ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2026/2108 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 16ης Σεπτεμβρίου 2026 για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα και της Τελωνειακής Αρχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013(
Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 33, 114 και 207,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (
1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (
2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Η Ένωση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς βασίζονται στην τελωνειακή ένωση. Προς το συμφέρον τόσο των οικονομικών φορέων όσο και των τελωνειακών αρχών της Ένωσης, ο κανονισμός
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
3) συγκέντρωσε σε μια ενιαία πράξη, την ενωσιακή τελωνειακή νομοθεσία που έως τότε περιλαμβανόταν σε διάφορες νομικές πράξεις. Ο εν λόγω κανονισμός περιέχει τους γενικούς κανόνες και διαδικασίες για τη διασφάλιση της εφαρμογής των δασμολογικών και άλλων μέτρων που θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο σε σχέση με τις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ της Ένωσης και χωρών ή εδαφών εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, καθώς και τις διατάξεις σχετικά με την είσπραξη των εισαγωγικών δασμών. Οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή των κανόνων αυτών μέσω επιχειρησιακών καθηκόντων, όπως η εφαρμογή τελωνειακών καθεστώτων, η διενέργεια αναλύσεων κινδύνου και ελέγχων και η επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας.
(2) Η εφαρμογή του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 αποκάλυψε αδυναμίες σε διάφορους τομείς. Σε αυτές τις αδυναμίες συμπεριλαμβάνονται: η ανεπαρκής ή αναποτελεσματική δράση για τη διασφάλιση της προστασίας της Ένωσης και των πολιτών της από μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αφορούν τα εμπορεύματα στο πλαίσιο πολιτικών της Ένωσης εκτός της τελωνειακής νομοθεσίας· η περιορισμένη ικανότητα των τελωνειακών αρχών να χειρίζονται αποτελεσματικά τον αυξανόμενο όγκο εμπορευμάτων που εισάγονται από τρίτες χώρες μέσω εξ αποστάσεως πωλήσεων (συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου)· η περιορισμένη ικανότητα της αρχιτεκτονικής συστημάτων ΤΠ που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 να ψηφιοποιεί τις τελωνειακές διαδικασίες ώστε να συμβαδίζει με τον ρυθμό της τεχνολογικής προόδου, και ειδικότερα με τεχνολογίες που βασίζονται στην αξιοποίηση δεδομένων· και η έλλειψη αποτελεσματικών δομών διακυβέρνησης της τελωνειακής ένωσης, με αποτέλεσμα αποκλίνουσες πρακτικές και μη ενιαία εφαρμογή των τελωνειακών κανόνων στα κράτη μέλη. Οι αδυναμίες αυτές οδηγούν στην εμφάνιση εμποδίων στην εύρυθμη λειτουργία της τελωνειακής ένωσης και, ως εκ τούτου, της εσωτερικής αγοράς, λόγω των εσωτερικών και των εξωτερικών κινδύνων και απειλών.
(3) Είναι σκόπιμο η τελωνειακή νομοθεσία να λαμβάνει υπόψη την ταχεία εξέλιξη των παγκόσμιων εμπορικών προτύπων, της τεχνολογίας, των επιχειρηματικών μοντέλων και των αναγκών των συμφεροντούχων, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, των καταναλωτών και των κατοίκων. Ως εκ τούτου, απαιτείται μεγάλος αριθμός τροποποιήσεων στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013. Για λόγους σαφήνειας, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί.
(4) Για να προβλεφθούν αποτελεσματικά μέσα για την επίτευξη των στόχων της τελωνειακής ένωσης, θα πρέπει να αναθεωρηθούν, να απλουστευθούν και να εναρμονιστούν ορισμένοι κανόνες και διαδικασίες που ρυθμίζουν τον τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων εντός ή εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Θα πρέπει να προβλεφθεί ένα σύγχρονο, ολοκληρωμένο σύνολο διαλειτουργικών ηλεκτρονικών υπηρεσιών με σκοπό τη συλλογή, την επεξεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, δηλαδή ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ»). Θα πρέπει να συσταθεί Τελωνειακή Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ») ως κεντρικό, επιχειρησιακό όργανο που παρέχει ικανότητα για τη συντονισμένη διακυβέρνηση της τελωνειακής ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς.
(5) Μετά την έκδοση του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, ο ρόλος των τελωνειακών αρχών έχει εξελιχθεί ώστε να καλύπτει όλο και περισσότερο την εφαρμογή του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου που θεσπίζουν απαιτήσεις για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση, ιδίως τις μη χρηματοοικονομικές απαιτήσεις για τα εμπορεύματα που είναι απαραίτητες για την είσοδο και την κυκλοφορία τέτοιων εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Οι εν λόγω μη χρηματοοικονομικές απαιτήσεις έχουν αυξηθεί εκθετικά με την πάροδο των ετών, ευθυγραμμιζόμενες με τις αυξανόμενες προσδοκίες των επιχειρήσεων και των κατοίκων της Ένωσης όσον αφορά την ασφάλεια, την προστασία, την προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρία, τη βιωσιμότητα, την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, το περιβάλλον, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, και τις αξίες της Ένωσης. Πρέπει να εισαχθούν νέα εργαλεία, όπως το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, το οποίο θέσπισε ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
4), ώστε να διασφαλιστεί ότι η λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, όπως καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό, σχετικά με προϊόντα εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις εν λόγω προσδοκίες. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αντικατοπτρίζονται ο αυξανόμενος αριθμός και η πολυπλοκότητα των μη χρηματοοικονομικών κινδύνων, με τη συμπερίληψη στην αποστολή των τελωνειακών αρχών ειδικής αναφοράς στην προστασία όλων αυτών των δημόσιων συμφερόντων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και, κατά περίπτωση, σε στενή συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές.
(6) Υπό το φως της εξέλιξης του ρόλου των τελωνειακών αρχών και των επιχειρηματικών μοντέλων εντός των οποίων λειτουργούν και προκειμένου οι τελωνειακές αρχές να «ενεργούν ως ενιαίο σύνολο» και να συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι αναγκαίο να περιγραφεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η αποστολή που πρέπει να επιτελούν οι τελωνειακές αρχές, με την ακριβέστερη αναφορά των στόχων και των καθηκόντων τους. Επιπλέον, η ταχεία τεχνολογική εξέλιξη, ιδίως της τεχνητής νοημοσύνης, θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στις δραστηριότητες των τελωνειακών αρχών, μεταξύ άλλων στον τομέα της ανάλυσης κινδύνων σε πραγματικό χρόνο.
(7) Παράλληλα με τις προσπάθειες για την επίτευξη της αποστολής τους, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει επίσης να επιδιώκουν την αποδοτικότητα ως προς το κόστος αποφεύγοντας τις αλληλεπικαλύψεις και προωθώντας την αποτελεσματικότητα των τελωνειακών διαδικασιών και την αποδοτική χρήση των σχετικών πόρων σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Θα πρέπει να συγκεντρώνουν, να αναλύουν και να ανταλλάσσουν σχετικές πληροφορίες για την υποστήριξη της λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων. Όταν η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά ενεργοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
5), οι τελωνειακές αρχές μπορούν να συμβάλλουν στη ροή εμπορευμάτων κρίσιμης σημασίας για την αντιμετώπιση της κρίσης.
(8) Είναι σκόπιμο να διατηρηθεί στον παρόντα κανονισμό ένα νομικό πλαίσιο για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας στο εμπόριο ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ τμημάτων του τελωνειακού εδάφους στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία
2006/112/ΕΚ (
6) ή (ΕΕ) 2020/262 (
7) του Συμβουλίου και τμημάτων του τελωνειακού εδάφους στα οποία δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω οδηγίες, ή στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ τμημάτων του τελωνειακού εδάφους στα οποία δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω οδηγίες. Λαμβανομένου υπόψη ότι τα σχετικά εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών είναι ενωσιακά εμπορεύματα και δεδομένου του δημοσιονομικού χαρακτήρα των σχετικών μέτρων σε αυτό το ενδοενωσιακό εμπόριο, κρίνεται εύλογο να θεσπιστούν κατάλληλες απλουστεύσεις των τελωνειακών διατυπώσεων που θα ισχύουν για τέτοια εμπορεύματα.
(9) Ορισμένοι από τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 θα πρέπει να προσαρμοστούν ώστε να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, να ευθυγραμμιστούν με εκείνους που ορίζονται σε άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης και να αποσαφηνιστούν οι όροι που έχουν διαφορετικές έννοιες σε διαφορετικούς τομείς. Θα πρέπει να συμπεριληφθούν νέοι ορισμοί στην τελωνειακή νομοθεσία ώστε να αποσαφηνιστούν οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες ορισμένων παραγόντων στις τελωνειακές διαδικασίες. Στην περίπτωση του εισαγωγέα και του εξαγωγέα, οι νέοι ορισμοί θα πρέπει να καθιστούν τα εν λόγω πρόσωπα υπεύθυνα έναντι των τελωνειακών αρχών για τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων , μεταξύ άλλων όσον αφορά χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους, σύμφωνα με την ειδική για κάθε προϊόν νομοθεσία, ώστε να ενισχυθεί η τελωνειακή επιτήρηση. Όσον αφορά τη νέα έννοια του «εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις», οι νέοι ορισμοί θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο πλαίσιο διαδικτυακής πώλησης από χώρες εκτός της Ένωσης, ένας οικονομικός φορέας, σε αντίθεση με τον καταναλωτή, θεωρείται εισαγωγέας και υποχρεούται να αναλάβει τις αντίστοιχες ευθύνες, και θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο σχετικός οικονομικός φορέας, αφενός, υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη σχετική τελωνειακή και λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζουν οι τελωνειακές αρχές κατά την είσοδο των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή κατά την έξοδο από αυτό και, αφετέρου, παρέχει, τηρεί και καθιστά διαθέσιμα τα κατάλληλα αρχεία που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση αυτή. Νέοι ορισμοί θα πρέπει επίσης να εισαχθούν σε σχέση με το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για την τελωνειακή επιτήρηση, τη διαχείριση κινδύνων και τους τελωνειακούς ελέγχους. Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, όταν οι ορισμοί που περιέχονται στην τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης παραπέμπουν σε τελωνειακές διατάξεις που περιέχονται σε διεθνείς συμφωνίες, περιλαμβάνονται εν προκειμένω οι συναφείς πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες στις οποίες η Ένωση και τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη, στον βαθμό που οι συμφωνίες αυτές ρυθμίζουν τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων.
(10) Πέραν του παραδοσιακού ρόλου τους όσον αφορά την είσπραξη των τελωνειακών δασμών, του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, οι τελωνειακές αρχές έχουν επίσης καίριο ρόλο στην επιβολή άλλων ενωσιακών νομικών πράξεων και, κατά περίπτωση, άλλης σχετικής εθνικής νομοθεσίας. Θα πρέπει να εισαχθεί ορισμός της «λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές» ώστε να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της εφαρμογής και της επιτήρησης των ειδικών απαιτήσεων για τα εμπορεύματα που καθορίζονται στις εν λόγω νομικές πράξεις. Η έννοια της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που δικαιολογούνται βάσει της δημόσιας ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας, της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, της προστασίας του περιβάλλοντος, της προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία και της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας και άλλων δημόσιων συμφερόντων· στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, έλεγχοι προδρόμων ουσιών, εμπορευμάτων που παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και μετρητών, καθώς και μέτρα εμπορικής πολιτικής, μέτρα για τη διατήρηση και τη διαχείριση αλιευτικών πόρων, και περιοριστικά μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (
ΣΛΕΕ). Οι αποκλίσεις στους εθνικούς καταλόγους απαγορεύσεων και περιορισμών δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες για τις εισαγωγές σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Προκειμένου να διευκολυνθούν το εμπόριο και η λειτουργία των τελωνείων, είναι σημαντικό η Ένωση να επιδιώξει τη σταδιακή εναρμόνιση των εθνικών καταλόγων απαγορεύσεων και περιορισμών. Επίσης, είναι σημαντικό να θεσπιστούν εναρμονισμένοι ορισμοί των νομικών όρων που χρησιμοποιούνται κατά τον καθορισμό των απαγορεύσεων και των περιορισμών, ώστε να αποφεύγονται οι αποκλίνουσες ερμηνείες από τα κράτη μέλη.
(11) Για να αυξηθεί η νομική σαφήνεια, θα πρέπει να τροποποιηθούν ορισμένοι κανόνες σχετικά με τις τελωνειακές αποφάσεις. Πρώτον, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η αρμόδια τελωνειακή αρχή για τη λήψη τελωνειακής απόφασης είναι η αρμόδια τελωνειακή αρχή του τόπου όπου είναι εγκατεστημένος ο αιτών, διότι η εγκατάσταση είναι η κύρια αρχή σύμφωνα με την οποία ορισμένοι οικονομικοί φορείς, υπό ορισμένους όρους και σε προκαθορισμένο χρονικό πλαίσιο, με την επιφύλαξη επανεξέτασης, μπορούν να επωφελούνται από τις απλουστεύσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό και να καταβάλλουν τελωνειακούς δασμούς στον τόπο εγκατάστασής τους. Δεύτερον, για λόγους πληρότητας και νομικής σαφήνειας, θα πρέπει επίσης να εισαχθεί η προθεσμία των 30 ημερών εντός της οποίας ο αιτών πρέπει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές εάν αυτές θεωρούν ότι η αίτηση για την έκδοση τελωνειακής απόφασης δεν περιέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες.
(12) Θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι συνέπειες της παράλειψης μιας τελωνειακής αρχής να λάβει απόφαση σχετικά με αίτηση εντός των καθορισμένων προθεσμιών. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστεί η αρχή ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η αίτηση θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο αρνητικής απόφασης και ότι ο αιτών μπορεί να ασκήσει προσφυγή, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες για τις τελωνειακές αποφάσεις.
(13) Όπως τονίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του αριθ. 4/2021 με τίτλο «Τελωνειακοί έλεγχοι: η ανεπαρκής εναρμόνιση βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ» και κατά την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, είναι επίσης επιθυμητό να αντιμετωπιστεί η έλλειψη ενιαίας παρακολούθησης για την εκπλήρωση των κριτηρίων και για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στις τελωνειακές αποφάσεις, μέσω ενίσχυσης των σχετικών διατάξεων. Αφενός, οι δικαιούχοι τελωνειακών αποφάσεων θα πρέπει όχι μόνο να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στη σχετική απόφαση, αλλά και να παρακολουθούν σε συνεχή βάση τη συμμόρφωσή τους και να προβλέπουν εσωτερική οργάνωση μέσω της οποίας αυτές οι δραστηριότητες αυτοπαρακολούθησης μπορούν να προλαμβάνουν, να μετριάζουν ή να διορθώνουν τυχόν σφάλματα στις τελωνειακές διαδικασίες τους. Αφετέρου, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν τακτικά την εφαρμογή των τελωνειακών αποφάσεων από τους δικαιούχους τέτοιων αποφάσεων, ιδίως όταν οι εν λόγω δικαιούχοι είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης για λιγότερο από τρία έτη και, ως εκ τούτου, είναι δυνητικά πιο πιθανό να προκαλέσουν κινδύνους, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο δικαιούχος συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην εν λόγω απόφαση. Όταν οι τελωνειακές αρχές αντιλαμβάνονται ότι ο δικαιούχος απόφασης δεν πληροί πλέον τα κριτήρια ή δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται σε μία τελωνειακή απόφαση, θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τα εν λόγω πρόσωπα επωφελούνται από ειδικό καθεστώς, όπως η ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα ή του αξιόπιστου και ελεγμένου (Trust and Check) συναλλασσομένου, και κατά συνέπεια απολαμβάνουν ορισμένες διευκολύνσεις στις τελωνειακές διαδικασίες. Επιπλέον, προκειμένου να ενισχυθεί η διαχείριση κινδύνων σε ενωσιακό επίπεδο, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να κοινοποιούν στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ όλες τις τελωνειακές αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν αίτησης και να την ενημερώνουν σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης, ώστε οι πληροφορίες αυτές να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς διαχείρισης κινδύνων.
(14) Εκτός από τις αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες («αποφάσεις ΔΔΠ») και τις αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες καταγωγής («αποφάσεις ΔΠΚ») που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές κατόπιν αίτησης και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες δασμολογητέας αξίας («αποφάσεις ΔΠΔ») εισήχθησαν στην τελωνειακή νομοθεσία μέσω του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/1072 της Επιτροπής (
8). Προς το συμφέρον των χρηστών της τελωνειακής νομοθεσίας, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν στην ίδια νομική πράξη οι κανόνες σχετικά με τα τρία αυτά είδη αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες.
(15) Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξέρχονται από αυτό θα πρέπει να καθοριστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια. Τα πρόσωπα που εκτελούν τακτικές τελωνειακές πράξεις θα πρέπει να εξακολουθήσουν να καταχωρούνται σε μητρώο των τελωνειακών αρχών που είναι αρμόδιες για τον τόπο εγκατάστασής τους. Μια ενιαία καταχώριση θα πρέπει να ισχύει για ολόκληρη την τελωνειακή ένωση, αλλά θα πρέπει να είναι επικαιροποιημένη. Ως εκ τούτου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν τις τελωνειακές αρχές σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή στα δεδομένα καταχώρισής τους. Τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξέρχονται από αυτό θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την ασφάλεια και την προστασία των κατοίκων της, καθώς και με τη νομοθεσία που αποσκοπεί στην πρόληψη των κινδύνων για την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, το περιβάλλον ή τους καταναλωτές, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
9) για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, η οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
10) για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων και ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
11) για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να καθοριστούν οι υποχρεώσεις του εισαγωγέα, ιδίως η υποχρέωση εγκατάστασης στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή. Οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να ακολουθούν τους υφιστάμενους κανόνες για τον διασαφιστή που πρέπει να είναι εγκατεστημένος στην Ένωση. Ομοίως, θα πρέπει να καθοριστούν οι υποχρεώσεις του εξαγωγέα.
(16) Όταν το πρόσωπο που προμηθεύει αγαθά στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων ή διευκολύνει εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών δηλώνει ότι ενεργεί ως εισαγωγέας, το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με την τελωνειακή νομοθεσία και τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές για τη διάθεση προϊόντων στην εσωτερική αγορά της Ένωσης.
(17) Οι οικονομικοί φορείς που πληρούν ορισμένα κριτήρια και όρους ώστε να θεωρούνται συμμορφούμενοι και αξιόπιστοι συναλλασσόμενοι από τις τελωνειακές αρχές μπορούν να λάβουν το καθεστώς εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και, ως εκ τούτου, να επωφεληθούν από διευκολύνσεις στις τελωνειακές διαδικασίες. Το καθεστώς εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, παρότι διασφαλίζει ότι οι συναλλασσόμενοι που διακινούν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Ένωσης είναι αξιόπιστοι, πάσχει από ορισμένες αδυναμίες που επισημάνθηκαν στην αξιολόγηση του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 και στα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες αυτές, ιδίως όσον αφορά τις αποκλίνουσες εθνικές πρακτικές και τις προκλήσεις σχετικά με την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων, οι σχετικοί κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να θεσπιστεί υποχρέωση των τελωνειακών αρχών να παρακολουθούν την εν λόγω συμμόρφωση τουλάχιστον κάθε τρία έτη.
(18) Οι αλλαγές στις τελωνειακές διαδικασίες και στον τρόπο λειτουργίας των τελωνειακών αρχών απαιτούν μια νέα εταιρική σχέση μεταξύ των τελωνειακών αρχών και των οικονομικών φορέων, συγκεκριμένα το καθεστώς αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων. Τα κριτήρια και οι όροι για να καταστεί αξιόπιστος και ελεγμένος ο συναλλασσόμενος θα πρέπει να έχουν ως βάση τα κριτήρια για το καθεστώς εγκεκριμένου οικονομικού φορέα αλλά θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι ο συναλλασσόμενος θεωρείται διαφανής για τις τελωνειακές αρχές. Είναι επομένως σκόπιμο να απαιτείται από τους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους να παρέχουν στις τελωνειακές αρχές πρόσβαση στα ηλεκτρονικά τους συστήματα, τα οποία τηρούν αρχεία σχετικά με τη συμμόρφωσή τους και τη διακίνηση των εμπορευμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι η πρόσβαση αυτή είναι αναλογική και απολύτως αναγκαία. Η διαφάνεια αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από ορισμένα οφέλη, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα παράδοσης των εμπορευμάτων για λογαριασμό των τελωνειακών αρχών χωρίς να χρειάζεται ενεργός παρέμβασή τους, εκτός αν απαιτείται έγκριση πριν από την παράδοση από τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, και τη δυνατότητα αναβολής της πληρωμής της τελωνειακής οφειλής. Η ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου δεν θα πρέπει να χορηγείται σε πρόσωπα που έχουν διαπράξει επανειλημμένες ή σοβαρές παραβάσεις της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
(19) Προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της τελωνειακής ένωσης και η συνεπής εφαρμογή του καθεστώτος του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί μηχανισμός που θα επιτρέπει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και στην Επιτροπή να παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις μη συμμόρφωσης από συναλλασσόμενο που έχει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα πρέπει να επιτρέπει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, να επαληθεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του καθεστώτος του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, ιδίως όταν ένα κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο συναλλασσόμενος έχει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τη συμμόρφωση του συναλλασσομένου. Ο εν λόγω μηχανισμός είναι απαραίτητος για την πρόληψη της παράνομης εφαρμογής του καθεστώτος του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου και για την αποτροπή της εισόδου από κερκόπορτα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Προκειμένου να αποφεύγονται διαφορές στην επιβολή, όταν το κράτος μέλος εγκατάστασης δεν ενεργεί εγκαίρως ή καταλλήλως, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να παρεμβαίνει μέσω εκτελεστικής πράξης βάσει της οποίας απαιτείται το εν λόγω κράτος μέλος να αναστείλει ή να ανακαλέσει το καθεστώς του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου.
(20) Η επιλογή λειτουργίας αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις θα πρέπει, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις σχετικά με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις και τις απλουστεύσεις, να παρέχει κίνητρα για τη χρήση χύδην ποσοτήτων αντί δεμάτων, καθιστώντας τη ροή μεμονωμένων δεμάτων πιο διαχειρίσιμη για τις τελωνειακές αρχές. Μια αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις θα πρέπει να επιτρέπει τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη στιγμή της πώλησης και της εξόδου από την αποθήκη, που σημαίνει ότι κατά τη στιγμή της εναπόθεσης των εμπορευμάτων στην αποθήκη τα εμπορεύματα πρέπει να πληρούν τους όρους που θα ίσχυαν για αυτά εάν είχαν διατεθεί στην αγορά της Ένωσης εκείνη τη στιγμή. Οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν εάν τα εμπορεύματα που μεταφέρονται σε χύδην ποσότητες συμμορφώνονται με τους κανόνες της Ένωσης σχετικά με τη σήμανση κατά τη στιγμή της εισόδου τους στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. Τέτοιες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμες μόνο για οικονομικούς φορείς που πληρούν τα κριτήρια αξιοπιστίας του καθεστώτος του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, ώστε να αποφεύγεται η κακή χρήση από μη αξιόπιστους οικονομικούς φορείς.
(21) Οι αλλαγές στις τελωνειακές διαδικασίες καθιστούν επίσης αναγκαία την αποσαφήνιση του ρόλου των τελωνειακών αντιπροσώπων. Τόσο η άμεση όσο και η έμμεση αντιπροσώπευση θα πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι δυνατές, αλλά θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο έμμεσος αντιπρόσωπος ενός εισαγωγέα ή ενός εξαγωγέα αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις του εν λόγω εισαγωγέα ή εξαγωγέα , δηλαδή όχι μόνο την υποχρέωση πληρωμής ή εγγύησης της τελωνειακής οφειλής, αλλά και τη συμμόρφωση με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές. Για τον λόγο αυτόν, οι τελωνειακοί αντιπρόσωποι πρέπει να είναι κάτοικοι του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης όπου εκπροσωπούν εισαγωγείς ή εξαγωγείς, ώστε να διασφαλίζεται η δέουσα λογοδοσία για τις χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές πτυχές των υποχρεώσεων των εισαγωγέων και των εξαγωγέων. Συνεπώς, η χρήση έμμεσου τελωνειακού αντιπροσώπου εγκατεστημένου στην Ένωση αποτελεί διαθέσιμη και αναλογική εναλλακτική λύση για τους εισαγωγείς και τους εξαγωγείς που δεν έχουν εμπορική παρουσία στην Ένωση. Επιπλέον, οι τελωνειακοί αντιπρόσωποι που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Ένωση όταν εκπροσωπούν πρόσωπα τα οποία δεν απαιτείται να είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
(22) Οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση
2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (
12), έχουν ζωτικό ρόλο στο εξωτερικό εμπόριο της Ένωσης, αλλά συχνά αντιμετωπίζουν αναλογικά μεγαλύτερο διοικητικό φόρτο και φόρτο συμμόρφωσης κατά την εκπλήρωση των τελωνειακών απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάστασή τους και να στηριχθούν μέτρα που διευκολύνουν τη συμμόρφωσή τους, μεταξύ άλλων μέσω απλουστευμένων διαδικασιών, σαφούς καθοδήγησης και προσβάσιμης τελωνειακής αντιπροσώπευσης. Θα πρέπει να εγκριθούν κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό τη στήριξη των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με αναγνώριση των μοναδικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω επιχειρήσεις, και παράλληλα να διατηρούνται η ακεραιότητα και η ασφάλεια των διαδικασιών εξωτερικού εμπορίου κατά την εφαρμογή της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσόμενου. Θα πρέπει να καταβάλλονται συνεχείς προσπάθειες με στόχο την απλούστευση και την ευκολότερη προσβασιμότητα των διαδικασιών για τις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ώστε να διασφαλιστεί ότι διευκολύνεται και προωθείται ο ζωτικός τους ρόλος στο εξωτερικό εμπόριο της Ένωσης.
(23) Για να διασφαλιστεί ενιαίο επίπεδο ψηφιοποίησης και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και για να διευκολυνθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να δημιουργηθεί τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ ως σύνολο κεντρικών, ασφαλών και κυβερνοανθεκτικών ηλεκτρονικών υπηρεσιών και συστημάτων για τελωνειακούς σκοπούς. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να καθιστά εφικτή την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, όπως: τελωνειακές διατυπώσεις· τελωνειακούς ελέγχους· υπολογισμό και κοινοποίηση της τελωνειακής οφειλής, του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης, του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του ΦΠΑ· διαχείριση εγγυήσεων· και τελωνειακή παρακολούθηση των εμπορευμάτων. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην εφαρμογή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές. Θα πρέπει να διασφαλίζει την ποιότητα, την ακεραιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τη μη άρνηση αναγνώρισης των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία σε αυτόν, ώστε ούτε ο αποστολέας ούτε ο παραλήπτης να μπορούν αργότερα να αμφισβητήσουν την ύπαρξη της ανταλλαγής δεδομένων. Η επεξεργασία δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους σχετικούς κανόνες για την κυβερνοασφάλεια και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Επιτροπή και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σε συνεργασία με τα κράτη μέλη θα πρέπει να σχεδιάσουν από κοινού τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναλάβει το καθήκον της ανάπτυξης, της λειτουργίας και της συντήρησης του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ και θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτει το εν λόγω καθήκον στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
(24) Λαμβανομένου υπόψη του ρόλου του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία στην Ένωση για τελωνειακούς σκοπούς, κάτι που συνιστά δημόσιο συμφέρον και μπορεί να θεωρηθεί θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας, είναι αναγκαίο να προστατεύονται τα δεδομένα που διαχειρίζεται ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων ευαίσθητων δεδομένων που σχετίζονται με τη ροή των εμπορευμάτων και την εφαρμογή του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου, από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και κάθε άλλη απειλή για την ακεραιότητα και την ασφάλεια των εν λόγω δεδομένων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να υπόκεινται οι υποδομές και οι υπηρεσίες μέσω των οποίων λειτουργεί ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ σε ορισμένες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της αυτοδυναμίας της Ένωσης εν προκειμένω. Η τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων θα πρέπει να καταδεικνύεται μέσω αποδεικτικών στοιχείων και, στην περίπτωση των κρίσιμων υπηρεσιών, είναι σημαντικό τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία να συμπληρώνονται από έλεγχο ασφάλειας φυσικών και νομικών προσώπων, όπως προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να σχεδιαστεί, στο μέτρο του δυνατού, με τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγονται καταστάσεις εγκλωβισμού σε συγκεκριμένο πάροχο.
(25) Προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπιστία, η διαλειτουργικότητα και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, είναι σημαντικό η ανάπτυξη και η συντήρησή του να τηρούν τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα της μηχανικής λογισμικού, των δοκιμών συστημάτων, της πιλοτικής εφαρμογής και των διαδικασιών αποδοχής. Αυτό περιλαμβάνει ολοκληρωμένες δοκιμές εντός και εκτός λειτουργίας, δομημένες πιλοτικές φάσεις με τη συμμετοχή αντιπροσωπευτικών συμφεροντούχων και σαφώς καθορισμένα κριτήρια αποδοχής για την επικύρωση των επιδόσεων, της συμμόρφωσης και της ασφάλειας. Στόχος των μέτρων αυτών είναι να διασφαλίσουν ότι το σύστημα μπορεί να στηρίξει εναρμονισμένες τελωνειακές διατυπώσεις σε ολόκληρη την Ένωση και πληροί τις επιχειρησιακές απαιτήσεις τόσο των κρατών μελών όσο και των οικονομικών φορέων.
(26) Οι δραστηριότητες υλοποίησης του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της αδιάλειπτης διαθεσιμότητας και λειτουργίας του, ακόμη και σε περίπτωση σοβαρής κρίσης. Τα μέτρα επιχειρησιακής συνέχειας θα πρέπει να περιλαμβάνουν, ειδικότερα, εφεδρείες, μηχανισμούς εναλλακτικής σύνδεσης ή εφεδρείας και πρωτόκολλα ανάκτησης δεδομένων, καθώς και διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας ή βλάβης του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ. Όταν ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ βασίζεται σε υλική υποδομή, θα πρέπει να εξετάζονται εφεδρικές λύσεις σε γεωγραφικά διάσπαρτες τοποθεσίες, ώστε να εξασφαλίζεται η επιχειρησιακή συνέχεια σε περίπτωση βλάβης μίας εγκατάστασης.
(27) Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ αποσκοπεί στην αντικατάσταση των υφιστάμενων ηλεκτρονικών συστημάτων που έχουν αναπτυχθεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, ορισμένα από τα οποία τελούν υπό σταδιακή κατάργηση κατά την πορεία της μετάβασης. Τα εν λόγω υφιστάμενα εθνικά ηλεκτρονικά συστήματα δεν θα τεθούν εκ νέου σε λειτουργία σε περίπτωση που οι λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ δεν είναι διαθέσιμες εντός των καθορισμένων προθεσμιών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθεί προσωρινή λύση για μια τέτοια περίπτωση. Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (
13), είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η αυτοματοποιημένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ οικονομικών φορέων, τελωνειακών αρχών και άλλων συμφεροντούχων μέσω και από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ δεν αποκλείει την ευθύνη των εν λόγω αρχών ή των εν λόγω οικονομικών φορέων σε σχέση με τις σχετικές τελωνειακές διαδικασίες. Ακόμη και όταν η συμμετοχή μιας τελωνειακής αρχής στη λήψη ενός μέτρου περιορίζεται στην ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, θα πρέπει να θεωρείται ότι το εν λόγω μέτρο λαμβάνεται από την εν λόγω αρχή, σαν ο κόμβος τελωνειακών δεδομένων της ΕΕ να ενεργούσε εξ ονόματός της.
(28) Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να καθιστά δυνατή την ανταλλαγή δεδομένων με άλλα συστήματα, πλατφόρμες ή περιβάλλοντα με σκοπό την αύξηση της ποιότητας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από τα τελωνεία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και με σκοπό την ανταλλαγή σχετικών τελωνειακών δεδομένων με άλλες αρχές, ούτως ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/903 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
14) και την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 2017, με τίτλο «Ευρωπαϊκό πλαίσιο διαλειτουργικότητας – Στρατηγική εφαρμογής», ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να προωθεί τη διασυνοριακή και διατομεακή διαλειτουργικότητα στην Ευρώπη. Θα πρέπει να αξιοποιεί τις δυνατότητες των υφιστάμενων πηγών πληροφοριών κινδύνου που είναι διαθέσιμες σε ενωσιακό επίπεδο, όπως τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF) και για τα μη εδώδιμα προϊόντα (Safety Gate), το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για την εποπτεία της αγοράς (ICSMS) και η πύλη για την επιβολή των ΔΔΙ. Θα πρέπει να στηρίζει την ανάπτυξη στρατηγικής και επιχειρησιακής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων της ανταλλαγής πληροφοριών και της διαλειτουργικότητας, μεταξύ τελωνείων και άλλων αρχών, φορέων και υπηρεσιών, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους. Επιπλέον, ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να παρέχει ευρύ φάσμα προηγμένων αναλύσεων δεδομένων, μεταξύ άλλων και μέσω της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης. Η εν λόγω ανάλυση δεδομένων θα πρέπει να διευκολύνει την ανάλυση κινδύνου, την οικονομική ανάλυση και την προγνωστική ανάλυση με σκοπό την πρόβλεψη δυνητικών κινδύνων σε σχέση με αποστολές που εισέρχονται στην Ένωση ή διακινούνται από αυτήν.
(29) Για τη διασφάλιση καλύτερης επιτήρησης των ροών του εμπορίου και εξορθολογισμένης μεθόδου συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές εκτός των τελωνειακών αρχών, ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιεί το πλαίσιο συνεργασίας του περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της ΕΕ για τα τελωνεία και, όταν το εν λόγω πλαίσιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να προσφέρει στις εν λόγω άλλες αρμόδιες αρχές ειδική υπηρεσία μέσω της οποίας θα μπορούν να λαμβάνουν τα σχετικά δεδομένα, να παρέχουν πληροφορίες και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις τελωνειακές αρχές και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις τομεακές απαιτήσεις. Αυτή η συγκεκριμένη υπηρεσία θα είναι απαραίτητη σε περίπτωση που οι άλλες αρμόδιες αρχές δεν διαθέτουν ηλεκτρονικό σύστημα που θα μπορούσε να συνδεθεί με τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
(30) Προκειμένου να δοκιμαστούν οι λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ πριν από την έναρξη λειτουργίας του για όλους τους οικονομικούς φορείς, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους ή τη σχετική τελωνειακή διαδικασία, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην Επιτροπή να αποφασίσει τη θέσπιση πιλοτικής φάσης εθελοντικά. Μια τέτοια πιλοτική άσκηση θα θέσει υπό δοκιμή την εφαρμογή ορισμένων διαδικασιών και λειτουργιών σε εθελοντική βάση χωρίς νομική υποχρέωση. Για λόγους διαφάνειας και παροχής πληροφοριών στους ενδιαφερόμενους συμφεροντούχους, είναι σημαντικό να δημοσιοποιεί η Επιτροπή τον σχεδιασμό, την οργάνωση και τη διάρκεια της εν λόγω πιλοτικής φάσης, καθώς και τις λειτουργίες που πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή και υπό δοκιμή.
(31) Οι αρχές, οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές και οι κάτοικοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αναφέρουν εμπορεύματα που πρόκειται να εισαχθούν ή να εξαχθούν από την Ένωση και τα οποία δεν συμμορφώνονται με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές. Οι πληροφορίες που θα αναφέρονται για τα εν λόγω εμπορεύματα θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαχείρισης κινδύνων.
(32) Παράλληλα με τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις δικές τους εφαρμογές για τη χρήση δεδομένων από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εφαρμογές τους συμμορφώνονται με την οδηγία
(ΕΕ) 2022/2555 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
15), ιδίως όσον αφορά τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας. Για να μειωθεί ο χρόνος διάθεσης στην αγορά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτουν στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ τα οικονομικά και την εντολή ανάπτυξης των εν λόγω εφαρμογών. Στις περιπτώσεις αυτές, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει τις εφαρμογές προς όφελος όλων των κρατών μελών. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη δημιουργία εφαρμογών κώδικα ανοικτής πηγής που θα αποτρέπουν τον εγκλωβισμό σε συγκεκριμένο πάροχο σύμφωνα με το πλαίσιο κοινής και περαιτέρω χρήσης για λύσεις ΤΠ.
(33) Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να καθιστά δυνατή τη ροή των δεδομένων. Οι χρήστες θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβιβάζουν και να επεξεργάζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ όλα τα σχετικά δεδομένα που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει της τελωνειακής νομοθεσίας. Τα εν λόγω δεδομένα θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία σε ενωσιακό επίπεδο και να εμπλουτίζονται με ανάλυση κινδύνου στο ίδιο επίπεδο. Τα δεδομένα που προκύπτουν θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών, οι οποίες θα τα επεξεργάζονται ακολούθως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Τέλος, το αποτέλεσμα των ελέγχων που διενεργήθηκαν μετά την επεξεργασία δεδομένων από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να αναφέρεται στον εν λόγω κόμβο δεδομένων. Είναι σημαντικό να καθιστά ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ δυνατή την επεξεργασία των δεδομένων που είναι διαθέσιμα σε αυτόν με ελάχιστη καθυστέρηση.
(34) Τα δεδομένα που υποβάλλονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ είναι σε μεγάλο βαθμό δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υποβάλλουν οι οικονομικοί φορείς σχετικά με τα εμπορεύματα τα οποία συναλλάσσονται. Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά θα μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως τα ονόματα των φυσικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό οικονομικού φορέα ή αρχής. Για να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και οι εμπορικές πληροφορίες προστατεύονται εξίσου, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες πρόσβασης, κανόνες εμπιστευτικότητας και όροι για τη χρήση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ. Ειδικότερα, θα πρέπει να καθοριστεί ποιες οντότητες είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση ή να επεξεργάζονται δεδομένα που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, επιπλέον των εμπλεκόμενων προσώπων, της Επιτροπής, των τελωνειακών αρχών και της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, με εξισορρόπηση των αναγκών των εν λόγω οντοτήτων με την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα που συλλέγονται για τελωνειακούς σκοπούς χρησιμοποιούνται για επιπρόσθετους σκοπούς μόνο στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό.
(35) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή, συγκεκριμένα δεδομένα των οποίων η γνωστοποίηση θα έβλαπτε τα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειάς τους, τα οποία θα πρέπει να επισημαίνονται τεχνικά εντός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ κατά τέτοιον τρόπο ώστε κάθε περαιτέρω επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων να περιορίζεται στις αρμόδιες αρχές του εμπλεκόμενου κράτους μέλους, εκτός εάν οι εν λόγω αρχές επιτρέψουν ρητά την περαιτέρω επεξεργασία. Το πρόσωπο που διαβιβάζει τα δεδομένα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να καθορίζει με σαφήνεια τους περιορισμούς επεξεργασίας των δεδομένων αυτών που μπορούν να συνδεθούν με τις συγκεκριμένες αλυσίδες εφοδιασμού ή τις κατηγορίες δεδομένων. Προκειμένου να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, το εμπλεκόμενο κράτος μέλος θα πρέπει να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα συγκεκριμένα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειας που διακυβεύονται και να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι τα εν λόγω συμφέροντα δεν θα μπορούσαν να προστατευθούν επαρκώς βάσει του γενικού πλαισίου διατάξεων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων στο πλαίσιο του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
(36) Με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων, ιδίως τους κανόνες για τα ευαίσθητα τελωνειακά δεδομένα και τα εμπορικά ευαίσθητα δεδομένα, τα συγκεντρωτικά μη εμπιστευτικά, μη προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά μη ευαίσθητα τελωνειακά δεδομένα θα μπορούσαν να τίθενται στη διάθεση τρίτων για συγκεκριμένους σκοπούς κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος.
(37) Για να διασφαλιστεί ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) μπορεί να ασκεί τις εξουσίες της στον τομέα των ερευνών σε σχέση με δόλιες δραστηριότητες που θίγουν τα συμφέροντα της Ένωσης, είναι σκόπιμο να έχει πρόσβαση σε δεδομένα από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, που είναι πολύ παρόμοια με την πρόσβαση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η OLAF θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα σύμφωνα με τους όρους που αφορούν την προστασία των δεδομένων και καθορίζονται στη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
16) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου (
17).
(38) Ομοίως, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει το δικαίωμα, κατόπιν αιτήματος, να λαμβάνει δεδομένα από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ , προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορεί να διεξάγει τις έρευνές της επί θεμάτων τελωνειακού χαρακτήρα.
(39) Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) θα πρέπει να μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να λαμβάνει δεδομένα που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, προκειμένου να εκτελεί τα καθήκοντά του, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
18). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) θα πρέπει να μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να λαμβάνει δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
(40) Για τη διατήρηση των λειτουργιών που εκτελούνται στα εθνικά συστήματα ΤΠ των κρατών μελών, οι φορολογικές αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επεξεργάζονται δεδομένα απευθείας στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Ως εκ τούτου, οι αρχές που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
19) και οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της αγοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει να διαθέτουν τις κατάλληλες υπηρεσίες και τα κατάλληλα εργαλεία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τα σχετικά τελωνειακά δεδομένα για να συμβάλλουν στην επιβολή της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας και για τη συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εισόδου μη συμμορφούμενων προϊόντων στην Ένωση.
(41) Σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (
20), η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές πρέπει να γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 22 και το άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα που θα μπορούσαν να διακυβεύσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα οποιασδήποτε ποινικής έρευνας για τα ίδια πραγματικά περιστατικά που διεξάγεται από την αρμόδια εθνική δικαστική αρχή ή αρχή επιβολής του νόμου ή από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
(42) Οι κανόνες και οι διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και την ανταλλαγή πληροφοριών δεν θα πρέπει να επηρεάζουν το τελωνειακό σύστημα πληροφοριών (ΤΣΠ) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97 και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο της επίγνωσης κατάστασης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
21).
(43) Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει κανόνες εφαρμογής με τους οποίους θα καθορίζονται λεπτομερείς κανόνες για την πρόσβαση των εμπλεκόμενων αρχών στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, αφού αξιολογήσει τις υφιστάμενες διασφαλίσεις που έχει θεσπίσει κάθε αρχή ή κατηγορία αρχών για τη διασφάλιση της ορθής επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων.
(44) Είναι σκόπιμο η αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ να έχει μέγιστη περίοδο 10 ετών. Η περίοδος αυτή δικαιολογείται υπό το πρίσμα της δυνατότητας των τελωνειακών αρχών να κοινοποιούν την τελωνειακή οφειλή έως και 10 έτη μετά τη λήψη των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με μια αποστολή, καθώς και να διασφαλίζουν ότι η Επιτροπή, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, η OLAF, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι τελωνειακές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ με τις πληροφορίες που αποθηκεύονται σε άλλα συστήματα και ανταλλάσσονται με αυτά. Επιπλέον, η εν λόγω περίοδος θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με την περίοδο αποθήκευσης που απαιτείται από τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, όταν η εν λόγω νομοθεσία είναι σχετική με τους τελωνειακούς ελέγχους. Είναι επίσης σκόπιμο, όταν απαιτούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών, ερευνών και ελέγχων μετά τον εκτελωνισμό, η περίοδος διατήρησης να αναστέλλεται ώστε να αποφεύγεται η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συνεπώς να μην είναι δυνατή η χρήση τους για τους σκοπούς αυτούς.
(45) Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τον περιορισμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο οι τελωνειακές αρχές, η Επιτροπή ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να είναι σε θέση να περιορίζουν το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων, όταν είναι αναγκαίο, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν τίθενται σε κίνδυνο οι δραστηριότητες επιβολής, η ανάλυση κινδύνου και οι τελωνειακοί έλεγχοι. Επιπλέον, οι εν λόγω περιορισμοί θα μπορούν επίσης να εφαρμόζονται όταν είναι αναγκαίο για την προστασία δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών ύστερα από δραστηριότητες επιβολής. Οι εν λόγω περιορισμοί θα πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως σε σχέση με τις δραστηριότητες και τα προνόμια των τελωνειακών αρχών, της Επιτροπής ή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και να περιορίζονται στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διατήρηση των εν λόγω προνομίων.
(46) Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679 (
22) ή, (ΕΕ) 2018/1725 (
23) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
24), εντός του αντίστοιχου πεδίου εφαρμογής τους. Κάθε αρχή ή φορέας εκτός των τελωνειακών αρχών, της Επιτροπής και της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ πρέπει να θεωρείται υπεύθυνος επεξεργασίας σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες.
(47) Για να διασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα και η ανταλλαγή δεδομένων με ορισμένα άλλα ενωσιακά μη τελωνειακά συστήματα και όσον αφορά τις τελωνειακές διατυπώσεις που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
25), ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να ενσωματώσει το σύστημα ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πιστοποιητικών (EU-CWS-CERTEX) που θεσπίστηκε με τον εν λόγω κανονισμό. Έως ότου ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ ενσωματώσει πλήρως το EU-CWS-CERTEX, ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να εκτελεί τον επιχειρησιακό και τεχνικό μετασχηματισμό των δεδομένων, ώστε να καθίσταται δυνατή η ανταλλαγή δεδομένων μέσω του EU-CWS-CERTEX.
(48) Θα πρέπει να καθοριστούν απαιτήσεις αναφορικά με τα δεδομένα προκειμένου να παρέχεται κοινή καθοδήγηση στους οικονομικούς φορείς σχετικά με τα δεδομένα που χρειάζονται για την εκπλήρωση των σκοπών τους, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα αποτελεί μοναδικό σημείο εισόδου για τα εν λόγω δεδομένα και, επομένως, οι κανόνες για τη μορφοποίηση και την κωδικοποίηση των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να καθοριστούν στις τεχνικές προδιαγραφές για τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, οι οποίες αποτελούν ένα πιο ευέλικτο μέσο από τους νομικούς κανόνες. Ωστόσο, είναι απαραίτητο ένα εναρμονισμένο μοντέλο τελωνειακών δεδομένων με απαιτήσεις ως προς τα σημασιολογικά δεδομένα.
(49) Το ενωσιακό επίπεδο διαχείρισης τελωνειακών κινδύνων έχει θεμελιώδη σημασία για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων στα κράτη μέλη. Επί του παρόντος υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων που περιλαμβάνει τη δυνατότητα προσδιορισμού κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου στο πεδίο του χρηματοοικονομικού κινδύνου για τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων, αλλά παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις. Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εναρμονισμένης εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων και εναρμονισμένης διαχείρισης κινδύνων που βλάπτει τα οικονομικά και μη οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και των κρατών μελών, είναι σκόπιμο να αναθεωρηθούν οι κανόνες σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων, για τη θέσπιση μιας πιο σταθερής προσέγγισης διαχείρισης κινδύνων για την αντιμετώπιση τόσο των χρηματοοικονομικών όσο και των μη χρηματοοικονομικών κινδύνων. Εν προκειμένω περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προκλήσεων όσον αφορά τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που εντόπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να περιγραφούν οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στη διαχείριση των τελωνειακών κινδύνων, στο πλαίσιο κυκλικής προσέγγισης. Είναι επίσης σημαντικό να προσδιοριστούν οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών. Ακόμα, είναι σημαντικό να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να καθορίζει κοινούς τομείς ελέγχων προτεραιότητας και κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου, καθώς και να προσδιορίζει συγκεκριμένους τομείς στο πεδίο της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές και οι οποίοι χρήζουν προτεραιότητας για κοινή διαχείριση κινδύνων και ελέγχους, χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια.
(50) Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνων σε ενωσιακό επίπεδο, καθώς και διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της συλλογής σε ενωσιακό επίπεδο ολοκληρωμένων δεδομένων σχετικών με τη διαχείριση κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων και της αξιολόγησης όλων των ελέγχων. Η κοινή ανάλυση κινδύνου και η έκδοση των αντίστοιχων συστάσεων ελέγχου της Ένωσης προς τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να προβλέπονται. Σύμφωνα με την αρχή «συμμόρφωση ή αιτιολόγηση», θα πρέπει να ακολουθούνται οι εν λόγω συστάσεις ελέγχου ή να γνωστοποιούνται επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους δεν ακολουθούνται. Θα πρέπει επίσης να προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης εντολής σύμφωνα με την οποία τα εμπορεύματα που προορίζονται για την Ένωση δεν θα φορτώνονται ούτε θα μεταφέρονται. Η ανάλυση των κινδύνων και των απειλών σε επίπεδο Ένωσης θα πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα που επικαιροποιούνται συνεχώς σε επίπεδο Ένωσης και θα πρέπει να προσδιορίζει τα μέτρα και τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται στα συνοριακά σημεία διέλευσης κατά την είσοδο στο έδαφος της Ένωσης και την έξοδο από αυτό.
(51) Στο πλαίσιο της συνεργασίας με τις αρχές επιβολής του νόμου και τις αρχές ασφάλειας ειδικότερα, η διαχείριση κινδύνων σε επίπεδο Ένωσης θα πρέπει, ει δυνατόν, να συμβάλλει σε στρατηγικές αναλύσεις και εκτιμήσεις απειλών που διενεργούνται σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διενεργούνται από την Ευρωπόλ και τον Frontex, ώστε να συμβάλει στην αποδοτική και αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος. Η παράβαση της τελωνειακής και λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να έχει αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των εισαγωγέων, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγέων για εξ αποστάσεως πωλήσεις ή των εξαγωγέων.
(52) Η διαδικασία υπαγωγής των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς πρέπει να επανεξεταστεί ώστε να αντικατοπτρίζει τους νέους ρόλους και αρμοδιότητες των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό το καθεστώς. Ως εκ τούτου, την ευθύνη για την παροχή των πληροφοριών στις τελωνειακές αρχές φέρει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τα εμπορεύματα, δηλαδή ο εισαγωγέας, ο εξαγωγέας ή ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης, και όχι ο διασαφιστής. Το υπεύθυνο πρόσωπο θα πρέπει να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμα τα δεδομένα στο τελωνείο μόλις αυτά είναι διαθέσιμα και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, ώστε να μπορούν οι τελωνειακές αρχές να διενεργούν ανάλυση κινδύνου και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα.
(53) Ωστόσο, στην περίπτωση του ηλεκτρονικού εμπορίου, και λαμβανομένου υπόψη του μεγαλύτερου όγκου συναλλαγών μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου, είναι σκόπιμο τα πρόσωπα που κάνουν χρήση του ειδικού καθεστώτος που προβλέπεται στον τίτλο XII κεφάλαιο 6 τμήμα 4 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ («ειδικό καθεστώς της μονοαπευθυντικής θυρίδας εισαγωγών» ή «καθεστώς IOSS») να παρέχουν στοιχεία σχετικά με τις πωλήσεις αγαθών που πρόκειται να εισαχθούν το αργότερο την επομένη της αποδοχής της πληρωμής.
(54) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να εξουσιοδοτούν τους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους να συμπληρώνουν τα δεδομένα σχετικά με τα παραδοθέντα εμπορεύματά τους σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένου ότι οι εν λόγω συναλλασσόμενοι ανταλλάσσουν συνεχώς δεδομένα σχετικά με τις συναλλαγές τους με τα τελωνεία και μπορούν να θεωρούνται άξιοι εμπιστοσύνης. Τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσαν να συνδέονται με τα υποστηρικτικά έγγραφα ή με την αδυναμία καθορισμού της τελικής δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων κατά τη στιγμή της παράδοσης.
(55) Για να απλουστευθεί η τελωνειακή διαδικασία για την είσοδο των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με παράλληλη διασφάλιση ότι υπάρχει ένα και μόνο πρόσωπο υπεύθυνο για τα εν λόγω εμπορεύματα, διάφοροι φορείς στην εφοδιαστική αλυσίδα θα πρέπει να παρέχουν το μέρος των σχετικών πληροφοριών για τα εν λόγω εμπορεύματα που τους αναλογεί και να το συνδέουν με συγκεκριμένη αποστολή. Τα εμπορεύματα θα πρέπει να εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης μόνον εάν υπάρχει εισαγωγέας ή έμμεσος αντιπρόσωπος που ενεργεί για λογαριασμό του εισαγωγέα, που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση και ο οποίος αναλαμβάνει την ευθύνη για τα εν λόγω εμπορεύματα. Ο εισαγωγέας ή ο έμμεσος αντιπρόσωπος που ενεργεί για λογαριασμό του εισαγωγέα θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα στο τελωνείο, καθώς και με το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο θα πρέπει να υπαχθούν, και θα πρέπει να το κάνει το νωρίτερο δυνατόν και, ει δυνατόν, πριν από την φυσική άφιξη των εμπορευμάτων. Ο πάροχος υπηρεσιών ή ο εκτελωνιστής θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει πληροφορίες εξ ονόματος του εισαγωγέα και για λογαριασμό του, αλλά ο εισαγωγέας παραμένει υπεύθυνος για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των εμπορευμάτων με τους χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους. Οι μεταφορείς που πράγματι μεταφέρουν τα εμπορεύματα θα πρέπει επίσης να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα πριν από τη φόρτωση ή την άφιξή τους («εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία») και να συνδέουν τις πληροφορίες τους με τις πληροφορίες του εισαγωγέα, όταν αυτές έχουν υποβληθεί προηγουμένως, χωρίς απαραίτητα να έχουν πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που έχει παράσχει ο εισαγωγέας. Επιπλέον, για να καλυφθούν οι πιο σύνθετες εφοδιαστικές αλυσίδες και τα δίκτυα μεταφορών, θα πρέπει να μπορεί να ζητηθεί από συγκεκριμένα άλλα πρόσωπα να συμπληρώσουν τις πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα που πρόκειται να μεταφερθούν εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Ο εισαγωγέας, ο μεταφορέας ή κάθε άλλο πρόσωπο που υποβάλλει πληροφορίες στο τελωνείο θα πρέπει να υποχρεούται να τις τροποποιήσει όταν γνωρίζει ότι οι πληροφορίες δεν είναι πλέον ορθές, αλλά προτού οι τελωνειακές αρχές εντοπίσουν παρατυπίες τις οποίες σκοπεύουν να ελέγξουν.
(56) Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης θα πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση από τη στιγμή που ο μεταφορέας γνωστοποιεί την άφιξή τους έως την υπαγωγή τους σε τελωνειακό καθεστώς, εκτός αν έχουν ήδη υπαχθεί σε καθεστώς διαμετακόμισης. Για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη τελωνειακή επιτήρηση, η κατάσταση αυτή θα πρέπει να περιορίζεται χρονικά και να μην υπερβαίνει τις 90 ημέρες, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις.
(57) Είναι αναγκαίο να διατηρηθούν οι κανόνες που καθορίζουν αν τα εμπορεύματα είναι ενωσιακά ή μη ενωσιακά και αν ο χαρακτήρας των ενωσιακών εμπορευμάτων μπορεί να τεκμαίρεται ή πρέπει να αποδειχθεί, ιδίως όταν τα εμπορεύματα εγκαταλείπουν προσωρινά το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
(58) Μόλις οι τελωνειακές αρχές λάβουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη σχετική διαδικασία, βάσει ανάλυσης κινδύνου, θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα διενεργήσουν περαιτέρω ελέγχους στα εμπορεύματα, αν θα τα παραδώσουν, αν θα αρνηθούν ή θα αναστείλουν τη χορήγηση άδειας παράδοσής τους ή αν θα επιτρέψουν τη λήξη της προθεσμίας, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα έχουν παραδοθεί. Οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν την απόφαση αυτή σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές, όταν απαιτείται. Κατά συνέπεια, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να αρνούνται τη χορήγηση άδειας παράδοσης των εμπορευμάτων όταν διαθέτουν αποδεικτικά στοιχεία ότι τα εμπορεύματα δεν συμμορφώνονται με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις. Ο προσδιορισμός επανειλημμένης συστηματικής παράβασης σε σχέση με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις από οικονομικό φορέα θα πρέπει να συνιστά τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών για όλα τα εμπορεύματα των οποίων η άφιξη γνωστοποιείται για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία από τον εν λόγω οικονομικό φορέα. Όταν οι τελωνειακές αρχές πρέπει να διαβουλεύονται με άλλες αρμόδιες αρχές για να διαπιστώσουν αν τα εμπορεύματα συμμορφώνονται ή όχι με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις, θα πρέπει να αναστέλλουν την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων τουλάχιστον έως ότου πραγματοποιηθεί η σχετική διαβούλευση. Στις περιπτώσεις αυτές, η επακόλουθη απόφαση των τελωνειακών αρχών σχετικά με τα εμπορεύματα θα πρέπει να εξαρτάται από την απάντηση των άλλων αρμόδιων αρχών. Για να μην παρεμποδίζονται τόσο οι συναλλασσόμενοι όσο και οι αρχές σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται κάποιο χρονικό διάστημα για την εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με τη συμμόρφωση, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παραδίδουν τα εμπορεύματα υπό τον όρο ότι ο συναλλασσόμενος θα συνεχίσει να τις ενημερώνει σχετικά με τον τόπο στον οποίο βρίσκονται τα εμπορεύματα.
(59) Προκειμένου να παρέχεται ασφάλεια δικαίου στους συναλλασσομένους που έχουν παράσχει έγκαιρα τις πληροφορίες χωρίς να υποχρεώνουν τις τελωνειακές αρχές να αντιδρούν σε κάθε αποστολή, τα εμπορεύματα που δεν έχουν επιλεγεί για έλεγχο ύστερα από εύλογο διάστημα θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν παραδοθεί. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να καθορίζει αυτή την περίοδο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, προσαρμόζοντάς την, όταν απαιτείται, στο είδος της διακίνησης ή στο είδος του σχετικού συνοριακού σημείου διέλευσης.
