§ 1
1.Αν
φορολογητέα
ύλη έχει
περιληφθεί
από το
φορολογούμενο
σε
διαχειριστικό
έτος άλλο από
αυτό στο
οποίο ανήκει,
ο
προϊστάμενος
της δημόσιας
οικονομικής
υπηρεσίας
προβαίνει σε ανάλογη
τροποποίηση
των
φορολογικών
εγγραφών των
ετών, τα οποία
αφορά. Αν η φορολογική
εγγραφή του
έτους, στο
οποίο ανήκει
η
φορολογητέα
ύλη, έχει γίνει
τελεσίδικη,
αυτή δεν
τροποποιείται,
αλλά ο κύριος
φόρος που
αναλογεί,
προστίθεται
στο φόρο του
κρινόμενου
έτους,
προσαυξημένος
με τον τυχόν
πρόσθετο φόρο,
προσαύξηση ή
πρόστιμο ή κατά περίπτωση
εκπίπτει από
το φόρο αυτού
του έτους. Αν
τα ποσά που
προστίθενται
στο κρινόμενο
έτος
αντιπροσωπεύουν
δαπάνες ή
εκπτώσεις ή
αφορολόγητα
ποσά που
ανήκουν σε προηγούμενα
διαχειριστικά
έτη ή έσοδα τα
οποία έχουν
καταχωρηθεί
στα βιβλία σε
προηγούμενα
διαχειριστικά
έτη, δεν
επιβάλλεται
πρόσθετος
φόρος,
προσαύξηση ή
πρόστιμο στο
φόρο ο οποίος
αναλογεί σε
αυτά τα ποσά
που
προστίθενται
στο κρινόμενο
έτος.
§ 2
2.Οι διατάξεις
της
προηγούμενης
παραγράφου
εφαρμόζονται
ανάλογα και
στις
περιπτώσεις
κατά τις
οποίες η
φορολογητέα
ύλη φορολογήθηκε
στο όνομα
προσώπου, το
οποίο σύμφωνα
με το νόμο δεν
έχει
φορολογική
υποχρέωση γι'
αυτή τη
φορολογητέα
ύλη. Σε αυτή την
περίπτωση ο
προϊστάμενος
της δημόσιας
οικονομικής
υπηρεσίας,
όταν
διαπιστώσει
την πλάνη,
προβαίνει σε νέα εγγραφή
στο όνομα του
πραγματικού
υπόχρεου. Η
τελεσιδικία
της νέας
εγγραφής,
στο όνομα του
πραγματικού
υπόχρεου,
αποτελεί
λόγο
τροποποίησης
ή ακύρωσης ή,
κατά περίπτωση,
αναθεώρησης
της παλιάς
εγγραφής,
καθόσον αφορά
τη
φορολογητέα
ύλη η οποία
περιλήφθηκε
στη νέα
εγγραφή.
§ 3
3.Κατά την
εφαρμογή των
διατάξεων των
προηγούμενων
παραγράφων
δεν ισχύουν:
α) οι
διατάξεις
περί
παραγραφής
του
δικαιώματος
του
Δημοσίου
για την
ενέργεια των
οικείων φορολογικών
εγγραφών και
β) η προθεσμία
που ορίζεται
από τις
διατάξεις
του νόμου περί
εισπράξεως
δημοσίων
εσόδων για την
επιστροφή ή το
συμψηφισμό
φόρων, γενικά,
που καταβλήθηκαν
αχρεωστήτως.