Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 4021/2011 — Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεών της και άλλες διατάξεις. [Ειδικό Τέλος Ακινήτων] Προβολή νόμου
Άρθρο 32

(άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας) Συνεργασία αρμόδιων αρχών στην περίπτωση σημαντικού υποκαταστήματος

§ 1
Στο άρθρο 22 του ν. 3601/2007 προστίθενται παράγραφοι 5, 6 και 7 ως εξής:
«5.α) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 41 ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, να θεωρηθεί σημαντικό το υποκατάστημα στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει στο εν λόγω κράτος - μέλος.
β) Στο παραπάνω αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:
i) το βαθμό κατά τον οποίο το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος επί των καταθέσεων στην Ελλάδα υπερβαίνει ποσοστό 2%,
ii) τις πιθανές συνέπειες από την αναστολή ή τον τερματισμό των εργασιών του πιστωτικού ιδρύματος στη ρευστότητα της αγοράς και στα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού στην Ελλάδα και
iii) το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος στο τραπεζικό ή το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ελλάδας με βάση τον αριθμό των πελατών του.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον ενεργεί με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, καθώς και με την αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 41, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.
δ) Σε περίπτωση που η απόφαση που προβλέπεται στο εδάφιο γ' δεν ληφθεί εντός δύο μηνών από την παραλαβή από τις αρμόδιες αρχές του αιτήματος του ανωτέρω εδαφίου β', η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον ενεργεί με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, λαμβάνει μόνη τη σχετική απόφαση εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνης προθεσμίας. Για τη λήψη της απόφασης αυτής λαμβάνονται υπόψη όλες οι επιφυλάξεις της αρμόδιας αρχής για την ενοποιημένη εποπτεία ή των αρμόδιων αρχών του κράτους - μέλους καταγωγής.
ε) Οι αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια γ' και δ' της παρούσας παραγράφου διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Οι αποφάσεις αυτές γίνονται δεκτές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.
στ) Τα εδάφια α' έως ε' εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για την ενοποιημένη εποπτεία ή της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής πιστωτικού ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος - μέλος. Στις περιπτώσεις αυτές, η Τράπεζα της Ελλάδος με την παραλαβή του σχετικού αιτήματος του ανωτέρω εδαφίου β', καταβάλλει αντιστοίχως κάθε δυνατή προσπάθεια για τη λήψη της κοινής απόφασης του ως άνω εδαφίου γ' εντός της δίμηνης προθεσμίας, αναγνωρίζει δε και εφαρμόζει την απόφαση των αρμόδιων αρχών υποδοχής που τυχόν λαμβάνεται με τη διαδικασία του εδαφίου δ' της παρούσας παραγράφου.
ζ) Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών, όπως καθορίζονται από τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2006/48/ΕΚ.
6. Η Τράπεζα της Ελλάδος στις περιπτώσεις που ενεργεί με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία (iii) και (iν) του εδαφίου β' της παραγράφου 1 του άρθρου 42 και εκτελεί τις εργασίες που αναφέρονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 41 σε συνεργασία με τις αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής.
Στις περιπτώσεις, αντίστοιχα, που η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής σημαντικού υποκαταστήματος, μπορεί να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που αναφέρονται στοιχεία (iii) και (iv) του εδαφίου β' της παραγράφου 1 του άρθρου 42 και συνεργάζεται με τις εν λόγω αρχές για την εκτέλεση εκ μέρους τους των εργασιών που αναφέρονται στο εδάφιο γ της παραγράφου 1 του άρθρου 41.
Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης πιστωτικού ιδρύματος, υπό την έννοια του άρθρου 43, ειδοποιεί όσο το δυνατόν συντομότερα τις αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο δ' της παραγράφου 5 του άρθρου 60, καθώς και τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
7. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 43α του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής που εποπτεύει πιστωτικό ίδρυμα με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη - μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασία που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 1 του άρθρου 22. Η σύσταση και η λειτουργία του σώματος βασίζονται σε ρυθμίσεις που καθορίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις εκάστοτε συνεδριάσεις ή δραστηριότητες του σώματος.
Για την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής λαμβάνεται υπόψη η σημασία την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η εποπτική δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο προγραμματισμού ή συντονισμού. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 25, καθώς και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις κυριότερες δραστηριότητες προς εξέταση. Κατόπιν ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή με τα μέτρα που λαμβάνονται.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα διαλαμβανόμενα στο ανωτέρω εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου αφορούν τις αρμόδιες αρχές καταγωγής άλλου κράτους - μέλους, η Τράπεζα της Ελλάδος συμμετέχει στο σώμα εποπτών που συστήνεται από τις αρχές αυτές, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής.»