Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ν. 3842/2010 — Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (Φόρος Ακίνητης Περιουσίας) Προβολή νόμου
Άρθρο 44

Βεβαίωση του φόρου

§ 1
1. Ο προϊστάμενος της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρε­σίας βεβαιώνει το φόρο, αρχικό ή πρόσθετο, κατά περί­πτωση, που προκύπτει:
α) βάσει των δηλώσεων που υποβάλλονται ή συντίθε­νται μηχανογραφικά,
β) βάσει των φύλλων ελέγχου, εφόσον αυτά έχουν οριστικοποιηθεί με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λό­γω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής,
γ) βάσει οριστικών αποφάσεων διοικητικών δικαστη­ρίων ή πρακτικών δικαστικού συμβιβασμού.

§ 2
2. Για τη βεβαίωση του φόρου ακίνητης περιουσίας ο προϊστάμενος Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας συ­ντάσσει χρηματικό κατάλογο μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήξη του μήνα που αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης και οπωσδήποτε όχι αργότερα από τρία (3) έ­τη από το τέλος του έτους στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτ­λος βεβαίωσης.
Η παράλειψη βεβαίωσης του φόρου σε προθεσμία δύο (2) μηνών αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, που τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.

§ 3
3. Δεν βεβαιώνεται το ποσό που τελικώς οφείλεται με βάση οποιονδήποτε νόμιμο τίτλο, εφόσον τούτο δεν υ­περβαίνει τα είκοσι επτά (27) ευρώ ανά σύνολο δήλω­σης.
§ 4
4. Αν με αίτηση του ενός συζύγου ζητηθεί ο διαχωρι­σμός της οφειλής που προκύπτει από την κοινή δήλωση Φόρου Ακίνητης Περιουσίας των συζύγων, ο αρμόδιος προϊστάμενος της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας υ­ποχρεούται να ανακοινώσει εγγράφως στον αιτούντα το ποσό αυτής της οφειλής. Το έγγραφο αυτό αποτελεί νό­μιμο τίτλο, η ισχύς του οποίου ανάγεται στο χρόνο που έγινε η βεβαίωση του ολικού ποσού αυτής της οφειλής.
§ 5
5. Αν δεν έχει επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκήθηκε από τον φορολογούμενο εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται αμέσως από τον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου.
Το ποσό αυτό βεβαιώνεται πριν τη διαβίβαση της προ­σφυγής στο διοικητικό δικαστήριο και καταβάλλεται ε­φάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υ­πηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα.
Η αναστολή που χορηγείται κατά τις διατάξεις των άρ­θρων 200 έως 205 του ν. 2717/1999, δεν αποκλείει την ο­λοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσης και ταμειακώς του ανωτέρω ποσοστού του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου.

§ 6
6. Φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί κατά το ποσό που δεν οφείλεται βάσει οριστικής απόφασης του διοικητι­κού πρωτοδικείου, εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περί­πτωση. Τυχόν άσκηση έφεσης από το Δημόσιο κατά ορι­στικών αποφάσεων διοικητικών πρωτοδικείων δεν ανα­στέλλει, σε καμιά περίπτωση, τη διαδικασία της έκπτω­σης των ποσών που βεβαιώθηκαν ή της επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αλλά δεν οφείλονται βάσει των αποφάσεων αυτών.
§ 7
7. Βάσει των αποφάσεων των διοικητικών εφετείων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο προϊστάμενος της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας προβαίνει σε νέα εκ­καθάριση φόρου και ενεργεί συμπληρωματική βεβαίωση του επιπλέον φόρου που τυχόν οφείλεται ή έκπτωση του επιπλέον ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.