§ 1
1.Αν η δήλωση
δεν έχει την
υπογραφή
εκείνου που
δηλώνει ή δεν
καθίσταται
δυνατόν να
προσδιορισθεί
από αυτήν το
αντικείμενο
της
φορολογικής
υποχρέωσης,
κατά το ποσό ή
το
είδος αυτής, ή
λείπουν τα
στοιχεία
εκείνου που
δηλώνει ή τα
έγγραφα που
πρέπει να
επισυνάπτονται,
αυτός που
δήλωσε
καλείται με
απόδειξη από
τον
προϊστάμενο
της δημόσιας
oικονομικής υπηρεσίας,
να προσέλθει
μέσα σε τακτή
εύλογη
προθεσμία
για την
υπογραφή ή τη
συμπλήρωση
της δήλωσης ή
την προσκόμιση
των εγγράφων
που λείπουν.
§ 2
2.Αν ο
υπόχρεος δεν
προσέλθει
μέσα στην
προθεσμία
που τάχθηκε, ή,
όταν
προσέλθει,
δεν
αναγνωρίσει
και δεν
υπογράψει τη
δήλωση ή δεν
συμπληρώσει
αυτήν όσον
αφορά
στον προσδιορισμό
του
αντικειμένου
της
φορολογικής
υποχρέωσης, η
δήλωση
θεωρείται ότι
δεν έγινε εν
όλω ή εν μέρει.
§ 3
3.Αν δεν
προσκομισθούν
τα έγγραφα
που λείπουν
μέχρι την
έκδοση της
οικείας
πράξης, ο φόρος
που
αναλογεί
υπολογίζεται
χωρίς να
ληφθούν υπόψη
τα στοιχεία
τα οποία
επικαλούνται μετά
έγγραφα αυτά
και η δήλωση
θεωρείται
ως ανακριβής.
§ 4
4. Οποιαδήποτε λάθη των δηλώσεων είτε κατά την περιγραφή ή την απαρίθμηση ή τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, που δηλώθηκαν, είτε κατά τον υπολογισμό του φόρου, διορθώνονται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. οίκοθεν ή μετά από αίτηση του φορολογουμένου το αργότερο με την πράξη καταλογισμού του φόρου. Ο φόρος που
αναλογεί
επιπλέον,
βεβαιώνεται
χωρίς
πρόσθετο, ενώ
ο φόρος που
βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε
επιπλέον,
εκπίπτεται
ή επιστρέφεται
κατά περίπτωση,
σύμφωνα με τα
οριζόμενα
στο άρθρο 100.
§ 5
5.Αν τα
λογιστικά
λάθη της
δήλωσης
επαναληφθούν
στην πράξη και
αυτή έχει
καταστεί
οριστική λόγω
μη άσκησης
προσφυγής, η
διόρθωση
αυτών
ενεργείται
σύμφωνα με τα
οριζόμενα
στο άρθρο 99.