Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 3842/2010 — Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (Φόρος Ακίνητης Περιουσίας) Προβολή νόμου
Άρθρο 65

Διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής

§ 1
1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 13 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α') καταργείται.
§ 2
2. Το άρθρο 14 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α') αντικα­θίσταται ως ακολούθως:
«Άρθρο 14
Αρμόδια όργανα
1. Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση των διευκολύνσε­ων τμηματικής καταβολής είναι:
α) Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, για βασική βεβαιωμένη οφειλή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
β) Επιτροπή, που συγκροτείται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, ως πρόεδρο και μέλη τον νόμιμο αναπληρωτή του και τον προϊστάμενο του δικα­στικού τμήματος ή του αντίστοιχου γραφείου, για βασική βεβαιωμένη οφειλή που υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιά­δες (300.000) ευρώ και μέχρι τις οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ.
Γραμματέας ορίζεται από τον πρόεδρο της επιτροπής ένας από τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας.
γ) O Υπουργός Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής του επόμενου άρθρου για βασική βεβαιω­μένη οφειλή, που υπερβαίνει το ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) ευρώ.
2. Αρμόδια όργανα για επανεξέταση αιτήματος αύξη­σης του αριθμού των δόσεων, λόγω αντικειμενικής οικο­νομικής αδυναμίας του οφειλέτη, είναι:
α) η επιτροπή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 για βασική βεβαιωμένη οφειλή μέχρι του ποσού των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και
β) ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής του επόμενου άρθρου, για βασική βεβαιωμένη οφειλή άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.
3. Τα ανωτέρω όργανα δύνανται να χορηγούν άπαξ α­ναστολή πληρωμής μέρους ή του συνόλου συγκεκριμέ­νης οφειλής για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) μη­νών, εφόσον ο οφειλέτης αντιμετωπίζει αποδεδειγμένα πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία καταβολής οποιουδήπο­τε ποσού της οφειλής του.
Η χορήγηση της ανωτέρω αναστολής πληρωμής παρέ­χει αποκλειστικά και μόνο στον αιτούντα τα ευεργετήμα­τα της παραγράφου 1 του άρθρου 19 και το Δημόσιο δια­τηρεί τα δικαιώματα του άρθρου 20 του παρόντος, καθώς και το δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης στα χέρια τρίτων. Η ανωτέρω αναστολή δεν χορηγείται κατά τη διάρκεια ι­σχύουσας διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής.
Με την απόφαση χορήγησης αναστολής πληρωμής α­ναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των χρεών κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 87 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α'), καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 88 του ίδιου νόμου, οι οποίες εφαρμόζονται ανα­λογικά.
4. Ως βασική οφειλή, για τον προσδιορισμό του αρμό­διου οργάνου εξέτασης του αιτήματος διευκόλυνσης ή αναστολής, θεωρείται το σύνολο των βεβαιωμένων ο­φειλών όπως αυτό διαμορφώνεται την ημέρα υποβολής της αίτησης χωρίς τις προσαυξήσεις του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α') (Κ.Ε.Δ.Ε.).»

