§ 1
1. Στις περιπτώσεις ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 1 και στο πρώτο εδάφιο της
παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. διαγράφονται οι λέξεις «από διανοητική
καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση».
§ 2
2. Στο τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του
Κ.Φ.Ε. διαγράφονται οι λέξεις «από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία».
§ 3
3. α. Στα ποσά που καταβάλλονται στους δικαιούχους και κατά το μέρος που
αντιστοιχεί στα ασφάλιστρα που έχει καταβάλλει η επιχείρηση στο πλαίσιο ομαδικών
ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής του προσωπικού της, διενεργείται παρακράτηση φόρου
ως εξής:
αα) με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για εφάπαξ καταβαλλόμενα ποσά μέχρι και
σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ,
ββ) με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) για εφάπαξ καταβαλλόμενα ποσά κατά το
μέρος που υπερβαίνουν το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ,
γγ) με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για κάθε περιοδικά καταβαλλόμενη
παροχή.
β. Οι συντελεστές των υποπεριπτώσεων αα, ββ και γγ αυξάνονται κατά 50% σε
περίπτωση είσπραξης από το δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Δεν θεωρείται
πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει
θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του.
γ. Ο φόρος που προκύπτει από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων
παρακρατείται κατά την πληρωμή από τις ασφαλιστικές εταιρίες. Για την απόδοση
του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60 του
Κ.Φ.Ε.. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση
από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τα ποσά αυτά.
§ 4
4. Η ισχύς του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του Κ.Φ.Ε., όπως
αυτό προστέθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 4 του ν.
4038/2012
(Α΄14), παρατείνεται και για τις ανείσπρακτες δεδουλευμένες αποδοχές της
διαχειριστικής χρήσης του 2012.
§ 5
5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η διαφορά του εισοδήματος που δηλώθηκε από τον φορολογούμενο, τη σύζυγό του
και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της
δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των
άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από
τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος,
του φορολογούμενου ή της συζύγου του της πηγής από την οποία δηλώνονται τα
μεγαλύτερα εισοδήματα και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από καμία κατηγορία, η
διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.»