8. Το άρθρο 60 του ν.
2961/2001 (Α' 266) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα κέρδη που ορίζονται στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 58,
υποβάλλονται σε φόρο ανά γραμμάτιο λαχείου, μετά την αφαίρεση αφορολόγητου ποσού
εκατό (100) ευρώ, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για κέρδη μέχρι χίλια
(1.000) ευρώ και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για κέρδη από χίλια
ένα (1.001) ευρώ και πάνω.»
2. Τα κέρδη που ορίζονται στην περίπτωση β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 του
άρθρου 58, υποβάλλονται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις
εκατό (10%) ως εξής:
α) στα τυχερά παίγνια ή στοιχήματα που διεξάγονται με στήλες, ανά δελτίο
παιχνιδιού, και
β) στα τυχερά παίγνια που διεξάγονται με παικτικές συνεδρίες, επί του ποσού που
πληρώνεται ή πιστώνεται στον παίκτη ως κέρδος, κατά τη λήξη της παικτικής
συνεδρίας. Ως παίγνια που διεξάγονται με παικτικές συνεδρίες νοούνται τα τυχερά
παίγνια που διεξάγονται με παιγνιομηχανήματα και τα τυχερά παίγνια τύπου καζίνο,
το αποτέλεσμα των οποίων δεν παράγεται με γεννήτρια τυχαίων αριθμών, γνωστά και
ως live casino games, όπως, ενδεικτικά, οι αγώνες (τουρνουά) πόκερ.
Ως παικτική συνεδρία νοείται το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ο παίκτης
εισάγει την ατομική κάρτα παίκτη σε παιγνιομηχάνημα ή από τη στιγμή που
συνδέεται με το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα (ΚΠΣ) ενός παρόχου τυχερών
παιγνίων στο διαδίκτυο (διαδικτυακός πάροχος), εισάγοντας τα στοιχεία της
ατομικής κάρτας παίκτη, μέχρι που, κατά περίπτωση ως ανωτέρω, είτε εξάγει την
ατομική κάρτα παίκτη από το παιγνιομηχάνημα είτε αποσυνδέεται από το ΚΠΣ του
διαδικτυακού παρόχου. Σε κάθε περίπτωση, έκαστη παικτική συνεδρία λήγει με την
πάροδο 24 ωρών από τη στιγμή που ο παίκτης εισάγει την ατομική κάρτα παίκτη σε
παιγνιομηχάνημα ή από τη στιγμή που συνδέεται με το ΚΠΣ διαδικτυακού παρόχου,
εισάγοντας τα στοιχεία της ατομικής κάρτας παίκτη.
3. Τα κέρδη και οι παροχές που ορίζονται στην περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του
άρθρου 58 υποβάλλονται σε φόρο με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) μετά την
αφαίρεση αφορολόγητου ποσού χιλίων (1.000) ευρώ ανά αντικείμενο.»