§ 1
1.Κάθε φορά που
η
φορολογική
αρχή
διαπιστώνει
φορολογικές
παραβάσεις,από
τις οποίες
βάσει
ειδικής
έκθεσης
ελέγχου,
προκύπτει
διαφορά
φορολογητέας
ύλης πάνω από
τριακόσια εκατομμύρια
(300.000.000) δραχμές ή
δεν έχει
αποδοθεί
στο Δημόσιο
ποσό πάνω από
πενήντα
εκατομμύρια
(50.000.000) δραχμές από
παρακρατούμενους
φόρους, τέλη
και
εισφορές,απαγορεύεται
στις
αρμόδιες
δημόσιες
οικονομικές
υπηρεσίες
(Δ.Ο.Υ.) να
παραλαμβάνουν
δηλώσεις ή να
χορηγούν
βεβαιώσεις ή
πιστοποιητικά
που
απαιτούνται
κατά τις
κείμενες
διατάξεις
και ζητούνται
από τον
παραβάτη, για
την κατάρτιση
συμβολαιογραφικών
πράξεων
μεταβίβασης
περιουσιακών
στοιχείων.
Στην περίπτωση
αυτήν
αναστέλλεται
έναντι του
Δημοσίου
και
το απόρρητο
των
καταθέσεων ή
λογαριασμών ή
του
περιεχομένου
θυρίδων του
φορολογουμένου
σε τράπεζες ή
άλλα
πιστωτικά
ιδρύματα και
δεσμεύεται
το πενήντα
τοις εκατό (50%)
των καταθέσεων
ή του
περιεχομένου
των θυρίδων. Τα
παραπάνω ποσά
δύναται να
αυξομειώνονται
με αποφάσεις
του
Υπουργού
Οικονομικών,
που
εκδίδονται
το βραδύτερο
μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου
εκάστου
έτους.
§ 2
2.Αντίγραφο της
πιο πάνω
ειδικής
έκθεσης
ελέγχου
υποβάλλεται,
από την αρχή που
την εξέδωσε,
στη
Διεύθυνση
Ελέγχων του
Υπουργείου
Οικονομικών
και η οποία
υποχρεούται
να ενημερώσει
με
οποιοδήποτε
τρόπο όλες τις
Δ.Ο.Υ., τις
τράπεζες και
λοιπά
πιστωτικά
ιδρύματα. Οι
ανωτέρω
υπηρεσίες
και οι
φορείς από της
ενημερώσεως
τους
υποχρεούνται
να
εφαρμόζουν αμέσως
τις
απαγορεύσεις
και
δεσμεύσεις
της
παραγράφου 1
του άρθρου
αυτού, χωρίς
καμία άλλη
διαδικασία ή
διατύπωση.
§ 3
3.Η ενέργεια
αυτή της
Διεύθυνσης
Ελέγχων
κοινοποιείται
και στον
φορολογούμενο,
στη γνωστή
κατοικία
του ή στην έδρα
της
επιχειρήσεως
του, ο
οποίος
μπορεί εντός
μηνός από
της ειδοποιήσεως
του να
ζητήσει με
αίτηση του
στον Υπουργό
Οικονομικών,
την άρση των
απαγορευτικών
μέτρων. Τα μέτρα
μπορούν να
αρθούν εν
μέρει ή στο
σύνολο τους
με απόφαση
του Υπουργού
Οικονομικών,
μετά από σύμφωνη
γνώμη της
Επιτροπής
του άρθρου 48
παράγραφος 2
του παρόντος
νόμου.
§ 4
4.Η αρμόδια
φορολογική
αρχή
υποχρεούται
να ενεργήσει
τον κατά νόμο
έλεγχο και
να περατώσει
αυτόν, με
έκδοση των
σχετικών
φύλλων
ελέγχου ή
άλλων
φορολογικών
πράξεων,
εντός έξι (6) μηνών
από την έκδοση
της πιο πάνω
ειδικής
έκθεσης
ελέγχου. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με το άρθρο αυτό, αίρονται με απόφαση του ΥπουργούΟικονομικών, κατά την έκδοση της οποίας διερευνάται η ύπαρξη υπαιτιότητας, είτε από μέρους του φορολογούμενου είτε από μέρους της φορολογούσας αρχής. Σε περίπτωση υπαιτιότητας του φορολογούμενου διατηρούνται οι συνέπειες και απαγορεύσεις του άρθρου αυτού και σε περίπτωση υπαιτιότητας της φορολογικής αρχής ασκείται σε βάρος του φορολογικού οργάνου, στο οποίο έχει ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος, πειθαρχική δίωξη, επιφυλασσομένων των περί παραβάσεως καθήκοντος διατάξεων του Ποινικού Κώδικα.
§ 5
5. Οι
διατάξεις
του άρθρου
αυτού
ισχύουν από 1ης
Ιουνίου 1991, η
δε προθεσμία
της
προηγούμενης
παραγράφου
λήγει, για
υποθέσεις
που είναι ήδη
εκκρεμείς έξι
(6) μήνες μετά
τη δημοσίευση
του νόμου
αυτού.