(60) Δεδομένου ότι οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θεωρούνται άξιοι εμπιστοσύνης και παρέχουν στα τελωνεία, όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό, δεδομένα σχετικά με τη διακίνηση των εμπορευμάτων και τη συμμόρφωση, καθώς και πλήρη πρόσβαση στα συστήματα, τα αρχεία και τις πράξεις τους, οι εν λόγω συναλλασσόμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να παραδίδουν τα εμπορεύματά τους υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών χωρίς να περιμένουν την παρέμβασή τους. Αντιστοίχως, οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να παραδίδουν αυτά τα εμπορεύματα κατά την παραλαβή τους στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εισαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του παραλήπτη ή κατά την αποστολή από τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εξαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του αποστολέα. Δεδομένου ότι οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι οφείλουν να λειτουργούν με διαφάνεια, κάθε άφιξη και παράδοση θα πρέπει να καταγράφεται δεόντως στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θα πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν τις τελωνειακές αρχές όταν προκύπτει πρόβλημα, ώστε οι εν λόγω αρχές να μπορούν να λάβουν την τελική απόφαση σχετικά με την παράδοση των εμπορευμάτων. Όταν τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων είναι αρκετά ισχυρά, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές, να επιτρέπουν στους εν λόγω συναλλασσομένους να διενεργούν μόνοι τους ορισμένους ελέγχους. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα ελέγχου των εμπορευμάτων ανά πάσα στιγμή.
(61) Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν μέτρα για τη ρύθμιση της μετάβασης από ένα σύστημα που βασίζεται στις τελωνειακές διασαφήσεις σε ένα σύστημα που βασίζεται στην παροχή ή τη διάθεση πληροφοριών στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν τελωνειακές διασαφήσεις για να δηλώνουν την πρόθεσή τους να υπάγουν εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Ωστόσο, μόλις καταστούν διαθέσιμες οι δυνατότητες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν ή να καθιστούν διαθέσιμες πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, και οι τελωνειακές αρχές δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπουν σε οποιονδήποτε οικονομικό φορέα να υποβάλλει αιτήσεις για απλουστεύσεις σε σχέση με την τελωνειακή διασάφηση. Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, όλες οι άδειες θα πρέπει να παύσουν να ισχύουν, καθώς οι τελωνειακές διασαφήσεις δεν θα υπάρχουν πλέον. Όσον αφορά τις εξ αποστάσεως πωλήσεις εμπορευμάτων, η μεταβατική περίοδος για την υποβολή τελωνειακών διασαφήσεων θα πρέπει να περιοριστεί έως ότου καταστούν διαθέσιμες οι δυνατότητες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ για την επεξεργασία των σχετικών δεδομένων για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις.
(62) Ο ακριβής προσδιορισμός του προσώπου που ενεργεί ως «εισαγωγέας» εξαρτάται από το στάδιο και τη φύση της εν λόγω τελωνειακής διαδικασίας. Θα πρέπει να υπάρχει μόνο ένας εισαγωγέας κάθε φορά.
(63) Στην περίπτωση των εξ αποστάσεως πωλήσεων, θεωρείται ότι το πρόσωπο που προμηθεύει αγαθά στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων ή διευκολύνει τις εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών είναι το πρόσωπο που καθορίζει ότι τα εμπορεύματα από τρίτη χώρα πρέπει να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, διότι είναι αυτοί που καθορίζουν την αλυσίδα εφοδιασμού και ευθύνονται για τον κίνδυνο απώλειας, ζημίας ή καθυστέρησης έως την παράδοση των εμπορευμάτων στον καταναλωτή. Ως εκ τούτου, για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις, προκειμένου τα εμπορεύματα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, ο εισαγωγέας θα είναι είτε το πρόσωπο που προμηθεύει αγαθά στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων είτε το πρόσωπο που διευκολύνει τις εξ αποστάσεως πωλήσεις εμπορευμάτων, ανάλογα με τις ρυθμίσεις που πραγματοποιούνται, και ο εισαγωγέας που προσδιορίζεται με τον τρόπο αυτό θα πρέπει να αναφέρεται ως τέτοιος.
(64) Το πρόσωπο που προμηθεύει αγαθά στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων ή διευκολύνει τις εξ αποστάσεως πωλήσεις εμπορευμάτων που πρόκειται να εισαχθούν από τρίτες χώρες στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, και το οποίο είναι ο εισαγωγέας, θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις στις τελωνειακές αρχές πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων. Το πρόσωπο που ταυτοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του εισαγωγέα.
(65) Όταν ένα πρόσωπο που προμηθεύει αγαθά στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων ή διευκολύνει εξ αποστάσεως πωλήσεις εμπορευμάτων που πρόκειται να εισαχθούν από τρίτες χώρες στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης δεν είναι εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς όταν έμμεσος αντιπρόσωπος με την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα θέτει τα εμπορεύματα στο όνομά του και για λογαριασμό του εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις.
(66) Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον εισαγωγέα για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις, δεν ισοδυναμούν, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, με γενική υποχρέωση παρακολούθησης για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών.
(67) Το άρθρο 29
ΣΛΕΕ ορίζει ότι τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες θεωρούνται ότι έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία αν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και έχουν εισπραχθεί τελωνειακοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ωστόσο, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν θα πρέπει να νοείται ως απόδειξη συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία και τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
(68) Η διαδικασία μεταφοράς εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης θα πρέπει να εξορθολογιστεί και να απλουστευθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία εισόδου. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτείται να υπάρχει ένα πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που θα είναι υπεύθυνο για τα εμπορεύματα, δηλαδή ο εξαγωγέας. Ο εξαγωγέας θα πρέπει να παρέχει ή να θέτει στη διάθεση του τελωνείου τις σχετικές πληροφορίες πριν από την έξοδο των εμπορευμάτων από την Ένωση, αναφέροντας αν πρόκειται για ενωσιακά ή μη ενωσιακά εμπορεύματα προς εξαγωγή και προσαρμόζοντας τις πληροφορίες κατά περίπτωση.
(69) Για να διασφαλιστεί η ορθή διαχείριση των κινδύνων των εμπορευμάτων που μεταφέρονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, θα πρέπει να απαιτείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή εξαγωγής να διενεργεί ανάλυση κινδύνου των πληροφοριών σχετικά με τα εμπορεύματα και να λαμβάνει ή να ζητεί τα κατάλληλα μέτρα πριν από την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν την απαίτηση να διενεργούνται έλεγχοι από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο αποστολής των εμπορευμάτων και για τον τόπο εξόδου και, αν είναι αναγκαίο, από άλλες αρμόδιες αρχές, επιπλέον των μέτρων που προβλέπονται για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, τα οποία εφαρμόζονται επίσης όταν τα εμπορεύματα πρόκειται να εξαχθούν.
(70) Για να εξασφαλιστεί επίσης η διαφάνεια και των διαδικασιών αναστολής των δασμών, είναι σκόπιμο να εξορθολογιστούν οι διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις για τις άδειες για τα ειδικά καθεστώτα. Ειδικότερα, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, οι όροι για να προσδιοριστεί αν μια γνώμη σε ενωσιακό επίπεδο είναι αναγκαία για να εκτιμηθεί αν η χορήγηση άδειας θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών, η λεγόμενη εξέταση των οικονομικών όρων, θα πρέπει να κωδικοποιηθούν και να ρυθμιστούν με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Επιπλέον, δεδομένου ότι η επίπτωση στα συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών μπορεί να εξαρτάται από την ποσότητα των εμπορευμάτων που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς, θα πρέπει να ορίζεται ένα καθορισμένο κατώτατο όριο κάτω από το οποίο εκτιμάται ότι δεν υπάρχει αρνητική επίπτωση στα εν λόγω συμφέροντα.
(71) Το άρθρο 9 της αναθεωρημένης σύμβασης για τη ναυσιπλοΐα στον Ρήνο παραπέμπει σε παράρτημα (Ρήνειο δηλωτικό) που διευκόλυνε τη διακίνηση εμπορευμάτων στον ποταμό Ρήνο και στους συναφείς παραποτάμους του θεωρώντας τους ως τελωνειακό καθεστώς διαμετακόμισης διαμέσου των εθνικών συνόρων τεσσάρων κρατών μελών, συγκεκριμένα του Βελγίου, της Γερμανίας, της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών, καθώς και της Ελβετίας. Σύμφωνα με πληροφορίες από τις τελωνειακές διοικήσεις, το Ρήνειο δηλωτικό δεν χρησιμοποιείται πλέον στην πράξη ως τελωνειακό καθεστώς διαμετακόμισης στα κράτη μέλη που συνορεύουν με τον Ρήνο. Αντ’ αυτού, τα εμπορεύματα στον Ρήνο και στους παραποτάμους του μεταφέρονται πλέον με το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης που θέσπισε ο κανονισμός
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, μέσω του νέου μηχανογραφημένου συστήματος διαμετακόμισης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να διαγραφεί η αναφορά στο Ρήνειο δηλωτικό από τις περιπτώσεις στις οποίες η διακίνηση εμπορευμάτων θεωρείται εξωτερική ή εσωτερική διαμετακόμιση.
(72) Για να αυξηθεί η διαφάνεια σχετικά με το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης και με το περιεχόμενο και τους κινδύνους που σχετίζονται με την αποστολή, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης να γνωστοποιεί τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με τον εισαγωγέα ή τον εξαγωγέα που ξεκινά τη διακίνηση, τα μέσα μεταφοράς και την ταυτοποίηση των εμπορευμάτων που υπάγονται στο εν λόγω καθεστώς. Οι πληροφορίες αυτές θα επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να εποπτεύουν αποτελεσματικότερα το σχετικό καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης και να διενεργούν ανάλυση κινδύνου. Το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό, εκτός αν τα εμπορεύματα υπάγονται σε άλλο τελωνειακό καθεστώς αμέσως μετά την είσοδο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή την έξοδο από αυτό. Σε περίπτωση που ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας δεν είναι ακόμη γνωστός, ο κάτοχος των εμπορευμάτων θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας των εμπορευμάτων και θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την καταβολή των τελωνειακών δασμών και λοιπών φόρων και επιβαρύνσεων. Το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης θα πρέπει να αντικατασταθεί από τελωνειακή επιτήρηση αν τα εμπορεύματα εισάγονται ή εξάγονται από αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο.
(73) Με την τροποποίηση του παραρτήματος 6 της τελωνειακής σύμβασης περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει δελτίων TIR («σύμβαση TIR») (
26), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 2021, τροποποιήθηκε η επεξηγηματική σημείωση 0.49 ώστε να δοθεί στους οικονομικούς φορείς που πληρούν ορισμένους όρους η δυνατότητα να καταστούν «εγκεκριμένοι αποστολείς», αντικατοπτρίζοντας τις υφιστάμενες διευκολύνσεις που παρέχονται στους οικονομικούς φορείς που αναγνωρίζονται ως «εγκεκριμένοι παραλήπτες». Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί η νέα δυνατότητα σε αυτόν τον κανονισμό ώστε να ευθυγραμμιστεί η τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης με την εν λόγω διεθνή συμφωνία.
(74) Η κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς για την εισαγωγή εμπορευμάτων αξίας που δεν υπερβαίνει τα 150 EUR συνεπάγεται την εφαρμογή διατάξεων που αφορούν τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας για την επιβολή κατ’ αξία τελωνειακών δασμών σε σχέση με εισαγόμενα εμπορεύματα που αγοράζονται στο πλαίσιο συναλλαγών ηλεκτρονικού εμπορίου μεταξύ επιχειρήσεων και πελατών, όπως ορίζονται στην οδηγία
2006/112/ΕΚ. Οι εν λόγω εξ αποστάσεως πωλήσεις θα πρέπει να αποτελούν τη βάση για τη διασάφηση της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες τα εμπορεύματα αγοράζονται στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων όχι πριν από την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, αλλά κατά την υπαγωγή τους στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.
(75) Οι συναλλαγές εξ αποστάσεως πωλήσεων διαφέρουν σημαντικά από τις παραδοσιακές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πολυπλοκότητα. Οι διαφορές αυτές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν αποτελεσματικά στην πράξη τους κανόνες υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας. Ιδιαίτερες προκλήσεις συνιστούν η μαζική κλίμακα και ταχύτητα με την οποία συνάπτονται οι συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου, ο τεράστιος αριθμός εμπλεκόμενων αγοραστών και πωλητών και η διασπορά των πωλήσεων. Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας του ηλεκτρονικού εμπορίου, καθώς και του ρόλου των τελωνειακών αρχών που συμβάλουν στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εάν, στο πλαίσιο τελωνειακών διαδικασιών που αποσκοπούν στην επαλήθευση της ορθότητας της δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας εμπορευμάτων που αγοράστηκαν στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πώλησης, ο εισαγωγέας δεν διαλύσει εύλογες αμφιβολίες ότι η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντικατοπτρίζει την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για τα εν λόγω εμπορεύματα και, κατά συνέπεια, η αρχικώς δηλωθείσα συναλλακτική αξία απορριφθεί, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να μπορούν να διαθέτουν ευελιξία κατά τον καθορισμό της κατάλληλης δευτερεύουσας μεθόδου αποτίμησης για τον εκ νέου καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων.
(76) Επί του παρόντος, οι τελωνειακές οφειλές εισπράττονται από το κράτος μέλος στο οποίο κατατίθεται η τελωνειακή διασάφηση. Ο συναλλασσόμενος επιλέγει αν θα το πράξει στη χώρα πρώτης εισόδου ή αν θα χρησιμοποιήσει τελωνειακό καθεστώς και θα καταβάλει τους δασμούς σε άλλο κράτος μέλος. Για τους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους, είναι σκόπιμο να χρησιμοποιούνται διαφορετικοί κανόνες για τον καθορισμό του τόπου στον οποίο γεννάται η τελωνειακή οφειλή, ώστε οι εισαγωγικοί δασμοί να καταβάλλονται στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εν λόγω συναλλασσόμενος. Είναι σκόπιμο διότι αυτός είναι ο τόπος όπου η τελωνειακή αρχή έχει την πληρέστερη γνώση των αρχείων, των πράξεων και της εμπορικής συμπεριφοράς των σχετικών οικονομικών φορέων. Ωστόσο, η τελωνειακή οφειλή των οικονομικών φορέων που δεν είναι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θα πρέπει να γεννάται στον τόπο όπου πράγματι βρίσκονται τα εμπορεύματα, τουλάχιστον έως ότου αξιολογηθεί το μοντέλο επιτήρησης.
(77) Στην περίπτωση συναλλαγών ηλεκτρονικού εμπορίου, ο εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις είναι το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την τελωνειακή οφειλή. Όταν γίνεται χρήση του καθεστώτος IOSS, η τελωνειακή οφειλή θα πρέπει να γεννάται κατά τον χρόνο αποδοχής της πληρωμής της διαδικτυακής πώλησης. Όταν δεν γίνεται χρήση του εν λόγω καθεστώτος, η τελωνειακή οφειλή θα πρέπει να γεννάται όταν γνωστοποιείται η διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων στα κράτη μέλη στα οποία πρόκειται να παραδοθούν τα εμπορεύματα.
(78) Για να καλυφθεί το αυξανόμενο κόστος διεκπεραίωσης τεράστιου αριθμού αιτήσεων για την υπαγωγή στη διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που πωλούνται εξ αποστάσεως, θα πρέπει να θεσπιστεί ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης, ανάλογο με το κατά προσέγγιση κόστος των υπηρεσιών που συνδέονται στενά με την τελωνειακή επιτήρηση των εν λόγω εμπορευμάτων, καθώς τα εν λόγω εμπορεύματα αποστέλλονται απευθείας στον καταναλωτή, γεγονός που καθιστά αδύνατο για άλλες αρχές τον έλεγχό τους μετά τον εκτελωνισμό. Αν και θα εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν αν θα ανακτήσουν από τους οικονομικούς φορείς το κόστος των έκτακτων μέτρων ελέγχου ή το κόστος με το οποίο επιβαρύνονται άλλες αρχές εκτός των τελωνειακών αρχών σε σχέση με την επαλήθευση ή την καταστροφή των εμπορευμάτων, το ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης θα πρέπει να καλύπτει, ιδίως, το κόστος του ελέγχου των δεδομένων και της διενέργειας ανάλυσης κινδύνου, καθώς και των σχετικών υποδομών και ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών υπηρεσιών που παρέχονται από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
(79) Θα πρέπει να προβλεφθεί χαμηλότερο ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης όταν τα εμπορεύματα πωλούνται σε εξ αποστάσεως πωλήσεις από αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις, καθώς είναι ευκολότερο και αποτελεσματικότερο για τις τελωνειακές αρχές να εποπτεύουν τις χύδην ποσότητες εμπορευμάτων που αποθηκεύονται σε αποθήκη από ό,τι τα εμπορεύματα που συσκευάζονται σε μεμονωμένα δέματα και αποστέλλονται απευθείας στον καταναλωτή.
(80) Ο οφειλέτης του τέλους διεκπεραίωσης της Ένωσης θα πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, ο οποίος θα πρέπει να είναι ο εισαγωγέας για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις. Όταν δεν εφαρμόζονται ακόμη οι διατάξεις σχετικά με τους εισαγωγείς για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις, ο οφειλέτης θα πρέπει να είναι ο διασαφιστής. Στην περίπτωση εξ αποστάσεως πωλήσεων, ο διασαφιστής θα είναι συνήθως το πρόσωπο που δικαιούται να χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS ή έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος. Κατά συνέπεια, ο καταναλωτής δεν θα πρέπει να είναι οφειλέτης του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης.
(81) Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι η πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον καθορισμό του ποσού του τέλους διεκπεραίωσης αρχίζει να ισχύει ταχέως, ώστε να καταστεί δυνατή η πρακτική εφαρμογή του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης πίεσης που ασκείται στις τελωνειακές αρχές λόγω του σημαντικού όγκου δεμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
(82) Δεδομένου ότι εφαρμόζονται διάφορα μέτρα, όπως δασμοί και τέλη ανά είδος, είναι σκόπιμο να εισαχθεί σχετικός ορισμός. Ως είδος θα πρέπει να ορίζεται ένα ή περισσότερα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται σε μια αποστολή, τα οποία έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της δασμολογικής κατάταξης και της καταγωγής, σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις δεδομένων. Ο εν λόγω ορισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο σε σχέση με τις τελωνειακές διασαφήσεις στα υφιστάμενα εθνικά και ενωσιακά ψηφιακά εργαλεία, μεταξύ άλλων όταν η δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων στην τελωνειακή διασάφηση πραγματοποιείται μόνο σε επίπεδο διακρίσεων του εναρμονισμένου συστήματος, όσο και σε σχέση με τις κατάλληλες απαιτήσεις δεδομένων που καθορίζονται για τον σκοπό αυτόν μόλις καταστεί διαθέσιμος ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ.
(83) Είναι σκόπιμο να ενισχυθεί ο μηχανισμός που αποσκοπεί στην επιτήρηση της συνεπούς και αποτελεσματικής εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων για τη ροή των εμπορευμάτων που θεσπίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 215
ΣΛΕΕ. Όταν θεσπίζονται τέτοια μέτρα, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να παρέχει υποστήριξη στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτά δεν καταστρατηγούνται. Θα πρέπει να παρέχεται καθοδήγηση στις τελωνειακές αρχές με τη μορφή μη δεσμευτικών συστάσεων, για παράδειγμα με την προώθηση συνεπών τελωνειακών πρακτικών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για τη συμμόρφωση με τα μέτρα και θα πρέπει να ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να εντοπίζει πιθανές αποκλίσεις στην εφαρμογή των εν λόγω μέτρων και να παρακολουθεί την εφαρμογή τους, καθώς και να υποβάλλει σχετικές εκθέσεις στην Επιτροπή.
(84) Θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων για την αντιμετώπιση δυνητικών κρίσεων στην τελωνειακή ένωση. Η έλλειψη ενός τέτοιου μηχανισμού σε ενωσιακό επίπεδο επισημάνθηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2020, με τίτλο «Μετάβαση της τελωνειακής ένωσης στο επόμενο στάδιο: σχέδιο δράσης». Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός που θα περιλαμβάνει την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ως βασικό παράγοντα στην προετοιμασία, στον συντονισμό και στην παρακολούθηση της εφαρμογής των πρακτικών μέτρων και ρυθμίσεων που αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή η Επιτροπή σε περίπτωση κρίσης. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να διατηρεί την ετοιμότητα αντιμετώπισης κρίσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.
(85) Το υφιστάμενο πλαίσιο διακυβέρνησης της τελωνειακής ένωσης δεν διαθέτει σαφή δομή επιχειρησιακής διαχείρισης και δεν αντικατοπτρίζει την εξέλιξη των τελωνείων από τη δημιουργία της το 1968. Σύμφωνα με τον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση των κινδύνων στις ροές του εμπορίου, όπως η εφαρμογή και οι αποφάσεις σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών τελωνειακών αρχών. Η ένταση της κυκλοφορίας εμπορευμάτων στα εξωτερικά σύνορα δεν είναι ίση σε ολόκληρη την Ένωση. Παρά τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών τελωνειακών αρχών που υπήρχε από τη δημιουργία της τελωνειακής ένωσης και η οποία οδήγησε στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και εμπειρογνωσίας, και στην ανάπτυξη κοινών κατευθυντήριων γραμμών, δεν οδήγησε στην ανάπτυξη εναρμονισμένης προσέγγισης και επιχειρησιακού πλαισίου. Δεν υφίσταται κεντρική ικανότητα ανάλυσης κινδύνου, ούτε κοινή άποψη σχετικά με την ιεράρχηση των κινδύνων στην Ένωση, υφίστανται περιορισμένη συντονισμένη δράση και τελωνειακοί έλεγχοι, και δεν υφίστανται πλαίσια συνεργασίας των διαφόρων αρχών που εξυπηρετούν την ενιαία αγορά.
(86) Μια κεντρική επιχειρησιακή δομή της Ένωσης για τη συγκέντρωση εμπειρογνωσίας και πόρων, και για την παροχή συνδρομής στα κράτη μέλη και την Επιτροπή κατά τη λήψη αποφάσεων από κοινού θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις εν λόγω αδυναμίες. Θα πρέπει να επικεντρώνεται ιδίως σε τομείς όπως η διαχείριση δεδομένων και η διαχείριση κινδύνων, και θα πρέπει να προετοιμάζει το περιεχόμενο της κατάρτισης για τους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους επαγγελματίες των τελωνείων στην Ένωση, ώστε να συμπληρώνει και να υποστηρίζει την κατάρτιση που παρέχεται από τα κράτη μέλη. Θα πρέπει επίσης να συμβάλει στη δημιουργία ενός ενωσιακού συστήματος για την αναγνώριση της αριστείας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που προσφέρουν κατάρτιση και εκπαίδευση στον τελωνειακό τομέα, με βάση την πρωτοβουλία της Επιτροπής με τίτλο «Τελωνειακό πιστοποιητικό αναγνώρισης της ΕΕ», και να συντονίσει και να υποστηρίζει την εθελοντική δημιουργία εξειδικευμένων κέντρων αριστείας από τα κράτη μέλη. Στόχος είναι η τελωνειακή ένωση να «ενεργεί ως ενιαίο σύνολο», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι αποκλίνουσες πρακτικές στα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προκύψουν από αντικειμενικές ιδιαιτερότητες, για παράδειγμα γεωγραφικές διαφορές, χρησιμοποιούμενο τρόπο μεταφοράς, είδος εμπορευμάτων ή είδος συνόρων. Η δημιουργία αυτής της νέας αρχής, της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και επαρκούς λειτουργίας της τελωνειακής ένωσης, για τον κεντρικό συντονισμό της δράσης των τελωνείων και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων των τελωνειακών αρχών.
(87) Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να διοικείται και να λειτουργεί λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της κοινής δήλωσης και κοινής προσέγγισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς, της 19ης Ιουλίου 2012.
(88) Κατά την επιλογή της έδρας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να διασφαλίσουν ότι, δεδομένης της φύσης της εν λόγω αρχής, η τοποθεσία της τής επιτρέπει να εκτελεί πλήρως τα καθήκοντα και τις εξουσίες της, να προσλαμβάνει προσωπικό υψηλής εκπαίδευσης και εξειδίκευσης και να προσφέρει επαρκείς ευκαιρίες κατάρτισης. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να λάβουν υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια για την επιλογή της έδρας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ: τη διαθεσιμότητα κατάλληλων χώρων γραφείων και την ικανότητα στέγασης του σχετικού προσωπικού πριν από την έναρξη λειτουργίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ· την προσβασιμότητα του τόπου και την ύπαρξη επαρκών εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων για τα παιδιά των μελών του προσωπικού· κατάλληλη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική ασφάλιση και στην ιατρική φροντίδα τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ή τις συζύγους των μελών του προσωπικού· και γεωγραφική ισορροπία. Με βάση τα κριτήρια αυτά, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να εδρεύει στη Λιλ της Γαλλίας.
(89) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους, την κατάλληλη κατάρτιση και τον κατάλληλο εξοπλισμό για να μπορούν να εκπληρώνουν την αποστολή τους.
(90) Είναι σημαντικό τα τελωνεία να επενδύουν για επαρκή αριθμό κατάλληλα καταρτισμένων υπαλλήλων, προκειμένου να διασφαλίζεται η λειτουργία των τελωνειακών συστημάτων της Ένωσης τα οποία αντιμετωπίζουν εκθετική αύξηση των αιτημάτων. Χωρίς τις απαραίτητες επενδύσεις σε προσωπικό, οι ψηφιακές λύσεις δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Ως εκ τούτου, οι επενδύσεις σε ψηφιακά συστήματα θα πρέπει να εξασφαλίζουν επαρκή χρηματοδότηση για το προσωπικό και για την εκπαίδευσή του, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι διαθέτει τις απαραίτητες δεξιότητες για τη χρήση εξοπλισμού αιχμής και τεχνολογία για ανάλυση μαζικών δεδομένων, εντοπισμό και ελέγχους και, επομένως, να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη διεξαγωγή των τελωνειακών ελέγχων σε ολόκληρη την Ένωση.
(91) Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου του, θα πρέπει να συνάδει με την αρχή της ισόρροπης συμμετοχής των φύλων, και να λαμβάνει υπόψη τη σχετική πείρα και τα προσόντα. Δεδομένης της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης για την τελωνειακή ένωση και της στενής σχέσης μεταξύ των τελωνείων και άλλων τομέων πολιτικής, είτε ο πρόεδρος είτε ο αναπληρωτής πρόεδρος θα πρέπει να εκλέγονται μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου που ορίζει η Επιτροπή. Για την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, το διοικητικό συμβούλιο, ειδικότερα, θα πρέπει να εγκρίνει ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου και του πολυετούς προγραμματισμού, να εκτελεί τα καθήκοντά του σε σχέση με τον προϋπολογισμό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, να εγκρίνει την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, διασφαλίζοντας ότι δεν κοινοποιούνται ευαίσθητες πληροφορίες, να εγκρίνει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, να διορίζει εκτελεστικό διευθυντή και να θεσπίζει διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή σχετικά με τα επιχειρησιακά καθήκοντα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να επικουρείται από εκτελεστικό γραφείο.
(92) Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να συγκροτήσει τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο, καθήκον της οποίας θα είναι να παρέχει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συμβουλές σχετικά με την εφαρμογή τεχνικών δράσεων και αποφάσεων, σχετικά με ζητήματα εφαρμογής και τυποποίησης, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εναρμόνισης, σχετικά με τις επιχειρησιακές πτυχές της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, καθώς και σχετικά με οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Το τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο θα πρέπει να επιδιώκει τη διασφάλιση μιας ισορροπημένης εκπροσώπησης των ενδιαφερομένων μερών μεταξύ εμπορικών και μη εμπορικών συμφερόντων και, στην κατηγορία των εμπορικών συμφερόντων, σε σχέση με τις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τις άλλες επιχειρήσεις. Θα πρέπει να ζητείται τακτικά η γνώμη του τελωνειακού γνωμοδοτικού συμβουλίου, το οποίο θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει συμβουλές στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ με δική του πρωτοβουλία.
(93) Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό, με έσοδα προερχόμενα από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και τυχόν προαιρετική οικονομική συνεισφορά των κρατών μελών. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να μπορεί να εισπράττει πρόσθετα έσοδα μέσω συμφωνιών συνεισφοράς ή επιχορηγήσεων, καθώς και δικαιωμάτων από δημοσιεύσεις και οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες που παρέχει.
(94) Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της σχετικά με τις προκλήσεις όσον αφορά την τελωνειακή νομοθεσία και τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές για την περιοδική διενέργεια αξιολόγησης απειλών. Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση απειλών, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να καταρτίζει συστάσεις και να τις διαβιβάζει στην Επιτροπή. Με βάση τις εν λόγω συστάσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίσει τομείς για τους οποίους απαιτείται μεταχείριση κατά προτεραιότητα. Είναι σημαντικό το Συμβούλιο να διεξάγει πολιτική, στρατηγική συζήτηση σχετικά με τους τομείς για τους οποίους απαιτείται μεταχείριση κατά προτεραιότητα και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να παρέχει κατάλληλη παρακολούθηση, μεταξύ άλλων κατά την κατάρτιση του ετήσιου και πολυετούς προγραμματισμού εργασιών της και την κατάρτιση της ετήσιας έκθεσης των δραστηριοτήτων της.
(95) Για την εκπλήρωση της αποστολής τους, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά και τακτικά με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, τις υγειονομικές και φυτοϋγειονομικές αρχές, τους φορείς και τις αρχές επιβολής του νόμου, τις αρχές διαχείρισης των συνόρων, τους φορείς προστασίας του περιβάλλοντος, τις στατιστικές και φορολογικές αρχές, τους εμπειρογνώμονες στον τομέα των πολιτιστικών αγαθών, καθώς και πολλές άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για τις τομεακές πολιτικές. Λαμβανομένης υπόψη της εξέλιξης της ενιαίας αγοράς και του εξελισσόμενου ρόλου των τελωνείων, της αύξησης των απαγορεύσεων και των περιορισμών καθώς και της αύξησης του ηλεκτρονικού εμπορίου, είναι αναγκαίο να διαρθρωθεί και να ενισχυθεί η συνεργασία αυτή σε ενωσιακό, διεθνές και εθνικό επίπεδο. Αντί της συνεργασίας που επικεντρώνεται σε μεμονωμένες αποστολές ή σε συγκεκριμένα συμβάντα κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, θα πρέπει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να αναπτύξει και να επικαιροποιεί τακτικά ένα πλαίσιο υποστήριξης για τη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών και άλλων αρχών που είναι αρμόδιες για συναφείς τομείς πολιτικής. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής: την ανάπτυξη της νομοθεσίας και των αναγκών πολιτικής σε συγκεκριμένους τομείς· την ανταλλαγή και την ανάλυση πληροφοριών· τη χάραξη γενικής στρατηγικής συνεργασίας με τη μορφή κοινών στρατηγικών επιτήρησης· συνεργασία όσον αφορά την επιχειρησιακή εφαρμογή, την παρακολούθηση και τους ελέγχους· την ανταλλαγή σχετικών δεξιοτήτων και βέλτιστων πρακτικών· και δραστηριότητες καινοτομίας και έρευνας σε τομείς σχετικούς με τα τελωνεία.
(96) Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να διευκολύνει την εφαρμογή μέρους της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές καταρτίζοντας και ενημερώνοντας τακτικά κατάλογο της ενωσιακής νομοθεσίας που επιβάλλει απαιτήσεις σε εμπορεύματα που υπόκεινται σε τελωνειακούς ελέγχους με στόχο την προστασία των δημόσιων συμφερόντων, όπως η υγεία και η ζωή των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.
(97) Για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών, θα πρέπει να ενισχυθούν οι κοινές επιχειρησιακές προσπάθειες για τη στήριξη αποτελεσματικών τελωνειακών ελέγχων στα σύνορα της Ένωσης. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να συντονίζει και να υποστηρίζει τον επιχειρησιακό συντονισμό στην τελωνειακή συνεργασία, μεταξύ άλλων στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, θα πρέπει να σχεδιάζει, να οργανώνει και να συντονίζει τους κοινούς ελέγχους που διενεργούνται από τις τελωνειακές αρχές εντός της Ένωσης και με τρίτες χώρες. Στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ τελωνειακών αρχών εντός της Ένωσης, ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη Σύμβαση που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών (
27) (Νεάπολη II). Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να διατηρεί την αναγκαία συνεργασία με τις αρμόδιες ενωσιακές και εθνικές αρχές που διεξάγουν σχετικές έρευνες και δραστηριότητες καταπολέμησης της απάτης, συμπεριλαμβανομένων της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Είναι σημαντικό η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να συνεργάζεται επίσης με τον κόμβο καινοτομίας της ΕΕ για την εσωτερική ασφάλεια, κατά περίπτωση, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
(98) Επιπλέον, για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση, κατόπιν αιτήματος, να διαθέτουν προσωρινά τελωνειακούς υπαλλήλους για να εργαστούν στις τελωνειακές αρχές άλλου κράτους μέλους. Οι όροι και οι προϋποθέσεις των εν λόγω προσωρινών αποσπάσεων θα πρέπει να καθορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει, κατόπιν αιτήματος, να παρέχει υποστήριξη ή συντονισμό. Όπου κρίνεται σκόπιμο, μπορεί να εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές ή πρότυπες ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση αυτής της μορφής συνεργασίας.
(99) Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορούν να ανταλλάσσουν στρατηγικές και άλλες μη επιχειρησιακές πληροφορίες, όπως δείκτες κινδύνου, όπου απαιτείται για την πρόληψη και την καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και των μορφών εγκλήματος που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ για τους σκοπούς της ανάλυσης κινδύνων.
(100) Για να αυξηθεί η σαφήνεια και να καταστεί αποτελεσματικότερο το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών και άλλων αρχών-εταίρων, ένας κατάλογος υπηρεσιών που παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να ορίζει με σαφήνεια τον πιθανό ρόλο των τελωνειακών αρχών στην εφαρμογή άλλων σχετικών πολιτικών στα σύνορα της Ένωσης. Επιπλέον, η εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου συνεργασίας θα πρέπει να παρακολουθείται από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή, την OLAF, άλλους συναφείς οργανισμούς και όργανα της Ένωσης, όπως η Ευρωπόλ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ο Frontex, καθώς και εξειδικευμένα όργανα και δίκτυα σε τομείς πολιτικής που είναι σχετικοί με τις δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, όπως το δίκτυο συμμόρφωσης των προϊόντων της ΕΕ.
(101) Σε έναν ολοένα και πιο συνδεδεμένο κόσμο, η τελωνειακή διπλωματία και η διεθνής συνεργασία αποτελούν σημαντικές πτυχές του έργου των τελωνειακών αρχών ανά τον κόσμο. Η διεθνής συνεργασία θα πρέπει να μπορεί να περιλαμβάνει τη δυνατότητα ανταλλαγής τελωνειακών δεδομένων βάσει διεθνών συμφωνιών ή αυτόνομης ενωσιακής νομοθεσίας και μέσω κατάλληλων, ασφαλών και αυστηρά εποπτευόμενων μέσων επικοινωνίας, όπως ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ, με την επιφύλαξη του σεβασμού των εμπιστευτικών πληροφοριών και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(102) Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ γειτονικών χωρών είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των τελωνειακών επιχειρήσεων, τη διευκόλυνση του νόμιμου εμπορίου και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και πολιτικών της Ένωσης. Η συνεργασία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στα κοινά τελωνειακά σημεία διέλευσης των συνόρων, όπου οι συντονισμένοι τελωνειακοί έλεγχοι ενισχύουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια δικαίου. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν την ικανότητα να συνάπτουν ή να διατηρούν διμερείς συμφωνίες με γειτονικές τρίτες χώρες σχετικά με την τελωνειακή συνεργασία σε κοινά συνοριακά σημεία διέλευσης, εφόσον οι συμφωνίες αυτές είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης. Η εν λόγω ικανότητα περιλαμβάνει συμφωνίες σχετικά με κοινά συνοριακά σημεία διέλευσης, τα οποία βρίσκονται είτε στο έδαφος κράτους μέλους είτε στο έδαφος γειτονικής τρίτης χώρας και στα οποία οι τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους και της εν λόγω γειτονικής τρίτης χώρας εφαρμόζουν την αντίστοιχη τελωνειακή νομοθεσία τους βάσει διμερούς συμφωνίας.
(103) Στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να θεσπιστεί κοινό πλαίσιο για τη θέσπιση ελάχιστου καταλόγου παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας που υπόκεινται σε κυρώσεις, καθώς και ορισμένων κανόνων για μη ποινικές κυρώσεις, το οποίο θα εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να επιλέξουν το κατάλληλο είδος μέτρου για την αντιμετώπιση των εν λόγω παραβάσεων. Είναι επίσης σκόπιμο να καταρτιστεί ένας ελάχιστος κατάλογος περιστάσεων, τις οποίες τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όταν αποφασίζουν αν θα επιβάλουν κύρωση, καθώς και όταν καθορίζουν το είδος ή τη σοβαρότητά της. Η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να παρακολουθεί την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Οι κυρώσεις για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
(104) Ο παρών κανονισμός δεν εναρμονίζει τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις ούτε ρυθμίζει τις αρμόδιες για την επιβολή κυρώσεων αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η αρχή σύμφωνα με την οποία οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Για παράδειγμα, οι κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις μπορούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε η κύρωση να επιβάλλεται είτε απευθείας από τις αρμόδιες αρχές είτε από αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται από αρμόδια διοικητική αρχή είτε από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές μέσω διαδικασίας διακανονισμού, με ισοδύναμο αποτέλεσμα.
(105) Λόγω του κεντρικού ρόλου των εισαγωγέων για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις στην οργάνωση μεγάλων όγκων εισαγωγών χαμηλής αξίας, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτυακών πλατφορμών και ιστοτόπων, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα συνεκτικό, αναλογικό και αποτρεπτικό πλαίσιο κυρώσεων που θα εφαρμόζεται όταν οι εισαγωγείς για εξ αποστάσεως πωλήσεις δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους. Ειδικότερα, για τη συνεχή και συστηματική μη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία στην περίπτωση των εξ αποστάσεως πωλήσεων, οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές και αποτελεσματικές. Η κλίμακα, η διασυνοριακή εμβέλεια και ο εκτεταμένος αντίκτυπος της συστηματικής μη συμμόρφωσης δικαιολογούν τον καθορισμό στον παρόντα κανονισμό αυστηρών ελάχιστων και μέγιστων επιπέδων χρηματικών κυρώσεων, με βάση τη συνολική αξία των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Ένωση από τον μη συμμορφούμενο οικονομικό φορέα, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν πρόσθετες κυρώσεις στην εθνική τους νομοθεσία. Η εναρμόνιση των κυρώσεων για συστηματική μη συμμόρφωση σε ολόκληρη την Ένωση αποσκοπεί στην πρόληψη της «άγρας ευνοϊκότερων συνόρων» από τους οικονομικούς φορείς που πραγματοποιούν εξ αποστάσεως πωλήσεις. Οι οικονομικοί φορείς που επιδίδονται σε συστηματική μη συμμόρφωση θα πρέπει να ταξινομούνται ως οικονομικοί φορείς υψηλού κινδύνου και θα πρέπει να χάνουν κάθε ιδιότητα αξιόπιστου εμπόρου και κάθε μέτρο διευκόλυνσης.
(106) Όταν η συστηματική μη συμμόρφωση συνεχίζεται παρά την επιβολή σταδιακά αυστηρών χρηματικών επιβαρύνσεων, θα πρέπει να επιβάλλονται περαιτέρω κυρώσεις. Αυτό είναι αναγκαίο λόγω συνεχούς αθέτησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, η οποία υπονομεύει την ακεραιότητα της τελωνειακής ένωσης και της εσωτερικής αγοράς, δημιουργεί αθέμιτα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα υπέρ των μη συμμορφούμενων οικονομικών φορέων και ενδέχεται να βλάψει τους καταναλωτές. Ως εκ τούτου, και με σκοπό την εκπλήρωση της αποστολής των τελωνειακών αρχών, πρέπει να θεσπιστεί ένα πρόσθετο επίπεδο αυστηρών κυρώσεων για την αποθάρρυνση κάθε τέτοιας πολλαπλής συστηματικής μη συμμόρφωσης. Ως απάντηση στην εν λόγω συμπεριφορά, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να μπορούν να αναστέλλουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία όλων των εμπορευμάτων που εισάγονται από οικονομικό φορέα στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων. Επιπλέον, κατά περίπτωση και όταν αυτό δικαιολογείται από τη φύση της εν λόγω περαιτέρω συστηματικής παράβασης, οι σχετικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να αναστέλλουν προσωρινά την πρόσβαση στην επιγραμμική διεπαφή του παραβάτη οικονομικού φορέα. Για τον σκοπό αυτό, η έγκαιρη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με την παράβαση στις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να τους επιτρέπει να αποκτούν πλήρη εικόνα της κατάστασης και να διασφαλίζουν συντονισμένη αντίδραση.
(107) Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση και να διασφαλιστεί κατάλληλος βαθμός διαφάνειας, τα αρχεία όλων των μη ποινικών κυρώσεων που επιβάλλονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Τα αρχεία αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη φύση της παράβασης και το ποσό της χρηματικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε ή τον προσδιορισμό τυχόν άλλων μη ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν. Το εν λόγω κεντρικό σύστημα θα πρέπει να παρέχει τα απαραίτητα δεδομένα για την αξιολόγηση των πρακτικών επιβολής και τον εντοπισμό πιθανών στρεβλώσεων της αγοράς ή πρακτικών «άγρας ευνοϊκότερων συνόρων» εκ μέρους των οικονομικών φορέων.
(108) Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις παραβάσεις και τις κυρώσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία και εφαρμογή τους και να αποτραπεί ο δυνητικός κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς ή η αποφυγή της δικαιοδοσίας από τους οικονομικούς φορείς. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να πραγματοποιείται κατόπιν αξιολόγησης των δεδομένων σχετικά με τις κυρώσεις που καταγράφονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, ιδίως όταν εντοπίζονται κίνδυνοι ανισοτήτων ή στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά. Είναι σημαντικό να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και να αντιμετωπίζονται τυχόν ρυθμιστικά κενά ή ασυνέπειες στην επιβολή κυρώσεων.
(109) Όταν διαπράττεται παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας που εμπίπτει στη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών, είναι αναγκαία η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τα οποία αφορά η ίδια παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας θα πρέπει να συνεργάζονται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να στηρίζει και να διευκολύνει τη συνεργασία αυτή.
(110) Οι επιδόσεις της τελωνειακής ένωσης θα πρέπει να αξιολογούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση, ώστε να μπορεί η Επιτροπή, με τη βοήθεια των κρατών μελών, να λαμβάνει τις κατάλληλες πολιτικές κατευθύνσεις. Η Επιτροπή μπορεί να δημοσιεύει μη εμπιστευτική έκδοση της έκθεσης αξιολόγησης. Η συλλογή πληροφοριών από τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να επισημοποιηθεί και να εμβαθυνθεί, καθώς η πληρέστερη υποβολή εκθέσεων θα βελτιώνει τη συγκριτική αξιολόγηση και θα μπορεί να συμβάλει στην ομογενοποίηση των πρακτικών και στην αξιολόγηση του αντικτύπου των αποφάσεων τελωνειακής πολιτικής. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστεί νομικό πλαίσιο για την αξιολόγηση των επιδόσεων της τελωνειακής ένωσης. Για να καταστεί δυνατή η επαρκώς λεπτομερής ανάλυση, η μέτρηση των επιδόσεων των τελωνειακών δραστηριοτήτων θα πρέπει να πραγματοποιείται όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο.
(111) Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να στηρίζει την Επιτροπή στη διαδικασία αξιολόγησης με τη συγκέντρωση και ανάλυση των δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, καθώς και με τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο οι τελωνειακές δραστηριότητες και πράξεις υποστηρίζουν την επίτευξη των στρατηγικών στόχων και προτεραιοτήτων της τελωνειακής ένωσης και συμβάλλουν στην αποστολή των τελωνειακών αρχών. Ειδικότερα, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει να εντοπίζει βασικές τάσεις, πλεονεκτήματα, αδυναμίες, κενά και δυνητικούς κινδύνους και να παρέχει συστάσεις για βελτίωση στην Επιτροπή. Στο πλαίσιο της συνεργασίας ιδίως με τις αρχές επιβολής του νόμου, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει επίσης να συμμετέχει, από επιχειρησιακή άποψη, σε στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών που διενεργούνται σε ενωσιακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διενεργούνται από την Ευρωπόλ και τον Frontex.
(112) Οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θα πρέπει να εποπτεύονται από το κράτος μέλος εγκατάστασής τους. Κατά παρέκκλιση και με την επιφύλαξη επανεξέτασης, οι οικονομικοί φορείς που δεν είναι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι θα πρέπει να παραμείνουν υπό την επιτήρηση της τελωνειακής αρχής του κράτους μέλους στο οποίο πράγματι βρίσκονται τα εμπορεύματα. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει αυτά τα δύο μοντέλα επιτήρησης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους για τον εντοπισμό και την πρόληψη της απάτης. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει επίσης να εξετάζει πτυχές της έμμεσης φορολογίας. Με βάση την αξιολόγηση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αποφασίζει με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη αν θα πρέπει να συνεχιστούν τα δύο μοντέλα επιτήρησης ή αν, σε κάθε περίπτωση, η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο εγκατάστασης του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου θα πρέπει να παραδίδει τα εμπορεύματα. Ο τόπος γένεσης της τελωνειακής οφειλής θα πρέπει επίσης να ρυθμίζεται σύμφωνα με τον προσδιορισμό της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.
(113) Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τελωνειακοί κανόνες της Ένωσης παραμένουν προσαρμοσμένοι στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και στις ανάγκες των οικονομικών φορέων και της τελωνειακής διοίκησης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290
ΣΛΕΕ όσον αφορά τα ακόλουθα:
— τον προσδιορισμό των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων οι οποίες αφορούν ειδικά φορολογικά εδάφη, καθώς και ορισμένων απλουστεύσεων των εν λόγω διατάξεων·
— τις περιπτώσεις στις οποίες η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν είναι η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών·
— όσον αφορά τις αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας: τα δεδομένα που απαιτούνται για τις αιτήσεις και τις αποφάσεις· τους όρους αποδοχής μιας αίτησης για έκδοση απόφασης· τις εξαιρέσεις που αφορούν ορισμένες προθεσμίες, την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να ισχύει η απόφαση, τις περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση δεν είναι έγκυρη χωρίς χρονικό περιορισμό· την προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα ακρόασης του· τους κανόνες σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζεται το δικαίωμα ακρόασης του αιτούντος· την ενδεχόμενη συντόμευση των προθεσμιών για την έκδοση τελωνειακών αποφάσεων μόλις τεθεί σε λειτουργία ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ· τους λεπτομερείς κανόνες για την παρακολούθηση των αποφάσεων· τις περιπτώσεις στις οποίες μια απόφαση πρόκειται να επαναξιολογηθεί και τους σχετικούς κανόνες· τις περιπτώσεις στις οποίες μια ευνοϊκή απόφαση μπορεί να ανακληθεί έναντι άλλων προσώπων, πλην των μη συμμορφούμενων, και στις οποίες το αποτέλεσμα της ανάκλησης ή της τροποποίησης μπορεί να αναβληθεί· και τους κανόνες για τη λήψη αποφάσεων από την Επιτροπή με τις οποίες ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες·
— το ποσό του τέλους διεκπεραίωσης της Ένωσης για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις·
— τις απαιτήσεις ελάχιστων δεδομένων και τις ειδικές περιπτώσεις για την καταχώριση των οικονομικών φορέων και ορισμένων άλλων προσώπων στις τελωνειακές αρχές, καθώς και για την ακύρωση μια τέτοιας καταχώρισης·
— τις απλουστεύσεις και τα μέτρα διευκόλυνσης για τους εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς·
— όσον αφορά τον τελωνειακό αντιπρόσωπο, τις περιπτώσεις στις οποίες αίρεται η απαίτηση εγκατάστασης στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
— τις λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ και τα δεδομένα που υπόκεινται σε φορητότητα από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ προς τα εθνικά συστήματα· την αποσαφήνιση και συμπλήρωση των σκοπών για τους οποίους οι τελωνειακές αρχές, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και η Επιτροπή εξουσιοδοτούνται να επεξεργάζονται δεδομένα· τα αιτήματα από άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης για την απόκτηση δεδομένων που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ· και τα δεδομένα που αποτελούν το μοντέλο τελωνειακών δεδομένων της ΕΕ·
— ορισμένους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον τελωνειακό χαρακτήρα των εμπορευμάτων·
— τα δεδομένα, τους όρους, τις προθεσμίες και τις ειδικές περιπτώσεις για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες τα δεδομένα μπορούν να τροποποιηθούν ή να ακυρωθούν μετά την παράδοση,
— το εύλογο διάστημα μετά την πάροδο του οποίου, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες, οι τελωνειακές αρχές θεωρείται ότι έχουν παραδώσει τα εμπορεύματα, όταν δεν τα έχουν επιλέξει για έλεγχο·
— τη διαδικασία για την παράδοση των εμπορευμάτων για λογαριασμό των τελωνειακών αρχών, καθώς και τους όρους, το περιεχόμενο και τη διαδικασία για τους ελέγχους που διενεργούνται από αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους·
— όσον αφορά τις τελωνειακές διασαφήσεις: τις περιπτώσεις στις οποίες η υποβολή της τελωνειακής διασάφησης μπορεί να γίνει με άλλα μέσα εκτός από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων· τους όρους χορήγησης άδειας υποβολής απλουστευμένων διασαφήσεων· τις προθεσμίες για την υποβολή συμπληρωματικών διασαφήσεων, τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να είναι διαθέσιμα τα δικαιολογητικά έγγραφα και τις περιπτώσεις στις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση υποβολής τέτοιων διασαφήσεων· τις περιπτώσεις στις οποίες μια τελωνειακή διασάφηση μπορεί να ακυρωθεί χωρίς αίτηση του διασαφιστή· και τους όρους χορήγησης των αδειών κεντρικού τελωνισμού και υποβολής τελωνειακής διασάφησης μέσω εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή·
— τις περιπτώσεις στις οποίες τα εμπορεύματα μπορούν να δημευθούν·
— όσον αφορά τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία: το προβλεπόμενο τελωνείο πρώτης εισόδου· τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που πρέπει να παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα· τις προθεσμίες· τις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία μπορούν να παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες από άλλα πρόσωπα εκτός του εισαγωγέα· τις περιπτώσεις στις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση παροχής των εν λόγω δεδομένων· τους όρους υπό τους οποίους ένα πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία μπορεί να περιορίσει την ορατότητα των στοιχείων ταυτοποίησης· και τα δεδομένα των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία που δεν μπορούν να τροποποιηθούν·
— όσον αφορά την είσοδο των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης: τις συγκεκριμένες προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να διενεργείται η ανάλυση κινδύνου· τις ειδικές περιπτώσεις και τα άλλα πρόσωπα που μπορεί να κληθούν να γνωστοποιήσουν στο πραγματικό τελωνείο πρώτης εισόδου την άφιξη των εμπορευμάτων, σε περίπτωση εκτροπής· και τους όρους και τις προθεσμίες για τον καθορισμό και την έγκριση των χώρων εκτός του καθορισμένου τελωνείου για την προσκόμιση των εμπορευμάτων·
— όσον αφορά την προσωρινή εναπόθεση: τις περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτούνται πληροφορίες προσωρινής εναπόθεσης· τα δεδομένα που πρόκειται να παρασχεθούν ή να καταστούν διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές· τις ειδικές περιπτώσεις τροποποίησης ή ακύρωσης πληροφοριών προσωρινής εναπόθεσης· τους όρους έγκρισης εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης· τις περιπτώσεις και τους όρους διακίνησης των εμπορευμάτων σε προσωρινή εναπόθεση· και το είδος των πληροφοριών που πρέπει να περιέχονται στις λογιστικές καταχωρίσεις οι οποίες πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
— τα δεδομένα που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή στη διαδικασία θέσης των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία ή παρεκκλίσεις οι οποίες δικαιολογούνται για το συγκεκριμένο είδος κυκλοφορίας·
— τις περιπτώσεις στις οποίες θεωρείται ότι τα εμπορεύματα επανεισάγονται στην κατάσταση στην οποία εξήχθησαν·
— τα δεδομένα που πρέπει να παρέχονται ή να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς εξαγωγής·
— τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να υποβληθεί γνωστοποίηση επανεξαγωγής και τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να τροποποιηθεί ή να ακυρωθεί·
— όσον αφορά τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση κατά την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης: τα δεδομένα των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση και τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμες· τις περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζεται η εν λόγω υποχρέωση· τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση μπορεί να περιορίσει την ορατότητα των στοιχείων ταυτοποίησης και των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων· και τα δεδομένα στις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση που δεν μπορούν να τροποποιηθούν·
— όσον αφορά την έξοδο των εμπορευμάτων: τις καθορισμένες προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να διενεργηθεί η ανάλυση κινδύνου των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση και τα δεδομένα που πρέπει να κοινοποιούνται στο τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
— όσον αφορά τα ειδικά καθεστώτα: τα δεδομένα που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης, το καθεστώς αποθήκευσης, το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, το καθεστώς ειδικού προορισμού, το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή· τους όρους χορήγησης άδειας για ειδικά καθεστώτα και τις εξαιρέσεις από αυτούς· τις περιπτώσεις στις οποίες ο οικονομικός χαρακτήρας της τελειοποίησης αιτιολογεί ότι οι τελωνειακές αρχές αξιολογούν αν η χορήγηση άδειας για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών χωρίς τη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ· τις περιπτώσεις στις οποίες θεωρείται ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για τις εν λόγω αρνητικές επιπτώσεις· τον κατάλογο των εμπορευμάτων που θεωρούνται ευαίσθητα· τα είδη των πληροφοριών και τα δεδομένα που πρέπει να περιέχονται στις λογιστικές καταχωρίσεις και τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση παροχής ή διάθεσής τους στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ· την προθεσμία για την εκκαθάριση του ειδικού καθεστώτος· τις περιπτώσεις, τους όρους, τη μορφή και τα απαιτούμενα δεδομένα και πληροφορίες για τη μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων· τις περιπτώσεις, καθώς και τους σχετικούς όρους, υπό τους οποίους οι εισαγωγείς και οι εξαγωγείς μπορούν να διακινούν εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς εκτός της διαμετακόμισης ή σε ελεύθερη ζώνη· τις συνήθεις εργασίες για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή τελειοποίησης· και ορισμένους λεπτομερείς κανόνες που αφορούν ισοδύναμα εμπορεύματα·
— όσον αφορά τη διαμετακόμιση: τις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες τα ενωσιακά εμπορεύματα υπάγονται σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης· τους όρους χορήγησης των αδειών για τον εγκεκριμένο αποστολέα και τον εγκεκριμένο παραλήπτη για τους σκοπούς της σύμβασης TIR· και τις πρόσθετες απαιτήσεις δεδομένων και τους όρους για την έγκριση απλουστεύσεων·
— όσον αφορά την αποθήκευση: τους όρους χορήγησης της άδειας για τη λειτουργία αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις·
— όσον αφορά την προσωρινή εισαγωγή: την ειδική χρήση στην οποία υπόκεινται τα μη ενωσιακά εμπορεύματα· και τις απαιτήσεις της τελωνειακής νομοθεσίας για πλήρη ή μερική απαλλαγή από δασμούς οι οποίες πρέπει να πληρούνται για τη χρήση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής·
— όσον αφορά το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, τους όρους προσωρινής επανεξαγωγής εμπορευμάτων για περαιτέρω τελειοποίηση·
— τους κανόνες για τον καθορισμό της μη προτιμησιακής καταγωγής και τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής·
— όσον αφορά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας: τους όρους χορήγησης της άδειας για απλουστεύσεις κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σε ειδικές περιπτώσεις· και τα δεδομένα που απαιτούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού·
— ως προς τον προσδιορισμό της τελωνειακής οφειλής: λεπτομερείς κανόνες για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος· την ειδική προθεσμία εντός της οποίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος γέννησης της τελωνειακής οφειλής, αν τα εμπορεύματα έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς που δεν έχει εκκαθαριστεί ή όταν η προσωρινή εναπόθεση δεν έληξε κανονικά· τις περιπτώσεις που οι τελωνειακές αρχές απαλλάσσονται από τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής· και τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους και τους εισαγωγείς για εξ αποστάσεως πωλήσεις για τους σκοπούς της γνωστοποίησης τελωνειακής οφειλής·
— όσον αφορά τις εγγυήσεις: τις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτείται εγγύηση για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής και το κατώτατο όριο για την άρση της απαίτησης για σύσταση εγγύησης· τους κανόνες για τον καθορισμό της μορφής της εγγύησης, εκτός από κάθε μέσο πληρωμής που αναγνωρίζεται από τις τελωνειακές αρχές, και την ανάληψη υποχρέωσης από τριτεγγυητή· τις μορφές σύστασης εγγύησης και τους κανόνες που ισχύουν για τον τριτεγγυητή· τους όρους χορήγησης άδειας σύστασης συνολικής εγγύησης μειωμένου ποσού ή άρσης της υποχρέωσης σύστασης εγγύησης· και τις προθεσμίες για την αποδέσμευση εγγύησης·
— όσον αφορά την πληρωμή τελωνειακών οφειλών: την αναστολή της προθεσμίας για την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή και για τον καθορισμό της περιόδου αναστολής· την επικαιροποίηση των ορίων κάτω από τα οποία οι τελωνειακές αρχές δεν χρεώνουν πιστωτικούς τόκους και τόκους υπερημερίας και πάνω από τα οποία πρέπει να επιστρέφουν ή να διαγράφουν το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού· τους κανόνες τους οποίους οφείλει να τηρεί η Επιτροπή κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την επιστροφή και τη διαγραφή τελωνειακής οφειλής· και, για την απόσβεση τελωνειακής οφειλής, τον κατάλογο των παραλείψεων που δεν έχουν ουσιαστικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του οικείου τελωνειακού καθεστώτος·
— όσον αφορά την τελωνειακή συνεργασία, τους όρους και τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να διατηρήσει ή να προβεί σε διαπραγματεύσεις με τρίτες χώρες σχετικά με τη σύναψη διμερούς συμφωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών·
— όσον αφορά τις κυρώσεις σε περίπτωση πωλήσεων εξ αποστάσεως: τον ουσιώδη αριθμό τελωνειακών ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές και το κατώτατο όριο υποθέσεων με βάση τη σοβαρότητα της παράβασης που κρίνεται επαρκώς αντιπροσωπευτικό για τη διαπίστωση της εν λόγω συστηματικής μη συμμόρφωσης, προκειμένου αυτή να προσδιορίζεται με ομοιόμορφο και αποτελεσματικό τρόπο, να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης και να αντιμετωπίζονται συστηματικές παραλείψεις, και λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως ο όγκος και ο ιδιαίτερος αντίκτυπος των εξ αποστάσεως πωλήσεων, οι κίνδυνοι για την ασφάλεια των καταναλωτών, η αναλογικότητα, τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και η ανάγκη προστασίας των οικονομικών και μη οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών της·
— τις παρεκκλίσεις για τον προσδιορισμό του τελωνείου που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της υπαγωγής των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς και του τόπου γένεσης της τελωνειακής οφειλής, υπό το πρίσμα της αξιολόγησης που θα διενεργήσει η Επιτροπή σχετικά με την αποτελεσματικότητα της τελωνειακής επιτήρησης, όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.
