§ 1
1. Επί ανακριβούς δηλώσεως της αξίας ή του φόρου επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις ποσοστόν 50% επί της διαφοράς μεταξύ καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσού φόρου.
Δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ανακρίβειας εάν το επί έλαττον δηλωθέν ποσόν φόρου δεν υπερβαίνη το 1/5 του ποσού του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου.
§ 2
2. Επί παραλείψεως υποβολής δηλώσεως επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις ποσοστόν 100% επί του καταλογιζομένου φόρου.
§ 3
3. Επί εκπροθέσμου υποβολής δηλώσεως επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις 3% του ποσού του βάσει δηλώσεως οφειλομένου φόρου δι' έκαστον μήνα καθυστερήσεως, μη δυνάμενος να υπερβή το 1/4 του ποσού τούτου.
Ο πρόσθετος ούτος φόρος συμβεβαιούται και συνεισπράττεται μετά του φόρου της δηλώσεως, μη απαιτουμένης της εκδόσεως πράξεως της φορολογικής Αρχής.
§ 4
4. Επί ανακρίβειας των εν τη δηλώσει προβλεπομένων στοιχείων, βάσει των οποίων η μεταβίβασις επεραιώθη οριστικώς ως ειλικρινής είτε διότι εκρίθη ότι η βάσει δηλώσεως αξία συμπίπτει προς την αγοραίαν τοιαύτην κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8, είτε διότι υπεβλήθη συμπληρωματική δήλωσις κατά τας διατάξεις της παραγράφου 3 του αυτού άρθρου, επιβάλλεται πέραν του οφειλομένου φόρου και πρόσθετος τοιούτος οριζόμενος εις ποσοστόν 200% επί της διαφοράς μεταξύ καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσού φόρου.
§ 5
5. Οι πρόσθετοι φόροι επιβάλλονται ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη δόλου ή αμέλειας του υποχρέου.