί να τροποποιηθεί η απόφαση της παρ. 1.
§ 4
4. α) Εάν βάσει της αποτίμησης η αξία των προς μεταβίβαση υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των προς μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, ποσά τα οποία δεν μπορεί συνολικώς να υπερβαίνουν τη διαφορά αξίας επιτρέπεται να καταβληθούν στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 1, από:
αα) το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., αντί της καταβολής αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, εάν αυτή είναι θετική, και
αβ) επί τη βάσει επαρκούς αιτιολογήσεως, το Δημόσιο για ποσό που δεν μπορεί να υπερβαίνει την εναπομένουσα διαφορά αξίας, μετά την καταβολή από το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. του υπό αα) ποσού, μεταξύ όλων των μεταφερόμενων καταθέσεων και των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού. Προς τούτο, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, το οποίο και διαπιστώνει τη συνδρομή του όρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1.
Η συμμετοχή του Τ.Ε.Κ.Ε. της υποπερ. αα) στην κάλυψη της διαφοράς αξίας δεν οδηγεί σε υπέρβαση της συνολικής επιβάρυνσης για το Τ.Ε.Κ.Ε. από την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων, σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή του όρου του τρίτου εδαφίου, η αποτίμηση της παρ. 3 προσδιορίζει το καθαρό συνολικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών αποζημίωσης, που θα είχε για το Τ.Ε.Κ.Ε. η καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Η αποτίμηση βασίζεται στην παραδοχή ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα είχε τεθεί ούτως ή άλλως υπό ειδική εκκαθάριση κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως της παρ. 1, η απόφαση αυτή δεν θα είχε ληφθεί, δεν θα είχε παρασχεθεί καμία έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη στους πιστωτές του υπό ειδική εκκαθάριση ιδρύματος, το μεταφερόμενο ενεργητικό θα είχε παραμείνει ως μέρος της περιουσίας της ειδικής εκκαθάρισης και το Τ.Ε.Κ.Ε. θα είχε απαίτηση κατά τους όρους του πρώτου και τρίτου εδαφίου του άρθρου 23 του ν. 4370/2016 (Α' 37) και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., κατά το άρθρο 145Α.
β) Εφόσον η ως άνω διαφορά αξίας καταβάλλεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από το Τ.Ε.Κ.Ε. βάσει προσωρινής αποτίμησης, η οριστική αποτίμηση περιλαμβάνει, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 3, και τον προσδιορισμό της αποκλίσεως μεταξύ του ποσού που το Τ.Ε.Κ.Ε. θα έπρεπε να καταβάλει και του ποσού, το οποίο πράγματι κατέβαλε επί τη βάσει της προσωρινής αποτίμησης. Εφόσον η απόκλιση είναι εις βάρος του Τ.Ε.Κ.Ε., το σχετικό ποσό καταβάλλεται στο Τ.Ε.Κ.Ε. από το Ελληνικό Δημόσιο, σε αντίθετη δε περίπτωση, από το Τ.Ε.Κ.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο.
γ) Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να προβλέπει και τμηματική καταβολή της διαφοράς αξίας, ώστε μέρος αυτής να καταβληθεί μετά την έκδοση της οριστικής αποτίμησης και την τροποποίηση της ίδιας απόφασης. Το Τ.Ε.Κ.Ε. και το Δημόσιο αποκτούν αξίωση κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος για το ποσό που καταβάλλουν, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 145Α.
§ 5
5. Για την επιλογή του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος καλεί πιστωτικά ιδρύματα που, κατά την κρίση της και σύμφωνα με τις διαθέσιμες σε αυτήν πληροφορίες, είναι κατάλληλα για την κτήση των υπό μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, σε άτυπη και εμπιστευτική ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή τους. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, τα συμμετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να προσφέρουν αντάλλαγμα, το οποίο συνίσταται σε μείωση του καταβλητέου κατά την παρ. 4 ποσού της διαφοράς αξίας μεταξύ υποχρεώσεων και ενεργητικού. Η διαδικασία του πρώτου εδαφίου είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, δεν ευνοεί αδικαιολόγητα ορισμένους δυνητικούς αγοραστές και λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η μεταβίβαση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 39 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) εφαρμόζεται αναλόγως.
§ 6
6. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων του ενωσιακού δικαίου.
§ 7
7. Κατά την εφαρμογή του παρόντος εφαρμόζεται αναλόγως η περ. ε΄ της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 34 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015.
§ 8
8. Η περ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 145 καταργείται.