(114) Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων συμπεριλαμβανομένης της ομάδας εμπορικών επαφών, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (
28).
(115) Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για:
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για τη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών όσον αφορά τους ελέγχους·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την υποβολή και την αποδοχή αίτησης για έκδοση τελωνειακής απόφασης, καθώς και για τη λήψη των εν λόγω αποφάσεων·
— τη θέσπιση των κανόνων για την ακύρωση ευνοϊκών τελωνειακών αποφάσεων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την ανάκληση, την αναστολή ή την τροποποίηση ευνοϊκών τελωνειακών αποφάσεων·
— την έκδοση αποφάσεων με τις οποίες ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για τη χρήση απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες μετά τη λήξη της ισχύος της ή την ανάκλησή της και την ενημέρωση των τελωνειακών αρχών για την αναστολή των εν λόγω αποφάσεων και τη διακοπή της αναστολής αυτής·
— τον καθορισμό της διαδικασίας είσπραξης του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης από τον οικονομικό φορέα·
— τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη μετατροπή νομισμάτων·
— τον καθορισμό των διαδικασιών για αιτήματα που αφορούν συγκεντρωτικά μη εμπιστευτικά, μη προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά μη ευαίσθητα τελωνειακά δεδομένα που υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ή στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, καθώς και τη μορφή και τις κατηγορίες δεδομένων που μπορούν να διατεθούν κατόπιν του εν λόγω αιτήματος·
— τη θέσπιση κανόνων για τον προσδιορισμό της τελωνειακής αρχής που είναι υπεύθυνη για την καταχώριση των οικονομικών φορέων και ορισμένων άλλων προσώπων·
— τη θέσπιση διαδικαστικών κανόνων για τις διαβουλεύσεις όσον αφορά τον καθορισμό του καθεστώτος των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων·
— τη θέσπιση των λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή των κριτηρίων για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, καθώς και την έκδοση μεμονωμένων αποφάσεων σχετικά με την αναστολή ή την ανάκληση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου όταν η αρμόδια αρχή δεν παρέχει πληροφορίες στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ για την επαλήθευση της εν λόγω ιδιότητας ή όταν τα μέτρα που λαμβάνονται με βάση τη σύσταση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ δεν επαρκούν·
— τη θέσπιση των κανόνων σχετικά με τη διαβούλευση με άλλες αρχές για τον προσδιορισμό της ιδιότητας αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, σχετικά με την επαναξιολόγηση της εν λόγω ιδιότητας και τις σχετικές διαβουλεύσεις, καθώς και σχετικά με τα είδη των σχετικών δραστηριοτήτων παρακολούθησης·
— τον καθορισμό των τεχνικών ρυθμίσεων για τα υφιστάμενα ηλεκτρονικά τελωνειακά συστήματα και ενός προγράμματος εργασίας για τη σταδιακή κατάργησή τους και τη σταδιακή εφαρμογή του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ·
— τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την επεξεργασία δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
— τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων ώστε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ζητεί και να λαμβάνει δεδομένα από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
— τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων που να διέπουν την υποβολή αιτημάτων και τη λήψη δεδομένων από την Ευρωπόλ και το Frontex μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, τη θέσπιση διαδικασίας για την επαλήθευση των σχετικών αιτημάτων, τον καθορισμό περιορισμών και ευθυνών όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων αυτών και, εφόσον απαιτείται, την υποχρέωση της αιτούσας αρχής να ορίζει ειδικό σημείο επαφής, συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα ή να παρέχει πρόσθετες διασφαλίσεις·
— τον καθορισμό των ρόλων των από κοινού υπευθύνων επεξεργασίας όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και τη σχέση τους με τα υποκείμενα των δεδομένων·
— τον καθορισμό εγγυήσεων για την πρόληψη της κατάχρησης, της παράνομης πρόσβασης ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε περιορισμούς·
— τον καθορισμό των τεχνικών ρυθμίσεων για τη διαλειτουργικότητα και τη σύνδεση όσον αφορά τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
— την εξουσιοδότηση, κατ’ εξαίρεση και προσωρινά, των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικές υπηρεσίες ή συστήματα διαφορετικά από εκείνα που εφαρμόζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
— τη θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων και της διαχείρισης κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών και του καθορισμού κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου·
— τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες, την εξέταση και τη δειγματοληψία των εμπορευμάτων, τα αποτελέσματα της επαλήθευσης και την ταυτοποίηση·
— τη θέσπιση των μέτρων που πρέπει να εφαρμόζονται στους εκ των υστέρων ελέγχους και τις κατάλληλες μεθοδολογίες·
— τον καθορισμό του καταλόγου των λιμένων ή των αερολιμένων όπου θα διενεργούνται οι τελωνειακοί έλεγχοι και διατυπώσεις στις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές·
— τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την παροχή και την επαλήθευση του μέσου απόδειξης του τελωνειακού χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την τροποποίηση και την ακύρωση των δεδομένων για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την υποβολή της τελωνειακής διασάφησης όταν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα εκτός των ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων και για τον καθορισμό των αρμόδιων τελωνείων·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την υποβολή συνήθους τελωνειακής διασάφησης, απλουστευμένης διασάφησης και συμπληρωματικής διασάφησης·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την υποβολή τελωνειακής διασάφησης πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο, για την αποδοχή τελωνειακής διασάφησης, για την τροποποίηση ή την ακύρωση τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, για τον κεντρικό τελωνισμό και για την υποβολή τελωνειακής διασάφησης με τη μορφή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή·
— τον καθορισμό της διαδικασίας πώλησης και δωρεάς εμπορευμάτων, καταστροφής εμπορευμάτων και εγκατάλειψης εμπορευμάτων υπέρ του Δημοσίου·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την παροχή, τη λήψη, την τροποποίηση και την ακύρωση των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία και των μέτρων μετριασμού·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για τη γνωστοποίηση της άφιξης·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για τη φυσική προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την υποβολή, την τροποποίηση και την ακύρωση πληροφοριών προσωρινής εναπόθεσης και για τη διακίνηση εμπορευμάτων μεταξύ εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την παροχή των πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό για επανεισαγόμενα εμπορεύματα και σχετικά με την παροχή των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό για προϊόντα της αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τη θάλασσα·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την εξαγωγή και την έξοδο·
— τον καθορισμό της διαδικασίας υποβολής, τροποποίησης ή ακύρωσης μιας γνωστοποίησης επανεξαγωγής·
— τον καθορισμό της διαδικασίας για την παροχή, τη διάθεση, τη λήψη, την τροποποίηση και την ακύρωση των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση και για την καθοδήγηση του προσώπου που παρείχε τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για τη χορήγηση της άδειας για ειδικά καθεστώτα ή τη λειτουργία εγκαταστάσεων αποθήκευσης για την τελωνειακή αποταμίευση εμπορευμάτων, των διαδικαστικών κανόνων για την εξέταση των οικονομικών όρων, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης της αιτιολογημένης γνώμης της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ για την αξιολόγηση του αν η χορήγηση άδειας για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή επανεισαγωγή επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών, καθώς και των κανόνων για τον καθορισμό και την παρακολούθηση της ποσότητας πέραν της οποίας επέρχονται οι εν λόγω δυσμενείς επιπτώσεις·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την εκκαθάριση ειδικού καθεστώτος και για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, για την κυκλοφορία εμπορευμάτων και για τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την εφαρμογή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των διατάξεων διαμετακόμισης που θεσπίζονται από διεθνή όργανα·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης και για την εκκαθάριση του εν λόγω καθεστώτος, για τη λειτουργία των απλουστεύσεων του εν λόγω καθεστώτος και για την τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων που διέρχονται από το έδαφος τρίτης χώρας στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή στο καθεστώς ελεύθερης ζώνης·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τους όρους διάθεσης εμπορευμάτων που προορίζονται για εξ αποστάσεως πωλήσεις που υπάγονται στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις·
— τη θέσπιση μέτρων για την ενιαία διαχείριση των δασμολογικών και άλλων ποσοστώσεων και των δασμολογικών ανωτάτων ορίων, και για τη διαχείριση της τελωνειακής παρακολούθησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή την εξαγωγή εμπορευμάτων·
— τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την παροχή και την επαλήθευση αποδείξεων για τη μη προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων και των μέτρων για τη χορήγηση σε δικαιούχο χώρα ή έδαφος προσωρινής παρέκκλισης από τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων που επωφελούνται από προτιμησιακά μέτρα τα οποία θεσπίζονται μονομερώς από την Ένωση·
— τη θέσπιση μέτρων για τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων·
— τη θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό της κατάλληλης μεθόδου δασμολογητέας αξίας ή των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σε ειδικές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξ αποστάσεως πωλήσεων·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την παροχή, τον προσδιορισμό του ποσού, την παρακολούθηση και την αποδέσμευση των εγγυήσεων, καθώς και για την ανάκληση και υπαναχώρηση του τριτεγγυητή από τις υποχρεώσεις του·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για τις προσωρινές απαγορεύσεις χρησιμοποίησης συνολικών εγγυήσεων·
— τη θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ τελωνειακών αρχών σε περιπτώσεις που γεννάται τελωνειακή οφειλή·
— τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την επιστροφή και τη διαγραφή ενός ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, για την ενημέρωση που πρέπει να παρέχεται στην Επιτροπή για τις επιστροφές και τις διαγραφές, και για τις αποφάσεις που πρέπει να εκδίδει η Επιτροπή σχετικά με την επιστροφή ή τη διαγραφή·
— την ενεργοποίηση των αναγκαίων ενεργειών και ρυθμίσεων που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση κρίσης·
— τον προσδιορισμό του καθεστώτος ανεξαρτησίας και τον καθορισμό λεπτομερών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του ελεγκτή δεδομένων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
— την εξουσιοδότηση των κρατών μελών να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την τελωνειακή συνεργασία·
— τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ για τους σκοπούς της αξιολόγησης και της υποβολής εκθέσεων, καθώς και του επιπέδου εμπιστευτικότητας των δεδομένων και του σχεδιασμού της μέτρησης των επιδόσεων.
Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
29).
(116) Η συμβουλευτική διαδικασία θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την έκδοση:
— εκτελεστικών πράξεων με τις οποίες ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν μόνο ένα κράτος μέλος και αποσκοπούν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία·
— εκτελεστικών πράξεων σχετικά με την επιστροφή ή τη διαγραφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, δεδομένου ότι οι εν λόγω αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα τον αιτούντα για την εν λόγω επιστροφή ή διαγραφή·
— εκτελεστικών πράξεων σχετικά με τον προσδιορισμό του καθεστώτος ανεξαρτησίας και τον καθορισμό των λεπτομερών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του ελεγκτή δεδομένων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
— εκτελεστικών πράξεων που εξουσιοδοτούν ένα κράτος μέλος να συνάψει διμερή συμφωνία σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για τους σκοπούς της τελωνειακής συνεργασίας, δεδομένου ότι οι εν λόγω διμερείς συμφωνίες επηρεάζουν μόνο ένα κράτος μέλος.
(117) Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, όταν το επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή όσον αφορά:
— μέτρα για τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων και της διαχείρισης κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής και ανάλυσης πληροφοριών κινδύνου, του καθορισμού κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου·
— τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων·
— τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων·
— τον καθορισμό της κατάλληλης μεθόδου δασμολογητέας αξίας ή των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων σε ειδικές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξ αποστάσεως πωλήσεων·
— προσωρινές απαγορεύσεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση συνολικών εγγυήσεων·
— την ενεργοποίηση των αναγκαίων ενεργειών και ρυθμίσεων που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση κρίσης·
— την εξουσιοδότηση κράτους μέλους να συνάπτει διμερείς συμφωνίες με τρίτη χώρα για την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την τελωνειακή συνεργασία.
(118) Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι αναγκαίο και σκόπιμο, για την επίτευξη των βασικών στόχων που συνίστανται στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της τελωνειακής ένωσης και στην εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής, να θεσπιστούν οι γενικοί κανόνες και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό. Ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
(119) Από την 1η Μαρτίου 2031, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αρχίσουν να χρησιμοποιούν, σε εθελοντική βάση, τις δυνατότητες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ. Έως την 1η Μαρτίου 2034 ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ θα πρέπει να αναπτυχθεί πλήρως και όλοι οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να τον χρησιμοποιούν.
(120) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί εντός φιλόδοξου χρονοδιαγράμματος, αλλά σταδιακά. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αναθέτουν εκτελεστικές και κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητες στην Επιτροπή θα πρέπει να εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, ώστε να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να αναθεωρήσει τις υφιστάμενες κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις και, κατά περίπτωση, να εκδώσει νέες κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις με βάση τις νέες εξουσιοδοτήσεις και αναθέσεις αρμοδιοτήτων, αμέσως μόλις τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός. Αντιθέτως, για να μπορέσουν τα κράτη μέλη και οι οικονομικοί φορείς να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες, η συντριπτική πλειονότητα των διατάξεων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του. Αυτό περιλαμβάνει την κατάργηση του ισχύοντος ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, η οποία θα παράγει αποτελέσματα μόνο μετά την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο προσαρμογής. Τέλος, οι διατάξεις που αφορούν τις εξ αποστάσεως πωλήσεις και την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, εκτός από εκείνες που διέπουν το νομικό καθεστώς της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και την έναρξη των δραστηριοτήτων της, θα παράγουν αποτελέσματα από την 1η Ιουλίου 2028.
(121) Η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό τίθενται σε ισχύ αρκετά πριν από την ημερομηνία εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη εφαρμογή τους από τα κράτη μέλη.
(122) Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, που γνωμοδότησε στις 11 Ιουλίου 2023,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Πεδίο της τελωνειακής νομοθεσίας και αποστολή των τελωνειακών αρχών
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα. Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους γενικούς κανόνες και τα καθεστώτα που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό.
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης την Τελωνειακή Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ») και τους κανόνες, τα κοινά πρότυπα και το πλαίσιο διακυβέρνησης για τη δημιουργία του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ»).
2. Με την επιφύλαξη του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων καθώς και της ενωσιακής νομοθεσίας που ισχύει σε άλλους τομείς, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
3. Ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας μπορούν επίσης να εφαρμόζονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, δυνάμει του ενωσιακού δικαίου που διέπει ειδικούς τομείς ή βάσει διεθνών συμβάσεων.
4. Ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των απλουστεύσεων τις οποίες αυτή προβλέπει, εφαρμόζονται στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων μεταξύ τμημάτων του ενωσιακού τελωνειακού εδάφους όπου εφαρμόζεται η οδηγία
2006/112/ΕΚ ή (ΕΕ) 2020/262 και τμημάτων του εδάφους αυτού όπου δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω οδηγίες, ή στις συναλλαγές μεταξύ τμημάτων του εν λόγω εδάφους όπου δεν ισχύουν οι εν λόγω οδηγίες.
Άρθρο 2
Αποστολή των τελωνειακών αρχώνΜε σκοπό να καταστεί η τελωνειακή ένωση ενιαία, να επιτευχθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των εναρμονισμένων κανόνων για τους τελωνειακούς ελέγχους, και να καταστεί δυνατή η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, αποστολή των τελωνειακών αρχών είναι η προστασία των δημοσιονομικών και οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών της μέσω της αποτελεσματικής είσπραξης τελωνειακών δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων και της καταπολέμησης της απάτης, η διευκόλυνση της νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η συμβολή στο δίκαιο εμπόριο και στη συνολική ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, καθώς και η καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου.
Επιπλέον, οι τελωνειακές αρχές συμβάλλουν στη διασφάλιση της ασφάλειας και της προστασίας της Ένωσης και των κατοίκων της και στην προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, καθώς και άλλων δημόσιων συμφερόντων που προστατεύονται από τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους και, κατά περίπτωση, σε στενή συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές.
Άρθρο 3
Τελωνειακό έδαφος1. Το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης περιλαμβάνει τα ακόλουθα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, των εσωτερικών υδάτων και του εναέριου χώρου τους:
α) το έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου·
β) το έδαφος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας·
γ) το έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας·
δ) το έδαφος του Βασιλείου της Δανίας, πλην των Φερόων Νήσων και της Γροιλανδίας·
ε) το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πλην της νήσου Ελιγολάνδης και του Büsingen (συνθήκη της 23ης Νοεμβρίου 1964 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας)·
στ) το έδαφος της Δημοκρατίας της Εσθονίας·
ζ) το έδαφος της Ιρλανδίας·
η) το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας·
θ) το έδαφος του Βασιλείου της Ισπανίας, εκτός από τη Θέουτα και τη Μελίγια·
ι) το έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκτός από τις γαλλικές υπερπόντιες χώρες και εδάφη όπου εφαρμόζεται το τέταρτο μέρος της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (
ΣΛΕΕ)·
ια) το έδαφος της Δημοκρατίας της Κροατίας·
ιβ) το έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκτός από τον δήμο Livigno·
ιγ) το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της πράξης προσχώρησης του 2003·
ιδ) το έδαφος της Δημοκρατίας της Λετονίας·
ιε) το έδαφος της Δημοκρατίας της Λιθουανίας·
ιστ) το έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου·
ιζ) το έδαφος της Ουγγαρίας·
ιη) το έδαφος της Δημοκρατίας της Μάλτας·
ιθ) το ευρωπαϊκό έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών·
κ) το έδαφος της Δημοκρατίας της Αυστρίας·
κα) το έδαφος της Δημοκρατίας της Πολωνίας·
κβ) το έδαφος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας·
κγ) το έδαφος της Ρουμανίας·
κδ) το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας·
κε) το έδαφος της Σλοβακικής Δημοκρατίας·
κστ) το έδαφος της Δημοκρατίας της Φινλανδίας· και
κζ) το έδαφος του Βασιλείου της Σουηδίας.
2. Τα ακόλουθα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, των εσωτερικών υδάτων και του εναέριου χώρου τους, που βρίσκονται εκτός του εδάφους των κρατών μελών, θεωρούνται, λαμβανομένων υπόψη των συμβάσεων και συνθηκών που ισχύουν γι’ αυτά, τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης:
α) όσον αφορά τη Γαλλία, το έδαφος του Μονακό, όπως καθορίζεται από την τελωνειακή σύμβαση που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 18 Μαΐου 1963 [Journal Officiel de la République française (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 27ης Σεπτεμβρίου 1963, σ. 8679]·
β) όσον αφορά την Κύπρο, το έδαφος της περιοχής των κυρίαρχων βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, όπως ορίζεται από τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, που υπεγράφη στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου 1960 [United Kingdom Treaty Series (σειρά συνθηκών του Ηνωμένου Βασιλείου), αριθ. 4 (1961) Cmnd. 1252].
Άρθρο 4
ΕξουσιοδότησηΑνατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού προσδιορίζοντας ποιες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας σχετικά με την παροχή δεδομένων, την απόδειξη του τελωνειακού καθεστώτος και τη χρήση του καθεστώτος εσωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης εφαρμόζονται στις συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4, καθώς και καθορίζοντας απλουστεύσεις των εν λόγω διατάξεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δεν επηρεάζουν την ορθή εφαρμογή των σχετικών φορολογικών μέτρων. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορεί να αφορούν τις ιδιαίτερες περιστάσεις που σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές ενωσιακών εμπορευμάτων στις οποίες εμπλέκεται ένα μόνο κράτος μέλος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Ορισμοί
Άρθρο 5
ΟρισμοίΓια τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «τελωνειακές αρχές»: οι τελωνειακές διοικήσεις των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και οποιεσδήποτε άλλες αρχές εξουσιοδοτημένες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να εφαρμόζουν ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας·
2) «τελωνειακή νομοθεσία»: όλα τα ακόλουθα:
α) ο παρών κανονισμός και οι διατάξεις που τον τροποποιούν ή τον συμπληρώνουν ή οι διατάξεις εφαρμογής του που θεσπίζονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο·
β) το κοινό δασμολόγιο·
γ) οι νομικές πράξεις για τη θέσπιση ενωσιακού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών·
δ) οι τελωνειακές διατάξεις που περιέχονται σε διεθνείς συμφωνίες, εφόσον αυτές εφαρμόζονται στην Ένωση· και
ε) ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2399 και οι διατάξεις για την τροποποίηση, τη συμπλήρωση ή την εφαρμογή του·
3) «λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές»: η νομοθεσία εκτός της τελωνειακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εξέρχονται ή διέρχονται από αυτό ή πρόκειται να διατεθούν στην ενωσιακή αγορά και στην εφαρμογή της οποίας συμμετέχουν οι τελωνειακές αρχές·
4) «μέτρα εμπορικής πολιτικής»: στο πλαίσιο της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 207
ΣΛΕΕ, εκτός από τους προσωρινούς ή οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ, τους αντισταθμιστικούς δασμούς ή τα μέτρα διασφάλισης υπό μορφή αύξησης των δασμών για συγκεκριμένα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένων ιδίως ειδικών μέτρων παρακολούθησης και μέτρων διασφάλισης υπό μορφή αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής·
5) «πρόσωπο»: φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο ή οποιαδήποτε ένωση προσώπων που δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, ότι διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα·
6) «οικονομικός φορέας»: πρόσωπο που, στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματός του, συμμετέχει σε δραστηριότητες που καλύπτονται από την τελωνειακή νομοθεσία·
7) «εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης»:
α) εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που έχει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση·
8) «μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση»: σταθερός τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας στον οποίο βρίσκονται σε μόνιμη βάση οι αναγκαίοι ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι και μέσω του οποίου πραγματοποιούνται εν όλω ή εν μέρει οι σχετικές με τα τελωνεία πράξεις ενός προσώπου·
9) «κράτος μέλος εγκατάστασης»:
α) το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο ένα πρόσωπο σύμφωνα με το σημείο 7)· ή
β) εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που έχει την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή τη μόνιμη επιχειρηματική του εγκατάσταση σε διαφορετικά κράτη μέλη, το κράτος μέλος στο οποίο τηρούνται ή είναι διαθέσιμες οι κύριες λογιστικές καταχωρίσεις για τελωνειακούς σκοπούς του εν λόγω προσώπου ή της ένωσης προσώπων και στο οποίο διεξάγεται ή πρόκειται να διεξαχθεί τουλάχιστον ένα μέρος των τελωνειακών δραστηριοτήτων·
10) «τελωνειακή απόφαση»: κάθε πράξη των τελωνειακών αρχών που σχετίζεται με την τελωνειακή νομοθεσία, ρυθμίζει συγκεκριμένη υπόθεση και παράγει έννομα αποτελέσματα για τα σχετικά πρόσωπα·
11) «τελωνειακό καθεστώς»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα καθεστώτα στα οποία είναι δυνατόν να υπαχθούν εμπορεύματα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:
α) θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
β) ειδικά καθεστώτα·
γ) εξαγωγή·
12) «τελωνειακές διατυπώσεις»: το σύνολο των ενεργειών στις οποίες οφείλουν να προβαίνουν τα πρόσωπα και οι τελωνειακές αρχές προκειμένου να συμμορφώνονται προς την τελωνειακή νομοθεσία·
13) «εξαγωγέας»:
α) στην περίπτωση εξ αποστάσεως πωλήσεων, ο εισαγωγέας για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις·
β) σε άλλες περιπτώσεις, το πρόσωπο που προσδιορίζεται με την εφαρμογή των σημείων i) έως v) με τη σειρά:
i) πρόσωπο που έχει την εξουσία να αποφασίσει και έχει αποφασίσει ότι εμπορεύματα από τρίτη χώρα πρόκειται να μεταφερθούν εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
ii) πρόσωπο που ανέλαβε την εξουσία από το πρόσωπο όπως αναφέρεται στο σημείο i)·
iii) διάδοχο πρόσωπο που έχει την εξουσία να αποφασίσει και έχει αποφασίσει την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς·
iv) ο μεταφορέας που έφερε τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης· ή
v) ο κάτοχος των εμπορευμάτων·
14) «εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις»: είτε το πρόσωπο που προμηθεύει εμπορεύματα για εξ αποστάσεως πωλήσεις είτε το πρόσωπο που διευκολύνει εξ αποστάσεως πωλήσεις·
15) «εξ αποστάσεως πωλήσεις»: οι εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών που εισάγονται από τρίτες χώρες ή τρίτα εδάφη, όπως ορίζονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 σημείο 2 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ·
16) «καθεστώς IOSS»: το ειδικό καθεστώς που προβλέπεται στον τίτλο XII κεφάλαιο 6 τμήμα 4 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ·
17) «εξαγωγέας»:
α) ο ιδιώτης που μεταφέρει εμπορεύματα τα οποία πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όταν τα εμπορεύματα αυτά περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές του ιδιώτη·
β) στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το στοιχείο α):
i) πρόσωπο εγκατεστημένο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, το οποίο έχει την εξουσία να αποφασίσει και έχει αποφασίσει ότι τα εμπορεύματα πρέπει να μεταφερθούν εκτός του εν λόγω τελωνειακού εδάφους· ή
ii) εάν δεν υπάρχει πρόσωπο όπως αυτό που αναφέρεται στο σημείο i), πρόσωπο εγκατεστημένο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος σε σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας τα εμπορεύματα πρέπει να μεταφερθούν εκτός του εν λόγω τελωνειακού εδάφους·
18) «επανεξαγωγή»: η ενέργεια με την οποία ο εξαγωγέας μεταφέρει μη ενωσιακά εμπορεύματα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
19) «πληροφορίες πριν από την αναχώρηση»: το σύνολο δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές και αφορούν εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
20) «τελωνειακός αντιπρόσωπος»: οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζεται από άλλο πρόσωπο με σκοπό τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, στο πλαίσιο των συναλλαγών του εν λόγω άλλου προσώπου με τις τελωνειακές αρχές·
21) «δεδομένα»: κάθε ψηφιακή ή μη ψηφιακή αναπαράσταση πράξεων, γεγονότων ή πληροφοριών και κάθε συλλογή τέτοιων πράξεων, γεγονότων ή πληροφοριών, μεταξύ άλλων σε μορφή εγγράφου, ηχητικής, οπτικής ή οπτικοακουστικής εγγραφής·
22) «τελωνειακή παρακολούθηση»: η συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εξέρχονται ή διέρχονται από αυτό, με σκοπό την παρακολούθηση των εν λόγω διακινήσεων σε ενωσιακό επίπεδο, τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων και της συμμόρφωσης με την τελωνειακή και λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, και τη συμβολή στην ανάλυση και διαχείριση κινδύνων·
23) «κίνδυνος»: η πιθανότητα και ο αντίκτυπος συμβάντος όσον αφορά εμπορεύματα που διακινούνται μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και χωρών εκτός του εν λόγω εδάφους, καθώς και σε σχέση με την παρουσία εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης μη ενωσιακών εμπορευμάτων, το οποίο θα αποτελούσε απειλή για:
α) τα δημοσιονομικά ή οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και των κρατών μελών της·
β) την ασφάλεια και προστασία της Ένωσης και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή για οποιοδήποτε άλλο δημόσιο συμφέρον·
γ) την ορθή εφαρμογή των ενωσιακών ή εθνικών μέτρων·
24) «οικονομική ανάλυση»: η αξιολόγηση ή ο ποσοτικός προσδιορισμός μιας πολιτικής ή ενός οικονομικού φαινομένου, με σκοπό την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι οικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τη λειτουργία μιας πολιτικής, μιας γεωγραφικής περιοχής ή οποιασδήποτε ομάδας προσώπων με σκοπό τη λήψη καλύτερων αποφάσεων στο μέλλον·
25) «διαχείριση κινδύνων»: συστηματικός εντοπισμός κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προφίλ οικονομικών φορέων που παρουσιάζουν κίνδυνο και των ύποπτων συναλλαγών, και εφαρμογή κάθε μέτρου που είναι αναγκαίο για να περιοριστεί ο κίνδυνος και να ελαχιστοποιηθεί ο δυνητικός αντίκτυπός του·
26) «τελωνειακή επιτήρηση»: ενέργειες στις οποίες προβαίνουν γενικά οι τελωνειακές αρχές, ώστε να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία και, κατά περίπτωση, τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ή να συμβάλουν με άλλον τρόπο στη διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τα εμπορεύματα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους·
27) «τελωνειακοί έλεγχοι»: συγκεκριμένες πράξεις των τελωνειακών αρχών με σκοπό να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία και, κατά περίπτωση, τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές ή να συμβάλουν με άλλον τρόπο στη διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τα εμπορεύματα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους·
28) «έλεγχος»: τύπος τελωνειακού ελέγχου με τη μορφή συγκεκριμένων πράξεων που διενεργούνται από τις τελωνειακές αρχές με σκοπό τη συλλογή και την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμμόρφωση της διαχείρισης, της οργάνωσης, των εσωτερικών διαδικασιών ή των εσωτερικών συστημάτων ενός οικονομικού φορέα με τους σχετικούς κανόνες και απαιτήσεις·
29) «τόπος παράδοσης»:
α) τα αρμόδια τελωνεία·
β) ο τόπος που έχει οριστεί ή εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή, συμπεριλαμβανομένου του τόπου που έχει υποδείξει ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος· ή
γ) ελεύθερη ζώνη·
30) «γνωστοποίηση διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο ενημερώνει την τελωνειακή αρχή ότι τα εμπορεύματα βρίσκονται στον τόπο παράδοσης και ότι παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμα τα δεδομένα που είναι αναγκαία για την υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων στο οικείο τελωνειακό καθεστώς ή σε προσωρινή εναπόθεση ή για τη λήξη του καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης·
31) «τυχαίοι έλεγχοι»: τελωνειακοί έλεγχοι που βασίζονται στις αρχές της τυχαίας δειγματοληψίας, όσον αφορά έναν πληθυσμό ενδιαφέροντος·
32) «κάτοχος των εμπορευμάτων»: το πρόσωπο που ασκεί φυσικό έλεγχο επί των εμπορευμάτων·
33) «μεταφορέας»:
α) στο πλαίσιο της εισόδου, το πρόσωπο που μεταφέρει τα εμπορεύματα ή που φέρει την ευθύνη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης· ωστόσο:
i) στην περίπτωση συνδυασμένης μεταφοράς, ως «μεταφορέας» νοείται το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται το μέσο μεταφοράς το οποίο, αφότου μεταφερθεί εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, κυκλοφορεί αυτοδύναμα ως ενεργό μέσο μεταφοράς·
ii) στην περίπτωση θαλάσσιας ή αεροπορικής μεταφοράς στο πλαίσιο συμφωνίας καταμερισμού ή ναύλωσης πλοίου/αεροσκάφους, ως «μεταφορέας» νοείται το πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση και εκδίδει θαλάσσια ή αεροπορική φορτωτική για τη μεταφορά αυτή καθαυτήν των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
β) στο πλαίσιο της εξόδου, το πρόσωπο που μεταφέρει τα εμπορεύματα ή που φέρει την ευθύνη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης· ωστόσο:
i) στην περίπτωση συνδυασμένης μεταφοράς, όταν το ενεργό μέσο μεταφοράς που εγκαταλείπει το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης απλώς μεταφέρει ένα άλλο μέσο μεταφοράς το οποίο, μετά την άφιξη του ενεργού μέσου μεταφοράς στον προορισμό του, θα κυκλοφορεί αυτοδύναμα ως ενεργό μέσο μεταφοράς, ως «μεταφορέας» νοείται το πρόσωπο που θα χειρίζεται το μέσο μεταφοράς το οποίο θα κυκλοφορεί αυτοδύναμα, αφότου το μέσο μεταφοράς που εγκαταλείπει το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης έχει φτάσει στον προορισμό του·
ii) στην περίπτωση θαλάσσιας ή αεροπορικής μεταφοράς στο πλαίσιο συμφωνίας καταμερισμού ή ναύλωσης πλοίου/αεροσκάφους, ως «μεταφορέας» νοείται το πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση και εκδίδει θαλάσσια ή αεροπορική φορτωτική για τη μεταφορά αυτή καθαυτήν των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
34) «ανάλυση κινδύνου»: η επεξεργασία δεδομένων συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό τον εντοπισμό ή τον ποσοτικό προσδιορισμό δυνητικών κινδύνων, με χρήση, κατά περίπτωση, αναλυτικών μεθόδων και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
30)·
35) «σήμα κινδύνου»: η ένδειξη δυνητικού κινδύνου με βάση αυτοματοποιημένες πράξεις επεξεργασίας για την εφαρμογή ανάλυσης κινδύνου αναφορικά με δεδομένα, πληροφορίες ή έγγραφα·
36) «αποτέλεσμα ανάλυσης κινδύνου»: στην περίπτωση σήματος κινδύνου, ο προσδιορισμός, ότι ένας κίνδυνος είναι ή δεν είναι υπαρκτός, βάσει αυτόματης διαδικασίας ή από περαιτέρω ανθρώπινη αξιολόγηση του σήματος κινδύνου·
37) «μέτρα μετριασμού του κινδύνου»: τα μέτρα για την πρόληψη, τη μείωση ή τη διαχείριση ενός κινδύνου ή για τον περιορισμό των επιπτώσεών του, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
α) παροχή οδηγιών στον μεταφορέα ή στον εξαγωγέα για μη φόρτωση ή μεταφορά των εμπορευμάτων·
β) αίτημα παροχής κατάλληλων πρόσθετων πληροφοριών ή ανάληψης δράσης·
γ) εντοπισμός καταστάσεων στις οποίες μπορεί να ενδείκνυται η ανάληψη δράσης από άλλη τελωνειακή αρχή ή κάποια άλλη αρμόδια αρχή·
δ) σύσταση του καταλληλότερου τόπου για τη διενέργεια ελέγχων και των καταλληλότερων μέτρων για τους ελέγχους αυτούς·
ε) διενέργεια τελωνειακού ελέγχου·
στ) καθορισμός της διαδρομής που πρέπει να χρησιμοποιηθεί και της προθεσμίας που πρέπει να τηρηθεί, όταν τα εμπορεύματα πρόκειται να μεταφερθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
38) «σύσταση ελέγχου»: το βάσει ανάλυσης κινδύνων συμπέρασμα τελωνειακής αρχής ή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ σχετικά με το αν θα πρέπει να εφαρμοστεί μέτρο μετριασμού του κινδύνου και, κατά περίπτωση πότε και πού θα πρέπει να εφαρμοστεί·
39) «απόφαση ελέγχου»: η συγκεκριμένη πράξη με την οποία οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν αν πρόκειται να διενεργηθεί έλεγχος·
40) «αποτέλεσμα ελέγχου»: τα προκαταρκτικά και τελικά αποτελέσματα ενός ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδεδειγμένων περαιτέρω ενεργειών, και των αρμόδιων αρχών που ενδιαφέρονται για τα αποτελέσματα·
41) «κοινός τομέας ελέγχων προτεραιότητας»: η επιλογή συγκεκριμένων τελωνειακών καθεστώτων, ειδών εμπορευμάτων, οδών διακίνησης, τρόπων μεταφοράς ή οικονομικών φορέων, με σκοπό την υπαγωγή τους για ορισμένη χρονική περίοδο σε αυξημένα επίπεδα ανάλυσης κινδύνου, μέτρων μετριασμού του κινδύνου, με την επιφύλαξη άλλων ελέγχων που διενεργούνται συνήθως από τις τελωνειακές αρχές·
42) «κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου»: οι παράμετροι για την ανάλυση κινδύνου για έναν τομέα κινδύνου και συνοδευτικά πρότυπα σχετικά με την πρακτική εφαρμογή αυτών των παραμέτρων·
43) «στρατηγική επιτήρησης»: προσέγγιση για τον χειρισμό κινδύνου, η οποία αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των επιχειρησιακών προσπαθειών τελωνειακής επιτήρησης και των μέτρων μετριασμού του κινδύνου σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα με αναλογικό και αποτελεσματικό τρόπο·
44) «αποστολή»: τα εμπορεύματα που μεταφέρονται από έναν αποστολέα, στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης μεταφοράς, σε έναν παραλήπτη, με το ίδιο μέσο μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των πολυτροπικών μεταφορών, που προέρχονται από το ίδιο έδαφος ή τρίτη χώρα, και είναι του ίδιου τύπου, κατηγορίας ή περιγραφής ή είναι συσκευασμένα μαζί·
45) «τελωνειακός χαρακτήρας»: ο χαρακτήρας εμπορεύματος ως ενωσιακού ή μη ενωσιακού·
46) «ενωσιακά εμπορεύματα»: εμπορεύματα που υπάγονται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:
α) εμπορεύματα που λαμβάνονται ή παράγονται εξ ολοκλήρου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτά εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτες χώρες·
β) εμπορεύματα που έχουν μεταφερθεί εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης από τρίτες χώρες και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία·
γ) εμπορεύματα που λαμβάνονται ή παράγονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, είτε αποκλειστικά από εμπορεύματα που αναφέρονται στο στοιχείο β) είτε από εμπορεύματα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β)·
47) «μη ενωσιακά εμπορεύματα»: εμπορεύματα εκτός από τα ενωσιακά εμπορεύματα ή εμπορεύματα που έχουν απολέσει τον τελωνειακό τους χαρακτήρα ως ενωσιακών εμπορευμάτων·
48) «παράδοση εμπορευμάτων»: πράξη με την οποία οι τελωνειακές αρχές, ή άλλα πρόσωπα για λογαριασμό τους, καθιστούν τα εμπορεύματα διαθέσιμα για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο προορίζονται να υπαχθούν·
49) «συνοπτική διασάφηση εισόδου»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ότι πρόκειται να εισέλθουν τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
50) «συνοπτική διασάφηση εξόδου»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ότι πρόκειται να εξέλθουν εμπορεύματα από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
51) «διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες, ότι εμπορεύματα βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση·
52) «τελωνειακή διασάφηση»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει εμπορεύματα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς, με αναφορά, κατά περίπτωση, τυχόν ειδικών ρυθμίσεων που θα πρέπει να εφαρμοστούν·
53) «προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο»: γνωστοποίηση στις τελωνειακές αρχές σχετικά με την άφιξη εμπορευμάτων στο τελωνείο που έχει οριστεί από τις τελωνειακές αρχές ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο που έχει οριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές, και διάθεση των εν λόγω εμπορευμάτων για τελωνειακό έλεγχο·
54) «διασαφιστής»: πρόσωπο που υποβάλλει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής στο όνομά του ή το πρόσωπο στο όνομα του οποίου υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση ή γνωστοποίηση·
55) «διασάφηση επανεξαγωγής»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να εξαγάγει μη ενωσιακά εμπορεύματα από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με εξαίρεση τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που τελούν υπό το καθεστώς ελεύθερης ζώνης ή βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση·
56) «γνωστοποίηση επανεξαγωγής»: η πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους προβλεπόμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να μεταφέρει μη ενωσιακά εμπορεύματα που τελούν υπό το καθεστώς ελεύθερης ζώνης ή σε προσωρινή εναπόθεση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
57) «κατασκευαστής»:
α) ο κατασκευαστής του προϊόντος σύμφωνα με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές και η οποία εφαρμόζεται για το εν λόγω προϊόν·
β) στην περίπτωση γεωργικών προϊόντων όπως ορίζονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1
ΣΛΕΕ ή πρώτων υλών, ο παραγωγός· ή
γ) αν δεν υπάρχει κατασκευαστής ή παραγωγός όπως αναφέρεται στα στοιχεία α) και β), το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων που κατασκεύασε το προϊόν ή ανέθεσε σε άλλους την κατασκευή του και διαθέτει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω ένωσης προσώπων·
58) «προμηθευτής προϊόντος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων στην εφοδιαστική αλυσίδα που κατασκευάζει ένα προϊόν εν όλω ή εν μέρει, είτε ως κατασκευαστής είτε σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση·
59) «προσωρινή εναπόθεση»: η κατάσταση μη ενωσιακών εμπορευμάτων τα οποία αποθηκεύονται προσωρινά υπό τελωνειακή επιτήρηση για το διάστημα μεταξύ της χρονικής στιγμής κατά την οποία ο μεταφορέας γνωστοποιεί την άφιξη των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και την υπαγωγή τους σε τελωνειακό καθεστώς ή την επανεξαγωγή τους·
60) «προβλεπόμενο τελωνείο πρώτης εισόδου»: το τελωνείο που είναι αρμόδιο για την τελωνειακή επιτήρηση στον τόπο όπου το μεταφορικό μέσο που μεταφέρει τα εμπορεύματα πρόκειται να φθάσει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης από έδαφος εκτός του εν λόγω εδάφους·
61) «εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία»: το σύνολο των δεδομένων που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές σε σχέση με εμπορεύματα που πρόκειται να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
62) «μεταποιημένα προϊόντα»: προϊόντα που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης και έχουν υποβληθεί σε εργασίες τελειοποίησης·
63) «εργασίες τελειοποίησης»: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες:
α) κατεργασία εμπορευμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται η συναρμολόγηση, η συνένωση ή η προσαρμογή των εν λόγω εμπορευμάτων σε άλλα εμπορεύματα·
β) μεταποίηση εμπορευμάτων·
γ) καταστροφή εμπορευμάτων·
δ) επισκευή εμπορευμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται η αποκατάσταση και η θέση των εν λόγω εμπορευμάτων σε λειτουργία·
ε) χρησιμοποίηση ορισμένων εμπορευμάτων, τα οποία δεν περιέχονται μεν στα μεταποιημένα προϊόντα, επιτρέπουν όμως ή διευκολύνουν την παραγωγή των προϊόντων αυτών, ακόμα και αν τα εν λόγω εμπορεύματα αναλίσκονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει κατά τη χρησιμοποίησή τους (βοηθήματα παραγωγής)·
64) «δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης»: το πρόσωπο που υποβάλλει τη διασάφηση διαμετακόμισης ή παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς ή για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση ή παρέχονται οι εν λόγω πληροφορίες·
65) «συντελεστής απόδοσης»: η ποσότητα ή το ποσοστό των μεταποιημένων προϊόντων που λαμβάνεται από τη επεξεργασία ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης·
66) «τρίτη χώρα»: χώρα ή έδαφος εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
67) «τελωνειακή οφειλή»: η υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό που επιβάλλεται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία·
68) «οφειλέτης»: κάθε πρόσωπο υπόχρεο τελωνειακής οφειλής·
69) «εισαγωγικός δασμός»: ο καταβλητέος κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων δασμός·
70) «εξαγωγικός δασμός»: ο καταβλητέος κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων δασμός·
71) «επιστροφή»: η επιστροφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που έχει καταβληθεί·
72) «διαγραφή»: η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που δεν έχει καταβληθεί·
73) «προμήθειες αγοράς»: τα ποσά που καταβάλλονται από εισαγωγέα σε αντιπρόσωπο για την εκπροσώπηση του εισαγωγέα στην αγορά υπό εκτίμηση εμπορευμάτων·
74) «κρίση»: συμβάν, φυσικό ή ανθρωπογενές, εξαιρετικού χαρακτήρα και έκτασης, που λαμβάνει χώρα εντός ή εκτός της Ένωσης, θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια, την προστασία, την υγεία και τη ζωή των κατοίκων, των οικονομικών φορέων ή του προσωπικού των τελωνειακών αρχών και απαιτεί τη λήψη επειγόντων μέτρων όσον αφορά την είσοδο, την έξοδο ή τη διαμετακόμιση εμπορευμάτων·
75) «μονάδα αντιμετώπισης κρίσεων»: υπηρεσία εντός της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που συντονίζει τις προσπάθειες της Ένωσης για την αντιμετώπιση κρίσεων στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης·
76) «πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» ή «ΜΜΕ»: πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της σύστασης 2003/361/EΚ της Επιτροπής·
77) «αριθμός καταχώρισης και ταυτοποίησης οικονομικού φορέα» ή «αριθμός EORI»: μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης, στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ο οποίος χορηγείται από την τελωνειακή αρχή σε οικονομικό φορέα ή σε άλλο πρόσωπο προκειμένου να καταχωριστεί ο εν λόγω οικονομικός φορέας ή το εν λόγω πρόσωπο για τελωνειακούς σκοπούς·
78) «είδος»: ένα ή περισσότερα εμπορεύματα σε μια αποστολή με την ίδια δασμολογική κατάταξη, περιγραφή και, όταν προβλέπεται στο πλαίσιο των απαιτήσεων δεδομένων που ισχύουν για τη σχετική τελωνειακή διασάφηση ή για τα δεδομένα που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές, καταγωγή·
79) «κοινό συνοριακό σημείο διέλευσης»: οποιοδήποτε συνοριακό σημείο διέλευσης το οποίο βρίσκεται είτε στο έδαφος κράτους μέλους είτε στο έδαφος γειτονικής τρίτης χώρας, στο οποίο οι τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους και της εν λόγω γειτονικής τρίτης χώρας εφαρμόζουν την αντίστοιχη τελωνειακή νομοθεσία τους βάσει διμερούς συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Αρμόδια τελωνειακή αρχή και επιχειρησιακοί κανόνες των τελωνείων
Άρθρο 6
Αρμόδια τελωνειακή αρχή1. Αρμόδια τελωνειακή αρχή είναι:
α) για τις αποφάσεις που αφορούν την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του αιτούντος·
β) για τις δραστηριότητες που πρόκειται να διεξαχθούν σύμφωνα με τα άρθρα 97 έως 100, η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για το τελωνείο πρώτης εισόδου·
γ) για τις δραστηριότητες που πρέπει να διεξάγονται δυνάμει των άρθρων 101, 102 και 103, είτε η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για το τελωνείο πρώτης εισόδου είτε η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται τα εμπορεύματα, ανάλογα με την ειδική περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 101 παράγραφοι 1, 2 και 3·
δ) για τις δραστηριότητες που διεξάγονται δυνάμει των άρθρων 104 έως 108 και του τίτλου V, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο:
i) βρίσκονται τα εμπορεύματα που πρόκειται να τεθούν σε προσωρινή εναπόθεση, συμπεριλαμβανομένου του τόπου λήξης του καθεστώτος διαμετακόμισης, ανάλογα με την ειδική περίπτωση· ή
ii) βρίσκονται τα εμπορεύματα που πρόκειται να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς·
ε) για τις δραστηριότητες που πρόκειται να διεξαχθούν βάσει του τίτλου VII, εξαιρουμένων εκείνων που συνδέονται με την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο στον οποίο τα εμπορεύματα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο δ) , αρμόδια τελωνειακή αρχή είναι:
α) για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην περίπτωση εξ αποστάσεως πωλήσεων, όταν ο εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις δεν χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να παραδοθούν τα εμπορεύματα·
β) όταν ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας είναι αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του εν λόγω εισαγωγέα ή εξαγωγέα ή του τελωνειακού αντιπροσώπου του·
γ) όταν ο διασαφιστής έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί κεντρικό τελωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 91, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του εν λόγω διασαφιστή.
3. Η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο εγκατάστασης του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου:
α) επιτηρεί την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο σχετικό τελωνειακό καθεστώς·
β) διενεργεί τους τελωνειακούς ελέγχους για την επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχονται·
γ) εφόσον δικαιολογείται, ζητεί από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο αποστολής ή τον τελικό προορισμό των εμπορευμάτων να διενεργήσει τελωνειακό έλεγχο·
δ) όταν υπάρχει κίνδυνος που μπορεί να μετριαστεί μόνο μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή πριν εγκαταλείψουν το εν λόγω τελωνειακό έδαφος, ζητεί από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο εισόδου ή εξόδου των εμπορευμάτων να διενεργήσει τελωνειακούς ελέγχους·
ε) διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για την είσπραξη του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε ενδεχόμενη τελωνειακή οφειλή.
4. Λαμβανομένων υπόψη των ευλόγως αναμενόμενων επιπτώσεων στις ροές του εμπορίου, των διαθέσιμων πόρων ελέγχου και της σοβαρότητας του κινδύνου, η τελωνειακή αρχή που είναι υπεύθυνη για τον τόπο αποστολής ή τελικού προορισμού των εμπορευμάτων ή για τον τόπο εισόδου ή εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης διενεργεί τους τελωνειακούς ελέγχους που ζητούνται από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τον τόπο εγκατάστασης του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχεία γ) και δ) και των δικαιούχων άδειας κεντρικού τελωνισμού, και παρέχει στην εν λόγω τελωνειακή αρχή τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών, με την επιφύλαξη των δικών της ελέγχων σχετικά με τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό.
5. Οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας και της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
8. Η Επιτροπή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό των καθηκόντων συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 4.
Άρθρο 7
Επιχειρησιακοί κανόνες για τα αρμόδια τελωνεία1. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τόπο και την αρμοδιότητα των τελωνείων τους.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επίσημες ώρες λειτουργίας των τελωνείων τους να είναι εύλογες και κατάλληλες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της κυκλοφορίας και των εμπορευμάτων, καθώς και τα τελωνειακά καθεστώτα στα οποία πρόκειται να υπαχθούν, ώστε να μην παρεμποδίζεται ή διαταράσσεται η ροή της διεθνούς κυκλοφορίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Τελωνειακές αποφάσεις
Τμήμα 1
Γενικές αρχές
Άρθρο 8
Αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως1. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, το πρόσωπο αυτό παρέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές για να μπορέσουν να λάβουν την εν λόγω απόφαση.
Μπορεί επίσης να υποβληθεί αίτηση από περισσότερα του ενός πρόσωπα για λήψη απόφασης σχετικά με περισσότερα του ενός πρόσωπα, σύμφωνα με τους όρους που ορίζει η τελωνειακή νομοθεσία.
2. Οι τελωνειακές αρχές, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής αίτησης απόφασης, επαληθεύουν αν πληρούνται οι όροι αποδοχής της αίτησης.
Σε περίπτωση που τελωνειακή αρχή κρίνει ότι η αίτηση απόφασης περιέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να μπορέσει να λάβει την απόφαση, κοινοποιεί την αποδοχή της στον αιτούντα εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω αίτησης.
Σε περίπτωση που τελωνειακή αρχή διαπιστώνει ότι η αίτηση δεν περιέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, ζητά από τον αιτούντα να παράσχει τις σχετικές πρόσθετες πληροφορίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες. Στις περιπτώσεις αυτές, η τελωνειακή αρχή αποφασίζει αν η αίτηση είναι πλήρης και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή ή αν είναι ελλιπής και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί, εντός χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής της πρώτης αίτησης. Αν η τελωνειακή αρχή δεν κοινοποιήσει την απόφασή της ρητά στον αιτούντα εντός της εν λόγω προθεσμίας η αίτηση θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή στο πέρας του χρονικού διαστήματος των 60 ημερολογιακών ημερών.
3. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, η αρμόδια αρχή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 το αργότερο εντός 120 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης και ενημερώνουν τον αιτούντα χωρίς καθυστέρηση σχετικά με την απόφαση.
Σε περίπτωση που η τελωνειακή αρχή δεν είναι σε θέση να τηρήσει την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, μεταξύ άλλων όταν η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε εν εξελίξει διαβουλεύσεις με άλλες αρμόδιες αρχές ή διεθνείς φορείς, ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, αναφέροντας τους λόγους για την καθυστέρηση και προσδιορίζοντας την περαιτέρω χρονική περίοδο που θεωρεί αναγκαία για τη λήψη απόφασης. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, η εν λόγω περαιτέρω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες.
Επιπλέον, η τελωνειακή αρχή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, η οποία ορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν η παράταση ζητείται από τον αιτούντα με σκοπό την πραγματοποίηση προσαρμογών για την εκπλήρωση των όρων και των κριτηρίων που απαιτούνται για τη χορήγηση της απόφασης. Οι προσαρμογές αυτές και η περαιτέρω χρονική περίοδος που είναι απαραίτητη για την πραγματοποίησή τους κοινοποιούνται στην τελωνειακή αρχή, η οποία αποφασίζει αν θα χορηγήσει την παράταση που ζητήθηκε.
Εάν η τελωνειακή αρχή δεν λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ο αιτών λαμβάνει αυτόματη ειδοποίηση. Ο αιτών μπορεί να θεωρήσει ότι η μη λήψη απόφασης σημαίνει αρνητική απόφαση.
4. Η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση αυτής, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία ή αν ορίζεται άλλως στην ίδια την απόφαση.
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2, οι αποφάσεις είναι εκτελεστές από τις τελωνειακές αρχές από την ημερομηνία έκδοσής τους.
5. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία , η απόφαση ισχύει χωρίς χρονικό περιορισμό.
6. Πριν από τη λήψη απόφασης που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τον αιτούντα, η τελωνειακή αρχή κοινοποιεί στον αιτούντα τους λόγους στους οποίους προτίθεται να βασίσει την απόφασή της. Ο αιτών έχει τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του εντός ορισμένης προθεσμίας που υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε ή θεωρείται ότι έχει λάβει την εν λόγω ειδοποίηση («δικαίωμα ακρόασης»). Μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, ο αιτών ενημερώνεται με τον κατάλληλο τρόπο σχετικά με την απόφαση.
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν ισχύουν:
α) εάν αφορούν απόφαση που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1·
β) σε περίπτωση άρνησης του οφέλους από δασμολογική ποσόστωση, εάν έχει συμπληρωθεί ο όγκος της συγκεκριμένης δασμολογικής ποσόστωσης, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 166 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο·
γ) εάν επιβάλλεται από τη φύση ή το επίπεδο της απειλής για την ασφάλεια και την προστασία της Ένωσης και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή για τους καταναλωτές·
δ) εάν η σχετική απόφαση έχει σκοπό να διασφαλίσει την εφαρμογή άλλης απόφασης, για την οποία έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του, με την επιφύλαξη της νομοθεσίας του ενδιαφερομένου κράτους μέλους·
ε) εάν θα επιφέρει ζημία σε έρευνες που έχουν ξεκινήσει και αποσκοπούν στην καταπολέμηση της απάτης·
στ) εάν η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αποδοχή της·
ζ) εάν η τελωνειακή αρχή δίνει την εντολή στο πρόσωπο που υπέβαλε τη συνοπτική διασάφηση εισόδου ή που παρείχε ή κατέστησε διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία, ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν·
η) εάν η απόφαση αφορά γνωστοποίηση προς τον αιτούντα απόφασης της Επιτροπής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 217 παράγραφος 3·
θ) εάν ένας αριθμός EORI πρόκειται να ακυρωθεί, κατόπιν αιτήματος του οικείου οικονομικού φορέα, ή εάν δεν υπάρχει τελωνειακή δραστηριότητα για τρία έτη ή όταν ένας οικονομικός φορέας δεν υπάρχει πλέον·
ι) εάν το απαιτεί η φύση ή το επίπεδο της απειλής για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ή των κρατών μελών της.
7. Απόφαση η οποία επηρεάζει δυσμενώς τον αιτούντα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να αναφέρει τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 18.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των δεδομένων που απαιτούνται για τις αιτήσεις και τις αποφάσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο·
β) των όρων για την αποδοχή των αιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ) των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες η προθεσμία για τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης και το χρονικό περιθώριο για την έγκριση ενδεχόμενης παράτασης της εν λόγω προθεσμίας, διαφέρει από τις προθεσμίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·
δ) των αναφερόμενων στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ειδικών περιπτώσεων όπου μία απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση αυτής·
ε) των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου ειδικών περιπτώσεων όπου η ισχύς της απόφασης έχει χρονικό περιορισμό·
στ) της διάρκειας της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου·
ζ) των κανόνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.
9. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για την τροποποίηση των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με σκοπό τη συντόμευση των προθεσμιών που αναφέρονται σε αυτές, κατά περίπτωση, μόλις τεθεί σε λειτουργία ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ.
10. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τη διαδικασία για:
α) την υποβολή και την αποδοχή της αίτησης απόφασης που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2·
β) τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, περιλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του δικαιώματος ακρόασης και της διαβούλευσης με άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 9
Διαχείριση αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως1. Ο δικαιούχος της απόφασης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση.
2. Ο δικαιούχος της απόφασης παρακολουθεί συνεχώς την εκπλήρωση των κριτηρίων και τη συμμόρφωση με τους όρους, καθώς και τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση και, κατά περίπτωση, καθιερώνει εσωτερικούς ελέγχους ικανούς να προλαμβάνουν, να εντοπίζουν και να διορθώνουν παράνομες ή παράτυπες συναλλαγές.
