4. Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία
είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν,
κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Δ.
Οι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ετήσιας
τουλάχιστον διάρκειας, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά
τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως
δόκιμοι στο Βαθμό Ε.
Για υπαλλήλους οι οποίοι αποκτούν αναγνωρισμένο και συναφές διδακτορικό
δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μετά το διορισμό τους, ο χρόνος που
απαιτείται για τη βαθμολογική τους εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι
(6) και δύο (2) έτη αντίστοιχα.
Ως μεταπτυχιακό και ως διδακτορικό
δίπλωμα νοούνται εκείνα που χορηγούνται με αντίστοιχο ιδιαίτερο τίτλο
μετά τη λήψη του πτυχίου ή διπλώματος Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι.. Για τα
μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά διπλώματα εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του
εξωτερικού απαιτείται βεβαίωση ισοτιμίας από την αρμόδια αρχή. Για τη
συνδρομή ή όχι της προϋπόθεσης της συνάφειας αποφαίνεται το οικείο
Υπηρεσιακό Συμβούλιο.
Η ισχύς της παρούσας παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος του ν.
4024/2011.
Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής
Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης,
κατατάσσονται, ως μόνιμοι, στο Βαθμό Δ. Ο χρόνος φοίτησης στην Εθνική Σχολή
Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ), με την αποφοίτησή τους, θεωρείται
ως χρόνος επιτυχούς δοκιμαστικής υπηρεσίας.
Οι υπάλληλοι που έχουν πριν από το διορισμό ή την πρόσληψή τους αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στο δημόσιο τομέα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει διανυθεί με τα ίδια ή αντίστοιχα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκουν κατά το χρόνο της ένταξης, μπορούν να την αναγνωρίσουν για τη βαθμολογική και μισθολογική τους ένταξη, μετά τη μονιμοποίησή τους ή τη συνέχιση της απασχόλησής τους, μέχρι επτά (7) έτη κατ' ανώτατο όριο, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο
Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου
ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές
διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική και
μισθολογική εξέλιξη.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών
Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, μπορεί
να προβλέπεται η αναγνώριση για βαθμολογική και μισθολογική ένταξη και της
προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης,
μέχρι επτά (7) έτη, κατ' ανώτατο όριο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο
εδάφιο πέμπτο της παρούσας παραγράφου. Με το ίδιο διάταγμα ρυθμίζεται ο τρόπος
και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης αντίστοιχης προϋπηρεσίας και για τους
υπηρετούντες, κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος, υπαλλήλους και ρυθμίζεται
κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου.
Σωρευτικά η αναγνώριση προϋπηρεσίας από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα,
καθώς και από θέσεις αιρετών ή μετακλητών δημοσίων υπαλλήλων, δεν δύναται να
ξεπερνά τα επτά (7) έτη.
Ο χρόνος που διανύθηκε σε αιρετή ή μετακλητή θέση μετά το διορισμό του
δημοσίου υπαλλήλου εφόσον αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας
υπηρεσίας, λογίζεται ότι διανύθηκε σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας
επιπέδου Διεύθυνσης χωρίς αυτό να δημιουργεί δικαίωμα υπαγωγής τους στις διατάξεις της περίπτωσης ι'
της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 169/2007.
Στην περίπτωση που συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες από μία από
τις παραπάνω ρυθμίσεις, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη ρύθμιση, καθώς και η μισή
χρονική ρύθμιση της επόμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης.
Ο συνολικός χρόνος της προϋπηρεσίας των εκπαιδευτικών σε σχολεία της Κύπρου και ισότιμα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού, εφόσον δεν έχει χρησιμοποιηθεί για απονομή σύνταξης, καθώς και η προϋπηρεσία τους σε σχολεία της ιδιωτικής εκπαίδευσης, συνυπολογίζεται για την ένταξη του υπό κρίση προσωπικού στις διατάξεις του παρόντος και για την υπηρεσιακή τους κατάσταση.