Μεταξύ των άρθρων 44 και 45 του ν.
3601/2007 παρεμβάλλεται άρθρο 44Α ως εξής:
«Άρθρο 44Α
Συνεργασία αρμόδιων αρχών για το προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων του
άρθρου 28
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για
την ενοποιημένη εποπτεία ή ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία θυγατρικών
επιχειρήσεων ενός «μητρικού πιστωτικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην Ευρωπαϊκή
Ενωση» ή μιας «μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην
Ευρωπαϊκή Ενωση», καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια από κοινού με τις αρμόδιες
αρχές που έχουν τις προαναφερόμενες αρμοδιότητες προκειμένου να καταλήξουν σε
κοινή απόφαση όσον αφορά: α) την εφαρμογή των άρθρων 25 παράγραφος 5 εδάφιο α',
28 και 62 παράγραφος 5 εδάφιο α' για να καθοριστεί η επάρκεια του ύψους των
ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση που βρίσκονται στην κατοχή του ομίλου και β)
την οικονομική κατάστασή του, τα χαρακτηριστικά κινδύνου και το απαιτούμενο ύψος
ιδίων κεφαλαίων για την εφαρμογή του άρθρου 62 παράγραφος 3 σε ατομική βάση για
κάθε επιχείρηση του τραπεζικού ομίλου και σε ενοποιημένη βάση.
2. Η κοινή απόφαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνεται εντός
τεσσάρων μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρμόδιας για την
ενοποιημένη εποπτεία αρχής προς τις άλλες αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, η οποία
περιλαμβάνει την αξιολόγηση κινδύνου του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 25
παράγραφος 5 εδάφιο α ', 28 και 62 παράγραφος 5 εδάφιο α'. Για τη λήψη της
ανωτέρω κοινής απόφασης λαμβάνονται επίσης δεόντως υπόψη οι αξιολογήσεις
κινδύνου που πραγματοποιούν οι σχετικές αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές
επιχειρήσεις βάσει των άρθρων 25 παράγραφος 5 εδάφιο α', 28 και 62 παράγραφος 5
εδάφιο α'.
Η κοινή απόφαση διατυπώνεται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και
διαβιβάζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον αυτή έχει την ιδιότητα της
αρμόδιας αρχής για την ενοποιημένη εποπτεία, στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε περίπτωση διαφωνίας, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια
αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία, συμβουλεύεται την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή,
κατόπιν αιτήσεως οποιασδήποτε άλλης από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές ή με
δική της πρωτοβουλία.
3. Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός τεσσάρων
μηνών, η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 25 παράγραφος 5 εδάφιο α ', 28 και
62 παράγραφος 3 και παραγράφος 5 εδάφιο α' λαμβάνεται σε ενοποιημένη βάση από
την αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία έπειτα από τη δέουσα συνεκτίμηση
της αξιολόγησης κινδύνου που έχουν πραγματοποιήσει για τις θυγατρικές
επιχειρήσεις οι σχετικές αρμόδιες αρχές.
Η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 25 παράγραφος 5 εδάφιο α', 28 και 62
παράγραφος 3 και παράγραφος 5 εδάφιο α' λαμβάνεται από τις αντίστοιχες αρμόδιες
αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των θυγατρικών επιχειρήσεων ενός
μητρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή μιας μητρικής
χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ατομική ή
υποενοποιημένη βάση έπειτα από δέουσα εξέταση των απόψεων και επιφυλάξεων που
έχει εκφράσει η αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία.
Για τη λήψη των αποφάσεων του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη η
αξιολόγηση κινδύνου, οι θέσεις και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες
αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων μηνών. Οι αποφάσεις
αυτές διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση. Η απόφαση διαβιβάζεται από
την Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον αυτή ενεργεί ως αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη
εποπτεία, προς όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές και προς το μητρικό πιστωτικό
ίδρυμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στις περιπτώσεις που έχει ζητηθεί η συμβουλή της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής
Αρχής, όλες οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη συμβουλή αυτή και επεξηγούν
κάθε τυχόν σημαντική παρέκκλιση από αυτή.
4. Η κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και οι
αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση,
γίνονται δεκτές ως αυτές που καθορίζουν τα θέματα για την εφαρμογή των άρθρων
123 και 124 της Οδηγίας 2006/ 48/ΕΚ και υιοθετούνται από τις αρμόδιες αρχές των
εμπλεκόμενων κρατών - μελών.
Η κοινή απόφαση της παραγράφου 1 και οι αποφάσεις της παραγράφου 3,
προσαρμόζονται στα πρόσφατα δεδομένα σε ετήσια βάση ή, σε εξαιρετικές
περιπτώσεις, όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των
θυγατρικών επιχειρήσεων μητρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή
μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλει
γραπτό και πλήρως αιτιολογημένο αίτημα προς την αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη
εποπτεία, προκειμένου να προσαρμόσει στα πρόσφατα δεδομένα την απόφαση για την
εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 62. Στην τελευταία περίπτωση, η προσαρμογή
στα πρόσφατα δεδομένα μπορεί να αντιμετωπίζεται σε διμερή βάση μεταξύ της
αρμόδιας αρχής για την ενοποιημένη εποπτεία και της αιτούσας αρμόδιας αρχής.»