3. Ο δικαιούχος της απόφασης κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που ανακύπτει μετά τη λήψη της απόφασης και μπορεί να έχει επίπτωση στη διατήρηση ή το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης.
4. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν τακτικά αν ο δικαιούχος της απόφασης εξακολουθεί να πληροί τα σχετικά κριτήρια και να συμμορφώνεται με τις σχετικές υποχρεώσεις, ιδίως την ικανότητα του δικαιούχου της απόφασης να προλαμβάνει, να αντιδρά και να διορθώνει σφάλματα μέσω κατάλληλων εσωτερικών ελέγχων και να κοινοποιεί στις τελωνειακές αρχές κάθε υπόνοια τελωνειακής απάτης την οποία γνωρίζει ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ο δικαιούχος ή πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον εντοπισμό της, ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 27, 28, 30 και 31. Με βάση την εν λόγω δραστηριότητα παρακολούθησης, οι τελωνειακές αρχές αξιολογούν το προφίλ κινδύνου του δικαιούχου της απόφασης, κατά περίπτωση. Αν δεν έχουν συμπληρωθεί τρία έτη από την εγκατάσταση του δικαιούχου της απόφασης στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, οι τελωνειακές αρχές τον παρακολουθούν στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά τη λήψη της απόφασης.
5. Οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν αίτησης και όλες τις δραστηριότητες παρακολούθησης που διεξάγουν σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες αυτές για τους σκοπούς της διαχείρισης κινδύνων.
6. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, οι τελωνειακές αρχές καταχωρίζουν τις αποφάσεις τους στα υφιστάμενα ηλεκτρονικά συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών που έχουν αναπτύξει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση στις εν λόγω αποφάσεις και στις πληροφορίες στις οποίες βασίζονται τα εν λόγω συστήματα.
7. Με την επιφύλαξη άλλων εφαρμοστέων διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες οι αποφάσεις είναι άκυρες ή παύουν να παράγουν αποτελέσματα, οι τελωνειακές αρχές που έλαβαν απόφαση μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να την ακυρώσουν, να την ανακαλέσουν ή να την τροποποιήσουν, εφόσον δεν είναι σύμφωνη με την τελωνειακή νομοθεσία. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σχετικά με την εν λόγω ακύρωση, ανάκληση και τροποποίηση τελωνειακών αποφάσεων, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία , οι τελωνειακές αρχές επαναξιολογούν την απόφαση.
9. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) λεπτομερών κανόνων για την παρακολούθηση των αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου·
β) των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες οι αποφάσεις πρέπει να επαναξιολογηθούν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, και των κανόνων για την εν λόγω επαναξιολόγηση.
Άρθρο 10
Ισχύς των αποφάσεων σε ενωσιακή κλίμακαΟι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ισχύουν σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εκτός εάν η απόφαση προβλέπει ότι τα αποτελέσματά της περιορίζονται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.
Άρθρο 11
Ακύρωση ευνοϊκών αποφάσεων1. Οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν απόφαση ευνοϊκή για τον δικαιούχο της απόφασης, αν πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) η απόφαση λήφθηκε με βάση ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες·
β) ο δικαιούχος της απόφασης γνώριζε ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι τα στοιχεία αυτά ήταν ανακριβή ή ελλιπή·
γ) αν οι πληροφορίες ήταν ορθές και εμπεριστατωμένες, η απόφαση θα ήταν διαφορετική.
2. Η ακύρωση της απόφασης κοινοποιείται στον δικαιούχο της απόφασης.
3. Η ακύρωση απόφασης αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε εφαρμογή η αρχική απόφαση, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στην απόφαση για την εν λόγω ακύρωση σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες προσδιορίζουν τους κανόνες σχετικά με την ακύρωση ευνοϊκών αποφάσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 12
Ανάκληση, αναστολή και τροποποίηση ευνοϊκών αποφάσεων1. Μια ευνοϊκή απόφαση ανακαλείται ή τροποποιείται εφόσον:
α) ένας ή περισσότεροι από τους όρους λήψης αυτής της απόφασης δεν επληρούντο ή δεν πληρούνται πλέον·
β) ο δικαιούχος της απόφασης δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την εν λόγω απόφαση· ή
γ) ζητηθεί από τον δικαιούχο της απόφασης.
2. Μια ευνοϊκή απόφαση αναστέλλεται εφόσον:
α) η εν λόγω τελωνειακή αρχή θεωρεί ότι ενδεχομένως υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την ακύρωση, την ανάκληση ή την τροποποίηση της απόφασης, αλλά δεν διαθέτει ακόμη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να αποφασίσει επί της ακύρωσης, της ανάκλησης ή της τροποποίησης·
β) η τελωνειακή αρχή θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι όροι για την εν λόγω απόφαση ή ότι ο δικαιούχος της απόφασης δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται βάσει της απόφασης αυτής, και κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στον δικαιούχο της απόφασης το χρονικό περιθώριο να λάβει μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση των όρων ή τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις·
γ) ο δικαιούχος της απόφασης ζητά την εν λόγω αναστολή διότι δεν μπορεί προσωρινά να τηρήσει τους όρους που τίθενται για την εν λόγω απόφαση ή να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται βάσει της απόφασης αυτής.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ), ο δικαιούχος της απόφασης κοινοποιεί στην αρμόδια για τη λήψη της απόφασης τελωνειακή αρχή τα μέτρα που θα λάβει προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση των όρων ή τη συμμόρφωσή του με τις υποχρεώσεις, καθώς και την περίοδο που χρειάζεται για τη λήψη των εν λόγω μέτρων.
3. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία , ευνοϊκή απόφαση που απευθύνεται σε περισσότερα από ένα πρόσωπα μπορεί να ανακληθεί μόνον όσον αφορά το πρόσωπο που δεν συμμορφώνεται με υποχρέωση η οποία επιβλήθηκε δυνάμει της εν λόγω απόφασης.
4. Η ανάκληση, αναστολή ή τροποποίηση της απόφασης ανακοινώνεται στον δικαιούχο της απόφασης.
5. Η παράγραφος 4 του άρθρου 8 εφαρμόζεται στην ανάκληση, την αναστολή ή την τροποποίηση της απόφασης.
Εντούτοις, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον το απαιτεί η προστασία των νόμιμων συμφερόντων του δικαιούχου της απόφασης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μεταθέτουν κατά έως και ένα έτος την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση ή η τροποποίηση. Η εν λόγω ημερομηνία αναγράφεται στην απόφαση ανάκλησης ή τροποποίησης.
6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των αναφερόμενων στην παράγραφο 3 ειδικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες οι τελωνειακές αρχές επιτρέπεται να ανακαλέσουν ευνοϊκή απόφαση που απευθύνεται σε περισσότερα από ένα πρόσωπα και όσον αφορά άλλα πρόσωπα πέραν του προσώπου που δεν συμμορφώνεται με υποχρέωση η οποία επιβλήθηκε δυνάμει της εν λόγω απόφασης·
β) των εξαιρετικών περιπτώσεων, στις οποίες οι τελωνειακές αρχές επιτρέπεται να μεταθέτουν την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση ή η τροποποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο.
7. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την ανάκληση, την αναστολή ή την τροποποίηση ευνοϊκών αποφάσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 13
Αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς αίτησηΜε εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια τελωνειακή αρχή ενεργεί ως δικαστική αρχή, οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 4 έως 7, του άρθρου 9 παράγραφος 7 και των άρθρων 10, 11 και 12 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές χωρίς αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Άρθρο 14
Περιορισμοί που ισχύουν για αποφάσεις σχετικά με εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς ή βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεσηΜε εξαίρεση την περίπτωση που το ζητεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, η ανάκληση, τροποποίηση ή αναστολή ευνοϊκής απόφασης δεν επηρεάζει εμπορεύματα τα οποία, τη στιγμή κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ανάκληση, τροποποίηση ή αναστολή, έχουν ήδη υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς και εξακολουθούν να υπάγονται στο εν λόγω τελωνειακό καθεστώς ή βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση ως αποτέλεσμα της ανακληθείσας, τροποποιηθείσας ή ανασταλείσας απόφασης.
Τμήμα 2
Δεσμευτικές πληροφορίες
Άρθρο 15
Αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες1. Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν, κατόπιν αίτησης, αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες («αποφάσεις ΔΔΠ»), αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες καταγωγής («αποφάσεις ΔΠΚ») και αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες δασμολογητέας αξίας («αποφάσεις ΔΠΔ»).
Τέτοιου είδους αιτήσεις δεν γίνονται αποδεκτές σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν η αίτηση υποβάλλεται ή έχει ήδη υποβληθεί στο ίδιο ή σε άλλο τελωνείο, από τον δικαιούχο απόφασης ή για λογαριασμό του δικαιούχου απόφασης:
i) για αποφάσεις ΔΔΠ, όσον αφορά τα ίδια εμπορεύματα·
ii) για αποφάσεις ΔΠΚ, όσον αφορά τα ίδια εμπορεύματα και υπό τις ίδιες καθοριστικές για την απόκτηση καταγωγής περιστάσεις·
iii) για αποφάσεις ΔΠΔ, όσον αφορά εμπορεύματα υπό τις ίδιες καθοριστικές για τη δασμολογητέα αξία περιστάσεις·
β) αν η αίτηση δεν σχετίζεται με καμία προβλεπόμενη χρήση απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες ή με καμία προβλεπόμενη χρήση τελωνειακού καθεστώτος.
2. Οι αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες είναι δεσμευτικές μόνον όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη ή τον προσδιορισμό της καταγωγής ή της δασμολογητέας αξίας των σχετικών εμπορευμάτων:
α) για τις τελωνειακές αρχές σε σχέση με τον δικαιούχο της απόφασης, μόνον όσον αφορά εμπορεύματα για τα οποία οι τελωνειακές διατυπώσεις ολοκληρώνονται μετά την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα·
β) για τον δικαιούχο της απόφασης σε σχέση με τις τελωνειακές αρχές, μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει την κοινοποίηση της απόφασης.
3. Οι αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες ισχύουν για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα.
4. Για την εφαρμογή απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες στο πλαίσιο συγκεκριμένου τελωνειακού καθεστώτος, ο δικαιούχος της απόφασης πρέπει να μπορεί να αποδείξει τα ακόλουθα:
α) στην περίπτωση απόφασης ΔΔΠ, ότι τα εκάστοτε εμπορεύματα αντιστοιχούν από κάθε άποψη σε αυτά που περιγράφονται στην απόφαση·
β) στην περίπτωση απόφασης ΔΠΚ, ότι τα εκάστοτε εμπορεύματα και οι καθοριστικές για την απόκτηση καταγωγής περιστάσεις αντιστοιχούν από κάθε άποψη στα εμπορεύματα και στις περιστάσεις που περιγράφονται στην απόφαση·
γ) στην περίπτωση απόφασης ΔΠΔ, ότι οι καθοριστικές για τη δασμολογητέα αξία περιστάσεις για τα εκάστοτε εμπορεύματα αντιστοιχούν από κάθε άποψη στις περιστάσεις που περιγράφονται στην απόφαση.
Άρθρο 16
Διαχείριση αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες1. Η απόφαση ΔΔΠ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 εφόσον δεν είναι πλέον συμβατή με το δίκαιο, λόγω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) της τροποποίησης των ονοματολογιών που αναφέρονται στο άρθρο 166 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)· ή
β) της θέσπισης μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 167 παράγραφος 4.
Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ΔΔΠ παύει να ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης ή των μέτρων.
2. Η απόφαση ΔΠΚ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3:
α) όταν η απόφαση ΔΠΚ δεν συμμορφώνεται πλέον με το ενωσιακό δίκαιο λόγω της έκδοσης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης ή της σύναψης συμφωνίας από την Ένωση που τίθεται σε εφαρμογή στην Ένωση, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΠΚ παύει να ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω πράξης ή συμφωνίας· ή
β) όταν η απόφαση ΔΠΚ δεν είναι πλέον συμβατή με τη συμφωνία για τους κανόνες καταγωγής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ή με τις συμβουλευτικές γνωμοδοτήσεις, τις πληροφορίες, τις συμβουλές και παρόμοιες πράξεις σχετικά με τον προσδιορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων ώστε να εξασφαλίζεται η ομοιομορφία ερμηνείας και εφαρμογής της συμφωνίας αυτής, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΠΚ παύει να ισχύει από την ημερομηνία της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3. Η απόφαση ΔΠΔ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3:
α) όταν η απόφαση ΔΠΔ δεν συμμορφώνεται πλέον με το ενωσιακό δίκαιο λόγω της έκδοσης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΠΔ παύει να ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω πράξης· ή
β) όταν η απόφαση ΔΠΔ δεν είναι πλέον συμβατή με το άρθρο VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ή με τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (
31) ή με τις αποφάσεις που λαμβάνει η επιτροπή δασμολογητέας αξίας για την ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΠΔ παύει να ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Η παύση ισχύος των αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες δεν έχει αναδρομική εφαρμογή.
5. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 9 παράγραφος 7 και το άρθρο 11, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες μόνον εφόσον βασίζονται σε ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες από τους αιτούντες.
6. Οι τελωνειακές αρχές ανακαλούν αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 7 και το άρθρο 12. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν ανακαλούνται με αίτηση του δικαιούχου της απόφασης.
7. Οι αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες δεν τροποποιούνται.
8. Οι τελωνειακές αρχές ανακαλούν αποφάσεις ΔΔΠ αν δεν είναι πλέον συμβατές με την ερμηνεία καμίας από τις ονοματολογίες που αναφέρονται στο άρθρο 166 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) λόγω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) της έγκρισης επεξηγηματικών σημειώσεων αναφερόμενων στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου (
32), στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΔΠ ανακαλείται με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης των εν λόγω επεξηγηματικών σημειώσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
β) της έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΔΠ ανακαλείται με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατακτικού της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
γ) της έγκρισης αποφάσεων κατάταξης, γνωμών κατάταξης ή τροποποιήσεων των επεξηγηματικών σημειώσεων για την Ονοματολογία του Εναρμονισμένου Συστήματος Περιγραφής και Κωδικοποίησης Εμπορευμάτων που εγκρίθηκε από τον οργανισμό που έχει συσταθεί με τη Σύμβαση περί Συστάσεως Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950, στην οποία περίπτωση η απόφαση ΔΔΠ ανακαλείται με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής ανακοίνωσης της Επιτροπής στη σειρά «C» της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
9. Οι αποφάσεις ΔΠΚ και ΔΠΔ ανακαλούνται σε περίπτωση που δεν είναι πλέον συμβατές με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατακτικού της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
10. Όταν μια απόφαση που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες παύει να ισχύει σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) ή με την παράγραφο 2 ή 3, ή ανακαλείται σύμφωνα με την παράγραφο 6, 8 ή 9, η απόφαση μπορεί να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται όσον αφορά δεσμευτικές συμβάσεις που βασίζονταν στην εν λόγω απόφαση και είχαν συναφθεί πριν από την παύση της ισχύος της ή την ανάκλησή της. Η εν λόγω παράταση της χρήσης δεν ισχύει σε περίπτωση έγκρισης απόφασης ΔΠΚ για εμπορεύματα προς εξαγωγή.
Η περίοδος που διαρκεί η παράταση της χρήσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες παύει να ισχύει ή ανακαλείται. Ωστόσο, μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 167 παράγραφος 4, μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 172 ή μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 182 μπορεί να αποκλείει την εν λόγω παράταση χρήσης ή να ορίζει συντομότερη διάρκεια. Όταν πρόκειται για προϊόντα για τα οποία υποβάλλεται πιστοποιητικό εισαγωγής ή εξαγωγής κατά τη διεξαγωγή των τελωνειακών διατυπώσεων, η διάρκεια των έξι μηνών αντικαθίσταται από τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού.
Για να επωφεληθεί από την παράταση της χρήσης μιας απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες, ο δικαιούχος της εν λόγω απόφασης υποβάλλει αίτηση στην τελωνειακή αρχή που έλαβε την απόφαση εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παύει να ισχύει ή ανακαλείται, αναφέροντας τις ποσότητες για τις οποίες ζητεί την παράταση της χρήσης και το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου θα τελωνιστούν τα εμπορεύματα κατά την περίοδο που διαρκεί η παράταση της χρήσης. Η τελωνειακή αρχή λαμβάνει απόφαση για την παράταση της χρήσης και ενημερώνει σχετικά τον δικαιούχο χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο 30 ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για να μπορέσει να λάβει την εν λόγω απόφαση.
11. Η Επιτροπή ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές όταν:
α) αναστέλλεται η λήψη αποφάσεων που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες, όσον αφορά εμπορεύματα των οποίων δεν εξασφαλίζεται η δασμολογική κατάταξη ή ο προσδιορισμός της καταγωγής ή της δασμολογητέας αξίας με ορθό και ενιαίο τρόπο· ή
β) ανακαλείται η αναστολή που αναφέρεται στο στοιχείο α).
12. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τη μορφή αποφάσεων, με τις οποίες ζητεί από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν απόφαση ΔΔΠ, απόφαση ΔΠΚ ή απόφαση ΔΠΔ, προκειμένου να εξασφαλίζεται η δασμολογική κατάταξη ή ο προσδιορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων ή της δασμολογητέας αξίας με ορθό και ενιαίο τρόπο.
Πριν από την έκδοση τέτοιας απόφασης, η Επιτροπή κοινοποιεί τους λόγους στους οποίους προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της στον δικαιούχο της απόφασης ΔΔΠ, της απόφασης ΔΠΚ ή της απόφασης ΔΠΔ, στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του εντός προθεσμίας που ορίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαιούχος λαμβάνει την εν λόγω κοινοποίηση ή θεωρείται ότι την έχει λάβει.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 283 παράγραφος 2.
13. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των κανόνων για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων όσον αφορά την κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα των λόγων στους οποίους η Επιτροπή προτίθεται να στηρίξει τις αποφάσεις της και την προθεσμία εντός της οποίας τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να εκφράσουν τις απόψεις τους.
14. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για:
α) τη χρήση απόφασης που αφορά δεσμευτικές πληροφορίες αφού έχει παύσει να ισχύει ή έχει ανακληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου·
β) την ενημέρωση των τελωνειακών αρχών σύμφωνα με την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Τμήμα 3
Προσφυγές
Άρθρο 17
Αποφάσεις δικαστικής αρχήςΤα άρθρα 18 και 19 δεν εφαρμόζονται για προσφυγές που ασκούνται με στόχο την ακύρωση, την ανάκληση ή την τροποποίηση απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, η οποία λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή από τελωνειακές αρχές που ενεργούν ως δικαστικές αρχές.
Άρθρο 18
Δικαίωμα προσφυγής1. Ένα πρόσωπο έχει δικαίωμα να προσφεύγει κατά οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται από τις τελωνειακές αρχές σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, εφόσον η απόφαση αφορά το εν λόγω πρόσωπο άμεσα και ατομικά.
Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση στις τελωνειακές αρχές για έκδοση απόφασης και δεν έχει λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 έχει επίσης το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή.
2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί σε δύο τουλάχιστον στάδια:
α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον των τελωνειακών αρχών ή δικαστικής αρχής ή άλλου φορέα που έχει οριστεί για τον σκοπό αυτό από τα οικεία κράτη μέλη·
β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον ανώτερου ανεξάρτητου οργάνου, το οποίο μπορεί να είναι δικαστική αρχή ή ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο, ανάλογα με το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
3. Η προσφυγή ασκείται στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοσή της.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία προσφυγής καθιστά δυνατή την ταχεία επιβεβαίωση ή διόρθωση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές.
Άρθρο 19
Αναστολή της εκτέλεσης1. Η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, εν όλω ή εν μέρει, όταν έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνάδει με την τελωνειακή νομοθεσία ή ότι υπάρχει ενδεχόμενο ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να καταβληθεί εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός, η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εξαρτάται από τη σύσταση εγγύησης, εκτός αν στοιχειοθετείται, βάσει τεκμηριωμένης αξιολόγησης, ότι μια τέτοια εγγύηση ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στον οφειλέτη.
Τμήμα 4
Επιβαρύνσεις και έξοδα
Άρθρο 20
Επιβαρύνσεις, έξοδα και ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης1. Οι τελωνειακές αρχές δεν επιβάλλουν επιβαρύνσεις για τη διεξαγωγή τελωνειακών ελέγχων ή για οποιαδήποτε άλλη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας που πραγματοποιείται κατά τις επίσημες ώρες λειτουργίας των αρμόδιων τελωνείων τους.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές εισπράττουν ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης σταθερού ποσού ανά είδος για τις υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν για τη διεκπεραίωση αιτήματος διαδικασίας θέσης εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν τα εν λόγω εμπορεύματα πωλούνται εξ αποστάσεως.
3. Το ποσό του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 αντιστοιχεί στο κατά προσέγγιση κόστος των υπηρεσιών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Το κόστος αυτό περιλαμβάνει τουλάχιστον το κόστος ελέγχου των δεδομένων, το κόστος διενέργειας ανάλυσης κινδύνου, το κόστος της σχετικής υποδομής και των ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που παρέχονται από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
4. Το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι χαμηλότερο όταν το αντικείμενο της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι εμπορεύματα που πωλούνται εξ αποστάσεως από αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις.
5. Ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή καταβάλλει το ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης τουλάχιστον μία φορά τον μήνα στις τελωνειακές αρχές που είναι αρμόδιες για τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη στιγμή της καταβολής της τελωνειακής οφειλής. Όταν δεν υπάρχει τελωνειακή οφειλή, το πρόσωπο που θα ήταν ο οφειλέτης σε περίπτωση τελωνειακής οφειλής είναι ο οφειλέτης του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης.
Όσον αφορά ζητήματα για τα οποία δεν καθορίζονται ειδικοί κανόνες στο παρόν άρθρο ούτε θεσπίζονται ειδικοί κανόνες δυνάμει αυτού, οι διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή οφειλή εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στο ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης.
6. Το ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης δεν επιστρέφεται.
7. Έως τις 30 Ιουνίου, σύμφωνα με το άρθρο 285 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει κατάλληλη λύση ΤΠ σε επίπεδο Ένωσης για τον υπολογισμό του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης.
8. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση ανά διετία για την εκτίμηση του κατά προσέγγιση κόστους των υπηρεσιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.
9. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν και να εφαρμόζουν επιβαρύνσεις ή να προβαίνουν στην είσπραξη εξόδων για συγκεκριμένες υπηρεσίες εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ιδίως για τις ακόλουθες:
α) παρουσία, κατόπιν αιτήματος, προσωπικού των τελωνείων εκτός των επίσημων ωρών λειτουργίας των τελωνείων ή σε εγκαταστάσεις άλλες από το τελωνειακό κατάστημα·
β) αναλύσεις ή εκθέσεις εμπειρογνωμόνων για τα εμπορεύματα και ταχυδρομικά τέλη για την επιστροφή των εμπορευμάτων στον αιτούντα, ιδίως όσον αφορά αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 ή την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 25·
γ) εξέταση ή δειγματοληψία εμπορευμάτων για λόγους επαλήθευσης, ή καταστροφή εμπορευμάτων, όταν υπεισέρχονται άλλα έξοδα εκτός από αυτά που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού προσωπικού·
δ) έκτακτα μέτρα ελέγχου που είναι απαραίτητα λόγω της φύσης των εμπορευμάτων ή λόγω ενδεχόμενου κινδύνου.
10. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος άρθρου με τον καθορισμό του ποσού του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
11. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας είσπραξης του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης από τον οικονομικό φορέα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Μετατροπή νομισμάτων και προθεσμίες
Άρθρο 21
Μετατροπή νομισμάτων1. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν, κατά περίπτωση καθιστώντας διαθέσιμη και διαδικτυακά, την εφαρμοστέα συναλλαγματική ισοτιμία όταν η μετατροπή νομισμάτων είναι αναγκαία για έναν από τους ακόλουθους λόγους:
α) επειδή οι παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων εκφράζονται σε νόμισμα άλλο από αυτό του κράτους μέλους στο οποίο καθορίζεται η δασμολογητέα αξία·
β) επειδή η ισοτιμία του ευρώ σε εθνικό νόμισμα απαιτείται για τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων και του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, καθώς και όταν η ισοτιμία αυτή απαιτείται για την εφαρμογή των κατώτατων ορίων αξίας που καθορίζονται στο κοινό δασμολόγιο.
2. Όταν η μετατροπή νομισμάτων είναι αναγκαία για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η ισοτιμία του ευρώ σε εθνικό νόμισμα που πρέπει να εφαρμόζεται στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας καθορίζεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των κανόνων σχετικά με τη μετατροπή νομισμάτων για τους σκοπούς που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 22
Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες1. Όταν στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας καθορίζεται προθεσμία, ημερομηνία ή διορία, η εν λόγω προθεσμία δεν παρατείνεται ούτε μειώνεται και η εν λόγω ημερομηνία ή διορία δεν μετατίθεται ούτε επισπεύδεται, εκτός αν ορίζεται άλλως σε αυτή.
2. Εφαρμόζονται οι κανόνες που ισχύουν για τις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου (
33), εκτός αν ορίζεται άλλως στην τελωνειακή νομοθεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Λοιπές διατάξεις
Άρθρο 23
Εμπιστευτικότητα των δεδομένων1. Τα δεδομένα που περιέρχονται στην κατοχή των τελωνειακών αρχών ή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, τα οποία είναι εκ φύσεως εμπιστευτικά ή παρέχονται εμπιστευτικά, διατηρούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Ωστόσο, τα εν λόγω δεδομένα μπορούν να γνωστοποιηθούν όταν οι τελωνειακές αρχές ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποχρεούνται ή εξουσιοδοτούνται να το πράξουν σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, ιδίως για λόγους που αφορούν δικαστικές διαδικασίες.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή, συγκεκριμένα δεδομένα των οποίων η γνωστοποίηση θα έβλαπτε τα ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειάς τους, τα οποία πρέπει να επισημαίνονται τεχνικά εντός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ κατά τρόπο που κάθε περαιτέρω επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων να περιορίζεται στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, εκτός εάν οι εν λόγω αρχές επιτρέπουν ρητά την περαιτέρω επεξεργασία από άλλο πρόσωπο. Το πρόσωπο που διαβιβάζει τα δεδομένα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ καθορίζει με σαφήνεια τους περιορισμούς επεξεργασίας των δεδομένων αυτών που μπορούν να συνδεθούν με τις συγκεκριμένες εφοδιαστικές αλυσίδες ή τις κατηγορίες δεδομένων.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα συγκεκριμένα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειάς τους που διακυβεύονται και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι τα εν λόγω συμφέροντα δεν θα μπορούσαν να προστατευθούν επαρκώς βάσει του γενικού πλαισίου διατάξεων σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων εντός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
4. Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, εξαγωγή ή κοινοποίηση δεδομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται με επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων.
5. Με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου (
34), από την 1η Μαρτίου 2031, οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ καθιστούν διαθέσιμα, κατόπιν αιτήματος, συγκεντρωτικά μη εμπιστευτικά, μη προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά μη ευαίσθητα τελωνειακά δεδομένα.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικασιών για τα αιτήματα παροχής δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, και για τον καθορισμό της μορφής και των κατηγοριών δεδομένων που μπορούν να καθίστανται διαθέσιμα κατόπιν τέτοιου αιτήματος. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 24
Ανταλλαγή πρόσθετων πληροφοριών μεταξύ τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων1 Οι τελωνειακές αρχές και οι οικονομικοί φορείς μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες που δεν απαιτούνται ρητά σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, και ιδίως με σκοπό την αμοιβαία συνεργασία για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση κινδύνων. Η εν λόγω ανταλλαγή μπορεί να πραγματοποιείται βάσει γραπτής συμφωνίας και μπορεί να περιλαμβάνει πρόσβαση των τελωνειακών αρχών στα ηλεκτρονικά συστήματα των οικονομικών φορέων.
2. Κάθε πληροφορία που παρέχεται από το ένα μέρος στο άλλο στο πλαίσιο της συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι εμπιστευτική, εκτός αν συμφωνήσουν άλλως και τα δύο μέρη ή εκτός αν ορίζει άλλως το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 25
Παροχή πληροφοριών από τις τελωνειακές αρχές1. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απορρίψουν ένα τέτοιο αίτημα αν δεν σχετίζεται με δραστηριότητα που αφορά διεθνείς εμπορευματικές συναλλαγές και πράγματι προβλέπεται.
2. Οι τελωνειακές αρχές διατηρούν τακτικό διάλογο με τους οικονομικούς φορείς και άλλες αρχές που συμμετέχουν σε διεθνείς εμπορευματικές συναλλαγές. Προωθούν τη διαφάνεια δημοσιοποιώντας, όταν είναι εφικτό δωρεάν και διαδικτυακά, την τελωνειακή νομοθεσία, τις γενικές διοικητικές αποφάσεις και τα σχετικά έντυπα αιτήσεων.
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Καταχώριση
Άρθρο 26
Καταχώριση1. Οι οικονομικοί φορείς που είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης προκειμένου να λάβουν αριθμό καταχώρισης και ταυτοποίησης οικονομικού φορέα (EORI). Ει δυνατόν, η εν λόγω καταχώριση περιλαμβάνει επίσης την ηλεκτρονική ταυτοποίηση του οικονομικού φορέα στα εθνικά συστήματα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
35).
2. Οι καταχωρισμένοι οικονομικοί φορείς ενημερώνουν τις τελωνειακές αρχές για κάθε τροποποίηση των δεδομένων καταχώρισής τους, ιδίως όσον αφορά οποιαδήποτε τροποποίηση του τόπου εγκατάστασής τους.
3. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, οικονομικοί φορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης καταχωρίζονται στην τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εκτελούν την πρώτη δραστηριότητα που καλύπτεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
4. Δεν απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές άλλα πρόσωπα πλην των οικονομικών φορέων, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, .
Όταν άλλα πρόσωπα πλην των οικονομικών φορέων απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές, ισχύουν τα ακόλουθα:
α) αν τα εν λόγω πρόσωπα είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, καταχωρίζονται στην τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης·
β) αν τα εν λόγω πρόσωπα δεν είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, καταχωρίζονται στην τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλουν για πρώτη φορά διασάφηση, παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα δεδομένα ή υποβάλλουν αίτηση απόφασης.
5. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, , οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν την καταχώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η εν λόγω ακύρωση αιτιολογείται δεόντως.
6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον καθορισμό των απαιτήσεων ελάχιστων δεδομένων για την καταχώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, όταν απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές οι οικονομικοί φορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
γ) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, όταν απαιτείται να καταχωρίζονται στις τελωνειακές αρχές άλλα πρόσωπα πλην των οικονομικών φορέων·
δ) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, όταν απαιτείται από τις τελωνειακές αρχές να ακυρώσουν καταχώριση.
7. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των κανόνων σχετικά με τον προσδιορισμό της τελωνειακής αρχής που είναι αρμόδια για την καταχώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Εισαγωγέας
Άρθρο 27
Εισαγωγείς1. Υπάρχει μόνον ένας εισαγωγέας κάθε φορά.
2. Ο εισαγωγέας μεριμνά για τα ακόλουθα:
α) τηρεί, παρέχει στις τελωνειακές αρχές ή θέτει στη διάθεσή τους, αμέσως μόλις καταστούν διαθέσιμες και σε κάθε περίπτωση πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την προσωρινή εναπόθεση ή το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο πρόκειται να υπαχθούν τα εμπορεύματα σύμφωνα με το άρθρο 74, 104, 109, 142, 153, 156 ή 158, ή που απαιτούνται για την εκκαθάριση του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή·
β) διασφαλίζει την καταβολή των τελωνειακών δασμών και λοιπών εφαρμοστέων επιβαρύνσεων·
γ) διασφαλίζει τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, και παρέχει ή καθιστά διαθέσιμα και τηρεί κατάλληλα αρχεία για την εν λόγω συμμόρφωση·
δ) κοινοποιεί στις τελωνειακές αρχές κάθε πληροφορία σχετικά με ύποπτες διακινήσεις ή μη εξουσιοδοτημένο χειρισμό εμπορευμάτων τις οποίες γνωρίζει ο εισαγωγέας·
ε) εκπληρώνει κάθε άλλη υποχρέωση του εισαγωγέα που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία.
3. Ο εισαγωγέας είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται σε εισαγωγέα ο οποίος:
α) υπάγει εμπορεύματα σε καθεστώς διαμετακόμισης ή σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής·
β) μεταφέρει εμπορεύματα τα οποία παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση·
γ) περιστασιακά υπάγει εμπορεύματα σε τελωνειακά καθεστώτα, εφόσον οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η υπαγωγή αυτή είναι δικαιολογημένη·
δ) είναι εγκατεστημένος σε χώρα της οποίας το έδαφος συνορεύει με το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, και προσκομίζει τα εμπορεύματα σε ενωσιακό μεθοριακό τελωνείο που βρίσκεται στα σύνορα με την εν λόγω χώρα, εφόσον η χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εισαγωγέας επιτρέπει στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης να επωφελούνται από την αρχή της αμοιβαιότητας· ή
ε) εκπροσωπείται από έμμεσο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Εξαγωγέας
Άρθρο 28
Εξαγωγείς
1. Ο εξαγωγέας μεριμνά για τα ακόλουθα:
α) τηρεί, παρέχει στις τελωνειακές αρχές ή θέτει στη διάθεσή τους, αμέσως μόλις καταστούν διαθέσιμες και σε κάθε περίπτωση πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα σύμφωνα με το άρθρο 114, το άρθρο 116 ή το άρθρο 161, ή που απαιτούνται για την εκκαθάριση του καθεστώτος που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 4, το άρθρο 142, το άρθρο 153, ή το άρθρο 158·
β) διασφαλίζει την καταβολή των τελωνειακών δασμών και λοιπών εφαρμοστέων επιβαρύνσεων·
γ) διασφαλίζει τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων που εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, και παρέχει ή καθιστά διαθέσιμα και τηρεί κατάλληλα αρχεία για την εν λόγω συμμόρφωση·
δ) κοινοποιεί στις τελωνειακές αρχές κάθε πληροφορία σχετικά με ύποπτες διακινήσεις ή μη εξουσιοδοτημένο χειρισμό εμπορευμάτων τις οποίες γνωρίζει ο εξαγωγέας·
ε) εκπληρώνει κάθε άλλη υποχρέωση του εξαγωγέα που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία.
2. Ο εξαγωγέας είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται σε εξαγωγέα ο οποίος:
α) υπάγει εμπορεύματα σε καθεστώς διαμετακόμισης, εκκαθαρίζει το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής ή επανεξάγει εμπορεύματα από προσωρινή εναπόθεση·
β) μεταφορτώνει εμπορεύματα εντός ελεύθερης ζώνης ή τα επανεξάγει απευθείας από αυτή·
γ) περιστασιακά υπάγει εμπορεύματα σε τελωνειακά καθεστώτα ή τα επανεξάγει, εφόσον οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι αυτή η υπαγωγή ή επανεξαγωγή είναι δικαιολογημένη·
δ) είναι εγκατεστημένος σε χώρα της οποίας το έδαφος συνορεύει με το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, και προσκομίζει τα εμπορεύματα σε ενωσιακό μεθοριακό τελωνείο που βρίσκεται στα σύνορα με την εν λόγω χώρα, εφόσον η χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εξαγωγέας επιτρέπει στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης να επωφελούνται από την αρχή της αμοιβαιότητας· ή
ε) εκπροσωπείται από έμμεσο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Εγκεκριμένοι οικονομικοί φορείς και αξιόπιστοι και ελεγμένοι (Trust and Check) συναλλασσόμενοι
Άρθρο 29
Αίτηση και άδεια σχετικά με τους εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς1. Οικονομικός φορέας που είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και πληροί τα κριτήρια τα οποία ορίζονται στο άρθρο 30 μπορεί να υποβάλει αίτηση για την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα.
2. Οι τελωνειακές αρχές, αν χρειαστεί, κατόπιν διαβούλευσης με άλλες αρχές, χορηγούν ένα από τα ακόλουθα δύο είδη αδειών ή και τα δύο:
α) άδεια εγκεκριμένου οικονομικού φορέα για τελωνειακές απλουστεύσεις, η οποία παρέχει στον κάτοχό της τη δυνατότητα να επωφελείται από τις εν λόγω απλουστεύσεις σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία· ή
β) άδεια εγκεκριμένου οικονομικού φορέα για την ασφάλεια και την προστασία, η οποία παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να επωφελείται από μέτρα διευκόλυνσης που αφορούν την ασφάλεια και την προστασία.
3. Ο οικονομικός φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να είναι ταυτόχρονα κάτοχος και των δύο ειδών άδειας που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
4. Ο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 3. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν εάν ο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας εξακολουθεί να εκπληρώνει τα σχετικά κριτήρια και να συμμορφώνεται με τις σχετικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4.
Τουλάχιστον ανά τρία έτη, οι τελωνειακές αρχές διενεργούν ενδελεχή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης επιτόπιας επίσκεψης, των δραστηριοτήτων και των εσωτερικών αρχείων του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα.
5. Η ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα αναγνωρίζεται, υπό τους όρους της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 30, από τις τελωνειακές αρχές όλων των κρατών μελών.
6. Οι τελωνειακές αρχές, εφόσον αναγνωρίζουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις για συγκεκριμένο είδος απλούστευσης που προβλέπονται στην τελωνειακή νομοθεσία, χορηγούν άδεια στον οικονομικό φορέα προκειμένου να επωφελείται από την εν λόγω απλούστευση. Οι τελωνειακές αρχές δεν επανεξετάζουν τα κριτήρια που έχουν ήδη εξεταστεί κατά τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα.
7. Ο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας επωφελείται από περισσότερα μέτρα διευκόλυνσης από ό,τι άλλοι οικονομικοί φορές όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους. Η ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη για τους σκοπούς της διαχείρισης τελωνειακών κινδύνων.
8. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν τα ωφελήματα που απορρέουν από την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα για την ασφάλεια και την προστασία σε πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες τα οποία πληρούν τα κριτήρια και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία των εν λόγω χωρών, αν τα εν λόγω κριτήρια και οι εν λόγω υποχρεώσεις αναγνωρίζονται από την Ένωση ως ισοδύναμα με τα κριτήρια και τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τους εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Η χορήγηση των ωφελημάτων αυτών βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας, εκτός αν αποφασιστεί άλλως από την Ένωση, και στηρίζεται από διεθνή συμφωνία της οποίας η Ένωση αποτελεί μέρος, ή από νομική πράξη της Ένωσης στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής.
9. Στο πλαίσιο των πρωτοκόλλων και των διαδικασιών για τη διαχείριση κρίσεων που ορίζονται στο άρθρο 227, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αναπτύσσει μηχανισμό επιχειρησιακής συνέχειας προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι διακοπές στις ροές του εμπορίου που οφείλονται σε αύξηση των επιπέδων συναγερμών ασφάλειας, σε κλείσιμο των συνόρων, σε φυσικές καταστροφές, σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου ή σε άλλα έκτακτα περιστατικά μεγάλης κλίμακας. Ο μηχανισμός επιχειρησιακής συνέχειας προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διευκολύνουν και να επιταχύνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα φορτία προτεραιότητας που αφορούν εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς.
10. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των απλουστεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου·
β) των μέτρων διευκόλυνσης που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
11. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις διαβουλεύσεις όσον αφορά τον καθορισμό της ιδιότητας των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών απάντησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 30
Χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα1. Τα κριτήρια για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα είναι τα ακόλουθα:
α) ο αιτών δεν έχει ιστορικό σοβαρών ποινικών αδικημάτων σχετικά με οικονομικές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες και η απουσία σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων σχετικά με τις εν λόγω δραστηριότητες και όσον αφορά:
i) την τελωνειακή νομοθεσία και τους φορολογικούς κανόνες·
ii) τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, όταν η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα είναι ενήμερη για τις εν λόγω παραβάσεις ή τα εν λόγω αδικήματα·
β) ο αιτών αποδεικνύει ότι:
i) ασκεί υψηλό επίπεδο ελέγχου των πράξεών του και της ροής των εμπορευμάτων, μέσω συστήματος διαχείρισης εμπορικών καταχωρίσεων και, κατά περίπτωση, μεταφορικών καταχωρίσεων, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα διεξαγωγής κατάλληλων τελωνειακών ελέγχων·
ii) εφαρμόζει ικανοποιητικές διαδικασίες για τον χειρισμό των αδειών, των εγκρίσεων και των απαιτήσεων βάσει της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων, και ότι τυχόν μη συμμόρφωση έχει διορθωθεί αποτελεσματικά·
iii) διασφαλίζει ότι το αρμόδιο προσωπικό έχει λάβει οδηγίες να ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές με ασφαλή τρόπο κάθε φορά που αντιλαμβάνεται δυσκολίες συμμόρφωσης, ύποπτες διακινήσεις ή μη εξουσιοδοτημένο χειρισμό εμπορευμάτων· και
iv) εφαρμόζει διαδικασίες για την ενημέρωση των τελωνειακών αρχών σχετικά με τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο σημείο iii)·
γ) ο αιτών είναι οικονομικά φερέγγυος, γεγονός που θεωρείται ότι ισχύει όταν ο φορέας διαθέτει ικανοποιητική οικονομική επιφάνεια που του επιτρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των χαρακτηριστικών του είδους της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας·
δ) όσον αφορά την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο α), ο αιτών διαθέτει πρακτικά κριτήρια επάρκειας ή επαγγελματικά προσόντα που σχετίζονται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα·
ε) όσον αφορά την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο β), ο αιτών διαθέτει ενδεδειγμένα πρότυπα για την προστασία, την ασφάλεια, και τη συμμόρφωση, προσαρμοσμένων στο είδος και το μέγεθος της ασκούμενης δραστηριότητας, κάτι που θεωρείται ότι ισχύει όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι εφαρμόζει κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, μεταξύ άλλων στους τομείς της υλικής ακεραιότητας και των ελέγχων πρόσβασης, των υλικοτεχνικών διεργασιών και της διαχείρισης συγκεκριμένων ειδών εμπορευμάτων, του προσωπικού και της ταυτοποίησης των επιχειρηματικών εταίρων του.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 31
Χορήγηση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου (Trust and Check) συναλλασσομένου1. Εισαγωγέας, εξαγωγέας ή έμμεσος αντιπρόσωπος που είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 3 και έχει πραγματοποιήσει τακτικές τελωνειακές πράξεις στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του για τουλάχιστον δύο έτη, μπορεί να υποβάλει αίτηση για την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου στην τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης.
2. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου κατόπιν διαβούλευσης με άλλες τελωνειακές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές, όταν χρειαστεί, και αφού έχουν πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα του αιτούντος για τα τελευταία τρία έτη, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωση με τα κριτήρια της παραγράφου 3.
3. Τα κριτήρια για τη χορήγηση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου είναι τα ακόλουθα:
α) ο αιτών δεν έχει ιστορικό σοβαρών ποινικών αδικημάτων σχετικά με οικονομικές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες και η απουσία σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων σχετικά με τις εν λόγω δραστηριότητες και όσον αφορά:
i) την τελωνειακή νομοθεσία και τους φορολογικούς κανόνες·
ii) τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, όταν η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου είναι ενήμερη για τις εν λόγω παραβάσεις ή τα εν λόγω αδικήματα·
β) ο αιτών αποδεικνύει ότι:
i) ασκεί υψηλό επίπεδο ελέγχου των πράξεών του και της ροής των εμπορευμάτων, μέσω συστήματος διαχείρισης εμπορικών καταχωρίσεων και, κατά περίπτωση, μεταφορικών καταχωρίσεων, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα διεξαγωγής κατάλληλων τελωνειακών ελέγχων·
ii) εφαρμόζει ικανοποιητικές διαδικασίες για τον χειρισμό των αδειών, των εγκρίσεων και των απαιτήσεων βάσει της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων, και ότι τυχόν μη συμμόρφωση έχει διορθωθεί αποτελεσματικά·
iii) διασφαλίζει ότι το αρμόδιο προσωπικό έχει λάβει οδηγίες να ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές με ασφαλή τρόπο κάθε φορά που αντιλαμβάνεται δυσκολίες συμμόρφωσης, ύποπτες διακινήσεις ή μη εξουσιοδοτημένο χειρισμό εμπορευμάτων· και
iv) εφαρμόζει διαδικασίες για την ενημέρωση των τελωνειακών αρχών σχετικά με τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο σημείο iii)·
γ) ο αιτών είναι οικονομικά φερέγγυος, γεγονός που θεωρείται ότι ισχύει όταν ο φορέας διαθέτει ικανοποιητική οικονομική επιφάνεια που του επιτρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των χαρακτηριστικών του είδους της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας, και ιδίως, κατά τη διάρκεια των τριών ετών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης, η εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων σχετικά με τις πληρωμές των τελωνειακών δασμών και όλων των λοιπών δασμών, φόρων ή επιβαρύνσεων που εισπράττονται για ή σε σχέση με την εισαγωγή ή την εξαγωγή εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης σε σχέση με ενδοενωσιακές πράξεις·
δ) ο αιτών διαθέτει πρακτικά κριτήρια επάρκειας ή επαγγελματικά προσόντα που σχετίζονται άμεσα με το είδος και το μέγεθος της ασκούμενης δραστηριότητας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον τρόπο αλληλεπίδρασης μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ·
ε) ο αιτών διαθέτει ενδεδειγμένα πρότυπα για την ασφάλεια, την προστασία και τη συμμόρφωση, συμπεριλαμβανομένων προτύπων για την ασφάλεια των προϊόντων, προσαρμοσμένων στο είδος και το μέγεθος της ασκούμενης δραστηριότητας, κάτι που θεωρείται ότι ισχύει όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι εφαρμόζει κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, μεταξύ άλλων στους τομείς της υλικής ακεραιότητας και των ελέγχων πρόσβασης, των υλικοτεχνικών διεργασιών και της διαχείρισης συγκεκριμένων ειδών εμπορευμάτων, του προσωπικού και της ταυτοποίησης των επιχειρηματικών εταίρων του·
στ) ο αιτών διαθέτει ηλεκτρονικό σύστημα που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές, όσον το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό, δεδομένα σχετικά με τη διακίνηση των εμπορευμάτων και τη συμμόρφωση με όλες τις απαιτήσεις που ισχύουν για τα εν λόγω εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ασφάλεια και την προστασία, και, κατά περίπτωση, δεδομένα τα οποία θέτει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ:
i) τελωνειακά αρχεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαιτούνται για τον έλεγχο της ορθότητας της βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής·
ii) το λογιστικό σύστημα που χρησιμοποιείται·
iii) εμπορικά και μεταφορικά αρχεία·
iv) συστήματα παρακολούθησης και εφοδιαστικής, τα οποία προσδιορίζουν τα εμπορεύματα ως ενωσιακά ή μη ενωσιακά και υποδεικνύουν, κατά περίπτωση, την τοποθεσία των εμπορευμάτων·
v) άδειες και εγκρίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
ζ) στην περίπτωση αιτούντος που είναι εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις, η καταχώριση και η κατάλληλη χρήση του καθεστώτος IOSS για τουλάχιστον δύο έτη.
4. Ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 3. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν εάν ο συναλλασσόμενος εξακολουθεί να εκπληρώνει τα σχετικά κριτήρια και να συμμορφώνεται με τις σχετικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4.
Τουλάχιστον ανά δύο έτη, οι τελωνειακές αρχές διενεργούν ενδελεχή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης επιτόπιας επίσκεψης, των δραστηριοτήτων και των εσωτερικών αρχείων του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, με σκοπό την επαλήθευση ιδίως της πρακτικής εφαρμογής των υφιστάμενων διαδικασιών για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές για τυχόν αλλαγές στην εταιρική δομή, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατάσταση φερεγγυότητας ή τα μοντέλα συναλλαγών, ή για οποιεσδήποτε άλλες σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση και τις δραστηριότητές του. Οι τελωνειακές αρχές επαναξιολογούν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου αν οποιαδήποτε από τις εν λόγω αλλαγές έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ιδιότητά του ως αξιόπιστου και ελεγμένου. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναστείλουν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου έως ότου ληφθεί απόφαση σχετικά με την επαναξιολόγηση.
5. Όταν ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος αλλάζει κράτος μέλος εγκατάστασης, ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους παραλαβής για τυχόν αλλαγές στην εταιρική δομή, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατάσταση φερεγγυότητας ή τα μοντέλα συναλλαγών, ή για οποιεσδήποτε άλλες σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση και τις δραστηριότητές του, αν οποιαδήποτε από τις εν λόγω αλλαγές ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στην ιδιότητά του ως αξιόπιστου και ελεγμένου.
Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους παραλαβής επαναξιολογούν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, σε διαβούλευση με τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους που αρχικά χορήγησαν ή αργότερα επαναξιολόγησαν την εν λόγω ιδιότητα. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω επαναξιολόγησης, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους παραλαβής μπορεί να αναστείλει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου. Η εν λόγω αναστολή καταχωρίζεται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
6. Όταν δικαιολογείται βάσει ενδείξεων μη συμμόρφωσης του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες τελωνειακές αρχές, μπορεί να επαληθεύει τη συμμόρφωση συγκεκριμένου οικονομικού φορέα με την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου.
Το αποτέλεσμα της επαλήθευσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο κοινοποιείται στην Επιτροπή και στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Με βάση το αποτέλεσμα της επαλήθευσης, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να εισηγηθεί στην αρμόδια τελωνειακή αρχή την αναστολή ή την ανάκληση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου.
Η αρμόδια τελωνειακή αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται με βάση τη σύσταση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
Όταν η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο ή όταν τα μέτρα που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο και λαμβάνονται βάσει της σύστασης της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ δεν επαρκούν, η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητεί από το κράτος μέλος που χορήγησε την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου να την αναστείλει ή να την ανακαλέσει εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη σχετική απόφαση. Η εν λόγω αναστολή ή ανάκληση καταχωρίζεται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
7. Όταν ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος εμπλέκεται σε δόλια δραστηριότητα σε σχέση με την οικονομική ή επιχειρηματική του δραστηριότητα ή όταν οι τελωνειακές αρχές αντιληφθούν παράβαση από τον αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο σχετικής λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου αναστέλλεται από τις τελωνειακές αρχές. Η εν λόγω αναστολή καταχωρίζεται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
8. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια στους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους προκειμένου να επωφελούνται από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες απλουστεύσεις, ανάλογα με τις οικονομικές δραστηριότητές τους:
α) να παρέχουν ή να καθιστούν διαθέσιμο μέρος των δεδομένων σχετικά με τα εμπορεύματά τους μετά την παράδοσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 5·
β) να διενεργούν ορισμένους ελέγχους και να παραδίδουν τα εμπορεύματα κατά την παραλαβή τους στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εισαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του παραλήπτη ή κατά την παράδοση από τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εξαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του αποστολέα, σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφοι 1 και 3·
γ) να θεωρούν ότι παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή των πράξεων με σκοπό την προσωρινή εναπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 ή τη χορήγηση αδειών για ειδικά καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 4, το άρθρο 126 και το άρθρο 133 παράγραφος 2·
δ) να προσδιορίζουν περιοδικά την τελωνειακή οφειλή που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού για όλα τα εμπορεύματα που παραδίδονται από τον εν λόγω συναλλασσόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 205 παράγραφος 5·
ε) να αναβάλλουν την πληρωμή της τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 2·
στ) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 134, να διακινούν εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό χωρίς την υποχρέωση να τα θέτουν υπό διαμετακόμιση, εάν τα εμπορεύματα τελούν υπό καθεστώς αναστολής δασμών και υπό τελωνειακή επιτήρηση έως τον τελικό τους προορισμό εντός της Ένωσης.
9. Οι τελωνειακές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ευθυγραμμίζουν την πρακτική τους όσον αφορά τη χορήγηση αδειών που αναφέρονται στην παράγραφο 8 με τις πρακτικές άλλων τελωνειακών αρχών, προκειμένου να διασφαλίζεται ενιαία προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση.
10. Οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι επωφελούνται από περισσότερα μέτρα διευκόλυνσης από ό,τι άλλοι οικονομικοί φορές όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους. Η ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη για τους σκοπούς της διαχείρισης τελωνειακών κινδύνων.
11. Στο πλαίσιο των πρωτοκόλλων και των διαδικασιών για τη διαχείριση κρίσεων που ορίζονται στο άρθρο 227, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αναπτύσσει μηχανισμό επιχειρησιακής συνέχειας προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι διακοπές στις ροές του εμπορίου που οφείλονται σε αύξηση των επιπέδων συναγερμών ασφάλειας, σε κλείσιμο των συνόρων ή σε φυσικές καταστροφές, σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου ή σε άλλα έκτακτα περιστατικά μεγάλης κλίμακας. Ο μηχανισμός επιχειρησιακής συνέχειας παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να διευκολύνουν και να επιταχύνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα φορτία προτεραιότητας που αφορούν αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους.
12. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό:
α) των κανόνων σχετικά με τη διαβούλευση με άλλες αρμόδιες αρχές για τον καθορισμό της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών απάντησης·
β) των λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·
γ) των ειδών των δραστηριοτήτων παρακολούθησης που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·
δ) των κανόνων σχετικά με τη διαβούλευση με τις τελωνειακές αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου·
ε) των κανόνων σχετικά με την επαναξιολόγηση της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Κεφάλαιο 32
Προσαρμογή της ιδιότητας των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων και των αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων1. Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των οικονομικών φορέων, ιδίως των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, όταν αξιολογούν αν αυτοί πληρούν τα κριτήρια για τη χορήγηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου.
2. Η Επιτροπή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να βοηθήσει τις πολύ μικρές, τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις να κάνουν χρήση της ιδιότητάς τους ως εγκεκριμένων οικονομικών φορέων και αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Τελωνειακή αντιπροσώπευση
Άρθρο 33
Τελωνειακοί αντιπρόσωποι1. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει τελωνειακό αντιπρόσωπο.
Η εν λόγω αντιπροσώπευση μπορεί να είναι είτε άμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου, είτε έμμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματός του, αλλά για λογαριασμό άλλου προσώπου.
2. Έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος που ενεργεί εξ ονόματός του αλλά για λογαριασμό εισαγωγέα ή εξαγωγέα εγκατεστημένου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον εν λόγω εισαγωγέα για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 2 ή με τον εν λόγω εξαγωγέα για τους σκοπούς του άρθρου 28 παράγραφος 1.
3. Έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος που ενεργεί εξ ονόματός του αλλά για λογαριασμό εισαγωγέα ή εξαγωγέα μη εγκατεστημένου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης θεωρείται ο εισαγωγέας για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 2 ή ο εξαγωγέας για τους σκοπούς του άρθρου 28 παράγραφος 1.
4. Ο τελωνειακός αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
Εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση στην τελωνειακή νομοθεσία, η εν λόγω απαίτηση αίρεται όταν ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί για λογαριασμό προσώπων τα οποία δεν υποχρεούνται να είναι εγκατεστημένα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
5. Τελωνειακός αντιπρόσωπος που έχει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου αναγνωρίζεται ως αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος μόνον όταν ενεργεί ως έμμεσος αντιπρόσωπος.
Όταν ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος που έχει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου:
α) αναγνωρίζεται ως αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος, αν το πρόσωπο εξ ονόματος και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο εν λόγω αντιπρόσωπος έχει αποκτήσει την ιδιότητα αυτή·
β) απολαμβάνει τα οφέλη της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, αν στο πρόσωπο εξ ονόματος και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο εν λόγω αντιπρόσωπος δεν έχει χορηγηθεί η ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου.
6. Τελωνειακός αντιπρόσωπος που έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα αναγνωρίζεται ως εγκεκριμένος οικονομικός φορέας όταν ενεργεί ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος.
7. Μόνο τελωνειακός αντιπρόσωπος που έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα για τελωνειακή απλούστευση ή τελωνειακός αντιπρόσωπος που έχει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου δικαιούται ένα ή και τα δύο από τα ακόλουθα:
α) παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος·
β) υπαγωγή σε διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που πωλούνται εξ αποστάσεως.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες δεν εφαρμόζεται η άρση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 34
Εξουσιοδότηση αντιπροσώπου1. Κατά τις συναλλαγές του με τις τελωνειακές αρχές, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος αναφέρει ότι ενεργεί για λογαριασμό του προσώπου που εκπροσωπεί και διευκρινίζει αν η αντιπροσώπευση είναι άμεση ή έμμεση.
Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος ή που δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος χωρίς να έχει σχετική εξουσιοδότηση, θεωρείται ότι ενεργεί εξ ονόματός του και για λογαριασμό του.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από οποιοδήποτε πρόσωπο δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος, να παράσχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι διαθέτει εξουσιοδότηση του προσώπου που αντιπροσωπεύει.
3. Οι τελωνειακές αρχές δεν ζητούν από πρόσωπο που ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος και διεκπεραιώνει τακτικά πράξεις και διατυπώσεις να προσκομίζει κάθε φορά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι διαθέτει εξουσιοδότηση. Ωστόσο, το εν λόγω πρόσωπο είναι πάντα σε θέση να προσκομίζει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, εφόσον του ζητηθεί από τις τελωνειακές αρχές.
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ
ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΣ ΚΟΜΒΟΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Γενικές διατάξειςΆρθρο 35
Σύσταση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕΟ παρών κανονισμός συστήνει τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Άρθρο 36
Στόχοι του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕΟ τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ παρέχει μια ασφαλή και κυβερνοανθεκτική κεντρική πλατφόρμα ΤΠ, η οποία λειτουργεί ως το κεντρικό σημείο για την ανταλλαγή δεδομένων με τις τελωνειακές αρχές και μεταξύ αυτών.
