§ 1
1. Όποιος δεν υποβάλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμη δήλωση μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση με βάση ταδεδομένα των υπ' αυτού τηρούμενων βιβλίων και στοιχείων, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας ή άλλων φόρωντελών και εισφορών που παρακρατούνται, επιρρίπτονται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο, εφόσον το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία είναι ανώτερο των δέκαχιλιάδων (10.000) δραχμών τιμωρείται με φυλάκιση: α) μέχρι τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, εφόσον το προς απόδοση ποσό γιακάθε φορολογία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, β) τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και άνω, εφόσοντο προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, γ) τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) και άνω, εφόσον το προς απόδοση ως άνω ποσό υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.
§ 2
2. Σε περίπτωση υποτροπής τα κατώτερα όρια των ποινών διπλασιάζονται και επιπροσθέτως δύναται με την απόφαση του δικαστηρίου να διατάσσεται η αφαίρεση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος ή το κλείσιμο του καταστήματος για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και μέχρι ενός (1) έτους.
§ 3
3.Υπόχρεοι για
την απόδοση
των φόρων των
παραγράφων 1
και 2 του
παρόντος
άρθρου στην
περίπτωση των
νομικών
προσώπων είναι:
α) Οι
εκπρόσωποι
του νομικού
προσώπου,
καθώς και όλα
τα, κατά τις
ισχύουσες
εκάστοτε
διατάξεις,
δυνάμενα να
προσωποκρατηθούν
για χρέη του
νομικού
προσώπου
προς το
Δημόσιο πρόσωπα.
β) Επί
αλλοδαπών
πάσης μορφής
επιχειρήσεων,
οι
ορισθέντες
ως
εκπρόσωποι
τους στην
Ελλάδα.
§ 4
4.Ως
αυτουργοί
του
αδικήματος,
που
προβλέπεται
από την
παράγραφο 1
του άρθρου
αυτού,
διώκονται
και
τιμωρούνται:
α) ο
κατ' εξουσιοδότηση
ή
πληρεξουσιότητα
υπογράψας την
προς τη Δ.Ο.Υ.
δήλωση ή έχων
υποχρέωση να
ενεργήσει
προς δήλωση ή
απόδοση των
οικείων
χρηματικών
ποσών, χωρίς
να εκλείπει η
ευθύνη και
των λοιπών κατά
το άρθρο αυτό
αυτουργών ή
συμμέτοχων,
β) ο
επίτροπος, ο
κηδεμών και ο
διοικητής
αλλοτρίων,
κατά τις
οικείες
διατάξεις
του αστικού
δικαίου, για
τις πράξεις ή
παραλείψεις
αυτών κατά την
εκτέλεση
του
λειτουργήματος
τους ή ως εκ
της ιδιότητας
τους αυτής,
γ) ο λογιστής
της
επιχείρησης
συνέταξε
ανακριβή
δήλωση ή
παρέλειψε να
συντάξει ή
συνέταξε και
δεν την
παρέδωσε
στον υπόχρεο
επιτηδευματία
για την
καταβολή των
παρακρατούμενων φόρων.
§ 5
5.Οι περί
συμμετοχής
στο αδίκημα
διατάξεις
του Ποινικού
Κώδικα έχουν
εφαρμογή και
στο αδίκημα
του παρόντος
άρθρου.
§ 6
6.Μετατροπή ή
αναστολή της
επιβαλλόμενης
ποινής για τα
αδικήματα της
παραγράφου 1
του άρθρου
αυτού δεν
επιτρέπεται η
δε άσκηση της
εφέσεως δεν
έχει
ανασταλτικό
αποτέλεσμα.