§ 3
3. Το άρθρο 18 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α') αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αρθρο18
Προϋποθέσεις εξέτασης αιτήματος διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής- Περιορισμοί - Επανεξέταση
1. Για την εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής απαιτούνται:
α) η υποβολή αίτησης εκ μέρους του οφειλέτη ή συνυπόχρεου προσώπου,
β) η καταβολή παραβόλου υπέρ του Δημοσίου σε ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5‰) επί της βασικής οφειλής για την οποία ζητείται η διευκόλυνση, που δεν μπορεί να υπερβεί τα χίλια (1.000) ευρώ.
2. Εφόσον, κατά την υποβολή της αίτησης, υφίστανται στην ίδια οφειλή, για την οποία ζητείται η διευκόλυνση, και μη ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτής, το ποσό αυτών περιλαμβάνεται υποχρεωτικά στην απόφαση της διευκόλυνσης, οπότε στις δόσεις που προκύπτουν από το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας των κριτηρίων του οφειλέτη προστίθεται ο αριθμός των δόσεων που δεν είναι ληξιπρόθεσμες. Αν υπάρχουν δύο ή περισσότερες ο­φειλές με μη ληξιπρόθεσμες δόσεις, προστίθεται ο αριθ­μός των δόσεων της οφειλής με τις περισσότερες μη ληξιπρόθεσμες δόσεις, πλην όμως ο συνολικός αριθμός των δόσεων της διευκόλυνσης δεν μπορεί να υπερβεί τις σαράντα οκτώ (48). Για οφειλές που η περιοδικότητα κα­ταβολής των κατά νόμο δόσεων είναι μεγαλύτερη του μήνα, οι μη ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών περιλαμβάνο­νται στη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, εφόσον ζητηθεί από τον οφειλέτη.
3. Για την ίδια οφειλή επιτρέπεται η χορήγηση μέχρι τριών διευκολύνσεων κατ' ανώτατο όριο ανεξάρτητα αν η αίτηση υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο και οι δόσεις αυτών καθορίζονται ως ακολούθως:
α) ο αριθμός των δόσεων της πρώτης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής καθορίζεται με βάση το άθροισμα των συντελεστών αξιολόγησης των κριτηρίων του άρθρου 17 του παρόντος,
β) η δεύτερη διευκόλυνση μπορεί να χορηγηθεί μετά την απώλεια της πρώτης και ο αριθμός των δόσεων αυτής καθορίζεται με την ίδια ως άνω διαδικασία, με τον περιορισμό ότι η πρώτη δόση αυτής θα είναι τουλάχιστον ίση με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της οφειλής για την οποία ζητήθηκε η δεύτερη διευκόλυνση,
γ) η τρίτη διευκόλυνση μπορεί να χορηγηθεί μετά την απώλεια της δεύτερης, εφόσον όμως κατατεθεί εγγύηση με την οποία θα διασφαλίζεται η πληρωμή των δόσεων αυτής, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού, οι οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνουν τον εναπομείναντα αριθμό των δόσεων της δεύτερης διευκόλυνσης και με τον περιορισμό ότι η πρώτη δόση αυτής θα είναι τουλάχιστον ίση με ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της οφειλής για την οποία ζητήθηκε η τρίτη διευκόλυνση.
4. Σε κάθε περίπτωση χορήγησης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής για αναστολή μέτρου είσπραξης ή για χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, μπορεί να τίθεται αυξημένο ποσό πρώτης δόσης, κατά την κρίση του οργάνου που τη χορηγεί πέραν των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.
5. O οφειλέτης εκπίπτει του ευεργετήματος της διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, εφόσον δεν πληρώσει τρεις συνεχείς μηνιαίες δόσεις αυτής. To ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη καταβολής της προτελευταίας ή της τελευταίας δόσης της διευκόλυνσης, εφόσον παρέλθει αντίστοιχο χρονικό διάστημα.
6. Ο οφειλέτης, ο οποίος αδυνατεί αντικειμενικά να ανταποκριθεί στις δόσεις της πρώτης διευκόλυνσης που του χορηγήθηκε, μπορεί να υποβάλει άπαξ αίτηση επανεξέτασης για αύξηση του αριθμού των δόσεων αυτής. Η αίτηση υποβάλλεται στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, όπου είναι βεβαιωμένη η οφειλή, μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία της τελευταίας εμπρόθεσμης καταβολής δόσης της διευκόλυνσης, της ο­ποίας ζητείται η επανεξέταση και συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται η αντικειμενική αδυ­ναμία συμμόρφωσης του οφειλέτη στη διευκόλυνση αυ­τή.
7. Ο αριθμός των δόσεων της πρώτης διευκόλυνσης, της οποίας ζητήθηκε η επανεξέταση, μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου οργάνου, να αυξηθεί μέχρι του τριπλασίου, κατ' ανώτατο όριο, του αθροίσματος των συντελεστών αξιολόγησης των κριτηρίων του άρθρου 17, αλλά ο συνολικός αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να υπερβεί τις σαράντα οκτώ (48). Κατά την εκτέλεση της απόφασης, επί αιτήματος επανεξέ­τασης πρώτης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, που έγινε δεκτό, αφαιρείται ο αριθμός των δόσεων που έ­χουν ήδη καταβληθεί και το ποσό της νέας δόσης καθορίζεται επί του εναπομείναντος ανείσπρακτου υπολοί­που, η απόφαση δε αυτή θεωρείται συνέχεια της πρώτης διευκόλυνσης. Υποβολή δεύτερης αίτησης επανεξέτα­σης πρώτης διευκόλυνσης συγκεκριμένης οφειλής α­πορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επίσης απορρίπτεται, ως α­παράδεκτη, αίτηση επανεξέτασης δεύτερης ή τρίτης δι­ευκόλυνσης.
8. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για οφειλές από παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, καθώς και για οφειλές από φόρο εισοδήματος που προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων για το τρέχον, κάθε φορά, οικονομικό έτος, εκτός αν ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης επανεξέτασης κατατεθεί εγγυητική επιστολή πιστωτικού ιδρύ­ματος, η οποία θα καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού της διευκόλυνσης σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης πληρωμής μίας δόσης αυτής.»