Άρθρο 37
Ψηφιακή αυτοδυναμία1. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ είναι σχεδιασμένος να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα που διατίθενται σε αυτόν προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και άλλες απειλές για την ακεραιότητα και την ασφάλειά του, κάτι που είναι προς το δημόσιο συμφέρον.
Η υποδομή του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, εκτός από την υποδομή μετάδοσης τηλεπικοινωνιών, ελέγχεται αποκλειστικά και τελεί υπό τη διαχείριση της Επιτροπής ή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και βρίσκεται εντός του εδάφους της Ένωσης.
2. Κατά την εκτέλεση καθηκόντων που σχετίζονται με την ανάπτυξη, τη φιλοξενία, τη λειτουργία και τη συντήρηση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, και κάθε σχετική επεξεργασία δεδομένων στον εν λόγω κόμβο, οι προμηθευτές και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών και οι υπεργολάβοι τους είναι αξιόπιστοι, ασφαλείς και απαλλαγμένοι από την επιρροή κυβερνήσεων τρίτων χωρών και δεν υπόκεινται άμεσα ή έμμεσα σε καμία νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων εκτελεστικών εντολών, τρίτης χώρας που θα μπορούσε να απαιτεί τη γνωστοποίηση δεδομένων του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σε οποιαδήποτε αρχή της εν λόγω χώρας. Διασφαλίζουν επίσης την αξιοπιστία, την ασφάλεια και την ανεξαρτησία του του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
Οι εν λόγω προμηθευτές και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών, καθώς και οι υπεργολάβοι τους, είναι νόμιμα εγκατεστημένοι στην Ένωση και δεν ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα, από επιχείρηση τρίτης χώρας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/452 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
36).
Για κρίσιμες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δραστηριοτήτων που σχετίζονται με δεδομένα, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτήσει από τον προμηθευτή, άλλον πάροχο υπηρεσιών ή υπεργολάβο να διαθέτει εξουσιοδότηση ασφαλείας.
3. Η αναθέτουσα αρχή για τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ μπορεί ανά πάσα στιγμή να απαιτήσει από τους προσφέροντες, τους προμηθευτές και άλλους παρόχους υπηρεσιών, καθώς και από τους υπεργολάβους τους, να παράσχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που εφαρμόζουν για την πρόληψη κάθε μη εξουσιοδοτημένης γνωστοποίησης δεδομένων από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εγγράφων που αποδεικνύουν ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 όσον αφορά την ανεξαρτησία και τη μη γνωστοποίηση, καθώς και να παράσχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είναι αξιόπιστοι, ασφαλείς και απαλλαγμένοι από την επιρροή κυβερνήσεων τρίτων χωρών.
4. Η ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας όλων των συνιστωσών ΤΠ, του υλισμικού και του λογισμικού διασφαλίζεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η αναθέτουσα αρχή για τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ μπορεί να απαιτήσει από οποιονδήποτε προμηθευτή και άλλο πάροχο υπηρεσιών, καθώς και από οποιονδήποτε υπεργολάβο τους, να παράσχει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
5. Όταν η αναθέτουσα αρχή για τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ έχει λόγους να πιστεύει ότι τα μέτρα που λαμβάνουν οι προσφέροντες, οι προμηθευτές και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών ή οι υπεργολάβοι τους για να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους βάσει των παραγράφων 2, 3 και 4 είναι ανεπαρκή, ή ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχουν αυτοί βάσει του παρόντος άρθρου δεν είναι απολύτως αξιόπιστα, μπορεί να λαμβάνει οποιοδήποτε μέτρο στο πλαίσιο της σχετικής σύμβασης ή της σχετικής διαδικασίας σύναψης σύμβασης θεωρεί αναγκαίο για τη διόρθωση της κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων της αναστολής ή της καταγγελίας, εν όλω ή εν μέρει, της εν λόγω σύμβασης, ή του αποκλεισμού από την εν λόγω διαδικασία σύναψης σύμβασης. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη τυχόν άλλων πρόσθετων δικαιωμάτων έννομης προστασίας που προβλέπονται:
α) από την αναθέτουσα αρχή για τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στη σχετική σύμβαση· ή
β) στο ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.
6. Εκτός εάν προβλέπεται στον τίτλο III ή XIII ή σε διεθνή συμφωνία από την οποία δεσμεύεται η Ένωση, τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ δεν διαβιβάζονται ούτε διατίθενται σε τρίτη χώρα, σε διεθνή οργανισμό ή σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα εκτός του εδάφους της Ένωσης.
7. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ είναι σχεδιασμένος να αποφεύγει στον μέγιστο δυνατό βαθμό προεμπορικά, εμπορικά, τεχνικά, συμβατικά και οργανωτικά εμπόδια που αποθαρρύνουν, εμποδίζουν ή αποτρέπουν τη διαβίβαση ή τη μεταφορά δεδομένων, εφαρμογών ή ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων από την αναθέτουσα αρχή σε άλλον πάροχο υπηρεσιών, ή τη χρήση τους σε διαλειτουργικό περιβάλλον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Τεχνικές πτυχές, λειτουργίες, χαρακτηριστικά και εφαρμογή του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ
Άρθρο 38
Λειτουργίες και χαρακτηριστικά του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ1. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ είναι μια συλλογή ηλεκτρονικών υπηρεσιών, εφαρμογών, δεδομένων και υποδομών για την επεξεργασία και την αποθήκευση δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 41.
2. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ αναπτύσσεται για να καταστήσει δυνατή τη συμμόρφωση με τις διατάξεις των κανονισμών
(ΕΕ) 2016/679 και (ΕΕ) 2018/1725, του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
37) και της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
3. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ έχει τις ακόλουθες λειτουργίες:
α) καθιστά δυνατή την ηλεκτρονική εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και συμβάλλει στην εφαρμογή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ιδίως όσον αφορά: τελωνειακές διατυπώσεις· τελωνειακούς ελέγχους· τον υπολογισμό και την κοινοποίηση της τελωνειακής οφειλής και του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης· τον ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης κατά την εισαγωγή· τη διαχείριση εγγυήσεων·
β) διασφαλίζει την ποιότητα, την ακεραιότητα, την ασφάλεια, τη διατήρηση, την ιχνηλασιμότητα, την εμπιστευτικότητα και τη μη άρνηση αναγνώρισης των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των κανόνων για την τροποποίηση, την ακύρωση και τη διαγραφή των εν λόγω δεδομένων·
γ) καθιστά δυνατή και διασφαλίζει την ανάλυση κινδύνου, την οικονομική ανάλυση και την ανάλυση δεδομένων, την τελωνειακή απλούστευση και τη διευκόλυνση του εμπορίου, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1689·
δ) καθιστά δυνατή τη διαλειτουργικότητα με άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, πλατφόρμες ή περιβάλλοντα για τους σκοπούς της συνεργασίας σύμφωνα με τον τίτλο XIII του παρόντος κανονισμού·
ε) καθιστά δυνατή τη διαλειτουργικότητα με το ευρωπαϊκό περιβάλλον ναυτιλιακής ενιαίας θυρίδας για την παροχή και διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1239 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
38)·
στ) ενσωματώνει το σύστημα ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πιστοποιητικών (EU CSW-CERTEX) που θεσπίστηκε με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2399 ώστε να καθιστά δυνατή τη διαλειτουργικότητα με τα ενωσιακά μη τελωνειακά συστήματα και τις διατυπώσεις που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό·
ζ) καθιστά δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες και άλλες αρχές και φορείς σύμφωνα με τον τίτλο XIII του παρόντος κανονισμού·
η) καθιστά δυνατή την τελωνειακή παρακολούθηση των εμπορευμάτων·
θ) καθιστά δυνατή την ανάπτυξη δυνατοτήτων υποβολής εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας υποβολής εκθέσεων για εμπορεύματα που πρόκειται να εισαχθούν ή να εξαχθούν και τα οποία δεν συμμορφώνονται με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
ι) ενσωματώνει δυνατότητες διαχείρισης της ασφάλειας των πληροφοριών, ένα πλαίσιο βασισμένο στη διακυβέρνηση που είναι σχεδιασμένο να αποτρέπει παραβιάσεις δεδομένων προστατεύοντας τα δεδομένα από την απώλεια, την παραποίηση ή τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, μεταξύ άλλων μέσω μηχανισμού επισήμανσης των δεδομένων ανάλογα με το επίπεδο εμπιστευτικότητάς τους·
ια) καθιστά δυνατή τη φορητότητα των δεδομένων από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στα εθνικά συστήματα·
ιβ) παρέχει ενιαίο σημείο πρόσβασης και πολυγλωσσικές διεπαφές·
ιγ) επιτρέπει την επαναχρησιμοποίηση των δεδομένων στον μέγιστο δυνατό βαθμό·
ιδ) διευκολύνει της αναγκαία διαλειτουργικότητα με τα συστήματα των κρατών μελών για τη διαχείριση της ταυτότητας και την άδεια πρόσβασης στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
4. Οι πράξεις που εκτελούν τα πρόσωπα, η Επιτροπή, οι τελωνειακές αρχές, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ή άλλες αρχές μέσω των λειτουργιών που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 παραμένουν πράξεις των εν λόγω προσώπων και αρχών, ακόμη και αν έχουν αυτοματοποιηθεί.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282:
α) για την τροποποίηση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις λειτουργίες που αναφέρονται σε αυτήν, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα νέα καθήκοντα τα οποία ανατίθενται στις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 41 του παρόντος κανονισμού από το ενωσιακό δίκαιο ή για την προσαρμογή των εν λόγω λειτουργιών στις εξελισσόμενες ανάγκες των εν λόγω αρχών κατά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
β) για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που μπορούν να αποτελούν αντικείμενο φορητότητας από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στα εθνικά συστήματα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο ια) του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό:
α) των τεχνικών ρυθμίσεων για τη συντήρηση και τη χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων που έχουν δημιουργήσει τα κράτη μέλη και η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2399 σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2841 και με την οδηγία
(ΕΕ) 2022/2555, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντηρίων γραμμών που εκδίδει ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια (ENISA)·
β) προγράμματος εργασίας για τη σταδιακή κατάργηση των συστημάτων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου και τη σταδιακή έναρξη λειτουργίας του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, του οποίου ο σχεδιασμός θα διασφαλίζει απρόσκοπτη μετάβαση.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 39
Πιλοτική φάση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ1. Πριν από την 1η Μαρτίου 2034, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει πιλοτική φάση για τη δοκιμή των λειτουργικών του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ («πιλοτική φάση»). Η συμμετοχή στην πιλοτική φάση είναι εθελοντική.
2. Η Επιτροπή συνεργάζεται με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, τις τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές, καθώς και με σχετικούς συμφεροντούχους κατά τον σχεδιασμό και την οργάνωση της πιλοτικής φάσης.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η Επιτροπή δημοσιεύει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τις τεχνικές ρυθμίσεις για τον σχεδιασμό και την οργάνωση της πιλοτικής φάσης·
β) τις λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ που πρέπει να εφαρμοστούν και να δοκιμαστούν κατά τη διάρκεια της πιλοτικής φάσης·
γ) την ακριβή διάρκεια της πιλοτικής φάσης.
Άρθρο 40
Εθνικές εφαρμογές που συμπληρώνουν τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναπτύξουν:
α) εφαρμογές αναγκαίες για τη σύνδεση με τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, προκειμένου να παρέχουν δεδομένα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και να επεξεργάζονται δεδομένα από αυτόν, όταν οι εν λόγω εφαρμογές δεν υπάρχουν ήδη·
β) πρόσθετες εφαρμογές εντός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, σε συντονισμό με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ή την Επιτροπή.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να αναπτύξει τις εφαρμογές που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Κατά περίπτωση, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συντονίζει τη συγχρηματοδότηση της εν λόγω ανάπτυξης μεταξύ των κρατών μελών. Εάν ο προϋπολογισμός της διαθέτει κατάλληλα κεφάλαια και πόρους, η ανάπτυξη αυτή μπορεί να χρηματοδοτηθεί εν μέρει από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
3. Όταν η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αναπτύσσει εφαρμογή σύμφωνα με την παράγραφο 2:
α) η εν λόγω εφαρμογή διατίθεται δωρεάν σε όλα τα συγχρηματοδοτούντα κράτη μέλη και, αν συμφωνούν όλα τα συγχρηματοδοτούντα κράτη μέλη, διατίθεται επίσης δωρεάν σε άλλα κράτη μέλη·
β) η περαιτέρω ανάπτυξη και συντήρηση της εν λόγω εφαρμογής ρυθμίζεται βάσει νέας συμφωνίας συγχρηματοδότησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Δεδομένα
Άρθρο 41
Σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Τα πρόσωπα μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, τα οποία διαβίβασαν τα ίδια ή διαβιβάστηκαν για λογαριασμό τους ή τα οποία απευθύνονται σε αυτά ή προορίζονται για αυτά. Η εν λόγω επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για:
α) την άσκηση των δικαιωμάτων ή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εκάστοτε προσώπου βάσει της τελωνειακής νομοθεσίας ή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της ευθύνης κάθε προσώπου για τυχόν δασμούς, τέλη και φόρους που οφείλονται στην Ένωση· και
β) την απόδειξη της συμμόρφωσης του εκάστοτε προσώπου με την τελωνειακή νομοθεσία και τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
2. Μια τελωνειακή αρχή μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για τους ακόλουθους σκοπούς και σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου:
α) για την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με την εφαρμογή της τελωνειακής ή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων του προσδιορισμού της ευθύνης κάθε προσώπου για τυχόν δασμούς, τέλη και φόρους που οφείλονται στην Ένωση και της επαλήθευσης της συμμόρφωσης με την εν λόγω νομοθεσία·
β) για την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με τους ελέγχους και τη διαχείριση κινδύνων, όπως προβλέπεται στον τίτλο IV·
γ) για την εκτέλεση των καθηκόντων που είναι αναγκαία για τη συνεργασία υπό τους όρους που προβλέπονται στον τίτλο XIII.
Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των τελωνειακών ελέγχων, όλες οι τελωνειακές αρχές μπορούν να λαμβάνουν και να επεξεργάζονται τα δεδομένα που προκύπτουν από τελωνειακό έλεγχο όταν έχουν εντοπιστεί μη συμμορφούμενα εμπορεύματα.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για τους ακόλουθους σκοπούς:
α) την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στα άρθρα 42 και 43·
β) την εκτέλεση των καθηκόντων της όσον αφορά τη διαχείριση τελωνειακών κινδύνων, όπως προβλέπεται στον τίτλο IV κεφάλαιο 2·
γ) την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στον τίτλο XII κεφάλαιο 2 και στον τίτλο ΧΙ·
δ) την εκτέλεση των καθηκόντων που αφορούν τη συνεργασία υπό τους όρους που προβλέπονται στον τίτλο XIII.
4. Η Επιτροπή μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για τους ακόλουθους σκοπούς:
α) την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνων, όπως προβλέπεται στον τίτλο IV κεφάλαιο 2·
β) την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων, την καταγωγή και τη δασμολογητέα αξία και την τελωνειακή παρακολούθησή τους σύμφωνα με τους τίτλους I και IX·
γ) την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με τα περιοριστικά μέτρα και τη διαχείριση κρίσεων σύμφωνα με τον τίτλο XI·
δ) την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σύμφωνα με τον τίτλο XII·
ε) την εκτέλεση των καθηκόντων που είναι αναγκαία για τη συνεργασία υπό τους όρους που προβλέπονται στον τίτλο XIII·
στ) την εκτίμηση και αξιολόγηση των επιδόσεων της τελωνειακής ένωσης σύμφωνα με τον τίτλο XV κεφάλαιο 1·
ζ) την παρακολούθηση της εφαρμογής και τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας ή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της επαλήθευσης της ευθύνης κάθε προσώπου για τυχόν δασμούς, τέλη και φόρους που οφείλονται στην Ένωση·
η) την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών επίσημων στατιστικών και άλλων αναλύσεων που προβλέπονται σε νομικές πράξεις της Ένωσης, για τις οποίες είναι αναγκαία τα δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
θ) κατά περίπτωση, τη συμβολή στην εφαρμογή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής και τον σκοπό που προβλέπονται σε αυτήν.
5. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της που αφορούν τελωνειακά ζητήματα σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97, και υπό τους όρους που αφορούν την προστασία των δεδομένων οι οποίοι προβλέπονται στους εν λόγω κανονισμούς.
6. Οι φορολογικές αρχές των κρατών μελών μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για τον προσδιορισμό της ευθύνης οποιουδήποτε προσώπου για τυχόν ειδικούς δασμούς, τέλη και φόρους κατανάλωσης που οφείλονται στην Ένωση σε σχέση με τα σχετικά εμπορεύματα και σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 12.
7. Οι εθνικές στατιστικές αρχές των κρατών μελών μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών και εθνικών επίσημων στατιστικών και σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 12.
8. Οι αρμόδιες αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την επιβολή νομικών πράξεων της Ένωσης που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ή την ασφάλεια των τροφίμων, των ζωοτροφών και των φυτών και για τη συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων εισόδου μη συμμορφούμενων προϊόντων στην Ένωση και σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου.
9. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την επιβολή των νομικών πράξεων της Ένωσης που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ή την ασφάλεια των προϊόντων και για τη συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων εισόδου μη συμμορφούμενων εμπορευμάτων στην Ένωση και σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου.
10. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, η Επιτροπή, η OLAF και, μόλις συσταθεί, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από τα υφιστάμενα ηλεκτρονικά συστήματα για την ανταλλαγή πληροφοριών τα οποία έχουν αναπτύξει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013, υπό την προϋπόθεση ότι το πράττουν αποκλειστικά για τους σκοπούς που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
11. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για την τροποποίηση των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, αποσαφηνίζοντας και συμπληρώνοντας τους σκοπούς που καθορίζονται στις εν λόγω παραγράφους με βάση τις εξελισσόμενες ανάγκες των τελωνειακών αρχών, της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
12. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων για την επεξεργασία δεδομένων του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ από τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 6 έως 9. Κατά τη θέσπιση των εν λόγω λεπτομερών κανόνων, η Επιτροπή, για κάθε αρχή ή κατηγορία αρχών:
α) αξιολογεί τις υφιστάμενες διασφαλίσεις που εφαρμόζει η οικεία αρχή ή κατηγορία αρχών προκειμένου τα δεδομένα να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για τον σχετικό σκοπό·
β) διασφαλίζει την αναλογικότητα και την αναγκαιότητα της επεξεργασίας σε σχέση με τον εκάστοτε σκοπό·
γ) καθορίζει τις συγκεκριμένες κατηγορίες δεδομένων, τα οποία μπορεί να επεξεργάζεται η αρχή·
δ) απαιτεί από τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 6 έως 9, κατά περίπτωση, να παρέχουν ειδικό σημείο επαφής ή πρόσθετες διασφαλίσεις·
ε) αξιολογεί την ανάγκη περιορισμού της επακόλουθης κοινοχρησίας των δεδομένων.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 42
Δικαίωμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να λαμβάνει δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) λαμβάνει, κατόπιν αιτήματος, δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
2. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποστέλλει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ τα αιτήματα παροχής που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνονται αυτομάτως για τα αιτήματα αυτά κατά την υποβολή τους.
Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ παρέχει ταχέως τα σχετικά στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία . Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ενημερώνει τις ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές για το αν συμμορφώθηκε με το αίτημα.
3. Ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ παρέχει ψηφιακή διεπαφή μέσω της οποίας η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητεί και να λαμβάνει δεδομένα εύκολα και χωρίς καθυστέρηση.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων σύμφωνα με τους οποίους η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητεί και να λαμβάνει δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, και ιδίως:
α) για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων σχετικά με αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
β) για τον καθορισμό της διαδικασίας επαλήθευσης της συμμόρφωσης των εν λόγω αιτημάτων με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·
γ) κατά περίπτωση, για την αντιμετώπιση της ανάγκης να ορίσει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συγκεκριμένο σημείο επαφής, πρόσωπο ή πρόσωπα·
δ) κατά περίπτωση, για την αντιμετώπιση της ανάγκης παροχής πρόσθετων διασφαλίσεων.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 43
Δικαίωμα της Ευρωπόλ και του Frontex να λαμβάνουν δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να λαμβάνει δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω καθήκοντα αφορούν τελωνειακά ζητήματα και σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου.
2. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να λαμβάνει δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα ή συγκεντρωτικά δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την ανάλυση κινδύνου και τον επιχειρησιακό συντονισμό σχετικά με δραστηριότητες διαχείρισης των συνόρων που εμπίπτουν στην εντολή του, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1896.
3. Κάθε αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2 υποβάλλεται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ. Ο αιτών τα δεδομένα αιτιολογεί το αίτημα και διασφαλίζει ότι αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νομικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργεί ο αιτών.
4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ επεξεργάζεται το αίτημα παροχής δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2 και επαληθεύει αν αυτό υποβάλλεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ επαληθεύει επίσης, σε συνεργασία με την αρμόδια εθνική κεντρική μονάδα ή, εάν έχει οριστεί από το οικείο κράτος μέλος, με αξιωματικό σύνδεσμο, αν η οικεία τελωνειακή αρχή έχει διατυπώσει αντιρρήσεις για τη διαβίβαση των εν λόγω δεδομένων στον αιτούντα τα δεδομένα για τους λόγους που προσδιορίζονται στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 8 και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται σε αυτήν.
5. Τα δεδομένα που ανταλλάσσονται δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι μόνον εκείνα που είναι αναγκαία για τους σκοπούς που αναφέρονται στο αίτημα. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ καθιστά τα εν λόγω δεδομένα διαθέσιμα ταχέως μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
6. Κάθε όργανο ή οργανισμός της Ένωσης που καλύπτεται από το παρόν άρθρο διασφαλίζει ότι τα ζητούμενα δεδομένα είναι αναγκαία, κατάλληλα και αναλογικά. Το οικείο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μεριμνά επίσης ώστε η χρήση των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις διασφαλίσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες νομικές πράξεις της Ένωσης.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για την τροποποίηση του παρόντος άρθρου, προκειμένου να μπορούν τα όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, να ζητούν και να λαμβάνουν δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στις παραγράφους 3 έως 6 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του ενωσιακού δικαίου και υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω καθήκοντα σχετίζονται με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
8. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις:
α) για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων σύμφωνα με τους οποίους μπορούν να ζητούν και να λαμβάνουν δεδομένα τα όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης που καλύπτονται από το παρόν άρθρο·
β) για τη θέσπιση της διαδικασίας επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ιδίως με τον προσδιορισμό:
i) του τρόπου αναγνώρισης των τελωνειακών αρχών τις οποίες αφορούν τα δεδομένα·
ii) του τρόπου χειρισμού καταστάσεων στις οποίες τα δεδομένα αφορούν πολλές τελωνειακές αρχές·
iii) των λόγων για τους οποίους οι τελωνειακές αρχές τις οποίες αφορούν τα δεδομένα μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για τη διαβίβαση των δεδομένων, μεταξύ άλλων λαμβανομένου υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητούμενων δεδομένων·
γ) για τον καθορισμό περιορισμών και της ευθύνης όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων από τον αιτούντα·
δ) κατά περίπτωση, για την αντιμετώπιση της ανάγκης να ορίσει ο αιτών συγκεκριμένο σημείο επαφής, πρόσωπο ή πρόσωπα ή να παράσχει πρόσθετες διασφαλίσεις.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 44
Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ακόλουθων κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων είναι δυνατόν να υποβάλλονται σε επεξεργασία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αποκλειστικά και στον βαθμό που είναι αναγκαίος για τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 41:
α) των υποκειμένων των δεδομένων που έχουν καταχωριστεί ή υποβάλλουν αίτηση καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1, 3 ή 4·
β) των υποκειμένων των δεδομένων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, που εμπλέκονται περιστασιακά σε δραστηριότητες οι οποίες καλύπτονται από την τελωνειακή νομοθεσία ή τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ή των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιέχονται στα δεδομένα που συλλέγονται για σκοπούς διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 3 στοιχείο α)·
γ) των υποκειμένων των δεδομένων των οποίων οι πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα περιέχονται στα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 76 ή σε τυχόν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται από την τελωνειακή νομοθεσία και τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
δ) των μελών του εξουσιοδοτημένου προσωπικού τελωνειακών αρχών, άλλων αρμόδιων αρχών ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής αρχής ή εξουσιοδοτημένου φορέα, των οποίων οι πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση του κατάλληλου ελέγχου και εποπτείας της πρόσβασης στις πληροφορίες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ·
ε) του προσωπικού ή εξουσιοδοτημένων τρίτων που εργάζονται για λογαριασμό της Επιτροπής, της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ ή άλλων οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης εξουσιοδοτημένων να έχουν πρόσβαση στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
2. Οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι δυνατόν να υποβάλλονται σε επεξεργασία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 41:
α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο μοντέλο τελωνειακών δεδομένων της ΕΕ που αναφέρεται στο άρθρο 49 και δεδομένα που συλλέγονται για σκοπούς διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 3 στοιχείο α), και συγκεκριμένα:
i) δεδομένα ταυτοποίησης·
ii) στοιχεία επικοινωνίας, ήτοι διεύθυνση και ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας·
iii) δεδομένα εγγράφου ταυτότητας (ID)·
iv) χρηματοοικονομικά δεδομένα και δεδομένα πληρωμών·
v) δεδομένα τόπου και μεταφοράς·
vi) δεδομένα σχετικά με την απασχόληση ή τη θέση εργασίας·
vii) δεδομένα που περιέχονται σε πληρεξούσια ή στα δικαιολογητικά τους έγγραφα·
viii) δεδομένα εργαζομένου·
ix) δεδομένα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης·
x) δεδομένα τελωνειακής αντιπροσώπευσης·
xi) στοιχεία ταυτοποίησης του τελωνειακού αντιπροσώπου·
xii) δεδομένα τελωνειακών συναλλαγών·
xiii) τεχνικά δεδομένα χρήστη·
xiv) δεδομένα παραβάσεων του νόμου και αξιόποινων πράξεων·
xv) αποτελέσματα ελέγχου και δεδομένα αποτελεσμάτων μετριασμού·
β) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της ορθής ταυτοποίησης του προσωπικού το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο να επεξεργάζεται δεδομένα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ) και ε) του παρόντος άρθρου, ήτοι:
i) δεδομένα ταυτοποίησης·
ii) στοιχεία επικοινωνίας, ήτοι στοιχεία τηλεπικοινωνίας και διευθύνσεις·
iii) δεδομένα εγγράφου ταυτότητας (ID)·
iv) δεδομένα σχετικά με την απασχόληση ή τη θέση εργασίας·
v) δεδομένα που περιέχονται σε πληρεξούσια ή στα δικαιολογητικά τους έγγραφα·
vi) δεδομένα εργαζομένου·
vii) δεδομένα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης·
viii) τεχνικά δεδομένα χρήστη.
Άρθρο 45
Περίοδος διατήρησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ δεν επιτρέπεται να αποθηκεύονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το απαραίτητο για την επεξεργασία τους και, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται να αποθηκεύονται για περισσότερο από 10 έτη από την ημερομηνία καταγραφής τους στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 68 και σε σχέση με έρευνες που κινούνται από την OLAF, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή από αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, για διαδικασίες επί παραβάσει που κινεί η Επιτροπή και για διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των κατηγοριών που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), τα εν λόγω δεδομένα μπορούν να διατηρούνται για περίοδο μεγαλύτερη των 10 ετών, εάν είναι αναγκαίο για τον σκοπό των εν λόγω ερευνών και των εν λόγω διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών.
2. Μετά τη λήξη της περιόδου που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαγράφονται ή ανωνυμοποιούνται, κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων.
3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο από κοινού υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων της σχετικής πράξης επεξεργασίας επανεξετάζει περιοδικά τα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν διατηρούνται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το αναγκαίο.
Άρθρο 46
Ρόλοι και αρμοδιότητες για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ1. Οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, η Επιτροπή και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θεωρούνται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ για τους σκοπούς της διαχείρισης κινδύνων και της συνεργασίας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ), παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ) και παράγραφος 4 στοιχεία α) και ε).
2. Κάθε επιμέρους τελωνειακή αρχή θεωρείται ότι είναι υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται για τους σκοπούς που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχείο α). Όταν δύο ή περισσότερες τελωνειακές αρχές συμμετέχουν στην εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχείο α) για κοινούς σκοπούς και με κοινά μέσα, θεωρούνται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας.
3. Η Επιτροπή θεωρείται ότι είναι αποκλειστικός υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 4 στοιχεία γ), δ), στ) και ζ).
4. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, η Επιτροπή, η OLAF και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θεωρούνται εκάστη ότι είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων που επεξεργάζονται δυνάμει του άρθρου 41 παράγραφος 10.
5. Οι από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1:
α) συνεργάζονται για την έγκαιρη επεξεργασία των αιτημάτων που υποβάλλουν τα υποκείμενα των δεδομένων και για τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων·
β) παρέχουν αμοιβαία συνδρομή σε ζητήματα που περιλαμβάνουν τον εντοπισμό και τον χειρισμό οποιασδήποτε παραβίασης δεδομένων η οποία σχετίζεται με την από κοινού επεξεργασία·
γ) ανταλλάσσουν τις σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων σύμφωνα με το κεφάλαιο III τμήμα 2 του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679, το κεφάλαιο III τμήμα 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 και το κεφάλαιο III της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, κατά περίπτωση·
δ) εγγυώνται και προστατεύουν την ασφάλεια, την ακεραιότητα, τη διαθεσιμότητα και την εμπιστευτικότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε από κοινού επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679, το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 και το άρθρο 25 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, κατά περίπτωση.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ρόλων και των σχέσεων εκάστου των από κοινού υπευθύνων επεξεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 με τα υποκείμενα των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679 και το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 47
Περιορισμοί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων1. Όταν η άσκηση από υποκείμενο των δεδομένων του δικαιώματος πρόσβασης και του δικαιώματος περιορισμού της επεξεργασίας που αναφέρεται στα άρθρα 15 και 18 του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679 και στα άρθρα 17 και 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, ή η κοινοποίηση παραβίασης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679 και στο άρθρο 35 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, θα έθετε σε κίνδυνο έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά φυσικό πρόσωπο στον τομέα των τελωνείων, τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων ή τη διαχείριση συγκεκριμένου κινδύνου που εντοπίστηκε σε σχέση με φυσικό πρόσωπο στον τομέα των τελωνείων, τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να περιοριστούν εν όλω ή εν μέρει, υπό την προϋπόθεση ότι ο περιορισμός είναι αναγκαίος και αναλογικός. Ο εν λόγω περιορισμός επιβάλλεται:
α) από τις τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία γ), ε), στ) και η) του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679· ή
β) από την Επιτροπή και την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), ε) και ζ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.
2. Οι τελωνειακές αρχές, η Επιτροπή και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αξιολογούν την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των περιορισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά περίπτωση πριν από την εφαρμογή τους, λαμβάνοντας υπόψη τους πιθανούς κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων.
3. Κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται από άλλους οργανισμούς στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, οι τελωνειακές αρχές, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ή η Επιτροπή, όταν ενεργούν ως υπεύθυνοι επεξεργασίας ή από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας, διαβουλεύονται με τους εν λόγω οργανισμούς, πριν από την εφαρμογή περιορισμού των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σχετικά με τους πιθανούς λόγους επιβολής τέτοιου περιορισμού και για το αν αυτός είναι αναγκαίος και αναλογικός.
4. Όταν οι τελωνειακές αρχές, η Επιτροπή ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ περιορίζουν, εν όλω ή εν μέρει, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα:
α) ενημερώνουν το ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων, στην απάντησή τους στο αίτημα, για τον περιορισμό που εφαρμόστηκε και για τους λόγους του περιορισμού αυτού, καθώς και για τη δυνατότητά του να υποβάλει καταγγελία στις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων ή στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή να ασκήσει δικαστική προσφυγή σε εθνικό δικαστήριο ή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· και
β) καταγράφουν τους λόγους του περιορισμού, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του εν λόγω περιορισμού, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η παροχή πρόσβασης θα έθετε σε κίνδυνο τη διαχείριση των κινδύνων και τους τελωνειακούς ελέγχους.
Η ενημέρωση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο στοιχείο α) πρώτο εδάφιο μπορεί να αναβάλλεται, να παραλείπεται ή να απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 ή όταν η εν λόγω ενημέρωση θα ήταν επιζήμια για τους σκοπούς του περιορισμού.
5. Οι τελωνειακές αρχές, η Επιτροπή ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ περιλαμβάνουν ένα τμήμα στις ανακοινώσεις προστασίας δεδομένων που δημοσιεύονται στον ιστότοπο ή στο εσωτερικό δίκτυό τους, το οποίο παρέχει γενικές πληροφορίες στα υποκείμενα των δεδομένων σχετικά με τη δυνατότητα περιορισμού των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διασφαλίσεων για την πρόληψη της κατάχρησης, της παράνομης πρόσβασης ή της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τα οποία εφαρμόζονται ή θα μπορούσαν να εφαρμόζονται περιορισμοί. Οι εν λόγω διασφαλίσεις καθορίζουν, μεταξύ άλλων, τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των διαφόρων φορέων, ορίζουν τα διαδικαστικά βήματα που πρέπει να ακολουθούνται σε σχέση με τους εν λόγω περιορισμούς, προσδιορίζουν τι συνιστά δέουσα παρακολούθηση των περιορισμών και προβλέπουν την περιοδική επανεξέταση της εφαρμογής τους, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον κάθε έξι μήνες. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 48
Συντονισμένη εποπτεία από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και τις εθνικές εποπτικές αρχέςΟ Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές, εντός του πεδίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, συνεργάζονται ενεργά στο πλαίσιο των ευθυνών τους προκειμένου να διασφαλίζεται η συντονισμένη εποπτεία της λειτουργίας του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.
Άρθρο 49
Μοντέλο τελωνειακών δεδομένων της ΕΕΗ Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των δεδομένων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1 έως 4. Οι εν λόγω απαιτήσεις περί δεδομένων αποτελούν το μοντέλο τελωνειακών δεδομένων της ΕΕ.
Άρθρο 50
Τεχνικά μέσα συνεργασίας1. Η Επιτροπή, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι τελωνειακές αρχές χρησιμοποιούν τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ κατά την ανταλλαγή δεδομένων με τις αρχές και τα όργανα, τις υπηρεσίες ή τους οργανισμούς της Ένωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφοι 6 έως 9 και στα άρθρα 42 και 43 για τους σκοπούς της συνεργασίας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.
2. Όταν οι οικονομικοί φορείς χρησιμοποιούν τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ για να συμμορφώνονται με τις τελωνειακές διατυπώσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ παρέχει τις λειτουργίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 2, 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2399.
3. Όταν άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών ή οργάνων και οργανισμών της Ένωσης χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα που έχουν θεσπιστεί από νομικές πράξεις της Ένωσης, χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων τους ή αναφέρονται σε αυτές, η συνεργασία στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού μπορεί να πραγματοποιείται μέσω της διαλειτουργικότητας των εν λόγω ηλεκτρονικών μέσων με τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
4. Όταν άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα που έχουν θεσπιστεί από νομικές πράξεις της Ένωσης, χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων τους ή αναφέρονται σε αυτές, μπορούν να χρησιμοποιούν τις ειδικές υπηρεσίες και τα συστήματα του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 41.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των τεχνικών ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας και σύνδεσης δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Λοιπές διατάξεις
Άρθρο 51
Ανάπτυξη, λειτουργία και συντήρηση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ1. Η Επιτροπή αναπτύσσει, λειτουργεί και συντηρεί τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
2. Κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή μπορεί να αναθέσει την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη αν η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ είναι σε θέση να εκτελέσει τα εν λόγω καθήκοντα.
3. Η ανάπτυξη, λειτουργία και συντήρηση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α) τη θέσπιση των τεχνικών προδιαγραφών για την επεξεργασία δεδομένων εντός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ·
β) τη θέσπιση πλαισίου για την ποιότητα των δεδομένων·
γ) την εφαρμογή των λειτουργιών του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ που προβλέπονται στο άρθρο 38 παράγραφος 3, με εξαίρεση τη συντήρηση και τις επικαιροποιήσεις σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις για τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη·
δ) την παροχή γενικής καθοδήγησης για τη χρήση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ·
ε) τη δημιουργία δημόσιου σημείου επαφής για την παροχή βοήθειας στους χρήστες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, μεταξύ άλλων για απειλές κατά της ασφάλειας·
στ) τη θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής συνέχειας του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
Άρθρο 52
Επιχειρησιακή συνέχεια1. Η Επιτροπή και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ διασφαλίζουν ότι ο τελωνειακός κόμβος δεδομένων της ΕΕ εφαρμόζει μέτρα επιχειρησιακής συνέχειας, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, εφεδρειών, μηχανισμών εναλλακτικής σύνδεσης ή εφεδρείας και πρωτοκόλλων ανάκτησης δεδομένων, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ακόμη και σε περίπτωση σοβαρής κρίσης ή να διαθέτει κατάλληλες εναλλακτικές διαδικασίες. Οι χώροι των υποδομών του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ είναι γεωγραφικά διάσπαρτοι προκειμένου να διασφαλίζεται η λειτουργία του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σε περίπτωση βλάβης σε έναν από τους χώρους του.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την πρόβλεψη των εναλλακτικών διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 53
ΠαρεκκλίσειςΣε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών, να εκδώσει εκτελεστική πράξη, με τη μορφή απόφασης, με την οποία εξουσιοδοτεί το εν λόγω κράτος μέλος ή τα εν λόγω κράτη μέλη να χρησιμοποιούν λειτουργικά ισοδύναμες ηλεκτρονικές υπηρεσίες ή συστήματα πλην εκείνων που εφαρμόζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ ή να χρησιμοποιούν μέσα διαφορετικά από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων για λειτουργίες που εφαρμόζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο:
α) δεν επηρεάζει τη λειτουργία του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ και την πληρότητα των αποθηκευμένων δεδομένων, εκτός εάν χρησιμοποιούνται άλλες τεχνικές εκτός των ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων·
β) δικαιολογείται από την ειδική κατάσταση του αιτούντος κράτους μέλους ή των αιτούντων κρατών μελών·
γ) έχει περιορισμένη διάρκεια, επανεξετάζεται περιοδικά και ανακαλείται όταν δεν είναι πλέον δικαιολογημένη·
δ) εκδίδεται μόνον εάν δεν θίγει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του αιτούντος κράτους μέλους ή των αιτούντων κρατών μελών και άλλων κρατών μελών και της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ ούτε την ανταλλαγή και αποθήκευση πληροφοριών σε άλλα κράτη μέλη για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας·
ε) δεν επιφέρει τον μόνιμο αποκλεισμό του αιτούντος κράτους μέλους ή των αιτούντων κρατών μελών από τη χρήση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ·
στ) μπορεί να παραταθεί σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Τελωνειακή επιτήρηση
Άρθρο 54
Τελωνειακή επιτήρηση1. Τα εμπορεύματα που πρόκειται να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ενδέχεται να υπόκεινται σε μέτρα μετριασμού του κινδύνου με βάση, ιδίως, τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα σε σχέση με τα εν λόγω εμπορεύματα.
2. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης τελούν υπό τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους στο εν λόγω έδαφος.
3. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση:
α) στην περίπτωση μη ενωσιακών εμπορευμάτων, έως ότου αλλάξει ο τελωνειακός τους χαρακτήρας ή εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή καταστραφούν·
β) στην περίπτωση ενωσιακών εμπορευμάτων, έως ότου επιβεβαιωθεί ο τελωνειακός τους χαρακτήρας, εκτός αν υπαχθούν σε καθεστώς ειδικού προορισμού.
4. Ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς ειδικού προορισμού παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση:
α) όταν τα εμπορεύματα είναι κατάλληλα για επαναλαμβανόμενη χρήση, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από την ημερομηνία της πρώτης χρησιμοποίησής τους για τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται απαλλαγή από δασμούς ή μειωμένος δασμολογικός συντελεστής·
β) έως ότου τα εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται απαλλαγή από δασμούς ή μειωμένος δασμολογικός συντελεστής·
γ) έως ότου τα εμπορεύματα έχουν μεταφερθεί εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, έχουν καταστραφεί ή έχουν εγκαταλειφθεί υπέρ του Δημοσίου·
δ) έως ότου τα εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους προβλέπεται απαλλαγή από δασμούς ή μειωμένος δασμολογικός συντελεστής και έχει καταβληθεί ο εφαρμοστέος εισαγωγικός δασμός.
5. Ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εξαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση έως ότου μεταφερθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου ή καταστραφούν, ή έως ότου ακυρωθούν η τελωνειακή διασάφηση ή τα σχετικά στοιχεία σχετικά με το καθεστώς εξαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
6. Ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εσωτερικής διαμετακόμισης παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση έως ότου οι τελωνειακές αρχές εκκαθαρίσουν το καθεστώς σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 2.
7. Τα εμπορεύματα δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτήρησης χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών.
8. Ο κάτοχος εμπορευμάτων υπό τελωνειακή επιτήρηση μπορεί, με την άδεια των τελωνειακών αρχών, να εξετάζει ανά πάσα στιγμή τα εμπορεύματα ή να προβαίνει σε δειγματοληψία, ιδίως για να προσδιορίσει τη δασμολογική τους κατάταξη, τη δασμολογητέα αξία ή τον τελωνειακό τους χαρακτήρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Διαχείριση τελωνειακών κινδύνων
Άρθρο 55
Γενικές αρχές1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, η Επιτροπή και οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν, με βάση τη διαχείριση κινδύνων και πρωταρχικά την αυτοματοποιημένη ανάλυση κινδύνων, και σύμφωνα με τους ρόλους τους όπως ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο, αν τα εμπορεύματα, τα πρόσωπα, οι οικονομικοί φορείς, τα μεταφορικά μέσα και οι εφοδιαστικές αλυσίδες πρέπει να υπόκεινται σε μέτρα μετριασμού του κινδύνου και, εάν ναι, πού και πότε πρέπει να λαμβάνονται τα εν λόγω μέτρα μετριασμού του κινδύνου.
2. Η Επιτροπή, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι τελωνειακές αρχές χρησιμοποιούν τη διαχείριση τελωνειακών κινδύνων για να διαφοροποιούν όλα τα είδη κινδύνων που συνδέονται με τα εμπορεύματα, τα πρόσωπα, τους οικονομικούς φορείς, τα μεταφορικά μέσα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.
3. Η διαχείριση τελωνειακών κινδύνων περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες δραστηριότητες, οι οποίες οργανώνονται κατά περίπτωση σε κυκλική βάση:
α) τη συλλογή, την επεξεργασία, την ανταλλαγή και την ανάλυση των σχετικών δεδομένων που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πηγών που αναφέρονται στο εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και από άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών·
β) τον εντοπισμό, την ανάλυση, την εκτίμηση ή την πρόβλεψη κινδύνων, μεταξύ άλλων με βάση στατιστικές και προγνωστικές μεθόδους και τυχαίους ελέγχους·
γ) την ανάπτυξη των αναγκαίων μέτρων για τη διαχείριση κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας, κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου και στρατηγικών επιτήρησης·
δ) την πρόβλεψη και την ανάληψη δράσης, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής κατάλληλων μέτρων μετριασμού του κινδύνου·
ε) τη συγκέντρωση παρατηρήσεων σχετικά με την υλοποίηση των δραστηριοτήτων διαχείρισης κινδύνων και ελέγχου·
στ) την παρακολούθηση και επανεξέταση των δραστηριοτήτων διαχείρισης κινδύνων και ελέγχου με σκοπό τη βελτίωσή τους.
4. Όταν λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση τελωνειακών κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες περί μη συμμόρφωσης, από εισαγωγέα, εξαγωγέα ή εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις, με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές η οποία έχει κοινοποιηθεί στις τελωνειακές αρχές. Η εν λόγω μη συμμόρφωση λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του προφίλ κινδύνου του σχετικού εισαγωγέα ή εξαγωγέα.
Άρθρο 56
Ρόλος της Επιτροπής1. Με την επιφύλαξη του ρόλου των τελωνειακών αρχών δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και του άρθρου 63, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, το αποτέλεσμα της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 232 παράγραφος 6, μπορεί να θεσπίσει κοινούς τομείς ελέγχων προτεραιότητας και κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου για κάθε είδος κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, των κινδύνων που σχετίζονται με οικονομικά συμφέροντα.
2. Επιπλέον των δράσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί:
α) να παρέχει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ κατευθύνσεις πολιτικής σχετικά με έργα διαχείρισης κινδύνων και στρατηγικές επιτήρησης·
β) να ζητήσει από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να διενεργεί περιοδική ή ad hoc αξιολόγηση της εφαρμογής κάθε δραστηριότητας διαχείρισης κινδύνων·
γ) να ζητήσει από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να καταρτίσει στρατηγική επιτήρησης για κάθε κίνδυνο και να διενεργήσει ad-hoc αξιολογήσεις τελωνειακών απειλών, επιπλέον εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 1.
3. Η Επιτροπή μπορεί, όταν κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, να επεξεργάζεται και να αναλύει δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πηγών που αναφέρονται στο εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και από άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών.
Άρθρο 57
Ρόλος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ διενεργεί περιοδική αξιολόγηση απειλών, η οποία χρησιμεύει ως βάση για τις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 232 παράγραφος 6.
2. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκτελεί δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνων σε ενωσιακό επίπεδο, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις κατευθύνσεις πολιτικής που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχείο α) και το πιθανό αποτέλεσμα της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 232 παράγραφος 6. Ειδικότερα, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ:
α) δύναται να υποβάλλει στοιχεία στην Επιτροπή για τον καθορισμό κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 1·
β) δύναται να επικουρεί την Επιτροπή στον καθορισμό κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρησιακές γνώσεις και την τεχνική εμπειρογνωσία στη διαχείριση κινδύνων·
γ) δύναται να καταρτίζει στρατηγικές επιτήρησης, κατά περίπτωση μαζί με αρχές άλλες από τις τελωνειακές αρχές, και να διενεργεί ad hoc αξιολογήσεις τελωνειακών απειλών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·
δ) ανταλλάσσει σχετικά δεδομένα με τις τελωνειακές αρχές και με άλλες αρχές για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ει δυνατόν μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 60·
ε) όταν εντοπίζει ή υποπτεύεται περιπτώσεις απάτης, ενημερώνει σχετικά την OLAF και της παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω περιπτώσεις· ενημερώνει επίσης την Ευρωπόλ εντός των ορίων της εντολής της·
στ) παρέχει επιχειρησιακή καθοδήγηση για δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνων στις οποίες συμμετέχουν περισσότερες από μία τελωνειακές αρχές·
ζ) αναπτύσσει και πραγματοποιεί κοινή ανάλυση κινδύνου και παράγει αποτελέσματα ανάλυσης κινδύνου και, όταν εντοπίζεται κίνδυνος, εκδίδει συστάσεις ελέγχου και άλλα κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου προς τις τελωνειακές αρχές, μεταξύ άλλων για την εφαρμογή των κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και των κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου και για την αντιμετώπιση καταστάσεων κρίσης, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του κινδύνου και τον ευλόγως αναμενόμενο αντίκτυπο στις ροές του εμπορίου και στους ελεγκτικούς πόρους των επιμέρους κρατών μελών·
η) δύναται να παρέχει στοιχεία στην Επιτροπή για την ανάπτυξη πλαισίου σχετικά με την «αρχή της συμμόρφωσης ή της αιτιολόγησης» που εφαρμόζεται στις συστάσεις ελέγχου, το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται από τις τελωνειακές αρχές σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εν λόγω συστάσεις ελέγχου·
θ) λαμβάνει μέτρα για τη διαχείριση του αριθμού των συστάσεων ελέγχου, συνεκτιμώντας τον ευλόγως αναμενόμενο αντίκτυπο στις ροές του εμπορίου και τη σοβαρότητα του κινδύνου, όταν η πρακτική εφαρμογή των συστάσεων ελέγχου δεν είναι εφικτή λόγω περιορισμένων πόρων του σχετικού τελωνείου.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί, όταν κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2, να συλλέγει, να επεξεργάζεται και να αναλύει δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των πηγών που αναφέρονται στο εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και από άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών.
4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ενημερώνει την Επιτροπή και τις τελωνειακές αρχές σχετικά με τις δραστηριότητές της για τη διαχείριση κινδύνων και τα αποτελέσματά τους σε ad-hoc βάση, όταν είναι αναγκαίο ή όταν αυτό ζητηθεί από την Επιτροπή. Εν προκειμένω, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
5. Έως τις 30 Ιουνίου 2028, η Επιτροπή μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα διαχείρισης κινδύνων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 58
Ρόλος των εθνικών τελωνειακών αρχών1. Οι τελωνειακές αρχές μεριμνούν για τα ακόλουθα:
α) εκτελούν εθνικές δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης κινδύνου, της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και λαμβάνουν μέτρα μετριασμού του κινδύνου·
β) εφαρμόζουν εθνικές διαδικασίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου·
γ) πραγματοποιούν, κατά περίπτωση, εθνική ανάλυση κινδύνου για να εφαρμόζουν τα σήματα κινδύνου, τα αποτελέσματα της ανάλυσης κινδύνου και τις συστάσεις ελέγχου που παράγει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ή άλλες τελωνειακές αρχές και, κατά περίπτωση, λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου·
δ) εκδίδουν συστάσεις ελέγχου και υποδεικνύουν κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου στις τελωνειακές αρχές άλλων κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη την επιχειρησιακή καθοδήγηση που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχείο στ)·
ε) λαμβάνουν αποφάσεις ελέγχου·
στ) διενεργούν ελέγχους σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 και με τυχόν εφαρμοστέα κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου·
ζ) παρέχουν εξήγηση στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με σύσταση ελέγχου ή σε περίπτωση που δεν ελήφθη μέτρο μετριασμού του κινδύνου.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, όταν κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να αναλύουν δεδομένα που διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων πηγών που αναφέρονται στο εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και από άλλες αρχές πλην των τελωνειακών αρχών.
Άρθρο 59
Κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου1. Τα κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου περιλαμβάνουν:
α) περιγραφή των κινδύνων·
β) τους παράγοντες ή τους δείκτες κινδύνου που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επιλογή εμπορευμάτων ή οικονομικών φορέων για τελωνειακούς ελέγχους·
γ) τη φύση των τελωνειακών ελέγχων στους οποίους πρέπει να προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές·
δ) την εφαρμογή μέτρων ανάλυσης του κινδύνου και μετριασμού του κινδύνου στην εφοδιαστική αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων για ενημέρωση ή ανάληψη δράσης και οδηγιών για μη φόρτωση ή μεταφορά· και
ε) τη διάρκειας της εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).
2. Κατά τον προσδιορισμό κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα:
α) την αναλογικότητα προς τον κίνδυνο·
β) τον επείγοντα χαρακτήρα της αναγκαίας εφαρμογής των ελέγχων·
γ) τον ευλόγως αναμενόμενο αντίκτυπο στη ροή του εμπορίου και στους ελεγκτικούς πόρους των επιμέρους κρατών μελών.
Άρθρο 60
Πληροφορίες σχετικές με τη διαχείριση κινδύνων και τους ελέγχους1. Όλες οι πληροφορίες κινδύνου, τα σήματα κινδύνου, τα αποτελέσματα ανάλυσης κινδύνου, οι συστάσεις ελέγχου, οι αποφάσεις ελέγχου, τα αποτελέσματα ελέγχου και λοιπές σχετικές πληροφορίες καταγράφονται στην επιχειρησιακή διαδικασία με την οποία σχετίζονται και στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, ανεξάρτητα από το αν βασίζονται σε εθνική ή κοινή ανάλυση κινδύνου ή σε τυχαία επιλογή. Οι τελωνειακές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους μεταξύ τους, με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και με την Επιτροπή.
2. Οι τελωνειακές αρχές, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και η Επιτροπή έχουν το δικαίωμα να επεξεργάζονται τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τους ρόλους τους όπως αναφέρονται στα άρθρα 56 έως 58 και στο άρθρο 61 και με βάση τα αντίστοιχά τους δικαιώματα πρόσβασης σε δεδομένα και επεξεργασίας δεδομένων που ορίζονται στο άρθρο 41.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ χρησιμοποιεί, ει δυνατόν, τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ για να συλλέγει, ή να διαλειτουργεί με, οποιεσδήποτε άλλες πηγές δεδομένων, εγγράφων ή πληροφοριών που προσδιορίζονται ως σχετικές για τη διαχείριση κινδύνων από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, από την Επιτροπή ή από τελωνειακή αρχή. Εάν χρησιμοποιείται άλλο σύστημα εκτός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, το εν λόγω σύστημα πληροί τα ίδια πρότυπα όσον αφορά την ασφάλεια των δεδομένων, την προστασία των δεδομένων και την ακεραιότητα των δεδομένων, όπως ορίζονται στον τίτλο III.
4. Έως τις 30 Ιουνίου 2028, η Επιτροπή εκτελεί τα καθήκοντα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 61
Αξιολόγηση της διαχείρισης τελωνειακών κινδύνων1. Τουλάχιστον ετησίως, η Επιτροπή, σε συνεργασία με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και τις τελωνειακές αρχές, αξιολογεί την εφαρμογή της διαχείρισης κινδύνων ώστε να βελτιώνει συνεχώς την επιχειρησιακή και στρατηγική αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητά της και να δημοσιεύει πληροφορίες μη ευαίσθητου χαρακτήρα σχετικά με την εν λόγω αξιολόγηση. Η Επιτροπή μπορεί επιπλέον να οργανώνει δραστηριότητες αξιολόγησης που θα διεξάγονται όπου κρίνει αναγκαίο και σε συνεχή βάση.
2. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συλλέγει και αναλύει σχετικές πληροφορίες και εκτελεί όλες τις αναγκαίες δραστηριότητες. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να ζητεί περιοδικές ή ad-hoc εκθέσεις από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη σε αυτό το πλαίσιο, εκτός αν οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να εξάγονται από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
3. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και για την εκπλήρωση του ρόλου και των καθηκόντων της βάσει του παρόντος τίτλου, η Επιτροπή μπορεί να επεξεργάζεται κάθε σχετική πληροφορία που διατίθεται μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ και να ζητεί από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και από τις τελωνειακές αρχές πληροφορίες που δεν διατίθενται σε αυτόν.
4. Κατά τον καθορισμό κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 1, στο άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) και στο άρθρο 59, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, τις αξιολογήσεις που διενεργούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 62
Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων1. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό μέτρων με σκοπό τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής των τελωνειακών ελέγχων και της διαχείρισης κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων της ανταλλαγής πληροφοριών και του καθορισμού κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν:
α) τις πληροφορίες που πρέπει να καταγράφονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνων και τους ελέγχους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους, τα αποτελέσματα ανάλυσης κινδύνου, τα μέτρα μετριασμού του κινδύνου, τις συστάσεις ελέγχου, τις αποφάσεις ελέγχου, τα αποτελέσματα ελέγχου και τα δικαιώματα πρόσβασης στις εν λόγω πληροφορίες και επεξεργασίας των εν λόγω πληροφοριών·
β) διαδικαστικά μέτρα για τη μεταβατική χρήση υφιστάμενων τελωνειακών συστημάτων πληροφοριών ή την πρόσβαση σε αυτά·
γ) διαδικαστικά μέτρα για τη διαχείριση της διαλειτουργικότητας μεταξύ του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ και άλλων συστημάτων·
δ) διαδικαστικά μέτρα σε σχέση με την εφαρμογή της απαίτησης υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο των εκ των υστέρων ελέγχων και των τυχαίων ελέγχων·
ε) ρυθμίσεις για τη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών, μεταξύ της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και συγκεκριμένων άλλων θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου·
στ) τον προσδιορισμό της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στην περίπτωση ειδικών διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, οι οποίες αφορούν περισσότερα του ενός κράτη μέλη·
ζ) διαδικαστικές πτυχές των ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων των εκ των υστέρων ελέγχων, που αφορούν περισσότερα του ενός κράτη μέλη, και τη διαθεσιμότητα των αποτελεσμάτων των δειγμάτων και άλλων ελέγχων μεταξύ των ενδιαφερόμενων τελωνειακών αρχών·
η) ρυθμίσεις για την κοινοχρησία πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους μεταξύ των τελωνειακών αρχών, της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και της Επιτροπής·
θ) κοινούς τομείς ελέγχων προτεραιότητας και κοινά κριτήρια και πρότυπα κινδύνου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 1, στο άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) και στο άρθρο 59, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερών κανόνων για την επείγουσα εφαρμογή τους, όταν αυτό είναι αναγκαίο·
ι) το πλαίσιο σχετικά με την αρχή της «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης» στην περίπτωση μη εφαρμογής σύστασης ελέγχου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχείο η).
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
2. Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερών κανόνων για την επείγουσα εφαρμογή τους με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση κρίσεων ή περιστατικών που θα μπορούσαν να συνιστούν άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια ή την προστασία, που σχετίζεται με την ανάγκη ταχείας επικαιροποίησης της κοινής διαχείρισης κινδύνων και προσαρμογής της ανταλλαγής πληροφοριών, των κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και των κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου στην εξέλιξη των κινδύνων, η Επιτροπή εκδίδει άμεσα εφαρμοστέες εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Τελωνειακοί έλεγχοι
Άρθρο 63
Τελωνειακοί έλεγχοι1. Με την επιφύλαξη του κεφαλαίου 2, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διενεργούν οποιουσδήποτε τελωνειακούς ελέγχους κρίνουν αναγκαίους, συμπεριλαμβανομένων τυχαίων ελέγχων.
