1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν.
3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α΄), όπως η παράγραφος
αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν.
3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α΄),
αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει
χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που
λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά
διαστήματα για τις αντίστοιχες αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι
έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό
διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύλαξη
της περίπτωσης α΄, για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης
κατηγορίας:
α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την
πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους
συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και
πιστώσεων, δύο έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη
σφράγισή τους δεν εμφανίζονται στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες
διαγράφονται.
Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και για συναλλαγματικές και
γραμμάτια εις διαταγήν που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήξη τους.
β) Διαταγές πληρωμής, τρία έτη.
γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7./13.8.1923
«Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης,
προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών,
τέσσερα έτη.»