§ 4
4. Το άρθρο 19 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α') αντικα­θίσταται ως ακολούθως:
«Αρθρο19
Ευεργετήματα λόγω συμμόρφωσης σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής
1. Η χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής και η συμμόρφωση σε αυτή παρέχει στον οφειλέτη τα α­κόλουθα ευεργετήματα:
α) Καθιστά τον οφειλέτη και τους κατά οποιονδήποτε τρόπο συνυποχρέους, περιλαμβανομένων και των εγ­γυητών, ενήμερους για τα χρέη προς το Δημόσιο και χο­ρηγείται σε αυτούς αποδεικτικό ενημερότητας για κάθε χρήση, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί όλες οι δόσεις της διευκόλυνσης μέχρι την ημερομηνία χορήγη­σης του αποδεικτικού και δεν υφίστανται άλλες δεσμεύ­σεις χορήγησής του, με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου άρθρου.
β) Αναστέλλει τη λήψη ή την εκτέλεση κάθε μέτρου σε βάρος του οφειλέτη, με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου άρθρου ή άλλων ειδικών διατάξεων.
γ) Αναστέλλει την εκτέλεση του μέτρου που προβλέ­πεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (ΦΕΚ 24 Α'), ό­πως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 πα­ράγραφος 3 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α').
δ) Αναστέλλεται η εφαρμογή των διατάξεων της πα­ραγράφου 5 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α'), όπως ισχύει σήμερα, καθώς και της παραγράφου 10 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α').
2. Οφειλή που έχει υπαχθεί σε πρώτη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής και ο οφειλέτης είναι απόλυτα συνεπής στην καταβολή των δόσεων αυτής, απαλλάσσε­ται:
α) ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξή­σεων εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν το πο­σό της κάθε δόσης της διευκόλυνσης από την ημέρα χο­ρήγησης αυτής και μετά,
β) του συνόλου των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης κα­ταβολής που επιβαρύνουν την τελευταία δόση της διευ­κόλυνσης, που δεν μπορεί να υπερβαίνουν σε ποσοστό το σαράντα τοις εκατό (40%) των συνολικών προσαυξή­σεων της οφειλής.
Με την καθυστέρηση καταβολής μίας δόσης της διευ­κόλυνσης επέρχεται απώλεια των ως άνω ευεργετημά­των.
3. Ειδικά, όταν ταυτόχρονα με τη χορήγηση οποιασδή­ποτε διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής κατατίθεται εγγυητική επιστολή αναγνωρισμένου στην Ελλάδα πι­στωτικού ιδρύματος, η οποία θα καταπίπτει υπέρ του Δη­μοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου υπόλοιπου ποσού της διευκόλυνσης σε περίπτωση μη ε­μπρόθεσμης πληρωμής μίας δόσης αυτής, απαλλάσσε­ται η οφειλή των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβο­λής που επιβαρύνουν το ποσό όλων των δόσεων της διευκόλυνσης από την ημέρα χορήγησης αυτής και μετά. Εφόσον, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για την πρώτη διευκόλυνση εφαρμόζονται ταυτόχρονα και οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου αυ­τού.
4. Σε περίπτωση αιτήματος εφάπαξ εξόφλησης του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί την ημέρα υποβολής της αίτησης και πλη­ρωμής αυτών, εκπίπτεται ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, που αναλογούν στο ποσό αυτό. Στην εφάπαξ εξόφληση, ως ανωτέρω, περιλαμβάνονται υποχρεωτικά και οι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση τμηματικής καταβο­λής, για τις υπόλοιπες οφειλόμενες δόσεις αυτής.
Οι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων ισχύουν και στην περίπτωση απευθείας εξόφλησης της οφειλής, μέσω δα­νείου από αναγνωρισμένο στην Ελλάδα πιστωτικό ίδρυ­μα, το προϊόν του οποίου μεταφέρεται στην αρμόδια υ­πηρεσία, με τραπεζική επιταγή που εκδίδεται σε διαταγή της.
Από τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου εξαιρού­νται οφειλές υπέρ ξένων κρατών, καθώς και οφειλές που από ειδικές διατάξεις δεν επιτρέπεται απαλλαγή από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.»

§ 5
5. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει έ­να (1) μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.