2. Οι τελωνειακοί έλεγχοι μπορούν να συνίστανται ιδίως στα ακόλουθα:
α) εξέταση εμπορευμάτων·
β) δειγματοληψία εμπορευμάτων·
γ) επαλήθευση της γνησιότητας, της ακεραιότητας, της ακρίβειας και της πληρότητας των δεδομένων που παρέχονται ή διατίθενται από οποιοδήποτε πρόσωπο·
δ) επαλήθευση της ύπαρξης, της γνησιότητας, της ακρίβειας και της ισχύος εγγράφων·
ε) εξέταση των λογαριασμών, των εμπορικών καταχωρίσεων και των πηγών δεδομένων των οικονομικών φορέων·
στ) επιθεώρηση μεταφορικών μέσων·
ζ) επιθεώρηση αποσκευών και άλλων εμπορευμάτων που μεταφέρονται από πρόσωπα ή επί προσώπων·
η) διεξαγωγή επίσημων ερευνών· και
θ) άλλες παρόμοιες πράξεις.
Όταν είναι αναγκαίο, οι τελωνειακοί έλεγχοι ενδέχεται να περιλαμβάνουν την επεξεργασία των ηλεκτρονικών δεδομένων και της πηγής των δεδομένων που παρέχονται ή διατίθενται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
3. Όταν πρέπει να διενεργηθούν έλεγχοι εκτός των τελωνειακών ελέγχων από άλλες αρχές για τα ίδια εμπορεύματα, οι τελωνειακές αρχές συνεργάζονται στενά με τις εν λόγω άλλες αρχές, ώστε, ει δυνατόν, οι εν λόγω άλλοι έλεγχοι να μπορούν να διενεργηθούν ταυτόχρονα και στον ίδιο τόπο με τους τελωνειακούς ελέγχους (αρχή της «υπηρεσίας μίας στάσης»). Όταν διενεργούνται άλλοι έλεγχοι ταυτόχρονα με τους τελωνειακούς ελέγχους, οι τελωνειακές αρχές έχουν συντονιστικό ρόλο.
4. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αποφασίσουν να διενεργούν ελέγχους σε τόπο που ορίζουν οι ίδιες.
Άρθρο 64
Επαλήθευση των δεδομένων που παρέχονται ή διατίθενται1. Από τη στιγμή που πρόσωπα παρέχουν δεδομένα στις τελωνειακές αρχές ή τα θέτουν στη διάθεσή τους, οι εν λόγω αρχές μπορούν, για τον σκοπό της επαλήθευσης της ακρίβειας των εν λόγω δεδομένων:
α) να εξετάζουν τα δεδομένα και τα δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε πηγές δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή των οικονομικών φορέων ή αποθηκεύονται για λογαριασμό τους από παρόχους υπηρεσιών·
β) να απαιτούν την παροχή άλλων εγγράφων ή δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή των οικονομικών φορέων ή αποθηκεύονται για λογαριασμό τους από παρόχους υπηρεσιών·
γ) να απαιτούν πρόσβαση στα ηλεκτρονικά αρχεία του προσώπου·
δ) να εξετάζουν τα εμπορεύματα·
ε) να λαμβάνουν δείγματα για ανάλυση ή λεπτομερή έλεγχο των εμπορευμάτων.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό μέτρων σχετικά με την επαλήθευση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 65
Εξέταση και δειγματοληψία των εμπορευμάτων1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν ανά πάσα στιγμή την εκφόρτωση και την αποσυσκευασία των εμπορευμάτων με σκοπό την εξέτασή τους, τη δειγματοληψία των εμπορευμάτων ή την εξέταση του μεταφορικού μέσου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά τους.
2. Η μεταφορά των εμπορευμάτων στους χώρους στους οποίους πρόκειται να εξεταστούν και στους οποίους πρόκειται να γίνει δειγματοληψία, καθώς και όλοι οι χειρισμοί που είναι αναγκαίοι για την εν λόγω εξέταση ή δειγματοληψία εκτελούνται από τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον μεταφορέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ή υπ’ ευθύνη του. Τα έξοδα που προκύπτουν βαρύνουν τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης.
3. Ο εισαγωγέας, εξαγωγέας, μεταφορέας ή δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης έχει το δικαίωμα να παρίσταται ή να εκπροσωπείται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων και κατά τη δειγματοληψία. Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν βάσιμους λόγους, μπορούν να απαιτούν από τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον μεταφορέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης να παρίσταται ή να εκπροσωπείται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων ή τη δειγματοληψία ή να τους παρέχει την αναγκαία βοήθεια για τη διευκόλυνση της εν λόγω εξέτασης ή δειγματοληψίας.
4. Εφόσον η δειγματοληψία πραγματοποιείται σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, οι τελωνειακές αρχές δεν είναι υπόχρεες καμίας σχετικής αποζημίωσης, αλλά αναλαμβάνουν τα έξοδα της ανάλυσης ή του ελέγχου.
5. Όταν η εξέταση ή η δειγματοληψία αφορά μέρος μόνο των εμπορευμάτων, τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης ή της ανάλυσης ή της εξέτασης των δειγμάτων, τεκμαίρεται ότι ισχύουν για όλα τα ίδια εμπορεύματα που περιέχονται στην ίδια αποστολή.
Ωστόσο, ο εισαγωγέας, εξαγωγέας, μεταφορέας ή δικαιούχος καθεστώτος διαμετακόμισης μπορεί να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση ή δειγματοληψία των εμπορευμάτων, αν κρίνει ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης ή της ανάλυσης ή της εξέτασης των δειγμάτων που λήφθηκαν δεν ισχύουν για τα υπόλοιπα σχετικά εμπορεύματα. Το εν λόγω αίτημα γίνεται δεκτό υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα δεν έχουν παραδοθεί ή, αν έχουν παραδοθεί, εφόσον ο εισαγωγέας, εξαγωγέας, μεταφορέας ή δικαιούχος καθεστώτος διαμετακόμισης αποδεικνύει ότι δεν έχουν υποστεί καμία μεταβολή.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, ο εισαγωγέας, εξαγωγέας, μεταφορέας ή δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης μπορεί, με δικά του έξοδα, να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση ή δειγματοληψία.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των μέτρων σχετικά με την εξέταση και τη δειγματοληψία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 66
Αποτελέσματα της επαλήθευσης1. Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης, σύμφωνα με το άρθρο 64, των δεδομένων που παρέχονται ή διατίθενται από τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον μεταφορέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα και άλλων υποχρεώσεων που θεσπίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
2. Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης την οποία πραγματοποιούν οι τελωνειακές αρχές έχουν την ίδια αποδεικτική αξία σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
3. Όταν τα δεδομένα που παρέχονται ή διατίθενται από τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον μεταφορέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης δεν επαληθεύονται, εφαρμόζεται η παράγραφος 1 με βάση τα εν λόγω δεδομένα.
4. Όταν οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν ότι συγκεκριμένο εμπόρευμα ή συγκεκριμένα εμπορεύματα που αποτελούν μέρος αποστολής είναι μη συμμορφούμενα, αξιολογούν αν άλλα εμπορεύματα που περιέχονται σε οποιαδήποτε άλλη αποστολή παρουσιάζουν παρόμοιο κίνδυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που πρόκειται να καθοριστούν σε εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 5. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θεωρούν ότι τα σχετικά εμπορεύματα είναι μη συμμορφούμενα και να λαμβάνουν μέτρα μετριασμού του κινδύνου, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές, ή να αρνούνται την παράδοση των εν λόγω άλλων εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 4.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται όταν ο εισαγωγέας παρέχει αποδείξεις ότι τα εμπορεύματα που δεν έχουν επαληθευθεί είναι συμμορφούμενα.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό:
α) των μέτρων σχετικά με τα αποτελέσματα της επαλήθευσης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο· και
β) των κριτηρίων βάσει των οποίων οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θεωρούν ότι τα αποτελέσματα της επαλήθευσης είναι στοιχεία που αποδεικνύουν ότι άλλα εμπορεύματα παρουσιάζουν παρόμοιο κίνδυνο μη συμμόρφωσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 67
Μέτρα εξακρίβωσης της ταυτότητας1. Οι τελωνειακές αρχές ή, κατά περίπτωση, οι οικονομικοί φορείς που έχουν λάβει τη σχετική άδεια από τις τελωνειακές αρχές, λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων, όταν η εν λόγω εξακρίβωση απαιτείται για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς στο οποίο προορίζονται να υπαχθούν τα εμπορεύματα.
Τα εν λόγω μέτρα εξακρίβωσης της ταυτότητας παράγουν τα ίδια νομικά αποτελέσματα σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Τα μέσα εξακρίβωσης της ταυτότητας που έχουν τεθεί επί των εμπορευμάτων, της συσκευασίας ή του μεταφορικού μέσου αφαιρούνται ή καταστρέφονται μόνον από τις τελωνειακές αρχές ή, εφόσον έχουν λάβει τη σχετική άδεια από τις τελωνειακές αρχές, από άλλα πρόσωπα, εκτός αν, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων ή ανωτέρας βίας, η αφαίρεση ή καταστροφή των εν λόγω μέσων εξακρίβωσης της ταυτότητας είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της προστασίας των εμπορευμάτων ή του μεταφορικού μέσου.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των μέτρων τα οποία συνιστούν τα μέτρα εξακρίβωσης της ταυτότητας που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 68
Εκ των υστέρων έλεγχοι1. Για τους σκοπούς των τελωνειακών ελέγχων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, μετά την παράδοση των εμπορευμάτων:
α) να επαληθεύουν την ακρίβεια και την πληρότητα των δεδομένων που παρέχονται ή διατίθενται, καθώς και την ύπαρξη, τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ κάθε δικαιολογητικού εγγράφου·
β) να ελέγχουν τους λογαριασμούς του οικονομικού φορέα και άλλα αρχεία σχετικά με τις πράξεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα και τις προγενέστερες ή μεταγενέστερες εμπορικές πράξεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα·
γ) να εξετάζουν τα εν λόγω εμπορεύματα και να λαμβάνουν δείγματα, κατά περίπτωση και εφόσον αυτό είναι ακόμα δυνατόν να γίνει·
δ) να έχουν πρόσβαση στα συστήματα των οικονομικών φορέων για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με την υποχρέωση παροχής ή διάθεσης δεδομένων στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
2. Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ενδέχεται να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του εισαγωγέα, του εξαγωγέα, του κατόχου των εμπορευμάτων, κάθε άλλου προσώπου που εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα σε επαγγελματικό επίπεδο στις πράξεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου έχει στην κατοχή του για επαγγελματικούς σκοπούς τα έγγραφα και τα δεδομένα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των μέτρων που πρέπει να εφαρμόζονται στους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων όταν πραγματοποιούνται πράξεις σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή κατάλληλων μεθοδολογιών στο πλαίσιο των εν λόγω ελέγχων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 69
Έλεγχοι1. Για τους σκοπούς ελέγχων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν:
α) να εξετάζουν τη διαχείριση, την οργάνωση, τις εσωτερικές διαδικασίες ή τα εσωτερικά συστήματα του οικονομικού φορέα, όπως η λογιστική και η εφοδιαστική, προκειμένου να συγκεντρώνουν, να αξιολογούν και να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα με τους σχετικούς κανόνες και τις σχετικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται από τις τελωνειακές αρχές·
β) να διενεργούν εκτενή ανάλυση των λειτουργιών, των διαδικασιών, των συστημάτων και των εσωτερικών ελέγχων του οικονομικού φορέα.
2. Οι έλεγχοι ενδέχεται να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του εισαγωγέα, του εξαγωγέα, του κατόχου των εμπορευμάτων, κάθε άλλου προσώπου που εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα σε επαγγελματικό επίπεδο στις εν λόγω πράξεις, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου έχει στην κατοχή του τα έγγραφα και τα δεδομένα που αφορούν τον έλεγχο.
Άρθρο 70
Ενδοενωσιακές πτήσεις και θαλάσσια ταξίδια1. Τελωνειακοί έλεγχοι ή διατυπώσεις σε παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές προσώπων τα οποία πραγματοποιούν είτε ενδοενωσιακές πτήσεις είτε ενδοενωσιακό θαλάσσιο ταξίδι, διεξάγονται μόνον εφόσον προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία.
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη:
α) της προστασίας και ασφάλειας·
β) των ελέγχων οι οποίοι συνδέονται με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των λιμένων ή των αερολιμένων όπου εφαρμόζονται τελωνειακοί έλεγχοι και τελωνειακές διατυπώσεις όσον αφορά τα εξής:
α) τις παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές:
i) προσώπων που πραγματοποιούν πτήση με αεροσκάφος το οποίο αναχωρεί από μη ενωσιακό αερολιμένα και το οποίο, έπειτα από ενδιάμεση στάση σε ενωσιακό αερολιμένα, κατευθύνεται σε άλλον ενωσιακό αερολιμένα·
ii) προσώπων που πραγματοποιούν πτήση με αεροσκάφος που κάνει ενδιάμεση στάση σε ενωσιακό αερολιμένα και στη συνέχεια κατευθύνεται σε μη ενωσιακό αερολιμένα·
iii) προσώπων που χρησιμοποιούν ναυτιλιακή υπηρεσία παρεχόμενη με το ίδιο σκάφος η οποία περιλαμβάνει διαδοχικά σκέλη με αναχωρήσεις, αφίξεις και τελικούς προορισμούς σε μη ενωσιακούς λιμένες·
iv) προσώπων που βρίσκονται σε σκάφη αναψυχής και σε αεροσκάφη που διενεργούν πτήση για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς·
β) τις παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές:
i) οι οποίες φτάνουν σε ενωσιακό αερολιμένα με αεροσκάφος που προέρχεται από μη ενωσιακό αερολιμένα και μεταφέρονται στον εν λόγω ενωσιακό αερολιμένα σε άλλο αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοενωσιακή πτήση·
ii) οι οποίες φορτώνονται σε ενωσιακό αερολιμένα σε αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοενωσιακή πτήση με σκοπό τη μεταφορά σε άλλον ενδοενωσιακό αερολιμένα σε αεροσκάφος με προορισμό μη ενωσιακό αερολιμένα.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΥΠΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Τελωνειακός χαρακτήρας των εμπορευμάτων
Άρθρο 71
Τεκμήριο του τελωνειακού χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων1. Όλα τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης τεκμαίρεται ότι έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν είναι ενωσιακά εμπορεύματα.
2. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο της παραγράφου 1. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το εν λόγω εμπόρευμα έχει τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων.
3. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, τα εμπορεύματα που παράγονται εξ ολοκλήρου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, τα οποία προέρχονται από εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση ή υπαχθέντα σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, αποθήκευσης, προσωρινής εισαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, δεν έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού:
α) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) με την πρόβλεψη των όρων για τη χορήγηση μέτρων διευκόλυνσης με σκοπό την απόδειξη του τελωνειακού χαρακτήρα των εμπορευμάτων ως ενωσιακών εμπορευμάτων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, οι οποίες προβλέπουν τους διαδικαστικούς κανόνες για την προσκόμιση και την επαλήθευση του μέσου που αποδεικνύει τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 72
Απώλεια του τελωνειακού χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτωνΤα ενωσιακά εμπορεύματα καθίστανται μη ενωσιακά εμπορεύματα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εφόσον δεν εφαρμόζονται οι κανόνες της εσωτερικής διαμετακόμισης·
β) όταν έχουν υπαχθεί σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, αποθήκευσης ή τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, εφόσον το επιτρέπει η τελωνειακή νομοθεσία·
γ) όταν έχουν υπαχθεί στο καθεστώς ειδικού προορισμού και είτε εγκαταλείπονται στη συνέχεια υπέρ του Δημοσίου είτε καταστρέφονται και αφήνουν απορρίμματα·
δ) όταν οι πληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες ή, κατά περίπτωση, η διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ακυρώνονται μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων.
Άρθρο 73
Ενωσιακά εμπορεύματα που εγκαταλείπουν προσωρινά το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 στοιχεία β) έως ε), τα εμπορεύματα διατηρούν τον τελωνειακό τους χαρακτήρα ως ενωσιακά εμπορεύματα, μόνον εφόσον ο εν λόγω χαρακτήρας αποδεικνύεται σύμφωνα με τους όρους και τα μέσα που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
2. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, τα ενωσιακά εμπορεύματα είναι δυνατόν να διακινούνται, χωρίς να υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς, μεταξύ δύο σημείων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και προσωρινά εκτός του εν λόγω εδάφους χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες δεν μεταβάλλεται ο τελωνειακός χαρακτήρας των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς και παράδοση
Άρθρο 74
Υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς1. Οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι δικαιούχοι του καθεστώτος διαμετακόμισης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα, στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, τα δεδομένα που είναι αναγκαία για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο οικείο τελωνειακό καθεστώς, μόλις τα εν λόγω δεδομένα καταστούν διαθέσιμα και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη γνωστοποίηση της διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων.
2. Παρέχοντας ή καθιστώντας διαθέσιμη τη γνωστοποίηση της διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι δικαιούχοι του καθεστώτος διαμετακόμισης επιβεβαιώνουν στις τελωνειακές αρχές την πρόθεσή τους να υπαγάγουν τα εμπορεύματα στο οικείο τελωνειακό καθεστώς.
3. Ένα πρόσωπο που χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS παρέχει ή καθιστά διαθέσιμα τα δεδομένα σχετικά με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις εμπορευμάτων τα οποία πρόκειται να τεθούν στη διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης το αργότερο την επομένη της ημερομηνίας αποδοχής της πληρωμής για τη αγορά και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη γνωστοποίηση της διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων.
4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 178, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που συνδέονται με τα δικαιολογητικά έγγραφα ή τον καθορισμό της τελωνειακής αξίας των εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε εξαγωγέα, δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ή εισαγωγέα, πλην του εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις, να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμο μέρος των δεδομένων, εκτός από τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία, μετά την παράδοση των εμπορευμάτων.
Ο εξαγωγέας, ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης ή ο εισαγωγέας, πλην του εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις, παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που παραλείπονται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 178, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που συνδέονται με τα δικαιολογητικά έγγραφα ή τον καθορισμό της τελωνειακής αξίας των εμπορευμάτων, ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος, πλην του εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις, μπορεί να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμο μέρος των δεδομένων πέραν των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία μετά την παράδοση των εμπορευμάτων. Ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που παραλείπονται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
6. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, τα εμπορεύματα μπορούν να υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς με τη χρήση μέσων διαφορετικών από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
7. Τα εμπορεύματα υπάγονται στο οικείο τελωνειακό καθεστώς κατά τη στιγμή της παράδοσής τους.
Η ημερομηνία γνωστοποίησης της διαθεσιμότητας εμπορευμάτων είναι η ημερομηνία η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα και για όλες τις άλλες διατυπώσεις εισαγωγής ή εξαγωγής.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον καθορισμό των δεδομένων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου·
β) με την πρόβλεψη των όρων εφαρμογής της απλούστευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·
γ) με τον καθορισμό των συγκεκριμένων δεδομένων που μπορούν να παρασχεθούν ή να καταστούν διαθέσιμα μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και των προθεσμιών για την παροχή ή τη διάθεση των εν λόγω δεδομένων, όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 ή 5 του παρόντος άρθρου·
δ) με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και των μέσων εκτός του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς.
Άρθρο 75
Άλλες μορφές γνωστοποίησης της διαθεσιμότητας εμπορευμάτωνΟ εισαγωγέας, ο εξαγωγέας ή ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης μπορεί να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμη τη γνωστοποίηση διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων:
α) με τη γνωστοποίηση της άφιξης των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εάν η προσωρινή εναπόθεση ή υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς πραγματοποιείται στο τελωνείο εισόδου· ή
β) με τη γνωστοποίηση της άφιξης των εμπορευμάτων στο σημείο εξόδου, εάν η προσωρινή εναπόθεση πραγματοποιείται στο τελωνείο εξόδου.
Άρθρο 76
Πληροφορίες και δικαιολογητικά έγγραφα1. Κατά την παροχή ή διάθεση των δεδομένων και των πληροφοριών που απαιτούνται για το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται ή προορίζονται να υπαχθούν τα εμπορεύματα, τα πρόσωπα παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα ψηφιακά αντίγραφα των πρωτότυπων έντυπων εγγράφων, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη λήψη των εν λόγω δεδομένων και πληροφοριών, όταν υπάρχουν τέτοια έντυπα πρωτότυπα.
2. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, όταν υποβάλλεται τελωνειακή διασάφηση, τα δικαιολογητικά έγγραφα τα οποία απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίζονται τα εμπορεύματα βρίσκονται στην κατοχή του διασαφιστή και στη διάθεση των τελωνειακών αρχών τη στιγμή που υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση.
3. Τα δικαιολογητικά έγγραφα για τις εφαρμοστέες ενωσιακές μη τελωνειακές διατυπώσεις που παρατίθενται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2399 θεωρείται ότι έχουν παρασχεθεί ή έχουν καταστεί διαθέσιμα ή βρίσκονται στην κατοχή του διασαφιστή, εάν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία δεδομένα από τα αντίστοιχα ενωσιακά μη τελωνειακά συστήματα μέσω του συστήματος ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πιστοποιητικών (EU CSW-CERTEX) σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) του εν λόγω κανονισμού.
4. Τα δικαιολογητικά έγγραφα παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα επίσης από πρόσωπα, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαχείριση των τελωνειακών κινδύνων και τους τελωνειακούς ελέγχους.
5. Με την επιφύλαξη της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν άδεια στους οικονομικούς φορείς να συντάσσουν τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
6. Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά για συγκεκριμένα έγγραφα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο τηρεί, για τους σκοπούς των τελωνειακών ελέγχων, τα έγγραφα και τις πληροφορίες επί τρία τουλάχιστον έτη, με τρόπο που είναι προσβάσιμος στις τελωνειακές αρχές και αποδεκτός από αυτές. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
α) εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με μειωμένο ή μηδενικό εισαγωγικό δασμό λόγω του τελικού τους προορισμού, από το τέλος του έτους κατά το οποίο τα εν λόγω εμπορεύματα παύουν να υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση·
β) εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε άλλο τελωνειακό καθεστώς ή εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση, από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκκαθαρίστηκε το σχετικό τελωνειακό καθεστώς ή έληξε η προσωρινή εναπόθεση·
γ) στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β), από το τέλος του έτους κατά το οποίο παραδίδονται τα εμπορεύματα.
7. Με την επιφύλαξη του άρθρου 206 παράγραφος 4, εφόσον, ύστερα από τελωνειακό έλεγχο για την τελωνειακή οφειλή, κρίνεται αναγκαίο να διορθωθεί ο σχετικός καταλογισμός και να ενημερωθεί σχετικά ο ενδιαφερόμενος, τα έγγραφα και οι πληροφορίες φυλάσσονται επί τρία έτη από το πέρας της προθεσμίας που καθορίζει η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου.
8. Σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή ή που έχει κινηθεί διοικητική ή δικαστική διαδικασία, τα έγγραφα και οι πληροφορίες φυλάσσονται για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στην παράγραφο 6 ή έως ότου περατωθεί η διαδικασία της προσφυγής ή η διοικητική ή δικαστική διαδικασία, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι η μεταγενέστερη.
Άρθρο 77
Παράδοση των εμπορευμάτων1. Οι τελωνειακές αρχές που είναι αρμόδιες για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και παράγραφος 2 αποφασίζουν σχετικά με την παράδοση των εμπορευμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της ανάλυσης κινδύνου των δεδομένων στην τελωνειακή διασάφηση ή των δεδομένων που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα από τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης και, κατά περίπτωση, τα αποτελέσματα τυχόν ελέγχων ή μέτρων μετριασμού του κινδύνου.
2. Η παράδοση των εμπορευμάτων δεν θεωρείται απόδειξη συμμόρφωσης.
3. Τα εμπορεύματα παραδίδονται, εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
α) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερωθεί ποιο πρόσωπο είναι ο υπεύθυνος για τα εμπορεύματα εισαγωγέας, εξαγωγέας ή δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης·
β) πληρούνται οι όροι υπαγωγής των εμπορευμάτων στο οικείο τελωνειακό καθεστώς σύμφωνα με τα άρθρα 74, 109, 114, 140, 142, 145, 153, 156, 158 και 161· και
γ) τα εμπορεύματα δεν έχουν επιλεγεί για κανέναν έλεγχο ή έχουν επιλεγεί για ελέγχους, από τους οποίους δεν προέκυψαν διαπιστώσεις που δικαιολογούν την άρνηση της παράδοσης των εν λόγω εμπορευμάτων.
4. Οι τελωνειακές αρχές αρνούνται την παράδοση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν δεν έχουν πληρωθεί οι όροι για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο σχετικό τελωνειακό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενωσιακών μη τελωνειακών διατυπώσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2399, οι οποίες αφορούν τα εμπορεύματα·
β) όταν διαθέτουν αποδεικτικά στοιχεία ότι τα εμπορεύματα δεν συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
γ) όταν διαθέτουν αποδεικτικά στοιχεία ότι τα παρεχόμενα ή διατιθέμενα δεδομένα δεν είναι ακριβή.
5. Οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την παράδοση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν έχουν λόγους να πιστεύουν ότι τα εμπορεύματα δεν συμμορφώνονται με την τελωνειακή νομοθεσία ή τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές ή ότι παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή για το περιβάλλον ή για οποιοδήποτε άλλο δημόσιο συμφέρον·
β) όταν άλλες αρμόδιες αρχές το έχουν ζητήσει σύμφωνα με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
Η συστηματική παράβαση, η οποία διαπιστώνεται για έναν οικονομικό φορέα σύμφωνα με το άρθρο 276 παράγραφος 5, συνιστά λόγο να θεωρηθεί, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, όσον αφορά όλα τα εμπορεύματα για τα οποία ο εν λόγω οικονομικός φορέας έχει δηλώσει ότι είναι διαθέσιμα για την αποδέσμευση προς ελεύθερη κυκλοφορία εντός τουλάχιστον έξι μηνών από τη διαπίστωση της παράβασης.
6. Όταν η παράδοση έχει ανασταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 5, οι τελωνειακές αρχές διεξάγουν τις διαβουλεύσεις, οι οποίες προβλέπονται στη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, και:
α) εάν οι άλλες αρμόδιες αρχές το έχουν ζητήσει σύμφωνα με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, αρνούνται την παράδοση·
β) εάν οι άλλες αρμόδιες αρχές έχουν εγκρίνει την παράδοση, παραδίδουν τα εμπορεύματα·
γ) εάν οι άλλες αρμόδιες αρχές δεν απάντησαν εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές ή, ελλείψει τέτοιας προθεσμίας, εντός πέντε ημερών, παραδίδουν τα εμπορεύματα· ή
δ) εάν το έχουν ζητήσει οι άλλες αρμόδιες αρχές, επειδή γνωστοποίησαν στις τελωνειακές αρχές ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για να αξιολογήσουν αν τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, διατηρούν την αναστολή για διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες.
7. Με την επιφύλαξη της σχετικής λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, οι τελωνειακές αρχές θεωρείται ότι έχουν παραδώσει τα εμπορεύματα, όταν δεν τα έχουν επιλέξει για έλεγχο εντός εύλογου διαστήματος μετά:
α) την άφιξη των εμπορευμάτων των εισαγωγέων για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) την άφιξη των εμπορευμάτων των εισαγωγέων στον τελικό προορισμό τους· ή
γ) την αποστολή από τον εξαγωγέα των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση.
8. Όταν οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την παράδοση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 5 ή αρνούνται την παράδοση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή την παράγραφο 6 στοιχείο α), καταγράφουν την απόφασή τους και κάθε άλλη πληροφορία που απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, κατά περίπτωση. Αυτές οι πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες στις άλλες τελωνειακές αρχές.
9. Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν αρνηθεί την παράδοση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή την παράγραφο 6 στοιχείο α):
α) εάν οι άλλες αρμόδιες αρχές δεν έχουν προβάλει αντιρρήσεις, τα εμπορεύματα είναι δυνατόν στη συνέχεια να υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς με ένδειξη ότι τα εμπορεύματα είχαν προηγουμένως απορριφθεί για άλλο τελωνειακό καθεστώς·
β) εάν οι άλλες αρμόδιες αρχές έχουν προβάλει αντιρρήσεις στην υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, οι τελωνειακές αρχές καταχωρίζουν τις πληροφορίες αυτές στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και ενεργούν σύμφωνα με τον τίτλο V κεφάλαιο 4.
10. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον καθορισμό του εύλογου χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου·
β) με τον περαιτέρω προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου· ή
γ) με την πρόβλεψη πρόσθετων ειδικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες οι τελωνειακές αρχές θεωρείται ότι έχουν παραδώσει τα εμπορεύματα.
Άρθρο 78
Παράδοση των εμπορευμάτων για λογαριασμό των τελωνειακών αρχών από αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 77 παράγραφος 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους να παραδίδουν τα εμπορεύματα για λογαριασμό τους κατά την παραλαβή των εν λόγω εμπορευμάτων στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εισαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του παραλήπτη ή κατά την αποστολή από τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του εξαγωγέα, του ιδιοκτήτη ή του αποστολέα, εφόσον παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές τα αναγκαία δεδομένα για το σχετικό καθεστώς και οι πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο σχετικά με την άφιξη ή την αποστολή των εμπορευμάτων.
2. Οι αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι που διαχειρίζονται αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις σύμφωνα με το άρθρο 145 παραδίδουν μόνο τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης και είναι έτοιμα να διατεθούν προς πώληση στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 63, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στους αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους να διενεργούν ορισμένους ελέγχους σε εμπορεύματα υπό τελωνειακή επιτήρηση. Για τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, οι τελωνειακές αρχές διαβουλεύονται με άλλες αρμόδιες αρχές, πριν χορηγήσουν την εν λόγω άδεια και μπορούν να συμφωνήσουν σχέδιο ελέγχου μαζί τους.
4. Όταν ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 3 έχει λόγους να πιστεύει ότι τα εμπορεύματα δεν συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ενημερώνει αμέσως τις τελωνειακές αρχές. Μόλις λάβουν αυτή την ενημέρωση, οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν σχετικά με την παράδοση ή τον έλεγχο των εν λόγω εμπορευμάτων.
5. Όταν απαιτείται, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν από αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο να προσκομίσει τα εμπορεύματα για έλεγχο σε τελωνείο ή στον τόπο όπου επρόκειτο να παραδοθούν τα εμπορεύματα.
6. Εάν οι τελωνειακές αρχές διαπιστώσουν νέο σοβαρό χρηματοοικονομικό κίνδυνο ή άλλη ειδική κατάσταση σε σχέση με την παράδοση εμπορευμάτων για λογαριασμό τους, μπορούν να αναστείλουν τις άδειες που έχουν χορηγηθεί δυνάμει των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με την καθιέρωση της διαδικασίας παράδοσης των εμπορευμάτων για λογαριασμό των τελωνειακών αρχών από αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους·
β) με τον καθορισμό των όρων, τον προσδιορισμό του περιεχομένου και την καθιέρωση της διαδικασίας για τους ελέγχους που διενεργούνται από αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους.
Άρθρο 79
Τροποποίηση των πληροφοριών για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς1. Πριν από την ημερομηνία παράδοσης των εμπορευμάτων, ο εισαγωγέας, ο εξαγωγέας ή ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης τροποποιεί ένα ή περισσότερα στοιχεία δεδομένων που προβλέπονται ή έχουν καταστεί διαθέσιμα για την υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς:
α) όταν γνωρίζουν ότι οι σχετικές πληροφορίες έχουν αλλάξει στις λογιστικές καταχωρίσεις τους ή ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ανακριβείς· ή
β) όταν μια τελωνειακή αρχή τους ζητεί να το πράξουν λόγω ανακρίβειας ή έλλειψης πληρότητας των δεδομένων ή προβλημάτων με την ποιότητα των δεδομένων.
2. Ο εισαγωγέας, ο εξαγωγέας ή ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης δεν τροποποιεί τις πληροφορίες, όταν:
α) οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
β) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει ότι διαπίστωσαν ότι τα παρασχεθέντα ή διαθέσιμα δεδομένα είναι ανακριβή· ή
γ) όταν τα εμπορεύματα έχουν ήδη παραδοθεί.
3. Εντός τριών ετών από την ημερομηνία παράδοσης των εμπορευμάτων, ο εισαγωγέας, ο εξαγωγέας ή ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση ενός ή περισσοτέρων στοιχείων δεδομένων που παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμα για την υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς. Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν αν θα αποδεχθούν ή θα αρνηθούν την τροποποίηση, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που αφορούν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο οικείο τελωνειακό καθεστώς.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες τα δεδομένα μπορούν να τροποποιηθούν μετά την ημερομηνία παράδοσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την τροποποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 80
Ακύρωση των δεδομένων για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς1. Εάν περιέλθει εις γνώσιν του εισαγωγέα, του εξαγωγέα ή του δικαιούχου του καθεστώτος διαμετακόμισης ότι τα εμπορεύματα που πρόκειται να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς δεν θα εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή δεν θα εξέλθουν από αυτό, ακυρώνει το συντομότερο δυνατόν τα δεδομένα για την υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
Εάν τα εμπορεύματα που πρόκειται να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς δεν εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή δεν εξέλθουν από αυτό εντός 200 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές τα δεδομένα για την υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τα δεδομένα αυτά.
2. Οι τελωνειακές αρχές, κατόπιν αίτησης του εισαγωγέα, του εξαγωγέα ή του δικαιούχου του καθεστώτος διαμετακόμισης, ακυρώνουν τα δεδομένα για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς για το οποίο παρασχέθηκε ή κατέστη διαθέσιμη η γνωστοποίηση διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων, εφόσον οι τελωνειακές αρχές έχουν εξακριβώσει ότι:
α) τα εμπορεύματα πρέπει να υπαχθούν αμέσως σε άλλο τελωνειακό καθεστώς· ή
β) λόγω ειδικών περιστάσεων, η υπαγωγή των εμπορευμάτων στο κύριο τελωνειακό καθεστώς δεν δικαιολογείται πλέον.
Ωστόσο, όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα, η αίτηση ακύρωσης των δεδομένων δεν γίνεται δεκτή πριν από την πραγματοποίηση της εξέτασης.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες τα δεδομένα για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς μπορούν να ακυρωθούν μετά την ημερομηνία παράδοσης των εμπορευμάτων.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την ακύρωση των δεδομένων για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Μεταβατικές διατάξεις για τις τελωνειακές διασαφήσεις
Άρθρο 81
Τελωνειακή διασάφηση1. Οι τελωνειακές διασαφήσεις γίνονται με τη χρήση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων.
2. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, η τελωνειακή διασάφηση μπορεί να υποβληθεί με χρήση μέσων άλλων από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων.
3. Εκτός αν ορίζεται άλλως στην τελωνειακή νομοθεσία, η τελωνειακή διασάφηση υποβάλλεται σε ένα από τα ακόλουθα, ανάλογα με τις περιστάσεις:
α) το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο πρώτης άφιξης των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης· ή
β) το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο εκφόρτωσης των εμπορευμάτων που φθάνουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης διά θαλάσσης ή αέρος·
γ) το τελωνείο προορισμού του καθεστώτος διαμετακόμισης, αν τα εμπορεύματα έχουν εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης υπό καθεστώς διαμετακόμισης·
δ) το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα τα οποία πρόκειται να υπαχθούν σε καθεστώς διαμετακόμισης·
ε) το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο εγκατάστασης του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα για τις τελωνειακές απλουστεύσεις, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να εφαρμόζει κεντρικό τελωνισμό·
στ) το τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα που προορίζονται να μεταφερθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες μια τελωνειακή διασάφηση μπορεί να υποβληθεί με χρήση μέσων άλλων από τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις:
α) καθορίζοντας τη διαδικασία υποβολής τελωνειακής διασάφησης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
β) καθορίζοντας τους κανόνες για τον καθορισμό των αρμόδιων τελωνείων άλλων από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των τελωνείων εισόδου και των τελωνείων εξόδου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 82
Συνήθης τελωνειακή διασάφηση1. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, οι συνήθεις τελωνειακές διασαφήσεις περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίζονται τα εμπορεύματα και τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 76.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την υποβολή της συνήθους τελωνειακής διασάφησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 83
Απλουστευμένη διασάφηση1. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα πρόσωπο να υπαγάγει τα εμπορεύματά του σε τελωνειακό καθεστώς με βάση απλουστευμένη διασάφηση, στην οποία παραλείπονται ορισμένα από τα δεδομένα ή τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 76.
2. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2031, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν τη συνήθη χρήση απλουστευμένης διασάφησης .
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την υποβολή απλουστευμένης διασάφησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 84
Συμπληρωματική διασάφηση1. Στην περίπτωση της απλουστευμένης διασάφησης που αναφέρεται στο άρθρο 83 ή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή που αναφέρεται στο άρθρο 92, ο διασαφιστής υποβάλλει, στο αρμόδιο τελωνείο και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, συμπληρωματική διασάφηση, στην οποία περιλαμβάνονται τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
Στην περίπτωση της απλουστευμένης διασάφησης που αναφέρεται στο άρθρο 83, τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή του διασαφιστή και να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Η συμπληρωματική διασάφηση μπορεί να είναι συνολική, περιοδική ή ανακεφαλαιωτική.
2. Η υποχρέωση υποβολής συμπληρωματικής διασάφησης δεν ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν τα εμπορεύματα έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης·
β) σε άλλες ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αίρουν την απαίτηση υποβολής συμπληρωματικής διασάφησης, όταν:
α) η απλουστευμένη διασάφηση που αναφέρεται στο άρθρο 83 αφορά εμπορεύματα των οποίων η αξία και η ποσότητα δεν υπερβαίνει το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 194 παράγραφος 8·
β) η απλουστευμένη διασάφηση που αναφέρεται στο άρθρο 83 περιέχει ήδη όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την υπαγωγή στο σχετικό τελωνειακό καθεστώς· και
γ) η απλουστευμένη διασάφηση που αναφέρεται στο άρθρο 83 δεν γίνεται με εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.
4. Η απλουστευμένη διασάφηση που αναφέρεται στο άρθρο 83 και η συμπληρωματική διασάφηση θεωρείται ότι συναποτελούν ενιαία και αδιαίρετη πράξη που αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία αποδοχής της απλουστευμένης διασάφησης σύμφωνα με το άρθρο 87.
Η εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή που αναφέρεται στο άρθρο 92, καθώς και η συμπληρωματική διασάφηση θεωρείται ότι συναποτελούν ενιαία και αδιαίρετη πράξη που αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία εγγραφής των εμπορευμάτων στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.
5. Για τους σκοπούς του άρθρου 193, ως τόπος στον οποίο πρέπει να υποβληθεί η συμπληρωματική διασάφηση θεωρείται εκείνος στον οποίο έχει υποβληθεί η τελωνειακή διασάφηση.
6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) της συγκεκριμένης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η συμπληρωματική διασάφηση·
β) της συγκεκριμένης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εντός της οποίας πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή του διασαφιστή και να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών τα δικαιολογητικά έγγραφα·
γ) των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση υποβολής συμπληρωματικής διασάφησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
7. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την υποβολή της συμπληρωματικής διασάφησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 85
Υποβολή τελωνειακής διασάφησης1. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, με την επιφύλαξη του άρθρου 84 παράγραφος 1, τελωνειακή διασάφηση μπορεί να υποβάλλει οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να παρέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίζονται τα εμπορεύματα. Το πρόσωπο αυτό πρέπει επίσης να μπορεί να προσκομίσει στο τελωνείο ή να φροντίσει να προσκομιστούν στο τελωνείο τα σχετικά εμπορεύματα από άλλο πρόσωπο.
Ωστόσο, όταν η αποδοχή τελωνειακής διασάφησης συνεπάγεται ιδιαίτερες υποχρεώσεις για συγκεκριμένο πρόσωπο, η διασάφηση αυτή υποβάλλεται από το πρόσωπο αυτό ή από τον αντιπρόσωπό του.
2. Έως τις 30 Ιουνίου 2028, η τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που πωλούνται εξ αποστάσεως υποβάλλεται από ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα:
α) το πρόσωπο που επιτρέπεται να χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS ή ο έμμεσος αντιπρόσωπός του·
β) το πρόσωπο στο οποίο επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τις ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στον τίτλο XII κεφάλαιο 7 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ ή ο έμμεσος αντιπρόσωπός του·
γ) σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), ο έμμεσος αντιπρόσωπος του εισαγωγέα·
δ) σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ), οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι σε θέση να παρέχει όλες τις πληροφορίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίζονται τα εμπορεύματα.
3. Ο διασαφιστής είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, οι ακόλουθοι διασαφιστές δεν απαιτείται να είναι εγκατεστημένοι στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης:
α) πρόσωπα που υποβάλλουν τελωνειακή διασάφηση για διαμετακόμιση ή προσωρινή εισαγωγή·
β) πρόσωπα που υποβάλλουν περιστασιακά τελωνειακές διασαφήσεις, μεταξύ άλλων για καθεστώς ειδικού προορισμού ή τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, εφόσον οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι αυτό δικαιολογείται·
γ) πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα σε χώρα της οποίας το έδαφος συνορεύει με το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και προσκομίζουν τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται η τελωνειακή διασάφηση σε ενωσιακό μεθοριακό τελωνείο που βρίσκεται στα σύνορα με την εν λόγω χώρα, εφόσον η χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα επιτρέπει στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης να επωφελούνται από την αρχή της αμοιβαιότητας·
δ) εισαγωγείς για εξ αποστάσεως πωλήσεις που συμμετέχουν στην εξ αποστάσεως πώληση εμπορευμάτων, τα οποία πρόκειται να εισαχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης στο πλαίσιο του καθεστώτος IOSS, υπό την προϋπόθεση ότι ορίζουν έμμεσο αντιπρόσωπο.
Άρθρο 86
Υποβολή τελωνειακής διασάφησης πριν από την προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο1. Η τελωνειακή διασάφηση μπορεί να υποβληθεί πριν από την αναμενόμενη προσκόμιση των σχετικών εμπορευμάτων στο τελωνείο. Αν τα εμπορεύματα δεν προσκομιστούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία υποβολή της τελωνειακής διασάφησης στο τελωνείο, η τελωνειακή διασάφηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την υποβολή της τελωνειακής διασάφησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 87
Αποδοχή τελωνειακής διασάφησης1. Οι τελωνειακές διασαφήσεις που πληρούν τους όρους του παρόντος κεφαλαίου και του άρθρου 76 γίνονται αμέσως δεκτές από τις τελωνειακές αρχές, εφόσον τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρονται έχουν προσκομιστεί στο τελωνείο.
2. Εκτός αν ορίζεται άλλως, η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης από τις τελωνειακές αρχές είναι η ημερομηνία η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα και για όλες τις άλλες διατυπώσεις εισαγωγής ή εξαγωγής.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την αποδοχή τελωνειακής διασάφησης, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 91. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 88
Τροποποίηση τελωνειακής διασάφησης1. Κατόπιν αίτησής του, επιτρέπεται στον διασαφιστή να διορθώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία δεδομένων της τελωνειακής διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές. Η τροποποίηση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ισχύ της τελωνειακής διασάφησης για εμπορεύματα άλλα από αυτά που κάλυπτε αρχικά.
2. Δεν επιτρέπεται η τροποποίηση της τελωνειακής διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές, όταν ζητείται:
α) αφού οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον διασαφιστή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
β) αφού οι τελωνειακές αρχές έχουν διαπιστώσει την ανακρίβεια των δεδομένων της τελωνειακής διασάφησης· ή
γ) αφού οι τελωνειακές αρχές έχουν παραδώσει τα εμπορεύματα.
3. Κατόπιν αίτησης του διασαφιστή και εντός τριών ετών από την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν τροποποίηση της τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον διασαφιστή να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την τροποποίηση της τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 89
Ακύρωση τελωνειακής διασάφησης1. Κατόπιν αίτησης του διασαφιστή, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τελωνειακή διασάφηση που έχει ήδη γίνει αποδεκτή, όταν έχουν εξακριβώσει ότι:
α) τα εμπορεύματα πρέπει να υπαχθούν αμέσως σε τελωνειακό καθεστώς· ή
β) λόγω ειδικών περιστάσεων, η υπαγωγή των εμπορευμάτων στο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο είχαν διασαφιστεί δεν είναι πλέον δικαιολογημένη.
Ωστόσο, αν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον διασαφιστή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα, η αίτηση ακύρωσης της τελωνειακής διασάφησης δεν γίνεται δεκτή πριν από την πραγματοποίηση της εξέτασης.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ακυρώσουν την τελωνειακή διασάφηση χωρίς προηγούμενη αίτηση του διασαφιστή.
3. Οι τελωνειακές αρχές δεν ακυρώνουν την τελωνειακή διασάφηση μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ακυρώσουν την τελωνειακή διασάφηση χωρίς αίτηση του διασαφιστή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την ακύρωση της τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 90
Απλούστευση της κατάρτισης δεδομένων για εμπορεύματα που υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές διακρίσεις1. Όταν μια αποστολή αποτελείται από εμπορεύματα που υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές διακρίσεις και η μεταχείριση καθενός από τα εμπορεύματα αυτά σύμφωνα με τη δασμολογική του διάκριση συνεπάγεται φόρτο εργασίας και δαπάνη δυσανάλογη σε σχέση με τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό που επιβάλλεται, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αίτησης του διασαφιστή, να προβλέψουν απλουστευμένη μέθοδο επιβολής εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού κατά την οποία επιβάλλεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός στο σύνολο της αποστολής βάσει της δασμολογικής διάκρισης των εμπορευμάτων για τα οποία προβλέπεται ο υψηλότερος συντελεστής εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού.
2. Οι τελωνειακές αρχές αρνούνται τη χρήση της απλουστευμένης μεθόδου επιβολής εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1:
α) όταν εφαρμόζεται το ενωσιακό τέλος διεκπεραίωσης· ή
β) όσον αφορά εμπορεύματα που υπόκεινται σε λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, σε απαγορεύσεις ή περιορισμούς ή σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, όταν η ορθή κατάταξη είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων.
Άρθρο 91
Κεντρικός τελωνισμός1. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2031, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αίτησης, να χορηγούν άδεια σε ένα πρόσωπο να υποβάλει σε τελωνείο αρμόδιο για τον τόπο στον οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι εγκατεστημένο τελωνειακή διασάφηση για εμπορεύματα που προσκομίζονται σε άλλο τελωνείο.
Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αίρουν την απαίτηση για την άδεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν το τελωνείο στο οποίο υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση και το τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα υπάγονται στην αρμοδιότητα της ίδιας τελωνειακής αρχής.
2. Μόνο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τον σκοπό των τελωνειακών απλουστεύσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο α) μπορεί να υποβάλει αίτηση για την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
3. Το τελωνείο στο οποίο υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση:
α) επιτηρεί την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο σχετικό τελωνειακό καθεστώς·
β) διενεργεί τους τελωνειακούς ελέγχους για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης·
γ) εφόσον δικαιολογείται, ζητεί από το τελωνείο στο οποίο προσκομίστηκαν τα εμπορεύματα να διεξαγάγει ορισμένους τελωνειακούς ελέγχους για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης· και
δ) διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για την είσπραξη του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε ενδεχόμενη τελωνειακή οφειλή.
4. Το τελωνείο στο οποίο υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση και το τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης και για την παράδοση των εμπορευμάτων.
5. Το τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα, διενεργεί, με την επιφύλαξη των δικών του ελέγχων στα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό, τους τελωνειακούς ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο γ) και γνωστοποιεί τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων στο οποίο υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση.
6. Το τελωνείο στο οποίο υποβάλλεται η τελωνειακή διασάφηση παραδίδει τα εμπορεύματα, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα:
α) των δικών του ελέγχων για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης·
β) των ελέγχων που διενήργησε το τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα για την επαλήθευση της τελωνειακής διασάφησης και των ελέγχων στα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή εξέρχονται από αυτό.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου.
8. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με τον κεντρικό τελωνισμό, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών τελωνειακών διατυπώσεων και ελέγχων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 92
Εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή1. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2031, κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν σε ένα πρόσωπο την άδεια να υποβάλει τελωνειακή διασάφηση, συμπεριλαμβανομένης της απλουστευμένης διασάφησης, με τη μορφή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, εφόσον τα δεδομένα της εν λόγω διασάφησης είναι διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος του διασαφιστή κατά τον χρόνο υποβολής της τελωνειακής διασάφησης με τη μορφή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.
2. Η τελωνειακή διασάφηση θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή τη στιγμή της εγγραφής των εμπορευμάτων στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.
3. Κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αίρουν την υποχρέωση προσκόμισης των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, τα εμπορεύματα θεωρούνται ότι έχουν παραδοθεί κατά τη στιγμή της εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή.
Η ανωτέρω άρση της υποχρέωσης χορηγείται εφόσον πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) ο διασαφιστής είναι εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο α)·
β) η φύση και η ροή των σχετικών εμπορευμάτων δικαιολογούν άρση και είναι γνωστές στις τελωνειακές αρχές·
γ) το τελωνείο ελέγχου έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες, ώστε να μπορεί να ασκήσει, εφόσον παρουσιαστεί ανάγκη, το δικαίωμά του να διενεργεί ελέγχους επί των εμπορευμάτων·
δ) κατά τον χρόνο εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις, τα εμπορεύματα δεν υπόκεινται πλέον στη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, εκτός αν ορίζεται άλλως στην άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Ωστόσο, σε ειδικές περιπτώσεις, το τελωνείο ελέγχου μπορεί να ζητήσει την προσκόμιση των εμπορευμάτων, ακόμη και σε περίπτωση σχετικής άρσης.
4. Οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η παράδοση των εμπορευμάτων καθορίζονται στην άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών διατυπώσεων και ελέγχων, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο1 του παρόντος άρθρου, και την άρση της υποχρέωσης προσκόμισης των εμπορευμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 93
Παύση ισχύοςΟι άδειες για απλουστευμένες διασαφήσεις, κεντρικό τελωνισμό και εγγραφή στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, που αναφέρονται στα άρθρα 83, 91 και 92 αντίστοιχα, παύουν να ισχύουν την 1η Μαρτίου 2034.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Διάθεση των εμπορευμάτων
Άρθρο 94
Μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές1. Οι τελωνειακές αρχές, με την επιφύλαξη της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διάθεση των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων της δήμευσης ή της περιέλευσης στο Δημόσιο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, της πώλησης, της δωρεάς για ανθρωπιστικούς σκοπούς ή της καταστροφής, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν μία από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με την εισαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης δεν έχει τηρηθεί ή όταν τα εμπορεύματα έχουν διαφύγει από την τελωνειακή επιτήρηση·
β) όταν δεν είναι δυνατή η παράδοση των εμπορευμάτων για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
i) δεν κατέστη δυνατόν, για λόγους που οφείλονται στον εισαγωγέα, στον εξαγωγέα, στον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ή στον κάτοχο των εμπορευμάτων, να αρχίσει ή να συνεχιστεί η εξέταση των εμπορευμάτων εντός της περιόδου που όρισαν οι τελωνειακές αρχές·
ii) επειδή δεν υποβλήθηκαν τα έγγραφα ή δεν κατέστησαν διαθέσιμες οι πληροφορίες από την υποβολή ή διαθεσιμότητα των οποίων εξαρτάται η υπαγωγή τους στο τελωνειακό καθεστώς που ζητήθηκε·
iii) επειδή ο εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός που έπρεπε να είχε καταβληθεί ή για τον οποίο έπρεπε να συσταθεί εγγύηση δεν καταβλήθηκε ή δεν αποτέλεσε αντικείμενο εγγύησης εντός της καθορισμένης περιόδου·
iv) τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους όρους παράδοσης που προβλέπονται στα άρθρα 77 και 78·
γ) όταν τα εμπορεύματα δεν απομακρύνθηκαν εντός εύλογου διαστήματος μετά την παράδοσή τους·
δ) όταν, μετά την παράδοσή τους, τα εμπορεύματα διαπιστώνεται ότι δεν πληρούν τους όρους της εν λόγω παράδοσης· ή
ε) όταν τα εμπορεύματα εγκαταλείπονται υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 96.
2. Μη ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν εγκαταλειφθεί υπέρ του Δημοσίου ή μη ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν κατασχεθεί, δημευθεί ή περιέλθει στο Δημόσιο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο θεωρείται ότι έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης. Τα εμπορεύματα αυτά εγγράφονται στις λογιστικές καταχωρίσεις του διαχειριστή των εγκαταστάσεων της τελωνειακής αποταμίευσης ή, εφόσον βρίσκονται στην κατοχή των τελωνειακών αρχών, στις λογιστικές καταχωρίσεις των εν λόγω αρχών.
Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν ήδη λάβει δεδομένα ή τελωνειακή διασάφηση σχετικά με τα εμπορεύματα που πρόκειται να καταστραφούν, να εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου, να κατασχεθούν, να δημευθούν ή να περιέλθουν στο Δημόσιο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι καταχωρίσεις περιλαμβάνουν αναφορά στα εν λόγω δεδομένα ή στην εν λόγω τελωνειακή διασάφηση. Η σχετική τελωνειακή διασάφηση ή τα σχετικά δεδομένα ακυρώνονται.
3. Το κόστος των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βαρύνει:
α) στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), τον μεταφορέα, τον εισαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης, τον κάτοχο των εμπορευμάτων ή το πρόσωπο που απέκρυψε τα εμπορεύματα από την τελωνειακή επιτήρηση·
β) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ), τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων·
γ) στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), το πρόσωπο που εγκαταλείπει τα εμπορεύματα υπέρ του Δημοσίου.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες τα εμπορεύματα μπορούν να δημευθούν.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την πώληση και τη δωρεά των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 95
Καταστροφή των εμπορευμάτων1. Όταν οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν βάσιμους λόγους, μπορούν να απαιτούν την καταστροφή εμπορευμάτων για τα οποία παρασχέθηκε γνωστοποίηση διαθεσιμότητας ή τα οποία διατίθενται προς καταστροφή και ενημερώνουν σχετικά τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης και τον κάτοχο των εμπορευμάτων. Τα έξοδα καταστροφής βαρύνουν τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα, τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων.
2. Όταν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν αναγκαίο και αναλογικό, μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να κατάσχουν, να καταστρέψουν ή να καταστήσουν με άλλον τρόπο ακατάλληλα για χρήση εμπορεύματα για τα οποία δεν έχει παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμη γνωστοποίηση διαθεσιμότητας και τα οποία παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των τελικών χρηστών. Τα έξοδα για το εν λόγω μέτρο βαρύνουν τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την καταστροφή των εμπορευμάτων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 96
Εγκατάλειψη1. Ο εισαγωγέας, ο εξαγωγέας, ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης ή ο κάτοχος των εμπορευμάτων μπορεί, με προηγούμενη άδεια των τελωνειακών αρχών, να εγκαταλείψει τα κρατικά μη ενωσιακά εμπορεύματα και τα εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς ειδικού προορισμού.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας για την εγκατάλειψη εμπορευμάτων υπέρ του Δημοσίου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΤΙΤΛΟΣ VI
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Είσοδος των εμπορευμάτων
Άρθρο 97
Εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία1. Τα εμπορεύματα δεν εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, εκτός εάν οι μεταφορείς που εισάγουν εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα εν λόγω εμπορεύματα στο προβλεπόμενο τελωνείο πρώτης εισόδου εντός των καθορισμένων προθεσμιών.
2. Όταν δεν έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμες εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στο πραγματικό τελωνείο πρώτης εισόδου το αργότερο κατά την άφιξη του μέσου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά των εμπορευμάτων.
3. Στις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία περιλαμβάνονται τουλάχιστον η ταυτότητα του εισαγωγέα που είναι υπεύθυνος για τα εμπορεύματα, ο μοναδικός αριθμός αναφοράς για την αποστολή, η ταυτότητα του αποστολέα, η ταυτότητα του παραλήπτη, περιγραφή των εμπορευμάτων, η δασμολογική κατάταξη, η αξία, ο τελικός προορισμός των εμπορευμάτων, εάν είναι γνωστός, τα στοιχεία σχετικά με τη διαδρομή, η φύση και η ταυτοποίηση του μέσου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά των εμπορευμάτων και το κόστος μεταφοράς.
4. Ο εισαγωγέας μπορεί να παρέχει ή καθιστά διαθέσιμο στο αρμόδιο τελωνείο μέρος των απαιτούμενων εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία εντός των συγκεκριμένων προθεσμιών.
5. Όταν ο εισαγωγέας έχει ήδη παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμο μέρος των απαιτούμενων εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία, ο μεταφορέας συνδέει τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που έχει ήδη παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες ο εισαγωγέας.
6. Ο εισαγωγέας ενημερώνεται όταν ο μεταφορέας συνδέει τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες με το μέρος των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία που έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες ο εισαγωγέας.
7. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν ο μεταφορέας ή ο εισαγωγέας δεν διαθέτει όλες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, άλλα πρόσωπα που κατέχουν τις εν λόγω πληροφορίες ενδέχεται να υποχρεωθούν να τις παράσχουν ή να τις καταστήσουν διαθέσιμες.
8. Οι εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία περιέχουν τα δεδομένα που είναι αναγκαία για τη διενέργεια ανάλυσης κινδύνου από τις τελωνειακές αρχές.
9. Ένα πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία μπορεί να περιορίζει την ορατότητα των δεδομένων ταυτοποίησης και των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που επίσης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα δεδομένα, με την επιφύλαξη της χρήσης όλων των δεδομένων για τελωνειακή επιτήρηση.