§ 7
7.Ο
προϊστάμενος
της αρμόδιας
φορολογικής
αρχής, όταν
διαπιστώσει
με
οποιονδήποτε
τρόπο τη
διάπραξη της
παράβασης,
που
προβλέπεται
στην
παράγραφο 1
του άρθρου
αυτού,υποχρεούται
να υποβάλει
αμέσως
σχετική
μηνυτήρια
αναφορά στον
αρμόδιο
εισαγγελέα
πρωτοδικών
υποπίπτων
άλλως σε βαρύ
πειθαρχικό
παράπτωμα και,
αν η παράλειψη
ενέργειας οφείλεται
σε πρόθεση,
τιμωρείται με
την ποινή του
άρθρου 259 του
Π.Κ.. Τα
εγκλήματα
του παρόντος
άρθρου
υπάγονται
στην
αρμοδιότητα
του
μονομελούς
πλημμελειοδικείου
στην περιφέρεια
του οποίου
έχει την έδρα
της η αρμόδια
Δ.Ο.Υ..
§ 8
8. Για τη δίωξη του αδικήματος δεν απαιτείται οριστικοποίηση της πράξης της φορολογούσας αρχής ή υπηρεσίας, η οποία καταλογίζει την οικεία φορολογική παράβαση, ούτε περαίωση της τυχόν κύριας ή συναφούς φορολογικής ή άλλης δίκης, αλλά αρκεί η έκδοση της πράξης καταλογισμού του μη αποδοθέντος φόρου. Τυπικές πλημμέλειες της πιο πάνω πράξης δεν ασκούν επιρροή στην ποινική υπόθεση. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καθώς και η διαδικασία γενικά της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τιςισχύουσες σχετικές φορολογικές διατάξεις δεν αποτελούν λόγο αναστολής της ποινικής δίωξης.
§ 9
9.Η διοικητική
επίλυση της
διαφοράς,
σύμφωνα με τις
σχετικές
φορολογικές
διατάξεις,
δεν ασκεί
επίδραση στην
ποινική
υπόθεση του
άρθρου αυτού. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημέρα της δίκης, μπορεί να επιβληθεί μόνο χρηματική ποινή.
§ 10
10.Η παραγραφή
των αδικημάτων
του παρόντος
άρθρου
αρχίζει από το
τέλος του
έτους κατά το
οποίο
τελέστηκαν.
§ 11
11.Επί
επιχειρήσεων
που
λειτουργούν
για πρώτη φορά, η
εφαρμογή των
διατάξεων
του παρόντος
άρθρου
αρχίζει έξι (6)
μήνες από τη
χρονολογία
υποβολής από
την επιχείρηση
αυτήν προς την
αρμόδια Δ.Ο.Υ.
της δήλωσης
ενάρξεως
ασκήσεως
επιτηδεύματος.
§ 12
12.Η καταδίκη
για το
αδίκημα της
παραγράφου 1
του άρθρου
αυτού
επιφέρει
αυτοδικαίως
κατά του
καταδικασθέντος
φυσικού
προσώπου και
του
υπόχρεου
νομικού
προσώπου:
α) την απώλεια
του
δικαιώματος
συμμετοχής
σε
δημοπρασίες
του
Δημοσίου, των
νομικών
προσώπων
δημόσιου
δικαίου,των
κοινωφελών
ιδρυμάτων και
οργανισμών
κοινής
ωφέλειας,
για χρονικό
διάστημα ενός
έτους,
β) την απώλεια
του
δικαιώματος
λήψης
πιστοποιητικού
φορολογικής
ενημερότητας
για χρονικό
διάστημα ενός
έτους,
γ) την
απαγόρευση
για περίοδο
τριών (3) ετών της
σύναψης
συμβάσεων με
το κράτος ή
άλλους
δημόσιους
οργανισμούς ή
φορείς,
δ) την απώλεια
του
δικαιώματος
για περίοδο
τριών (3) ετών
λήψης δανείων
με την εγγύηση
του
Δημοσίου ή
δημόσιων
επιχορηγήσεων
ή κρατικών
πιστώσεων.
§ 13
13.Απόσπασμα της
απόφασης του
δικαστηρίου
παραδίδεται
εντός πέντε
ημερών από της
εκδόσεως
της, από το
γραμματέα της
έδρας του
δικαστηρίου
στην αρμόδια
Δ.Ο.Υ., η
οποία επιμελείται
αμέσως για την
κοινοποίηση
της στις
αρμόδιες
αρχές προς
εφαρμογή των
ανωτέρω
κυρώσεων της
προηγούμενης
παραγράφου.
§ 14
14. Τα αδικήματα της παραγράφου 1 θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.