10. Η υποχρέωση παροχής ή διάθεσης εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία δεν εφαρμόζεται:
α) στα μεταφορικά μέσα και τα εμπορεύματα που μεταφέρουν, τα οποία διέρχονται απλώς μέσω των χωρικών υδάτων ή του εναέριου χώρου του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης χωρίς στάση εντός του εδάφους αυτού·
β) σε μη ενωσιακά εμπορεύματα που μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν εγκαταλείψει προσωρινά το εν λόγω έδαφος διά θαλάσσης ή αέρος και έχουν μεταφερθεί με απευθείας δρομολόγιο χωρίς στάση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
γ) σε ενωσιακά εμπορεύματα των οποίων ο τελωνειακός χαρακτήρας πρέπει να αποδειχθεί σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 2 και τα οποία μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν εγκαταλείψει προσωρινά το εν λόγω έδαφος διά θαλάσσης ή αέρος και έχουν μεταφερθεί με απευθείας δρομολόγιο χωρίς στάση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
δ) σε ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία διακινούνται χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2 και μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν εγκαταλείψει προσωρινά το εν λόγω έδαφος διά θαλάσσης ή αέρος και έχουν μεταφερθεί με απευθείας δρομολόγιο χωρίς στάση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης· και
ε) σε άλλες περιπτώσεις, όταν η μη εφαρμογή δικαιολογείται πλήρως από το είδος των εμπορευμάτων ή της διακίνησης ή απαιτείται από διεθνείς συμφωνίες.
11. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τη θέσπιση κανόνων για τον καθορισμό του προβλεπόμενου τελωνείου πρώτης εισόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) με τον προσδιορισμό των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία, οι οποίες πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμες σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και των δεδομένων, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, που πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες, οι οποίες επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να διενεργούν ανάλυση κινδύνων όσον αφορά την ασφάλεια και την προστασία των εμπορευμάτων·
γ) με τον καθορισμό των συγκεκριμένων προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4 του παρόντος άρθρου·
δ) με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων και των άλλων προσώπων που ενδέχεται να υποχρεωθούν να παράσχουν ή να καταστήσουν διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου·
ε) με τον προσδιορισμό των περιπτώσεων στις οποίες το είδος των εμπορευμάτων ή της κυκλοφορίας δικαιολογεί πλήρως τη μη εφαρμογή της υποχρέωσης παροχής ή διάθεσης εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 10 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου·
στ) με τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους το πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία μπορεί να περιορίσει την ορατότητα των δεδομένων ταυτοποίησης ή των ευαίσθητων εμπορικών δεδομένων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.
12. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας παροχής, διάθεσης και λήψης των εκ των προτέρων πληροφοριών, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 8 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
13. Σύμφωνα με τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6, στοιχείο β) και έως την 28η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο, οι διατυπώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 12 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 98 έως 103 του παρόντος κανονισμού μπορούν να εξακολουθήσουν να εκπληρώνονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις απαιτήσεις δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 και εφαρμόζονται στα ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία έχουν αναπτύξει τα κράτη μέλη και η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013.
Άρθρο 98
Ανάλυση κινδύνου των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία1. Με την επιφύλαξη των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που ορίζονται στον τίτλο XII, το τελωνείο πρώτης εισόδου διασφαλίζει, εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, τη διενέργεια ανάλυσης κινδύνου. Η εν λόγω ανάλυση κινδύνων εξυπηρετεί πρωτίστως σκοπούς ασφάλειας και προστασίας και διενεργείται, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με άλλα τελωνεία και, με βάση τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία και άλλες πληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ. Το τελωνείο πρώτης εισόδου λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης κινδύνου.
2. Το τελωνείο πρώτης εισόδου, κατά περίπτωση σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές των άλλων κρατών μελών που συμμετέχουν στη διαδικασία ανάλυσης κινδύνου, μπορεί να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα μετριασμού, μεταξύ των οποίων:
α) παροχή ενημέρωσης στο πρόσωπο το οποίο έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν και, εάν ο μεταφορέας είναι πρόσωπο διαφορετικό από το πρόσωπο που υπέβαλε τα δεδομένα, παροχή της ίδιας ενημέρωσης στον μεταφορέα ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν·
β) αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών ή ανάληψης δράσης·
γ) εντοπισμός καταστάσεων στις οποίες μπορεί να ενδείκνυται η ανάληψη δράσης από άλλη αρχή·
δ) σύσταση του καταλληλότερου τόπου για τη διενέργεια τελωνειακού ελέγχου και των καταλληλότερων μέτρων για τον εν λόγω έλεγχο.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των συγκεκριμένων προθεσμιών εντός των οποίων πρόκειται να διεξαχθεί η ανάλυση κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων, οι οποίοι ισχύουν για τα μέτρα μετριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
5. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, η ανάλυση κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 διενεργείται με βάση τη συνοπτική διασάφηση εισόδου.
Άρθρο 99
Τροποποίηση των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία1. Ο εισαγωγέας, ο μεταφορέας ή τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 97 τροποποιούν ένα ή περισσότερα στοιχεία δεδομένων στις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία όταν:
α) περιέρχεται στη γνώση του εισαγωγέα, του μεταφορέα ή του άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου ότι οι σχετικές πληροφορίες έχουν αλλάξει στις λογιστικές καταχωρίσεις του ή ότι οι πληροφορίες είναι ανακριβείς· ή
β) η τελωνειακή αρχή ζητεί από τον εισαγωγέα, τον μεταφορέα ή το άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να το πράξει λόγω ανακρίβειας ή έλλειψης πληρότητας των δεδομένων ή προβλημάτων με την ποιότητα των δεδομένων, ιδίως όταν εντοπίζονται ως αποτέλεσμα της διενεργηθείσας ανάλυσης κινδύνου.
2. Ο εισαγωγέας, ο μεταφορέας ή τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 97 δεν τροποποιούν τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία όταν:
α) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει το πρόσωπο το οποίο έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία και τον μεταφορέα, εάν είναι πρόσωπο διαφορετικό από το πρώτο, ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν, όπως αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 2 στοιχείο α)·
β) οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον μεταφορέα ή τα άλλα πρόσωπα ότι οι τελωνειακές αρχές προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
γ) οι τελωνειακές αρχές έχουν διαπιστώσει την ανακρίβεια των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία·
δ) τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των δεδομένων που δεν μπορούν να τροποποιηθούν.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των δεδομένων στις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που δεν μπορούν να τροποποιηθούν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας τροποποίησης των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 100
Ακύρωση των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία1. Εάν περιέλθει στη γνώση του μεταφορέα ή άλλου προσώπου που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία ότι τα εμπορεύματα που καλύπτονται από τις εν λόγω εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία δεν θα εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, υποβάλλει το συντομότερο δυνατόν αίτημα στην τελωνειακή αρχή για την ακύρωση των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία.
Εάν τα εμπορεύματα που καλύπτονται από τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία δεν εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός 200 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες οι εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τις εν λόγω εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία.
2. Τα πρόσωπα που παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία και ο εισαγωγέας που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες πληροφορίες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ αλληλοενημερώνονται για την ακύρωση των πληροφοριών που έχουν παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας ακύρωσης των εκ των προτέρων πληροφοριών για τα φορτία σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 101
Γνωστοποίηση άφιξης όσον αφορά την είσοδο μεταφορικών μέσων και εμπορευμάτων
1. Ο μεταφορέας γνωστοποιεί στο πραγματικό τελωνείο πρώτης εισόδου την άφιξη του μεταφορικού μέσου με το οποίο εισέρχονται τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης κατά την άφιξή του.
2. Ο μεταφορέας γνωστοποιεί στο τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον λιμένα ή τον αερολιμένα στον οποίο εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται τα εμπορεύματα την άφιξη των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης διά θαλάσσης ή αέρος, όταν το μεταφορικό μέσο με το οποίο τα εν λόγω εμπορεύματα εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης φθάνει στον εν λόγω λιμένα ή αερολιμένα.
3. Ο μεταφορέας γνωστοποιεί στο τελωνείο πρώτης εισόδου την άφιξη των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης οδικώς, σιδηροδρομικώς ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, όταν το μεταφορικό μέσο με το οποίο τα εν λόγω εμπορεύματα εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης φθάνει στο εν λόγω τελωνείο.
4. Ο μεταφορέας συνδέει τη γνωστοποίηση άφιξης των εμπορευμάτων με τις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες για τα εν λόγω εμπορεύματα.
5. Παρά τις υποχρεώσεις του μεταφορέα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα μπορεί να γνωστοποιήσει την άφιξη των εμπορευμάτων, κατά τη χρονική στιγμή που αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους:
α) το πρόσωπο εξ ονόματος ή για λογαριασμό του οποίου ενήργησε το πρόσωπο που έφερε τα εμπορεύματα στο εν λόγω έδαφος·
β) το πρόσωπο που ανέλαβε την ευθύνη της μεταφοράς των εμπορευμάτων, μετά την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
γ) κάθε πρόσωπο που υπάγει αμέσως τα εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς· ή
δ) ο δικαιούχος άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητες σε ελεύθερη ζώνη.
6. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν δεν είναι δυνατόν να ληφθούν από τον μεταφορέα όλα τα δεδομένα στις εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που αναφέρονται στο άρθρο 97 παράγραφος 8, μπορεί να απαιτηθεί από επόμενο μεταφορέα ή άλλα πρόσωπα που διαθέτουν τα εν λόγω δεδομένα και τα κατάλληλα δικαιώματα για την παροχή τους να γνωστοποιήσουν στο πραγματικό τελωνείο πρώτης εισόδου την άφιξη των εμπορευμάτων.
7. Με την επιφύλαξη της έγκρισης της τελωνειακής αρχής, η γνωστοποίηση άφιξης του μεταφορικού μέσου και των εμπορευμάτων μπορεί να παρέχεται ή να καθίσταται διαθέσιμη στις τελωνειακές αρχές με μέσα διαφορετικά από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, όπως συστήματα πληροφοριών του εμπορικού, λιμενικού ή μεταφορικού τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω συστήματα περιέχουν τα αναγκαία δεδομένα για τη γνωστοποίηση και ότι τα εν λόγω δεδομένα είναι διαθέσιμα κατά τη χρονική στιγμή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, 2 ή 3, κατά περίπτωση. Στις περιπτώσεις αυτές, τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα με αυτά τα διαφορετικά μέσα διαβιβάζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
8. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, η υποχρέωση γνωστοποίησης της άφιξης των εμπορευμάτων δεν ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν, κατά την άφιξή τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, τα εμπορεύματα εκφορτώνονται και μεταφορτώνονται στο ίδιο μεταφορικό μέσο κατά το ταξίδι του, με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί δυνατή η εκφόρτωση ή φόρτωση άλλων εμπορευμάτων στον ίδιο λιμένα ή αερολιμένα της Ένωσης·
β) όταν ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία διακινούνται χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2, μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν εγκαταλείψει προσωρινά το εν λόγω έδαφος διά θαλάσσης ή αέρος και έχουν μεταφερθεί με απευθείας δρομολόγιο χωρίς στάση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
9. Ο μεταφορέας δεν εκφορτώνει, στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, τα εμπορεύματα για τα οποία δεν έχουν παρασχεθεί ή δεν έχουν καταστεί διαθέσιμες στις τελωνειακές αρχές οι εκ των προτέρων πληροφορίες για τα φορτία που αναφέρονται στο άρθρο 97 παράγραφος 8, εκτός αν οι τελωνειακές αρχές έχουν ζητήσει από τον μεταφορέα να προσκομίσει τα εν λόγω εμπορεύματα σύμφωνα με το άρθρο 103.
10. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 9, σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου που καθιστά αναγκαία την άμεση εκφόρτωση του συνόλου ή μέρους των εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν στον μεταφορέα να εκφορτώσει τα εμπορεύματα.
11. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και των άλλων προσώπων που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο από τα οποία μπορεί να απαιτηθεί να γνωστοποιήσουν στο πραγματικό τελωνείο πρώτης εισόδου την άφιξη των εμπορευμάτων.
12. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με τη γνωστοποίηση άφιξης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
13. Σύμφωνα με τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6 και έως την 28η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο, η γνωστοποίηση άφιξης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο μπορεί να συνεχίσει να υποβάλλεται και η προσκόμιση των εμπορευμάτων σε υλική μορφή στο τελωνείο που αναφέρεται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού μπορεί να συνεχίσει να πραγματοποιείται, σύμφωνα με τους κανόνες και τις απαιτήσεις δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 και εφαρμόζονται στα ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία έχουν αναπτύξει τα κράτη μέλη σε συνεργασία με την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013.
Άρθρο 102
Μεταφορά στον κατάλληλο τόπο1. Ο μεταφορέας που μεταφέρει εμπορεύματα εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης τα μεταφέρει χωρίς καθυστέρηση, μέσω της διαδρομής που ορίζουν οι τελωνειακές αρχές και σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες τους, στο τελωνείο που όρισαν οι τελωνειακές αρχές ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο έχει οριστεί ή εγκριθεί από τις εν λόγω αρχές, ή σε ελεύθερη ζώνη.
2. Η είσοδος των εμπορευμάτων σε ελεύθερη ζώνη πραγματοποιείται με απευθείας μεταφορά τους εντός της εν λόγω ζώνης, είτε διά θαλάσσης ή αέρος είτε, εφόσον πραγματοποιείται διά ξηράς, χωρίς διέλευση από άλλο μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, εάν η ελεύθερη ζώνη εφάπτεται σε χερσαίο σύνορο μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας.
3. Όταν, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων ή ανωτέρας βίας, οι μεταφορείς δεν μπορούν να συμμορφωθούν με την υποχρέωση της παραγράφου 1, ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις τελωνειακές αρχές για την κατάσταση και τον ακριβή τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα.
4. Οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να είναι δυνατή η τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ή του πλοίου ή του αεροσκάφους, καθώς και τυχόν εμπορευμάτων που βρίσκονται σε αυτά, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και για να εξασφαλίζεται, κατά περίπτωση, η μεταφορά των εμπορευμάτων στη συνέχεια σε τελωνείο που ορίζεται από τις τελωνειακές αρχές ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο που ορίζεται ή εγκρίνεται από τις εν λόγω αρχές, ή σε ελεύθερη ζώνη.
5. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να υποβάλουν σε τελωνειακούς ελέγχους εμπορεύματα που εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, ως αποτέλεσμα συμφωνίας που έχει συναφθεί με τη σχετική τρίτη χώρα. Οι τελωνειακές αρχές μεταχειρίζονται τα εν λόγω εμπορεύματα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζονται τα εμπορεύματα που μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 3, είναι δυνατόν να εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες σε εμπορεύματα που μεταφέρονται εντός παραμεθόριων ζωνών ή μέσω αγωγών και καλωδίων, σε οικονομικώς ασήμαντη διακίνηση ή σε εμπορεύματα που μεταφέρονται από ταξιδιώτες, εφόσον δεν θίγονται κατά συνέπεια η τελωνειακή επιτήρηση και οι δυνατότητες τελωνειακού ελέγχου.
7. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε μεταφορικά μέσα ή στα εμπορεύματα τα οποία μεταφέρονται με αυτά που απλώς διασχίζουν τα χωρικά ύδατα ή τον εναέριο χώρο του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης χωρίς στάση εντός του εν λόγω εδάφους.
Άρθρο 103
Προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο σε υλική μορφή1. Όταν το απαιτούν οι τελωνειακές αρχές ή η λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ο μεταφορέας ή ο κάτοχος των εμπορευμάτων προσκομίζει σε υλική μορφή τα εμπορεύματα που μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης στο τελωνείο κατά την άφιξή τους στο τελωνείο που ορίζεται από τις τελωνειακές αρχές ή σε οποιονδήποτε άλλον τόπο έχει οριστεί ή εγκριθεί από τις εν λόγω αρχές ή στην ελεύθερη ζώνη.
2. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν τον μεταφορέα ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων για την υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο των εν λόγω εμπορευμάτων σε υλική μορφή.
3. Τα εμπορεύματα που προσκομίζονται σε υλική μορφή στο τελωνείο δεν απομακρύνονται από τον χώρο στον οποίο προσκομίστηκαν χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών.
4. Η υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο των εμπορευμάτων σε υλική μορφή αίρεται όσον αφορά ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία διακινούνται χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2 και μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν εγκαταλείψει προσωρινά το εν λόγω έδαφος διά θαλάσσης ή αέρος και έχουν μεταφερθεί με απευθείας δρομολόγιο χωρίς στάση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τον προσδιορισμό και την έγκριση των τόπων εκτός του καθορισμένου τελωνείου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την προσκόμιση στο τελωνείο των εμπορευμάτων σε υλική μορφή σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 104
Προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων1. Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση από τη στιγμή που το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 101 γνωστοποιεί την άφιξή τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, έως ότου υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς ή εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή έως ότου οι τελωνειακές αρχές διευθετήσουν την κατάσταση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
2. Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που διακινούνται στο πλαίσιο καθεστώτος διαμετακόμισης βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση μετά τη λήξη του καθεστώτος διαμετακόμισης, έως ότου υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς ή εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή έως ότου οι τελωνειακές αρχές διευθετήσουν την κατάσταση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 7.
3. Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση αποθηκεύονται σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 108 ή, εφόσον δικαιολογείται, σε άλλους τόπους που έχουν οριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων τόπων τους οποίους έχουν υποδείξει αξιόπιστοι και ελεγμένοι συναλλασσόμενοι.
4. Ο δικαιούχος άδειας λειτουργίας εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 108 ή το πρόσωπο που αποθηκεύει τα εμπορεύματα, στις περιπτώσεις όπου τα εμπορεύματα εναποτίθενται σε άλλους τόπους που έχουν οριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές, είναι υπεύθυνος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων, μεταξύ άλλων, διασφαλίζοντας ότι τα εμπορεύματα:
α) δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτήρησης· και
β) υποβάλλονται μόνο σε εργασίες που εξασφαλίζουν τη συντήρησή τους, χωρίς να τα αλλοιώνουν ή να τροποποιούν την εμφάνιση ή τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους.
5. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο ενωσιακό ή στο εθνικό δίκαιο, τα μη ενωσιακά εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς ή εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός 90 ημερών από την έναρξη της προσωρινής εναπόθεσης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παρατείνουν την εν λόγω προθεσμία.
6. Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που εναποτίθενται προσωρινά σε τόπους που έχουν οριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των τόπων που υποδεικνύονται από αξιόπιστους και ελεγμένους συναλλασσομένους, υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς ή επανεξάγονται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
7. Όταν, βάσει δέουσας αιτιολόγησης, τα εμπορεύματα δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν σε προσωρινή εναπόθεση, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν χωρίς καθυστέρηση όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διάθεση των εμπορευμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 του τίτλου V.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τον προσδιορισμό ή την έγκριση των χώρων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και των εξαιρετικών περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να παραταθεί η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
9. Σύμφωνα με τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6 και έως την 28η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο, υποβάλλεται η διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης σύμφωνα με τους κανόνες και τις απαιτήσεις δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013.
Άρθρο 105
Πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση1. Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα για τα οποία έχει παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμη στην τελωνειακή αρχή η γνωστοποίηση της άφιξης των εμπορευμάτων καλύπτονται από πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση που περιέχουν όλα τα δεδομένα τα οποία απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την προσωρινή εναπόθεση.
2. Το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 101, ο δικαιούχος της άδειας λειτουργίας εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης ή άλλο πρόσωπο που είναι ο κάτοχος των εμπορευμάτων παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση, το αργότερο κατά τη στιγμή της μεταφοράς των εμπορευμάτων στην εγκατάσταση προσωρινής εναπόθεσης ή σε άλλους τόπους που έχουν οριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές.
3. Εκτός εάν ορίζεται άλλως, οι τελωνειακές αρχές δεν απαιτούν την παροχή ή τη διάθεση των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση, όταν:
α) το αργότερο κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης της άφιξης των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ο τελωνειακός χαρακτήρας των εν λόγω εμπορευμάτων ως ενωσιακών εμπορευμάτων καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 71· ή
β) τα δεδομένα που είναι αναγκαία για το τελωνειακό καθεστώς ή την επανεξαγωγή έχουν ήδη παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου στις οποίες οι τελωνειακές αρχές δεν απαιτούν την παροχή ή τη διάθεση πληροφοριών προσωρινής εναπόθεσης·
β) με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την προσωρινή εναπόθεση.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την υποβολή των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 106
Τροποποίηση των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση1. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 τροποποιούν ένα ή περισσότερα στοιχεία δεδομένων των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση:
α) όταν περιέλθει στη γνώση τους ότι οι σχετικές πληροφορίες έχουν αλλάξει στις λογιστικές καταχωρίσεις τους· ή
β) όταν μια τελωνειακή αρχή τους ζητεί να το πράξουν λόγω ανακρίβειας ή έλλειψης πληρότητας των δεδομένων ή προβλημάτων με την ποιότητα των δεδομένων.
2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 δεν τροποποιούν τις πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση, όταν:
α) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει τα εν λόγω πρόσωπα ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
β) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει τα εν λόγω πρόσωπα ότι διαπίστωσαν ότι τα παρασχεθέντα ή διαθέσιμα δεδομένα είναι ανακριβή· ή
γ) τα εμπορεύματα εξήλθαν από την εγκατάσταση προσωρινής εναπόθεσης, εκτός εάν ορίζεται άλλως.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων για την τροποποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την τροποποίηση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 107
Ακύρωση των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση1. Εάν το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 λάβει γνώση ότι τα εμπορεύματα δεν θα εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ακυρώνει το συντομότερο δυνατόν τις εν λόγω πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση.
Εάν εμπορεύματα για τα οποία έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμες πληροφορίες προσωρινής εναπόθεσης δεν εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες οι εν λόγω πληροφορίες, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τα εν λόγω δεδομένα.
Οι πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση ακυρώνονται επίσης σε άλλες περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιπτώσεων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και κατά τις οποίες πρέπει να ακυρωθούν οι πληροφορίες για την προσωρινή εναπόθεση.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την ακύρωση των πληροφοριών για την προσωρινή εναπόθεση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 108
Άδεια λειτουργίας εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης1. Για τη λειτουργία εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης απαιτείται άδεια των τελωνειακών αρχών. Δεν απαιτείται σχετική άδεια, όταν η ίδια η τελωνειακή αρχή διαχειρίζεται την εγκατάσταση προσωρινής εναπόθεσης.
Οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η λειτουργία εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης καθορίζονται στην άδεια.
2. Η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου χορηγείται μόνο σε πρόσωπα τα οποία:
α) είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) παρέχουν τα αναγκαία εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή των εργασιών· και
γ) παρέχουν εγγύηση σύμφωνα με το άρθρο 194.
Όταν συστήνεται συνολική εγγύηση, η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν παρακολουθείται με κατάλληλους λογιστικούς ελέγχους.
Ένας εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις ή ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με τον όρο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, εάν η δραστηριότητα που αφορά τη λειτουργία των σχετικών εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης λαμβάνεται υπόψη στην άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 30 ή 31, αντίστοιχα.
3. Η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται μόνο εφόσον οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να ασκήσουν τελωνειακή επιτήρηση χωρίς να υποχρεωθούν να θεσπίσουν διοικητικές ρυθμίσεις δυσανάλογες προς τις υφιστάμενες οικονομικές ανάγκες.
4. Ο δικαιούχος της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τηρεί κατάλληλες λογιστικές καταχωρίσεις σε μορφή εγκεκριμένη από τις τελωνειακές αρχές και παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις εν λόγω καταχωρίσεις στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Οι εν λόγω καταχωρίσεις περιέχουν τις πληροφορίες και τα δεδομένα που επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να επιτηρούν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης, ιδίως όσον αφορά την εξακρίβωση της ταυτότητας των αποθηκευμένων εμπορευμάτων, τον τελωνειακό τους χαρακτήρα και τις μετακινήσεις τους.
5. Ένας εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις ή ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την υποχρέωση της παραγράφου 4, εφόσον οι λογιστικές καταχωρίσεις του είναι κατάλληλες για τον σκοπό της λειτουργίας των εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης.
6. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στον δικαιούχο της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να διακινεί εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μεταξύ διαφορετικών εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης, εφόσον η διακίνηση αυτή δεν αυξάνει τον κίνδυνο απάτης, για τα ακόλουθα είδη διακίνησης:
α) διακίνηση που πραγματοποιείται υπό την ευθύνη τελωνειακής αρχής·
β) διακίνηση που καλύπτεται από μία μόνο άδεια που έχει εκδοθεί προς εγκεκριμένο οικονομικό φορέα για τελωνειακές απλουστεύσεις ή προς αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο· ή
γ) άλλες περιπτώσεις διακίνησης που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία.
7. Σε περίπτωση που υπάρχει οικονομική ανάγκη και δεν επηρεάζεται δυσμενώς η τελωνειακή επιτήρηση, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν την αποθήκευση ενωσιακών εμπορευμάτων σε εγκατάσταση προσωρινής εναπόθεσης. Τα εμπορεύματα αυτά δεν θεωρούνται εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των όρων χορήγησης της άδειας για τη λειτουργία εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης·
β) του είδους των πληροφοριών και των δεδομένων που πρέπει να περιέχονται στις λογιστικές καταχωρίσεις που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·
γ) των άλλων περιπτώσεων διακίνησης εμπορευμάτων σε προσωρινή εναπόθεση που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου και των συναφών όρων.
9. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τη διακίνηση εμπορευμάτων μεταξύ εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία
Άρθρο 109
Πεδίο εφαρμογής και αποτελέσματα1. Μη ενωσιακά εμπορεύματα που προορίζονται να διατεθούν στην ενωσιακή αγορά ή για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης υπάγονται στη διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.
2. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προσδίδει σε κάθε μη ενωσιακό εμπόρευμα τον τελωνειακό χαρακτήρα του ενωσιακού εμπορεύματος.
3. Οι όροι για τη διαδικασία θέσης εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι οι ακόλουθοι:
α) έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές τα απαιτούμενα δεδομένα, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ταυτότητα του εισαγωγέα που είναι υπεύθυνος για τα εμπορεύματα, τον πωλητή, τον αγοραστή, τον κατασκευαστή, τον προμηθευτή προϊόντος, όταν είναι διαφορετικός από τον κατασκευαστή, και τον υπεύθυνο οικονομικό φορέα στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, την αξία, την καταγωγή, τη δασμολογική κατάταξη και την περιγραφή των εμπορευμάτων, τον μοναδικό αριθμό αναφοράς της αποστολής και την τοποθεσία της, καθώς και τον κατάλογο της σχετικής λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
β) στην περίπτωση αγαθών που εισάγονται από εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις, ο οποίος έχει επιλέξει να χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS, τα απαιτούμενα δεδομένα περιλαμβάνουν, επιπλέον όσων αναφέρονται στο στοιχείο α), τις πληροφορίες που περιέχονται στις καταχωρίσεις στα λογιστικά βιβλία των πράξεων που καλύπτονται από το καθεστώς IOSS και τηρούνται από τον υποκείμενο στον φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 369κδ παράγραφος 1 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ·
γ) όλοι οι οφειλόμενοι εισαγωγικοί δασμοί ή λοιπές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, των αντισταθμιστικών δασμών ή των μέτρων διασφάλισης, έχουν καταβληθεί ή καλύπτονται από εγγύηση, εκτός αν τα εμπορεύματα αποτελούν αντικείμενο αίτησης για ανάληψη ποσότητας από δασμολογική ποσόστωση·
δ) τα εμπορεύματα έχουν φθάσει στον τόπο παράδοσης στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης· και
ε) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για τη διαδικασία θέσης των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου ή για την πρόβλεψη παρεκκλίσεων από το εν λόγω στοιχείο, οι οποίες δικαιολογούνται για το συγκεκριμένο είδος κυκλοφορίας.
Άρθρο 110
Εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και επανεισαγωγή1. Όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μεταποιημένα προϊόντα τα οποία λαμβάνονται στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και το ποσό του εισαγωγικού δασμού υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 3, τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που πρέπει να εφαρμόζονται είναι αυτά που ισχύουν για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα οποία έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις απορριμμάτων και θραυσμάτων.
3. Όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μεταποιημένα προϊόντα τα οποία λαμβάνονται στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και το ποσό του εισαγωγικού δασμού υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 1, τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που ισχύουν για τα εν λόγω εμπορεύματα εφαρμόζονται μόνον εφόσον τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή υπόκεινται στα εν λόγω μέτρα.
4. Τα μέτρα εμπορικής πολιτικής δεν εφαρμόζονται στα μεταποιημένα προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, όταν:
α) τα μεταποιημένα προϊόντα διατηρούν την ενωσιακή καταγωγή τους κατά την έννοια του άρθρου 169·
β) το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή περιλαμβάνει επισκευή, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος τυποποιημένων ανταλλαγών που αναφέρεται στο άρθρο 164· ή
γ) το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή έπεται συμπληρωματικών εργασιών τελειοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 160.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς
Άρθρο 111
Επανεισαγόμενα εμπορεύματα1. Μη ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία, αφού αρχικά έχουν εξαχθεί από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ως ενωσιακά εμπορεύματα, επανεισάγονται στο εν λόγω έδαφος εντός περιόδου τριών ετών και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία απαλλάσσονται από τον εισαγωγικό δασμό κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται ακόμη και όταν τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα αποτελούν μέρος μόνο των εμπορευμάτων τα οποία είχαν προηγουμένως εξαχθεί από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Η τριετής περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παρατείνεται για να ληφθούν υπόψη ειδικές περιστάσεις.
3. Όταν, πριν από την εξαγωγή τους από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία αδασμολόγητα ή με μειωμένο εισαγωγικό δασμό λόγω συγκεκριμένου ειδικού προορισμού, η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό χορηγείται μόνον εάν τα εν λόγω εμπορεύματα πρόκειται να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία για τον ίδιο ειδικό προορισμό.
Όταν ο ειδικός προορισμός για τον οποίο τα ανωτέρω εμπορεύματα πρόκειται να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν είναι πλέον ο ίδιος, το ποσό του εισαγωγικού δασμού μειώνεται κατά το ποσό που έχει ενδεχομένως εισπραχθεί κατά την πρώτη θέση των εμπορευμάτων αυτών σε ελεύθερη κυκλοφορία. Εάν το τελευταίο αυτό ποσό υπερβαίνει το ποσό το οποίο καταβάλλεται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των επιστρεφόμενων εμπορευμάτων, δεν χορηγείται καμία επιστροφή.
4. Όταν ενωσιακά εμπορεύματα έχουν απολέσει τον τελωνειακό τους χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 72 και στη συνέχεια τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
5. Η απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό βάσει της παραγράφου 1 χορηγείται μόνον εφόσον τα εμπορεύματα επανεισάγονται στην κατάσταση στην οποία είχαν εξαχθεί.
6. Η απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό βάσει της παραγράφου 1 τεκμηριώνεται από πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι για την εν λόγω απαλλαγή.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες θεωρείται ότι τα εμπορεύματα επιστρέφονται στην κατάσταση στην οποία είχαν εξαχθεί, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
8. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 112
Εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί προηγουμένως στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή1. Το άρθρο 111 παράγραφοι 1, 2, 5 και 6 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στα μεταποιημένα προϊόντα που είχαν αρχικά επανεξαχθεί από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης μετά από υπαγωγή σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω μεταποιημένων προϊόντων έχει ως αποτέλεσμα την είσπραξη του οφειλόμενου εισαγωγικού δασμού για τα εμπορεύματα που είχαν υπαχθεί στο πρώτο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.
2. Εάν τα μεταποιημένα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπαχθούν σε επόμενο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία μεταποιημένα προϊόντα διαφορετικά από εκείνα που ελήφθησαν στο πλαίσιο του προηγούμενου καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, εισπράττεται ο εισαγωγικός δασμός για τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3. Το ποσό του εισαγωγικού δασμού για τα εμπορεύματα που καλύπτονται από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 3.
4. Η απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό που προβλέπεται στο άρθρο 111 χορηγείται για μεταποιημένα προϊόντα τα οποία είχαν εξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 133 παράγραφος 2 στοιχείο γ) μόνον όταν διασφαλίζεται ότι κανένα εμπόρευμα που αντικαταστάθηκε από ισοδύναμο εμπόρευμα δεν θα υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.
Άρθρο 113
Προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τη θάλασσα1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 169 παράγραφος 1, απαλλάσσονται από τον εισαγωγικό δασμό όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία τα ακόλουθα:
α) προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τα θαλάσσια χωρικά ύδατα τρίτης χώρας από πλοία τα οποία είναι μόνο νηολογημένα ή εγγεγραμμένα σε κράτος μέλος και φέρουν τη σημαία του·
β) προϊόντα που παράγονται από προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου επί πλοίων-εργοστασίων που πληρούν τους όρους οι οποίοι προβλέπονται στο εν λόγω στοιχείο.
2. Η απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τεκμηριώνεται με στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι όροι οι οποίοι προβλέπονται στην παράγραφο αυτή.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας για την παροχή των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΤΙΤΛΟΣ VII
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΞΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Εξαγωγή, επανεξαγωγή και έξοδος των εμπορευμάτων
Άρθρο 114
Εξαγωγή και επανεξαγωγή1. Τα ενωσιακά εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης υπάγονται στο καθεστώς εξαγωγής.
2. Οι όροι για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς εξαγωγής είναι οι ακόλουθοι:
α) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
β) τυχόν οφειλόμενοι εξαγωγικοί δασμοί ή λοιπές επιβαρύνσεις έχουν καταβληθεί ή καλύπτονται από εγγύηση· και
γ) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη συναφή λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Τα εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης υπόκεινται, κατά περίπτωση, στα ακόλουθα:
α) επιστροφή ή διαγραφή του εισαγωγικού δασμού·
β) διατυπώσεις, οι οποίες απαιτούνται βάσει διατάξεων που ισχύουν για τις λοιπές επιβαρύνσεις·
γ) διαδικαστικούς κανόνες για την εξαγωγή και την έξοδο.
4. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στα ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία:
α) υπάγονται στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή·
β) μεταφέρονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αφού έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ειδικού προορισμού·
γ) παραδίδονται για τον εφοδιασμό αεροσκαφών ή πλοίων, απαλλασσόμενα από ΦΠΑ ή ειδικό φόρο κατανάλωσης ή υποκείμενα σε μηδενικό ΦΠΑ ή ειδικό φόρο κατανάλωσης, ανεξάρτητα από τον προορισμό του αεροσκάφους ή του πλοίου, για τα οποία απαιτείται απόδειξη του εφοδιασμού·
δ) υπάγονται στο καθεστώς εσωτερικής διαμετακόμισης·
ε) μεταφέρονται προσωρινά εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 73.
5. Οι τελωνειακές διατυπώσεις που ισχύουν για το καθεστώς εξαγωγής εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) και β) καθώς και στην παράγραφο 4 στοιχείο γ), ανεξάρτητα από τον προορισμό του αεροσκάφους ή του πλοίου.
6. Δεν θεωρείται ότι εξάγονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης τα εμπορεύματα που αποστέλλονται στη νήσο Ελιγολάνδη.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς εξαγωγής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
8. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την εξαγωγή και την έξοδο που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 115
Απαλλαγή προσωρινά εξαχθέντων ενωσιακών εμπορευμάτων από τον εξαγωγικό δασμόΜε την επιφύλαξη του άρθρου 161, ενωσιακά εμπορεύματα που εξάγονται προσωρινά από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης επωφελούνται από απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό, εφόσον επανεισάγονται.
Άρθρο 116
Επανεξαγωγή1. Μη ενωσιακά εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης επανεξάγονται, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα τα σχετικά δεδομένα επανεξαγωγής και ότι τα εμπορεύματα που προορίζονται για επανεξαγωγή συμμορφώνονται με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές όσον αφορά τα μη ενωσιακά εμπορεύματα.
2. Τα δεδομένα επανεξαγωγής περιέχουν, κατά περίπτωση, τα δεδομένα που απαιτούνται για την εκκαθάριση του προηγούμενου τελωνειακού καθεστώτος ή για τη λήξη της προσωρινής εναπόθεσης.
3. Τα άρθρα 74 έως 80 και το άρθρο 123 εφαρμόζονται στην επανεξαγωγή.
4. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται:
α) στα μη ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης και διέρχονται απλώς από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) όταν τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εκφορτώνονται και μεταφορτώνονται στο ίδιο μεταφορικό μέσο κατά το ταξίδι του, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκφόρτωση ή φόρτωση άλλων εμπορευμάτων στον ίδιο λιμένα ή αερολιμένα.
5. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, τα δεδομένα επανεξαγωγής μπορούν να παρέχονται:
α) σε διασάφηση επανεξαγωγής· ή
β) σε γνωστοποίηση επανεξαγωγής, όταν τα εμπορεύματα μεταφορτώνονται εντός ελεύθερης ζώνης ή εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης ή επανεξάγονται απευθείας από αυτές.
6. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, τα άρθρα 81 έως 93 εφαρμόζονται στη διασάφηση επανεξαγωγής και στη γνωστοποίηση επανεξαγωγής.
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες η γνωστοποίηση επανεξαγωγής πρέπει να υποβληθεί και των περιπτώσεων κατά τις οποίες μπορεί να τροποποιηθεί ή να ακυρωθεί.
8. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας σχετικά με την υποβολή, τροποποίηση ή ακύρωση γνωστοποίησης επανεξαγωγής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Έξοδος των εμπορευμάτων
Άρθρο 117
Πληροφορίες πριν από την αναχώρηση1. Οι μεταφορείς που μεταφέρουν εμπορεύματα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες ελάχιστες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα στην αρμόδια τελωνειακή αρχή εντός συγκεκριμένων προθεσμιών και το αργότερο κατά τη γνωστοποίηση της άφιξης των εμπορευμάτων στο σημείο εξόδου.
2. Οι πληροφορίες πριν από την αναχώρηση περιέχουν τα δεδομένα που είναι αναγκαία, ώστε οι τελωνειακές αρχές να διενεργήσουν ανάλυση κινδύνων πρωτίστως για σκοπούς ασφάλειας και προστασίας.
3. Ο εξαγωγέας μπορεί να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμο στην αρμόδια τελωνειακή αρχή μέρος ή το σύνολο των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση.
4. Όταν ο εξαγωγέας έχει ήδη παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμο μέρος των απαιτούμενων πληροφοριών πριν από την αναχώρηση, ο μεταφορέας συνδέει το μέρος των απαιτούμενων πληροφοριών από την αναχώρηση που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμο με τις πληροφορίες που έχει ήδη παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες ο εξαγωγέας.
5. Όταν ο εξαγωγέας έχει ήδη παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, ο μεταφορέας παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες πρόσθετες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση μόνον εφόσον γνωρίζει ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες προηγουμένως είναι ανακριβείς.
6. Ο εξαγωγέας ενημερώνεται όταν ο μεταφορέας συνδέει τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση που έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες με το μέρος των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση που έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες ο εξαγωγέας.
7. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν ο μεταφορέας ή ο εξαγωγέας δεν έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 5, μπορεί να απαιτηθεί από άλλα πρόσωπα που κατέχουν τις εν λόγω πληροφορίες να τις παράσχουν ή να τις καταστήσουν διαθέσιμες.
8. Ένα πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση μπορεί να περιορίζει την ορατότητα των δεδομένων ταυτοποίησης και των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που επίσης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα δεδομένα, με την επιφύλαξη της χρήσης όλων των δεδομένων για τελωνειακή επιτήρηση.
9. Η υποχρέωση παροχής ή διάθεσης πληροφοριών πριν από την αναχώρηση δεν εφαρμόζεται:
α) στα μεταφορικά μέσα και τα εμπορεύματα που μεταφέρουν τα οποία διέρχονται απλώς μέσω των χωρικών υδάτων ή του εναέριου χώρου του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης χωρίς στάση εντός του εδάφους αυτού·
β) σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες δικαιολογείται δεόντως από το είδος των εμπορευμάτων ή της διακίνησης ή όταν απαιτείται από διεθνείς συμφωνίες·
γ) σε εμπορεύματα που εγκαταλείπουν προσωρινά το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 73·
δ) σε εμπορεύματα που προορίζονται να ενσωματωθούν ως μέρη ή εξαρτήματα πλοίων ή αεροσκαφών και για τη λειτουργία κινητήρων, μηχανών και άλλων εξοπλισμών πλοίων ή αεροσκαφών, καθώς και σε τρόφιμα και άλλα προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση ή πώληση επί του σκάφους.
10. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, τα δεδομένα επανεξαγωγής παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα σύμφωνα με το άρθρο 116.
11. Ο μεταφορέας μεταφέρει τα ενωσιακά εμπορεύματα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης στην ίδια κατάσταση με εκείνη κατά την οποία παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες οι πληροφορίες πριν από την αναχώρηση.
12. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον προσδιορισμό των δεδομένων των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) με τον καθορισμό των συγκεκριμένων προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της κυκλοφορίας και τα μεταφορικά μέσα·
γ) με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση παροχής ή διάθεσης πληροφοριών πριν από την αναχώρηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου·
δ) με τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους το πρόσωπο που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες πληροφορίες πριν από την αναχώρηση μπορεί να περιορίσει την ορατότητα των δεδομένων ταυτοποίησης και των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.
13. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας παροχής, διάθεσης και λήψης των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
14. Σύμφωνα με τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6 στοιχείο β) και έως την 28η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο, οι διατυπώσεις για την έξοδο εμπορευμάτων μπορούν να εξακολουθήσουν να διενεργούνται σύμφωνα με τους κανόνες και τις απαιτήσεις δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 και εφαρμόζονται στα ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία έχουν αναπτύξει τα κράτη μέλη και η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013.
Άρθρο 118
Ανάλυση κινδύνου των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση1. Με την επιφύλαξη των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που ορίζονται στον τίτλο IV, η αρμόδια τελωνειακή αρχή διασφαλίζει, εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, τη διενέργεια ανάλυσης κινδύνου. Η εν λόγω ανάλυση κινδύνων υπηρετεί πρωτίστως σκοπούς ασφάλειας και προστασίας και διενεργείται, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με άλλα τελωνεία και, ει δυνατόν, με βάση τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση και άλλα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ. Η αρμόδια τελωνειακή αρχή λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης κινδύνου.
2. Το τελωνείο εξόδου μπορεί να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα μετριασμού, μεταξύ άλλων:
α) παροχή ενημέρωσης στο πρόσωπο το οποίο έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν και, εάν ο μεταφορέας είναι πρόσωπο διαφορετικό από το πρόσωπο που υπέβαλε τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, παροχή της ίδιας ενημέρωσης στον μεταφορέα ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν·
β) αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών ή ανάληψης δράσης·
γ) εντοπισμός καταστάσεων στις οποίες μπορεί να ενδείκνυται η ανάληψη δράσης από άλλη αρχή·
δ) σύσταση του καταλληλότερου τόπου για τη διενέργεια τελωνειακού ελέγχου και των καταλληλότερων μέτρων για τον εν λόγω έλεγχο.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των συγκεκριμένων προθεσμιών εντός των οποίων πρόκειται να διεξαχθεί η ανάλυση κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την ενημέρωση των προσώπων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
5. Σύμφωνα με τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 6 στοιχείο β) και έως την 28η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο, η ανάλυση κινδύνου διενεργείται με βάση τα δεδομένα που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 117 παράγραφος 14. Μετά την ημερομηνία αυτή, η ανάλυση κινδύνου διενεργείται με βάση τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Άρθρο 119
Τροποποίηση των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση1. Ο εξαγωγέας ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 117 τροποποιούν ένα ή περισσότερα στοιχεία δεδομένων στις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, όταν:
α) περιέρχεται στη γνώση του εξαγωγέα ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 117 ότι οι σχετικές πληροφορίες έχουν αλλάξει στις λογιστικές καταχωρίσεις τους ή ότι οι πληροφορίες είναι ανακριβείς· ή
β) η τελωνειακή αρχή ζητεί από τον εξαγωγέα ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 117 να το πράξουν λόγω ανακρίβειας ή έλλειψης πληρότητας των δεδομένων ή προβλημάτων με την ποιότητα των δεδομένων, ιδίως όταν εντοπίζονται ως αποτέλεσμα της διενεργηθείσας ανάλυσης κινδύνου.
2. Ο εξαγωγέας ή τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 117 δεν τροποποιούν τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, όταν:
α) οι τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει το πρόσωπο το οποίο έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση και τον μεταφορέα, εάν είναι πρόσωπο διαφορετικό από το πρώτο, ότι τα εμπορεύματα δεν πρόκειται να φορτωθούν ή να μεταφερθούν, όπως αναφέρεται στο άρθρο 118 παράγραφος 2 στοιχείο α)·
β) οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον μεταφορέα ή το πρόσωπο το οποίο έχει παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
γ) οι τελωνειακές αρχές έχουν διαπιστώσει ότι οι πληροφορίες πριν από την αναχώρηση είναι ανακριβείς·
δ) τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των δεδομένων που δεν μπορούν να τροποποιηθούν·
ε) οι τελωνειακές αρχές έχουν ήδη χορηγήσει την άδεια παράδοσης των εμπορευμάτων για έξοδο.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των δεδομένων στις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση που δεν μπορούν να τροποποιηθούν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας τροποποίησης των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 120
Ακύρωση των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση1. Εάν περιέλθει εις γνώσιν του μεταφορέα ή άλλου προσώπου που παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση ότι τα εμπορεύματα που καλύπτονται από τις εν λόγω πληροφορίες πριν από την αναχώρηση δεν θα εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ζητεί το συντομότερο δυνατόν από την τελωνειακή αρχή να ακυρώσει τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση αμελλητί.
Εάν τα εμπορεύματα που καλύπτονται από τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση δεν εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός 200 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρασχέθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες στις τελωνειακές αρχές οι πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τις εν λόγω πληροφορίες πριν από την αναχώρηση.
2. Τα πρόσωπα που παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες τις πληροφορίες πριν από την αναχώρηση, συμπεριλαμβανομένου του εξαγωγέα, αλληλοενημερώνονται ότι οι πληροφορίες πριν από την αναχώρηση που έχουν παράσχει ή καταστήσει διαθέσιμες έχουν ακυρωθεί.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας ακύρωσης των πληροφοριών πριν από την αναχώρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 121
Γνωστοποίηση άφιξης των εμπορευμάτων στο σημείο εξόδου1. Ο μεταφορέας γνωστοποιεί στο τελωνείο που είναι αρμόδιο για τον τόπο εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης την άφιξη των εν λόγω εμπορευμάτων στο σημείο εξόδου εντός συγκεκριμένων προθεσμιών.
2. Παρά τις υποχρεώσεις του μεταφορέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα μπορεί να γνωστοποιήσει την άφιξη των εμπορευμάτων:
α) ο εξαγωγέας· ή
β) το πρόσωπο που αναλαμβάνει την ευθύνη της μεταφοράς των εμπορευμάτων, πριν από την έξοδό τους από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
3. Με την επιφύλαξη της έγκρισης της τελωνειακής αρχής, η γνωστοποίηση άφιξης των εμπορευμάτων μπορεί να παρέχεται ή να καθίσταται διαθέσιμη στις τελωνειακές αρχές με μέσα διαφορετικά από τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, όπως συστήματα πληροφοριών εμπορικού, λιμενικού ή μεταφορικού χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω συστήματα περιέχουν τα αναγκαία δεδομένα για τη γνωστοποίηση και ότι τα εν λόγω δεδομένα είναι διαθέσιμα εντός των συγκεκριμένων προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Στις περιπτώσεις αυτές, τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα με αυτά τα διαφορετικά μέσα διαβιβάζονται στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
4. Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται, όταν τα εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εκφορτώνονται και μεταφορτώνονται στο ίδιο μεταφορικό μέσο κατά το ταξίδι του με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί δυνατή η εκφόρτωση ή φόρτωση άλλων εμπορευμάτων στον ίδιο ενωσιακό λιμένα ή αερολιμένα.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να γνωστοποιούνται στο τελωνείο, το οποίο είναι αρμόδιο για τον τόπο εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
Άρθρο 122
Προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο σε υλική μορφή1. Όταν το απαιτούν οι τελωνειακές αρχές ή η λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ο μεταφορέας ή ο κάτοχος των εμπορευμάτων προσκομίζει σε υλική μορφή τα εν λόγω εμπορεύματα που πρόκειται να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης στο τελωνείο πριν από την αναχώρηση των εν λόγω εμπορευμάτων.
2. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν τον μεταφορέα ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων για την απαίτηση προσκόμισης σε υλική μορφή των εμπορευμάτων στο τελωνείο.
3. Τα εμπορεύματα που προσκομίζονται σε υλική μορφή στο τελωνείο δεν απομακρύνονται από τον χώρο στον οποίο προσκομίστηκαν χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών.
Άρθρο 123
Επιβεβαίωση εξόδουΟ μεταφορέας που μεταφέρει τα εμπορεύματα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή το πρόσωπο που αναλαμβάνει την ευθύνη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων πριν από την έξοδό τους από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης επιβεβαιώνει στις τελωνειακές αρχές την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
ΤΙΤΛΟΣ VΙΙΙ
ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 124
Πεδίο εφαρμογήςΤα εμπορεύματα είναι δυνατόν να υπαχθούν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες ειδικών καθεστώτων:
α) διαμετακόμιση, που περιλαμβάνει την εξωτερική και την εσωτερική διαμετακόμιση·
β) αποθήκευση, που περιλαμβάνει την τελωνειακή αποταμίευση και τις ελεύθερες ζώνες·
γ) ειδικές χρήσεις, που περιλαμβάνουν την προσωρινή εισαγωγή και τον ειδικό προορισμό·
δ) τελειοποίηση, που περιλαμβάνει την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή και την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή.
Άρθρο 125
Άδεια1. Οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς ή οι έμμεσοι αντιπρόσωποι τους που σκοπεύουν να υπαγάγουν εμπορεύματα σε ειδικό καθεστώς χρειάζονται άδεια από τις τελωνειακές αρχές για τα ακόλουθα:
α) τη χρήση καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, προσωρινής εισαγωγής ή ειδικού προορισμού·
β) τη λειτουργία εγκαταστάσεων αποθήκευσης που προορίζονται για την τελωνειακή αποταμίευση εμπορευμάτων, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η συγκεκριμένη τελωνειακή αρχή είναι διαχειρίστρια της εγκατάστασης αποθήκευσης.
2. Τα ακόλουθα πρόσωπα και αρχές δύνανται να λειτουργούν εγκαταστάσεις αποθήκευσης για την τελωνειακή αποταμίευση εμπορευμάτων από οποιονδήποτε εισαγωγέα:
α) τα πρόσωπα που διαθέτουν την αντίστοιχη άδεια από τις τελωνειακές αρχές· και
β) η συγκεκριμένη τελωνειακή αρχή, όταν είναι διαχειρίστρια των εγκαταστάσεων αποθήκευσης.
3. Οι άδειες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 καθορίζουν τους όρους χρήσης των οικείων ειδικών καθεστώτων ή της λειτουργίας των εν λόγω εγκαταστάσεων αποθήκευσης.
4. Πλην ειδικών περιπτώσεων που καθορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν τις άδειες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μόνον όταν πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) ο αιτών είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) ο αιτών παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή των πράξεων·
γ) παρέχεται εγγύηση για την ενδεχόμενη τελωνειακή οφειλή ή τις λοιπές επιβαρύνσεις που σχετίζονται με τα εμπορεύματα τα οποία υπάγονται στο ειδικό καθεστώς σύμφωνα με το άρθρο 194·
δ) οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ασκήσουν τελωνειακή επιτήρηση χωρίς να χρειαστεί να θεσπίσουν διοικητικές ρυθμίσεις δυσανάλογες προς τις σχετικές οικονομικές ανάγκες·
ε) στην περίπτωση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, ο αιτών χρησιμοποιεί τα εμπορεύματα ή μεριμνά για τη χρήση τους·
στ) στην περίπτωση του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, ο αιτών διενεργεί εργασίες τελειοποίησης επί των εμπορευμάτων ή μεριμνά για τη διενέργειά τους·
ζ) στην περίπτωση του καθεστώτος τελειοποίησης, τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών δεν επηρεάζονται δυσμενώς από την άδεια («οικονομικοί όροι»).
Ένας εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις ή ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος θεωρείται ότι πληροί τον όρο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, εάν η δραστηριότητα που αφορά το οικείο ειδικό καθεστώς λαμβάνεται υπόψη στην άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 30 ή 31, αντίστοιχα.
5. Όταν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χορήγηση άδειας για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, πριν λάβουν απόφαση σχετικά με την εν λόγω άδεια, ζητούν την αιτιολογημένη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, εκτός εάν η χορήγηση της άδειας δικαιολογείται διαφορετικά από τον οικονομικό χαρακτήρα της τελειοποίησης.
6. Όταν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χορήγηση άδειας για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή είναι πιθανό να επηρεάσει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών εμπορευμάτων που θεωρούνται ευαίσθητα και τα εμπορεύματα δεν προορίζονται για επισκευή, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, πριν λάβουν απόφαση σχετικά με την εν λόγω άδεια, ζητούν την αιτιολογημένη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
7. Όταν ζητείται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να εκδώσει μία από τις ακόλουθες γνώμες:
α) ότι η χορήγηση της άδειας δεν επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών·
β) ότι η χορήγηση της άδειας επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών·
γ) ότι η χορήγηση άδειας για δεόντως τεκμηριωμένη και παρακολουθούμενη ποσότητα εμπορευμάτων που καθορίζεται στη γνώμη δεν επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών.
Η γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ λαμβάνεται υπόψη από τις τελωνειακές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση της άδειας καθώς και από κάθε άλλη τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για παρόμοιες άδειες.
Για την παροχή της εν λόγω γνώμης, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να συνεκτιμά τις απόψεις και τις πληροφορίες που λαμβάνει από τα ενδιαφερόμενα μέρη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εντός των προθεσμιών, οι οποίες καθορίζονται στους διαδικαστικούς κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 11 στοιχείο β).
8. Οι τελωνειακές αρχές που χορηγούν την άδεια παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες τις αιτήσεις για άδεια και τις άδειες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ. Όταν οι άδειες για ειδικά καθεστώτα περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, η πρόσβαση στις εν λόγω ευαίσθητες πληροφορίες περιορίζεται.
9. Όταν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ουσιώδες συμφέρον των ενωσιακών παραγωγών θα μπορούσε να επηρεαστεί δυσμενώς από τη χρήση άδειας που έχει ήδη χορηγηθεί, η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 5 και 6.
10. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον καθορισμό των όρων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου για τη χορήγηση αδειών για τη χρήση των ειδικών καθεστώτων, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου ή για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αποθήκευσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
β) με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·
γ) με τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, όταν ο οικονομικός χαρακτήρας της τελειοποίησης δικαιολογεί την αξιολόγηση από τις τελωνειακές αρχές, χωρίς τη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, αν η χορήγηση άδειας για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή επηρεάζει δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών·
δ) με τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, όταν θεωρείται ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι πιθανό να επηρεαστούν δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών, καθώς και των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου, όταν θεωρείται ότι πληρούνται οι οικονομικοί όροι·
ε) με την πρόβλεψη του καταλόγου των εμπορευμάτων που θεωρούνται ευαίσθητα, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.
11. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν:
α) τους διαδικαστικούς κανόνες για τη χορήγηση της άδειας για τα ειδικά καθεστώτα ή τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αποθήκευσης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου·
β) τους διαδικαστικούς κανόνες για την εξέταση των οικονομικών όρων, μεταξύ άλλων για την παροχή αιτιολογημένης γνώμης από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ· και
γ) τους κανόνες σχετικά με τον καθορισμό και την παρακολούθηση της ποσότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
12. Έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2027:
α) οι οικονομικοί όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο ζ) του παρόντος άρθρου εξετάζονται σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 11 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου·
β) όταν γίνεται αναφορά στη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ βάσει του παρόντος κεφαλαίου, νοείται η αναφορά στην εξέταση των οικονομικών όρων σε ενωσιακό επίπεδο από την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 126
Άδειες με αναδρομική ισχύ1. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν, κατόπιν αίτησης, άδεια με αναδρομική ισχύ, εφόσον πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) υφίσταται αποδεδειγμένη οικονομική ανάγκη·
β) η αίτηση δεν συνδέεται με απόπειρα διάπραξης απάτης·
γ) ο αιτών έχει αποδείξει βάσει λογιστικών στοιχείων ή λογιστικών καταχωρίσεων ότι:
i) πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του καθεστώτος·
ii) κατά περίπτωση, μπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα των εμπορευμάτων για τη σχετική περίοδο·
iii) τα εν λόγω λογιστικά στοιχεία ή λογιστικές καταχωρίσεις καθιστούν δυνατό τον έλεγχο του καθεστώτος·
δ) είναι δυνατόν να διεκπεραιωθούν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις για τη διευθέτηση της κατάστασης των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ακύρωσης των σχετικών τελωνειακών διασαφήσεων, ή των δεδομένων που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς·
ε) καμία άδεια με αναδρομική ισχύ δεν έχει χορηγηθεί στον αιτούντα για το ίδιο ειδικό καθεστώς εντός τριών ετών από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης·
στ) εκτός εάν η αίτηση αφορά ανανέωση άδειας για το ίδιο είδος εργασιών και εμπορευμάτων, η γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ δεν απαιτείται για να αξιολογηθεί αν η χορήγηση της άδειας θα επηρέαζε δυσμενώς τα ουσιώδη συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών·
ζ) η αίτηση δεν αφορά τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αποθήκευσης για την τελωνειακή αποταμίευση των εμπορευμάτων· και
η) όταν η αίτηση αφορά ανανέωση άδειας για το ίδιο είδος εργασιών και εμπορευμάτων, η αίτηση υποβάλλεται εντός τριών ετών μετά τη λήξη της αρχικής άδειας.
2. Οι τελωνειακές αρχές δύνανται να χορηγήσουν άδεια με αναδρομική ισχύ στις περιπτώσεις που τα υπαγόμενα σε τελωνειακό καθεστώς εμπορεύματα δεν είναι πλέον διαθέσιμα κατά τον χρόνο αποδοχής της αίτησης για την εν λόγω άδεια.
Άρθρο 127
Αναδρομική τροποποίηση της άδειας1. Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του κατόχου της άδειας, η οποία υποβάλλεται εντός της περιόδου ισχύος της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφοι 1 και 2, οι τελωνειακές αρχές μπορούν αναδρομικά να τροποποιούν χορηγηθείσα άδεια .
Ωστόσο, ο κάτοχος της άδειας μπορεί να υποβάλει την αίτηση τροποποίησης της άδειας μετά τη λήξη της περιόδου ισχύος της άδειας, εάν υπάρχουν εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο σχετικό τελωνειακό καθεστώς το οποίο δεν έχει εκκαθαριστεί.
2. Στην απόφαση για την αναδρομική τροποποίηση της άδειας, οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να ισχύει η εν λόγω τροποποίηση.
3. Η αναδρομική τροποποίηση δεν παράγει αποτελέσματα πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της άδειας.
4. Δεν επιτρέπεται αναδρομική τροποποίηση σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) η αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές ενημερώσουν τον κάτοχο της άδειας ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα ή να διενεργήσουν έλεγχο·
β) η αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές ενημερώσουν τον κάτοχο της άδειας ότι διαπίστωσαν ότι τα δεδομένα που περιέχονται στην άδεια είναι ανακριβή·
γ) η αίτηση σχετίζεται με απόπειρα διάπραξης απάτης ή κατάχρησης από τον κάτοχο της άδειας.
5. Η αίτηση για αναδρομική τροποποίηση δεν αφορά την περίοδο ισχύος της χορηγηθείσας άδειας.
6. Η αναδρομική τροποποίηση της άδειας δεν απαιτεί τη γνώμη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφοι 5 και 6.
Άρθρο 128
Λογιστικές καταχωρίσεις1. Ο κάτοχος άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφοι 1 και 2, ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας και οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί δραστηριότητα, η οποία περιλαμβάνει την αποθήκευση, επεξεργασία ή τελειοποίηση εμπορευμάτων, ή την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων σε ελεύθερες ζώνες, τηρεί κατάλληλες λογιστικές καταχωρίσεις σε μορφή εγκεκριμένη από τις τελωνειακές αρχές και, πλην εξαιρέσεων που καθορίζονται σε στην τελωνειακή νομοθεσία, παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις εν λόγω καταχωρίσεις στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Οι εν λόγω καταχωρίσεις περιέχουν τις πληροφορίες και τα δεδομένα που παρέχουν στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να επιτηρούν το σχετικό καθεστώς, ιδίως όσον αφορά την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί στο εν λόγω καθεστώς, τον τελωνειακό τους χαρακτήρα και τις διακινήσεις τους.
2. Ένας εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις ή ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την υποχρέωση της παραγράφου 1, εφόσον οι λογιστικές καταχωρίσεις του είναι κατάλληλες για τον σκοπό του συγκεκριμένου ειδικού καθεστώτος.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των ειδών των πληροφοριών και των δεδομένων που πρέπει να περιέχονται στις λογιστικές καταχωρίσεις, καθώς και των εξαιρέσεων από την υποχρέωση παροχής τους ή διάθεσής τους στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 129
Εκκαθάριση ειδικού καθεστώτος1. Σε περιπτώσεις άλλες εκτός από το καθεστώς διαμετακόμισης και με την επιφύλαξη του άρθρου 156, ένα ειδικό καθεστώς εκκαθαρίζεται, όταν τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς ή τα μεταποιημένα προϊόντα υπάγονται σε επόμενο τελωνειακό καθεστώς, εξέρχονται του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, καταστρέφονται χωρίς να αφήσουν απορρίμματα ή εγκαταλείπονται υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 96.
2. Οι τελωνειακές αρχές εκκαθαρίζουν το καθεστώς διαμετακόμισης όταν είναι σε θέση να διαπιστώσουν, βάσει σύγκρισης των δεδομένων που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα στο τελωνείο αναχώρησης με τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα στο τελωνείο προορισμού, ότι το καθεστώς έχει λήξει κατά τον δέοντα τρόπο.
3. Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την τακτοποίηση της κατάστασης των εμπορευμάτων για τα οποία το ειδικό καθεστώς δεν έχει εκκαθαριστεί υπό τους προβλεπόμενους όρους.
4. Η εκκαθάριση ειδικού καθεστώτος πραγματοποιείται εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, εκτός αν ορίζεται άλλως στην τελωνειακή νομοθεσία.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό της διάρκειας της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την εκκαθάριση ειδικού καθεστώτος. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 130
Μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αίτησης, να επιτρέπουν στον κάτοχο άδειας για ειδικό καθεστώς πλην της διαμετακόμισης να μεταβιβάζει πλήρως ή εν μέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του όσον αφορά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο εν λόγω ειδικό καθεστώς σε εισαγωγέα, εξαγωγέα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των περιπτώσεων στις οποίες, και των όρων υπό τους οποίους, επιτρέπεται η μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) της μορφής με την οποία οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν την εν λόγω μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων·
γ) των δεδομένων και των πληροφοριών που απαιτούνται για τις αιτήσεις και τις άδειες για την εν λόγω μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κατόχου της άδειας όσον αφορά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς πλην της διαμετακόμισης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 131
Διακίνηση εμπορευμάτων1. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι κάτοχοι άδειας για τη λειτουργία εγκαταστάσεων αποθήκευσης για την τελωνειακή αποταμίευση εμπορευμάτων και τα πρόσωπα στα οποία έχουν μεταβιβαστεί δικαιώματα και υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 130 μπορούν να διακινούν εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς εκτός της διαμετακόμισης ή σε ελεύθερη ζώνη μεταξύ διαφορετικών τόπων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων κατά τις οποίες εμπορεύματα μπορούν να διακινηθούν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους μπορεί να πραγματοποιείται η διακίνηση αυτή.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τη διακίνηση εμπορευμάτων που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς πλην της διαμετακόμισης ή σε ελεύθερη ζώνη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 132
Συνήθεις εργασίες1. Εμπορεύματα τα οποία έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή τελειοποίησης ή βρίσκονται σε ελεύθερη ζώνη είναι δυνατόν να υποβάλλονται σε συνήθεις εργασίες που αποσκοπούν στη διατήρησή τους, τη βελτίωση της εμφάνισης ή της εμπορικής ποιότητάς τους ή την προετοιμασία τους για διανομή ή μεταπώληση.
2. Τα εμπορεύματα που προορίζονται για εξ αποστάσεως πωλήσεις από ιδιωτική αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις που αναφέρεται στο άρθρο 145 μπορούν να υποβάλλονται στις συνήθεις εργασίες, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες για την προετοιμασία για την εξ αποστάσεως πώληση.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των συνήθων εργασιών για εμπορεύματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 133
Ισοδύναμα εμπορεύματα1. Ως ισοδύναμα εμπορεύματα, νοούνται ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία αποθηκεύονται, χρησιμοποιούνται ή τελειοποιούνται αντί για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς.
Στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, ως ισοδύναμα εμπορεύματα νοούνται μη ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία τελειοποιούνται αντί για ενωσιακά εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
Πλην ειδικών περιπτώσεων που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, τα ισοδύναμα εμπορεύματα έχουν τον ίδιο οκταψήφιο κωδικό στη συνδυασμένη ονοματολογία των εμπορευμάτων που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 («συνδυασμένη ονοματολογία»), την ίδια εμπορική ποιότητα και τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με τα εμπορεύματα που αντικαθιστούν.
2. Εφόσον διασφαλίζεται η ορθή λειτουργία του ειδικού καθεστώτος , ιδίως όσον αφορά την τελωνειακή επιτήρηση, οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν, κατόπιν αίτησης, τις ακόλουθες ενέργειες:
α) τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο καθεστώτος τελωνειακής αποταμίευσης, ελευθέρων ζωνών και ειδικού προορισμού·
β) τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία·
γ) τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή·
δ) στην περίπτωση του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με προκαταβολική εξαγωγή, την εξαγωγή των μεταποιημένων προϊόντων που έχουν ληφθεί από τα ισοδύναμα εμπορεύματα πριν από την εισαγωγή των εμπορευμάτων που τα εν λόγω ισοδύναμα εμπορεύματα αντικαθιστούν·
ε) τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή·
στ) στην περίπτωση του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή με προκαταβολική εισαγωγή, την εισαγωγή των μεταποιημένων προϊόντων που έχουν ληφθεί από τα ισοδύναμα εμπορεύματα πριν από την εξαγωγή των εμπορευμάτων που τα εν λόγω ισοδύναμα εμπορεύματα αντικαθιστούν.
Ένας εγκεκριμένος οικονομικός φορέας για τελωνειακές απλουστεύσεις ή αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος θεωρείται ότι πληροί τον όρο σχετικά με τη διασφάλιση της δέουσας εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος, εφόσον η δραστηριότητα που αφορά τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων για το οικείο καθεστώς ελήφθη υπόψη όταν χορηγήθηκε η άδεια στον εν λόγω οικονομικό φορέα ή συναλλασσόμενο που αναφέρεται στο άρθρο 30 ή 31.
3. Η χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων δεν επιτρέπεται σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν πραγματοποιούνται μόνο συνήθεις εργασίες όπως ορίζονται στο άρθρο 132, στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή·
β) όταν εφαρμόζεται απαγόρευση επιστροφής του εισαγωγικού δασμού ή απαλλαγής από τον εισαγωγικό δασμό σε μη καταγόμενα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή μεταποιημένων προϊόντων στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, για τα οποία εκδίδεται ή συντάσσεται αποδεικτικό καταγωγής στο πλαίσιο προτιμησιακού καθεστώτος μεταξύ της Ένωσης και ορισμένων τρίτων χωρών ή ομάδων τέτοιων χωρών·
γ) όταν θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος ως προς τον εισαγωγικό δασμό· ή
δ) όταν προβλέπεται από ενωσιακές νομικές πράξεις.
4. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και όταν τα μεταποιημένα προϊόντα θα ήταν υποκείμενα σε εξαγωγικό δασμό, εάν δεν εξάγονταν στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, ο δικαιούχος της άδειας παρέχει εγγύηση για τη διασφάλιση της πληρωμής του εξαγωγικού δασμού σε περίπτωση μη εισαγωγής των μη ενωσιακών εμπορευμάτων εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 3.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού:
α) με τον προσδιορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου·
β) με τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους χρησιμοποιούνται ισοδύναμα εμπορεύματα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ) τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου και κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται ισοδύναμα εμπορεύματα στο πλαίσιο του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής· και
δ) τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες δεν επιτρέπεται η χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τη χρήση ισοδύναμων εμπορευμάτων για την οποία έχει δοθεί άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Διαμετακόμιση
Τμήμα 1
Γενικοί κανόνες
Άρθρο 134
Πεδίο εφαρμογής1. Κατά την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, τα εμπορεύματα υπάγονται σε καθεστώς διαμετακόμισης, χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2, εκτός αν έχουν ήδη υπαχθεί σε καθεστώς διαμετακόμισης που ορίζεται στα άρθρα 135 και 136 ή σε άλλο τελωνειακό καθεστώς εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 104 παράγραφος 5.
2. Ο δικαιούχος του καθεστώτος διαμετακόμισης θεωρείται ότι είναι ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας των εμπορευμάτων και είναι υπεύθυνος για την καταβολή των τελωνειακών δασμών και επιβαρύνσεων, εκτός αν οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν δεδομένα για άλλο πρόσωπο που το ταυτοποιούν ως εισαγωγέα ή εξαγωγέα.
Άρθρο 135
Εξωτερική διαμετακόμιση1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής διαμετακόμισης, είναι δυνατή η διακίνηση μη ενωσιακών εμπορευμάτων από ένα σημείο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης σε άλλο, χωρίς να υπόκεινται στα ακόλουθα:
α) εισαγωγικούς δασμούς ή λοιπές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, των αντισταθμιστικών δασμών ή των μέτρων διασφάλισης·
β) μέτρα εμπορικής πολιτικής, εφόσον αυτά δεν απαγορεύουν την είσοδο ή την έξοδο εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, τα ενωσιακά εμπορεύματα υπάγονται σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης.
3. Η διακίνηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α) στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης·
β) σύμφωνα με τη σύμβαση TIR, εφόσον η εν λόγω διακίνηση:
i) άρχισε ή πρόκειται να λήξει εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
ii) πραγματοποιείται μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης μέσω του εδάφους τρίτης χώρας·
γ) σύμφωνα με την τελωνειακή σύμβαση σχετικά με το δελτίο ATA για την προσωρινή εισδοχή των εμπορευμάτων, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 6 Δεκεμβρίου 1961 («σύμβαση ΑΤΑ»), ή τη σύμβαση για την προσωρινή εισαγωγή, η οποία συνήφθη στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Ιουνίου 1990 («σύμβαση της Κωνσταντινούπολης») (
39), όταν πραγματοποιείται πράξη διαμετακόμισης·
δ) με κάλυψη του εντύπου 302 του NATO το οποίο προβλέπεται στο πλαίσιο της Σύμβασης μεταξύ των κρατών μελών της Συνθήκης του βορείου Ατλαντικού επί του νομικού καθεστώτος των δυνάμεων αυτών, η οποία υπεγράφη στο Λονδίνο στις 19 Ιουνίου 1951, ή του εντύπου 302 της ΕΕ·
ε) μέσω ταχυδρομείου, σύμφωνα με τις πράξεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης, όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται από ή για τους δικαιούχους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των εν λόγω πράξεων.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, κατά τις οποίες ενωσιακά εμπορεύματα πρέπει να υπάγονται στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την εφαρμογή της παραγράφου 3 στοιχεία β) έως ε) του παρόντος άρθρου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της Ένωσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 136
Εσωτερική διαμετακόμιση1. Υπό το καθεστώς εσωτερικής διαμετακόμισης, είναι δυνατή η διακίνηση ενωσιακών εμπορευμάτων από ένα σημείο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης σε άλλο, με διέλευση από το έδαφος τρίτης χώρας, χωρίς μεταβολή του τελωνειακού τους χαρακτήρα.
2. Η διακίνηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α) υπό το καθεστώς εσωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης, εφόσον προβλέπεται η δυνατότητα αυτή με διεθνή συμφωνία·
β) σύμφωνα με τη σύμβαση TIR·
γ) σύμφωνα με τη σύμβαση ΑΤΑ ή τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, όταν πραγματοποιείται πράξη διαμετακόμισης·
δ) με κάλυψη του εντύπου 302 του NATO ή του εντύπου 302 της ΕΕ·
ε) μέσω ταχυδρομείου, σύμφωνα με τις πράξεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης, όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται από ή για τους δικαιούχους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των εν λόγω πράξεων.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την εφαρμογή της παραγράφου 2 στοιχεία β) έως ε) του παρόντος άρθρου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της Ένωσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 137
Ενιαίο έδαφος για τους σκοπούς της διαμετακόμισηςΌταν διακινούνται εμπορεύματα από ένα σημείο του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης σε άλλο σύμφωνα με τη σύμβαση TIR, τη σύμβαση ΑΤΑ ή τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, με κάλυψη του εντύπου 302 του NATO ή του εντύπου 302 της ΕΕ ή μέσω ταχυδρομείου, το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, για τους σκοπούς της εν λόγω διακίνησης, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο έδαφος.
Άρθρο 138
Αποκλεισμός προσώπων από τις πράξεις μεταφοράς με δελτίο TIR1. Όταν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους αποφασίζουν να αποκλείσουν πρόσωπο από τις πράξεις μεταφοράς με δελτίο TIR σύμφωνα με το άρθρο 38 της σύμβασης TIR, η εν λόγω απόφαση εφαρμόζεται σε όλο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και τα δελτία TIR που έχουν υποβληθεί από το εν λόγω πρόσωπο δεν γίνονται δεκτά από κανένα τελωνείο.
2. Το κράτος μέλος κοινοποιεί την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και την ημερομηνία ισχύος της, στα άλλα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
Άρθρο 139
Εγκεκριμένος παραλήπτης και εγκεκριμένος αποστολέας για τους σκοπούς της σύμβασης TIR1. Κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν άδεια σε πρόσωπο («εγκεκριμένος παραλήπτης») να παραλαμβάνει εμπορεύματα που διακινούνται σύμφωνα με τη σύμβαση TIR σε εγκεκριμένο τόπο ώστε το καθεστώς να περατώνεται κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο δ) της σύμβασης TIR.
2. Κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν άδεια σε πρόσωπο («εγκεκριμένος αποστολέας») να αποστέλλει εμπορεύματα που πρόκειται να διακινηθούν σύμφωνα με τη σύμβαση TIR σε εγκεκριμένο τόπο κατά τρόπο ώστε το καθεστώς να αρχίζει σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο γ) της σύμβασης TIR.
Για τον σκοπό αυτό, ο εγκεκριμένος αποστολέας επιτρέπεται να χρησιμοποιεί ειδικές τελωνειακές σφραγίδες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση των αδειών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Τμήμα 2
Ενωσιακή διαμετακόμιση
Άρθρο 140
Υποχρεώσεις του δικαιούχου του καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης και του μεταφορέα και του παραλήπτη εμπορευμάτων που διακινούνται στο πλαίσιο καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης1. Ο δικαιούχος του καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης είναι υπεύθυνος για την εκπλήρωση των ακόλουθων υποχρεώσεων:
α) να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμα τα απαιτούμενα δεδομένα στις τελωνειακές αρχές·
β) να γνωστοποιεί τη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων και των απαιτούμενων δεδομένων στο τελωνείο προορισμού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και σύμφωνα με τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές για να εξασφαλίζεται η εξακρίβωση της ταυτότητάς τους·
γ) να τηρεί τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας σχετικά με το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης·
δ) εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην τελωνειακή νομοθεσία, να παρέχει εγγύηση για την εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τυχόν τελωνειακή οφειλή ή λοιπών επιβαρύνσεων που προκύπτουν σε σχέση με τα εμπορεύματα.
2. Οι υποχρεώσεις του δικαιούχου του καθεστώτος εκπληρώνονται και το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης λήγει όταν τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς και οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο τελωνείο προορισμού σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.
3. Ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης εμπορευμάτων που αποδέχεται εμπορεύματα γνωρίζοντας ότι διακινούνται στο πλαίσιο καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης είναι επίσης υπεύθυνος για τη γνωστοποίηση της διαθεσιμότητας των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και σύμφωνα με τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές για τη διασφάλιση της εξακρίβωσης της ταυτότητας των εν λόγω εμπορευμάτων.
4. Κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν άδεια για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απλουστεύσεις όσον αφορά την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης ή τη λήξη του εν λόγω καθεστώτος:
α) την ιδιότητα εγκεκριμένου αποστολέα, που επιτρέπει στον δικαιούχο της άδειας να υπάγει εμπορεύματα στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης χωρίς να τα προσκομίζει στο τελωνείο αναχώρησης·
β) την ιδιότητα εγκεκριμένου παραλήπτη, που επιτρέπει στον δικαιούχο της άδειας να παραλαμβάνει εμπορεύματα τα οποία διακινούνται στο πλαίσιο του καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης σε εγκεκριμένο τόπο, να θέτει τέλος στο καθεστώς σύμφωνα με την παράγραφο 2·
γ) τη χρήση ειδικών τελωνειακών σφραγίδων, όταν απαιτείται σφράγιση για να εξασφαλίζεται η εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων που υπάγονται στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης·
δ) την παροχή μειωμένου συνόλου δεδομένων ή, κατά περίπτωση, τη χρήση τελωνειακής διασάφησης με μειωμένο σύνολο δεδομένων για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης·
ε) τη χρήση ηλεκτρονικού εγγράφου μεταφοράς για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης, εφόσον περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες και οι εν λόγω πληροφορίες διατίθεται στις τελωνειακές αρχές στον τόπο αναχώρησης και προορισμού για να είναι δυνατή η τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων και η εκκαθάριση του καθεστώτος.
5. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν τακτικά τις δραστηριότητες των εγκεκριμένων αποστολέων και παραληπτών, προκειμένου να αξιολογούν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις της άδειας.
6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον περαιτέρω καθορισμό των απαιτήσεων δεδομένων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου και των όρων για τη χορήγηση των αδειών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·
β) με τον προσδιορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
7. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση διαδικαστικών κανόνων σχετικά με:
α) την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης και την εκκαθάριση του καθεστώτος·
β) την εφαρμογή των απλουστεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 141
Εμπορεύματα που διέρχονται από το έδαφος τρίτης χώρας στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης1. Το καθεστώς εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης εφαρμόζεται σε εμπορεύματα που διέρχονται από τρίτη χώρα εφόσον πληρούται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους:
α) αυτή η δυνατότητα προβλέπεται από διεθνή συμφωνία·
β) η διέλευση από την εν λόγω τρίτη χώρα πραγματοποιείται με κάλυψη ενιαίου εγγράφου μεταφοράς που έχει συνταχθεί στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχείο β), η πράξη του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης αναστέλλεται για το διάστημα κατά το οποίο τα εμπορεύματα βρίσκονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων που διέρχονται από το έδαφος τρίτης χώρας στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Αποθήκευση
Τμήμα 1
Κοινές διατάξεις
Άρθρο 142
Πεδίο εφαρμογής1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποθήκευσης, είναι δυνατή η αποθήκευση μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, χωρίς να υπόκεινται σε:
α) εισαγωγικό δασμό·
β) λοιπές επιβαρύνσεις που προβλέπονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο·
γ) μέτρα εμπορικής πολιτικής, εκτός από εκείνα που απαγορεύουν την είσοδο ή την έξοδο εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Οι όροι για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς αποθήκευσης είναι οι ακόλουθοι:
α) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
β) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
γ) τα εμπορεύματα έχουν φθάσει στον τόπο παράδοσης για υπαγωγή στο καθεστώς.
3. Είναι δυνατή η υπαγωγή ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή ελεύθερης ζώνης είτε σύμφωνα με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές είτε με στόχο να επωφεληθούν από απόφαση για την επιστροφή ή διαγραφή του εισαγωγικού δασμού.
4. Όταν υπάρχει οικονομική ανάγκη και δεν επηρεάζεται δυσμενώς η τελωνειακή επιτήρηση, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν την είσοδο, την αποθήκευση, τη διακίνηση, τη χρήση, τη μεταποίηση ή την κατανάλωση ενωσιακών εμπορευμάτων σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης ή σε ελεύθερη ζώνη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα εν λόγω εμπορεύματα δεν θεωρείται ότι υπάγονται σε καθεστώς αποθήκευσης.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς αποθήκευσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας για την υπαγωγή ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή ελεύθερης ζώνης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 143
Διάρκεια του καθεστώτος αποθήκευσης1. Η χρονική διάρκεια παραμονής εμπορευμάτων υπό καθεστώς αποθήκευσης είναι απεριόριστη.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να τάσσουν προθεσμία για την εκκαθάριση του καθεστώτος αποθήκευσης:
α) σε εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως όταν, λόγω του είδους και της φύσης των εμπορευμάτων, θα μπορούσε, σε περίπτωση μακροχρόνιας αποθήκευσης, να απειλείται η υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, ή το περιβάλλον·
β) σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας εγκατάστασης αποθήκευσης.
Τμήμα 2
Τελωνειακή αποταμίευση
Άρθρο 144
Αποθήκευση σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος τελωνειακής αποταμίευσης, είναι δυνατή η αποθήκευση μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε εγκαταστάσεις ή κάθε άλλο χώρο εγκεκριμένο για το συγκεκριμένο καθεστώς από τις τελωνειακές αρχές και υπό τελωνειακή επιτήρηση («αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης»).
2. Οι αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται από οποιονδήποτε εισαγωγέα για την τελωνειακή αποταμίευση εμπορευμάτων («δημόσιες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης») ή για την αποθήκευση εμπορευμάτων από τον κάτοχο άδειας λειτουργίας καθεστώτος τελωνειακής αποταμίευσης («ιδιωτικές αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης»).
3. Τα εμπορεύματα που τίθενται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης μπορούν να εξέρχονται προσωρινά από την αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. Εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η έξοδος αυτή χρειάζεται να εγκρίνεται εκ των προτέρων από τις τελωνειακές αρχές.
Άρθρο 145
Αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις1. Μόνο οι εισαγωγείς για εξ αποστάσεως πωλήσεις που έχουν επιλέξει να χρησιμοποιούν το καθεστώς IOSS και έχουν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου ή οι έμμεσοι αντιπρόσωποί τους που έχουν την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου μπορούν να αδειοδοτηθούν να αποθηκεύουν και να διαχειρίζονται τα εμπορεύματα σε ιδιωτική αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις πριν από την εξ αποστάσεως πώληση.
2. Τα εμπορεύματα που προορίζονται για εξ αποστάσεως πωλήσεις μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις μόνον εάν τα εμπορεύματα πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές και η οποία θα εφαρμοζόταν σε σχέση με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
β) συσκευάζονται σε ομαδικές συσκευασίες που περιέχουν ομοειδή εμπορεύματα, σε κατάσταση πριν από την προετοιμασία των επιμέρους αποστολών, όταν ολοκληρωθεί η εξ αποστάσεως πώληση·
γ) μεταφέρονται εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης σε ποσότητες που διευκολύνουν τη διενέργεια αποτελεσματικών τελωνειακών ελέγχων.
Κατά την αξιολόγηση του αν πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος της οντότητας που σχεδιάζει να πραγματοποιήσει εξ αποστάσεως πωλήσεις από την αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης.
3. Οι τελωνειακές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν αν τα εμπορεύματα πληρούν τις απαιτήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία πριν από την υπαγωγή τους στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης και κατά τη διάρκεια της αποθήκευσής τους.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 146
Τελειοποίηση σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσηςΌταν υπάρχει οικονομική ανάγκη και δεν επηρεάζεται δυσμενώς η τελωνειακή επιτήρηση, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν τη τελειοποίηση εμπορευμάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή ειδικού προορισμού η οποία πραγματοποιείται σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης, υπό τους όρους που προβλέπονται από τα εν λόγω καθεστώτα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα εμπορεύματα δεν θεωρείται ότι υπάγονται σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.
Άρθρο 147
Αρμοδιότητες του κατόχου της άδειαςΜε την επιφύλαξη του άρθρου 27, ο δικαιούχος της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή στο άρθρο 125 παράγραφος 2 στοιχείο α) και ο εισαγωγέας είναι υπεύθυνοι για τα εξής:
α) να διασφαλίζουν ότι τα εμπορεύματα που υπάγονται σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτήρησης·
β) να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης· και
γ) να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.
Τμήμα 3
Ελεύθερες ζώνες
Άρθρο 148
Καθορισμός ελεύθερων ζωνών1. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τμήματα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ως ελεύθερες ζώνες.
Για κάθε ελεύθερη ζώνη, το κράτος μέλος καθορίζει τα γεωγραφικά της όρια και τα σημεία εισόδου και εξόδου της.
2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ πληροφορίες σχετικά με τις ελεύθερες ζώνες τους οι οποίες λειτουργούν.
3. Οι ελεύθερες ζώνες περιφράσσονται.
Η περίμετρος και τα σημεία εισόδου και εξόδου της περιοχής των ελευθέρων ζωνών υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση.
4. Τα πρόσωπα, τα εμπορεύματα και τα μεταφορικά μέσα που εισέρχονται σε ελεύθερη ζώνη ή εξέρχονται από αυτήν είναι δυνατό να υποβάλλονται σε τελωνειακούς ελέγχους.
Άρθρο 149
Κτίρια και δραστηριότητες σε ελεύθερες ζώνες1. Η κατασκευή οποιουδήποτε κτιρίου σε ελεύθερη ζώνη προϋποθέτει την προηγούμενη έγκριση των τελωνειακών αρχών.
2. Με την επιφύλαξη της τελωνειακής νομοθεσίας, στην ελεύθερη ζώνη επιτρέπεται η άσκηση κάθε δραστηριότητας βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης ή παροχής υπηρεσιών. Η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων γνωστοποιείται εκ των προτέρων στις τελωνειακές αρχές.
3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των εκάστοτε εμπορευμάτων, τις απαιτήσεις τελωνειακής επιτήρησης ή τις απαιτήσεις προστασίας και ασφάλειας.
4. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαγορεύουν την άσκηση δραστηριότητας σε ελεύθερη ζώνη σε πρόσωπα τα οποία δεν παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα για την συμμόρφωσή τους με τις τελωνειακές διατάξεις.
Άρθρο 150
Μη ενωσιακά εμπορεύματα σε ελεύθερες ζώνες1. Είναι δυνατή η θέση μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία ή η υπαγωγή τους σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, προσωρινής εισαγωγής ή ειδικού προορισμού, ενόσω αυτά παραμένουν σε ελεύθερη ζώνη, υπό τους όρους που ισχύουν για τα εν λόγω καθεστώτα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα εν λόγω εμπορεύματα δεν θεωρείται ότι υπάγονται σε καθεστώς ελεύθερης ζώνης.
2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εφαρμόζονται κατά τον εφοδιασμό ή σε αποθήκες ανεφοδιασμού και εφόσον προβλέπεται από το οικείο καθεστώς, και κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μη ενωσιακά εμπορεύματα μπορούν να χρησιμοποιούνται ή να καταναλώνονται σε ελεύθερη ζώνη, υπό τον όρο ότι:
α) η θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία ή η υπαγωγή τους σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής δεν συνεπάγεται την εφαρμογή εισαγωγικών δασμών, μέτρων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής ή εμπορικής πολιτικής ή μέτρων που απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση των εν λόγω εμπορευμάτων στην Ένωση·
β) παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στις τελωνειακές αρχές κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω χρησιμοποίηση ή κατανάλωση.
Άρθρο 151
Έξοδος εμπορευμάτων από ελεύθερη ζώνη1. Με την επιφύλαξη της σχετικής λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, τα εμπορεύματα σε ελεύθερη ζώνη μπορούν να εξάγονται ή να επανεξάγονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ή να μεταφέρονται σε άλλο τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
2. Τα άρθρα 102 και 103 εφαρμόζονται σε εμπορεύματα που μεταφέρονται εκτός ελεύθερης ζώνης σε άλλα τμήματα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
Άρθρο 152
Τελωνειακός χαρακτήρας1. Κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, οι τελωνειακές αρχές πιστοποιούν τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων στα ακόλουθα εμπορεύματα:
α) ενωσιακά εμπορεύματα που εισέρχονται σε ελεύθερη ζώνη·
β) ενωσιακά εμπορεύματα που έχουν υποβληθεί σε εργασίες τελειοποίησης εντός ελεύθερης ζώνης· γ) εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός ελεύθερης ζώνης.
2. Σε περίπτωση που εμπορεύματα μεταφέρονται εκτός ελεύθερης ζώνης σε άλλο τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς, τα εν λόγω εμπορεύματα θεωρούνται ως μη ενωσιακά, εκτός αν έχει αποδειχθεί ο τελωνειακός τους χαρακτήρας ως ενωσιακών εμπορευμάτων.
Ωστόσο, για την εφαρμογή μέτρων εξαγωγικών δασμών και αδειών εξαγωγής ή μέτρων ελέγχου των εξαγωγών που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής ή εμπορικής πολιτικής, τα εν λόγω εμπορεύματα θεωρούνται ως ενωσιακά, εκτός αν αποδεικνύεται ότι δεν έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα ενωσιακών εμπορευμάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Ειδική χρήση
Τμήμα 1
Προσωρινή εισαγωγή
Άρθρο 153
Πεδίο εφαρμογής1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, μη ενωσιακά εμπορεύματα που προορίζονται για επανεξαγωγή είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενο ειδικής χρήσης στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με πλήρη ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς και χωρίς να υπόκεινται:
α) σε λοιπές επιβαρύνσεις, όπως προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο·
β) σε μέτρα εμπορικής πολιτικής άλλα από εκείνα που απαγορεύουν την είσοδο ή την έξοδο των εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
α) τα εμπορεύματα δεν προορίζονται να υποστούν καμία μεταβολή, εκτός από τη συνήθη μείωση της αξίας τους λόγω της χρήσης τους·
β) είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων που υπάγονται στο καθεστώς, εκτός αν:
i) λόγω της φύσης των εμπορευμάτων ή της προοριζόμενης χρήσης τους, η έλλειψη μέτρων εξακρίβωσης της ταυτότητας δεν πρόκειται να προκαλέσει κατάχρηση του καθεστώτος· ή·
ii) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 133, μπορεί να επαληθευθεί η τήρηση των όρων που προβλέπονται για τα ισοδύναμα εμπορεύματα·
γ) όπου απαιτείται, έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 125 και το παρόν άρθρο·
δ) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
ε) πληρούνται οι απαιτήσεις της τελωνειακής νομοθεσίας για πλήρη ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς·
στ) τα εμπορεύματα έχουν φθάσει στον τόπο παράδοσης για υπαγωγή στο τελωνειακό καθεστώς· και
ζ) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού ως εξής:
α) με τον καθορισμό της ειδικής χρήσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) με τον προσδιορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να τίθενται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου·
γ) με τον καθορισμό των απαιτήσεων για την πλήρη ή μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 154
Προθεσμία κατά την οποία είναι δυνατόν να παραμείνουν τα εμπορεύματα υπό το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής1. Οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν την προθεσμία για την εκκαθάριση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής. Η εν λόγω προθεσμία επαρκεί για την επίτευξη του στόχου της εγκεκριμένης χρήσης.
2. Η μέγιστη προθεσμία κατά την οποία είναι δυνατόν τα εμπορεύματα να παραμείνουν υπό το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής για τον ίδιο σκοπό και υπό την ευθύνη του ίδιου κατόχου της άδειας ανέρχεται σε 24 μήνες, ακόμη και σε περιπτώσεις εκκαθάρισης του καθεστώτος με υπαγωγή των εμπορευμάτων σε άλλο ειδικό καθεστώς και την εκ νέου υπαγωγή τους στη συνέχεια στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής.
3. Όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η εγκεκριμένη χρήση εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 προθεσμίας, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν εύλογη παράταση της εν λόγω προθεσμίας, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του εισαγωγέα.
4. Εκτός από την περίπτωση απρόβλεπτου περιστατικού, η συνολική προθεσμία κατά την οποία είναι δυνατόν να παραμείνουν τα εμπορεύματα υπό το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής δεν υπερβαίνει τα 10 έτη.
Άρθρο 155
Ποσό εισαγωγικών δασμών στην περίπτωση προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς1. Το ποσό των εισαγωγικών δασμών για εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς ορίζεται στο 3 % του ποσού των εισαγωγικών δασμών που θα ήταν καταβλητέο για τα εν λόγω εμπορεύματα, αν αυτά είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την ημερομηνία υπαγωγής τους στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής.
Το ποσό αυτό είναι καταβλητέο για κάθε μήνα ή κλάσμα μήνα κατά τον οποίο τα εμπορεύματα τελούν υπό το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
2. Το συνολικό ποσό των καταβλητέων εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει το ποσό που θα ήταν καταβλητέο αν τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την ημερομηνία υπαγωγής τους στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής.
Τμήμα 2
Ειδικός προορισμός
Άρθρο 156
Καθεστώς ειδικού προορισμού1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού, είναι δυνατή η θέση εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία με απαλλαγή από δασμούς ή με μειωμένο δασμολογικό συντελεστή που προβλέπεται σε νομικές πράξεις της Ένωσης, υπό τον όρο ότι ο εισαγωγέας υπάγει τα εμπορεύματα σε ειδικό προορισμό.
2. Οι όροι για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ειδικού προορισμού είναι οι ακόλουθοι:
α) έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 125 και το παρόν άρθρο·
β) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
γ) όλοι οι οφειλόμενοι εισαγωγικοί δασμοί ή λοιπές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, των αντισταθμιστικών δασμών ή των μέτρων διασφάλισης, έχουν καταβληθεί ή καλύπτονται από εγγύηση, εκτός αν τα εμπορεύματα αποτελούν αντικείμενο αίτησης για ανάληψη ποσότητας από δασμολογική ποσόστωση·
δ) τα εμπορεύματα έχουν φθάσει στον τόπο παράδοσης για υπαγωγή στο τελωνειακό καθεστώς· και
ε) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Όταν τα εμπορεύματα είναι σε στάδιο παραγωγής το οποίο από οικονομική άποψη θα οδηγούσε μόνο στον προβλεπόμενο ειδικό προορισμό, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θέτουν στην άδεια τους όρους που πρέπει να πληρούνται ώστε να θεωρείται ότι τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς που καθορίζονται στις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες προβλέπεται η απαλλαγή από δασμούς ή επιβολή μειωμένου δασμολογικού συντελεστή.
4. Όταν τα εμπορεύματα είναι κατάλληλα για επαναλαμβανόμενη χρήση και οι τελωνειακές αρχές το θεωρούν σκόπιμο, για την αποφυγή της κατάχρησης, η τελωνειακή επιτήρηση συνεχίζεται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από την ημερομηνία της πρώτης χρησιμοποίησής τους για τους σκοπούς που καθορίζονται στις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες προβλέπεται η απαλλαγή από δασμούς ή επιβολή μειωμένου δασμολογικού συντελεστή.
5. Όταν απαιτείται συντελεστής απόδοσης, το άρθρο 157 εφαρμόζεται στο καθεστώς ειδικού προορισμού.
6. Απορρίμματα και θραύσματα που προκύπτουν από την επεξεργασία ή τελειοποίηση εμπορευμάτων σύμφωνα με τον προβλεπόμενο ειδικό προορισμό, καθώς και απώλειες υλικών που οφείλονται σε φυσικές αιτίες, θεωρούνται ως εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στον προβλεπόμενο ειδικό προορισμό.
7. Απορρίμματα και θραύσματα που προκύπτουν από την καταστροφή εμπορευμάτων τα οποία υπάγονται σε καθεστώς ειδικού προορισμού θεωρείται ότι έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς ειδικού προορισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Τελειοποίηση
Τμήμα 1
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 157
Συντελεστής απόδοσηςΕκτός από τις περιπτώσεις όπου ο συντελεστής απόδοσης έχει καθοριστεί σε νομικές πράξεις της Ένωσης που διέπουν συγκεκριμένους τομείς, οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν είτε τον συντελεστή απόδοσης είτε τον μέσο συντελεστή απόδοσης για την εργασία τελειοποίησης ή, όπου κρίνεται αναγκαίο, τη μέθοδο υπολογισμού αυτού του συντελεστή.
Ο συντελεστής απόδοσης ή ο μέσος συντελεστής απόδοσης της εργασίας τελειοποίησης καθορίζεται ανάλογα με τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες διενεργούνται ή πρόκειται να διενεργηθούν οι εργασίες τελειοποίησης. Ο εν λόγω συντελεστής μπορεί να αναπροσαρμόζεται, όταν κρίνεται αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 12.
Τμήμα 2
Τελειοποίηση προς επανεξαγωγή
Άρθρο 158
Πεδίο εφαρμογής1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 133, στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, μη ενωσιακά εμπορεύματα μπορούν να υποβάλλονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης σε μια ή περισσότερες εργασίες τελειοποίησης χωρίς να υπόκεινται:
α) σε εισαγωγικούς δασμούς ή λοιπές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, των αντισταθμιστικών δασμών ή των μέτρων διασφάλισης·
β) σε μέτρα εμπορικής πολιτικής άλλα από εκείνα που απαγορεύουν την είσοδο ή την έξοδο των εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
2. Οι όροι για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή είναι οι ακόλουθοι:
α) έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 125 και το παρόν άρθρο·
β) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
γ) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές· και
δ) τα εμπορεύματα έχουν φθάσει στον τόπο παράδοσης για υπαγωγή στο τελωνειακό καθεστώς.
3. Το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή μπορεί να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις εκτός της επισκευής και της καταστροφής μόνο υπό την προϋπόθεση ότι για τα εμπορεύματα που υπόκεινται στο εν λόγω καθεστώς, με την επιφύλαξη της χρησιμοποίησης βοηθημάτων παραγωγής, είναι δυνατόν να εξακριβωθεί στα μεταποιημένα προϊόντα η ταυτότητα των εμπορευμάτων.
Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 133, το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή μπορεί να χρησιμοποιείται, όταν είναι δυνατόν να επαληθεύεται η τήρηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο για τα ισοδύναμα εμπορεύματα.
4. Επιπροσθέτως των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή μπορεί να εφαρμόζεται επίσης σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα εμπορεύματα:
α) εμπορεύματα που προορίζονται να υποβληθούν σε εργασίες ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωσή τους προς τις τεχνικές απαιτήσεις για τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία·
β) εμπορεύματα τα οποία πρέπει να υποβληθούν σε συνήθεις εργασίες σύμφωνα με το άρθρο 132.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 159
Προθεσμία εκκαθάρισης1. Οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν την προθεσμία για την εκκαθάριση του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 129.
Η προθεσμία αυτή αρχίζει την ημερομηνία κατά την οποία τα μη ενωσιακά εμπορεύματα υπάγονται στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και περιλαμβάνει τον χρόνο που απαιτείται για τη διενέργεια των εργασιών τελειοποίησης και την εκκαθάριση του εν λόγω καθεστώτος.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν εύλογη παράταση της προθεσμίας που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του κατόχου της άδειας.
Η άδεια μπορεί να διευκρινίζει ότι η προθεσμία που αρχίζει κατά τη διάρκεια ενός μήνα, τριμήνου ή εξαμήνου πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα, τριμήνου ή εξαμήνου, αντίστοιχα.
3. Σε περίπτωση προκαταβολικής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 133 παράγραφος 2 στοιχείο δ), η άδεια καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας τα μη ενωσιακά εμπορεύματα πρέπει να υπαχθούν στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή. Κατά τον καθορισμό της εν λόγω προθεσμίας, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για την προμήθεια και τη μεταφορά στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως υποδεικνύεται από τον αιτούντα.
Η εν λόγω προθεσμία ορίζεται σε μήνες και δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Η προθεσμία αυτή υπολογίζεται από την ημερομηνία υπαγωγής στο καθεστώς εξαγωγής των μεταποιημένων προϊόντων τα οποία ελήφθησαν από τα αντίστοιχα ισοδύναμα εμπορεύματα.
Άρθρο 160
Προσωρινή επανεξαγωγή για περαιτέρω τελειοποίηση1. Κατόπιν αιτήσεως, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγήσουν άδεια ώστε το σύνολο ή τμήμα των εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, ή των μεταποιημένων προϊόντων, να επανεξάγεται προσωρινά με σκοπό την περαιτέρω τελειοποίηση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για την προσωρινή επανεξαγωγή εμπορευμάτων για περαιτέρω τελειοποίηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Τμήμα 3
Τελειοποίηση προς επανεισαγωγή
Άρθρο 161
Πεδίο εφαρμογής1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, είναι δυνατή η προσωρινή εξαγωγή ενωσιακών εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης για να υποβληθούν σε εργασίες τελειοποίησης. Τα μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από τα εν λόγω εμπορεύματα είναι δυνατόν να τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό, κατόπιν αίτησης του κατόχου της άδειας ή οιουδήποτε άλλου προσώπου εγκατεστημένου στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης που έχει λάβει τη συγκατάθεση του κατόχου της άδειας, και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της άδειας.
2. Οι όροι για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή είναι οι ακόλουθοι:
α) έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 125 και το παρόν άρθρο·
β) τα απαιτούμενα δεδομένα έχουν παρασχεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές·
γ) τυχόν οφειλόμενοι εξαγωγικοί δασμοί ή λοιπές επιβαρύνσεις έχουν καταβληθεί ή καλύπτονται από εγγύηση· και
δ) τα εμπορεύματα συμμορφώνονται με τη σχετική λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Οι τελωνειακές αρχές δεν χορηγούν άδεια για καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή για κανένα από τα ακόλουθα ενωσιακά εμπορεύματα:
α) εμπορεύματα των οποίων η εξαγωγή παρέχει δικαίωμα επιστροφής ή διαγραφής του εισαγωγικού δασμού·
β) εμπορεύματα τα οποία είχαν τεθεί, πριν από την εξαγωγή τους, σε ελεύθερη κυκλοφορία με απαλλαγή από δασμούς ή με μειωμένο δασμολογικό συντελεστή λόγω του ειδικού τους προορισμού, για όσο διάστημα εξακολουθούν να παραμένουν ανεκπλήρωτοι οι στόχοι που τέθηκαν για τον εν λόγω ειδικό προορισμό, εκτός αν τα εν λόγω εμπορεύματα πρέπει να υποβληθούν σε εργασίες επισκευής·
γ) εμπορεύματα για τα οποία παρέχεται οικονομικό πλεονέκτημα, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και λόγω της εξαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων.
4. Οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν την προθεσμία εντός της οποίας προσωρινά εξαχθέντα εμπορεύματα πρόκειται να επανεισαχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με τη μορφή μεταποιημένων προϊόντων και να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί σ’ αυτά πλήρης ή μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγήσουν εύλογη παράταση της εν λόγω προθεσμίας, μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του κατόχου της άδειας.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να παρέχονται ή να καθίστανται διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 162
Εμπορεύματα που επισκευάζονται ή αντικαθίστανται δωρεάν1. Όταν αποδεικνύεται, με τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές, ότι τα εμπορεύματα επισκευάστηκαν ή αντικαταστάθηκαν δωρεάν, είτε λόγω συμβατικής ή νομικής υποχρέωσης που απορρέει από εγγύηση είτε λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος ή ελαττώματος υλικού, είτε επειδή τα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που ζήτησε ο αγοραστής από τον πωλητή των εμπορευμάτων, αυτά απαλλάσσονται πλήρως από τον εισαγωγικό δασμό.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν τα κατασκευαστικά ελαττώματα ή τα ελαττώματα των υλικών έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο της πρώτης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω εμπορευμάτων.
Άρθρο 163
Εμπορεύματα που έχουν επισκευαστεί ή υποστεί μεταβολή στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών1. Απαλλάσσονται πλήρως από τον εισαγωγικό δασμό μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από εμπορεύματα τα οποία έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, εφόσον αποδεικνύεται, με τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές, ότι:
α) τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν επισκευαστεί ή υποστεί μεταβολή σε τρίτη χώρα με την οποία η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία που προβλέπει την εν λόγω απαλλαγή· και
β) πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς που καθορίζονται στη συμφωνία η οποία αναφέρεται στο στοιχείο α).
2. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από ισοδύναμα εμπορεύματα όπως αναφέρονται στο άρθρο 133 και σε προϊόντα αντικατάστασης, όπως αναφέρονται στα άρθρα 164 και 165.
Άρθρο 164
Σύστημα τυποποιημένων ανταλλαγών1. Στο πλαίσιο του συστήματος τυποποιημένων ανταλλαγών, ένα εισαγόμενο προϊόν («προϊόν αντικατάστασης») μπορεί, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5, να αντικαθιστά ένα μεταποιημένο προϊόν.
2. Οι τελωνειακές αρχές εγκρίνουν, κατόπιν αίτησης, τη χρήση του συστήματος τυποποιημένων ανταλλαγών όταν στην εργασία τελειοποίησης περιλαμβάνεται η επισκευή ελαττωματικών ενωσιακών εμπορευμάτων άλλων από εκείνα που υπάγονται σε διατάξεις στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στις ειδικές ρυθμίσεις οι οποίες εφαρμόζονται σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων.
3. Τα προϊόντα αντικατάστασης έχουν τον ίδιο οκταψήφιο κωδικό της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, την ίδια εμπορική ποιότητα και τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά που θα είχαν τα ελαττωματικά εμπορεύματα, αν είχαν υποβληθεί σε επισκευή.
4. Στην περίπτωση που τα ελαττωματικά εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί πριν από την εξαγωγή, τα προϊόντα αντικατάστασης πρέπει επίσης να έχουν χρησιμοποιηθεί.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές αίρουν την εν λόγω απαίτηση, αν το προϊόν αντικατάστασης έχει παραδοθεί δωρεάν, είτε λόγω συμβατικής ή νομικής υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, είτε λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος ή ελαττώματος των υλικών.
5. Οι διατάξεις που εφαρμόζονται στα μεταποιημένα προϊόντα εφαρμόζονται και στα προϊόντα αντικατάστασης.
Άρθρο 165
Προκαταβολική εισαγωγή προϊόντων αντικατάστασης1. Σύμφωνα με τους όρους που καθορίζουν οι ίδιες και κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων αντικατάστασης πριν από την εξαγωγή των ελαττωματικών εμπορευμάτων.
Όταν πραγματοποιείται τέτοια προκαταβολική εισαγωγή προϊόντος αντικατάστασης, συστήνεται εγγύηση που καλύπτει το ποσό του εισαγωγικού δασμού ο οποίος θα ήταν καταβλητέος σε περίπτωση μη εξαγωγής των ελαττωματικών εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 2.
2. Τα ελαττωματικά εμπορεύματα εξάγονται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αντικατάστασης.
3. Όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα ελαττωματικά εμπορεύματα δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγήσουν εύλογη παράταση της εν λόγω προθεσμίας, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του κατόχου της άδειας.
ΤΙΤΛΟΣ IX
ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΔΑΣΜΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Κοινό δασμολόγιο και δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων
Άρθρο 166
Κοινό δασμολόγιο και τελωνειακή παρακολούθηση1. Ο οφειλόμενος εισαγωγικός και εξαγωγικός δασμός βασίζεται στο κοινό δασμολόγιο.
Άλλα μέτρα που προβλέπονται από ενωσιακές διατάξεις οι οποίες διέπουν συγκεκριμένους τομείς σχετικούς με τις εμπορευματικές συναλλαγές εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τη δασμολογική κατάταξη των εκάστοτε εμπορευμάτων.
2. Το κοινό δασμολόγιο περιέχει όλα τα ακόλουθα:
α) τη συνδυασμένη ονοματολογία·
β) κάθε άλλη ονοματολογία που βασίζεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη συνδυασμένη ονοματολογία ή προβλέπει περαιτέρω υποδιαιρέσεις της, και η οποία θεσπίζεται με νομικές πράξεις της Ένωσης που διέπουν συγκεκριμένους τομείς για την εφαρμογή δασμολογικών μέτρων σχετικών με τις εμπορευματικές συναλλαγές·
γ) τον συμβατικό ή κανονικό αυτόνομο δασμό που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα τα οποία καλύπτονται από τη συνδυασμένη ονοματολογία·
δ) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που περιλαμβάνονται σε συμφωνίες τις οποίες έχει συνάψει η Ένωση με ορισμένες τρίτες χώρες ή ομάδες τρίτων χωρών·
ε) προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που θεσπίζονται μονομερώς από την Ένωση όσον αφορά ορισμένες τρίτες χώρες ή ομάδες τρίτων χωρών·
στ) αυτόνομα μέτρα που προβλέπουν μειώσεις του δασμού ή απαλλαγές από τον δασμό ο οποίος επιβάλλεται σε ορισμένα εμπορεύματα·
ζ) ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση για ορισμένα εμπορεύματα, λόγω της φύσης τους ή του ειδικού τους προορισμού, στο πλαίσιο μέτρων που αναφέρονται στα στοιχεία γ) έως στ) ή η)·
η) άλλα μέτρα που προβλέπονται από νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με τη γεωργική πολιτική, την εμπορική πολιτική ή άλλους τομείς που βασίζονται στη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων, ιδίως προσωρινούς ή οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ, αντισταθμιστικούς δασμούς ή μέτρα διασφάλισης.
3. Εφόσον τα εμπορεύματα πληρούν τους όρους που περιλαμβάνονται στα μέτρα τα οποία καθορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία δ) έως ζ), είναι δυνατόν να εφαρμόζονται τα εν λόγω μέτρα αντί των μέτρων που προβλέπονται στο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία δ) έως ζ) είναι δυνατόν να εφαρμοστούν αναδρομικά, εφόσον τηρούνται οι προθεσμίες και οι όροι που προβλέπονται στο σχετικό μέτρο ή στον παρόντα κανονισμό και:
α) όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχεία δ) και ε), τα εν λόγω μέτρα προβλέπουν την αναδρομική αυτή εφαρμογή·
β) όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), η τρίτη χώρα ή ομάδα τρίτων χωρών προβλέπει επίσης την αναδρομική αυτή εφαρμογή.
4. Εφόσον η εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία δ) έως ζ) ή η απαλλαγή από τα μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο η) της εν λόγω παραγράφου περιορίζεται σε ορισμένο όγκο εισαγωγών ή εξαγωγών, η εν λόγω εφαρμογή ή απαλλαγή, στην περίπτωση δασμολογικών ή άλλων ποσοστώσεων, παύει μόλις επιτευχθεί ο καθορισμένος όγκος εισαγωγών ή εξαγωγών.
Στην περίπτωση δασμολογικών ανώτατων ορίων, η εφαρμογή των μέτρων αυτών παύει δυνάμει νομικής πράξης της Ένωσης.
5. Η Επιτροπή μπορεί να υπαγάγει σε τελωνειακή παρακολούθηση τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, την εξαγωγή και την υπαγωγή εμπορευμάτων σε ορισμένα ειδικά καθεστώτα, για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 4.
6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν τα μέτρα για την ενιαία διαχείριση των δασμολογικών και άλλων ποσοστώσεων και των δασμολογικών ανωτάτων ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τη διαχείριση της τελωνειακής παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 167
Δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων1. Για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου, η δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων συνίσταται στον προσδιορισμό μίας από τις διακρίσεις ή περαιτέρω υποδιαιρέσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας στην οποία πρέπει να κατατάσσονται τα εν λόγω εμπορεύματα.
2. Για την εφαρμογή μη δασμολογικών μέτρων, η δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων συνίσταται στον προσδιορισμό μίας από τις διακρίσεις ή περαιτέρω υποδιαιρέσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας ή οποιασδήποτε άλλης ονοματολογίας η οποία θεσπίζεται με ενωσιακές νομικές πράξεις και βασίζεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη συνδυασμένη ονοματολογία ή προβλέπει περαιτέρω υποδιαιρέσεις της, στην οποία πρέπει να κατατάσσονται τα εν λόγω εμπορεύματα.
3. Η διάκριση ή περαιτέρω υποδιαίρεση που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 χρησιμοποιείται για την εφαρμογή των μέτρων που αφορούν την εν λόγω διάκριση.
4. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον προσδιορισμό της δασμολογικής κατάταξης των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Όταν συντρέχουν δεόντως δικαιολογημένοι επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικοί με την ανάγκη για ταχεία εξασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής της συνδυασμένης ονοματολογίας, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Καταγωγή εμπορευμάτων
Άρθρο 168
Μη προτιμησιακή καταγωγήΟι κανόνες για τον προσδιορισμό της μη προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων στα άρθρα 169 και 170 χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των ακόλουθων:
α) του κοινού δασμολογίου, εκτός από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 166 παράγραφος 2 στοιχεία δ) και ε)·
β) μέτρων, εκτός των δασμολογικών, που θεσπίζονται με νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες διέπουν συγκεκριμένους τομείς σχετικούς με τις εμπορευματικές συναλλαγές· και
γ) άλλων ενωσιακών μέτρων που αφορούν την καταγωγή των εμπορευμάτων.
Άρθρο 169
Απόκτηση της μη προτιμησιακής καταγωγής1. Εμπορεύματα που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σε μία μόνο χώρα ή ένα μόνο έδαφος θεωρούνται ως καταγόμενα από την εν λόγω χώρα ή το εν λόγω έδαφος.
2. Εμπορεύματα στην παραγωγή των οποίων συμμετέχουν μία ή περισσότερες χώρες ή εδάφη θεωρούνται ως καταγόμενα από τη χώρα ή το έδαφος όπου υποβλήθηκαν στην τελευταία, ουσιαστική, οικονομικά δικαιολογημένη μεταποίηση ή επεξεργασία, σε επιχείρηση εξοπλισμένη για τον σκοπό αυτό, η οποία κατέληξε στην παρασκευή νέου προϊόντος ή αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο της παρασκευής.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους εμπορεύματα, των οποίων ο προσδιορισμός της μη προτιμησιακής καταγωγής απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής των ενωσιακών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 168, θεωρείται ότι έχουν ληφθεί εξ ολοκλήρου σε μία μόνο χώρα ή ένα μόνο έδαφος ή έχουν υποβληθεί στην τελευταία, ουσιαστική, οικονομικά δικαιολογημένη μεταποίηση ή επεξεργασία, σε επιχείρηση εξοπλισμένη για τον σκοπό αυτό, η οποία κατέληξε στην παρασκευή νέου προϊόντος ή αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο της παρασκευής σε χώρα ή έδαφος, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 170
Απόδειξη της μη προτιμησιακής καταγωγής1. Όταν ο εισαγωγέας έχει δηλώσει καταγωγή των εμπορευμάτων σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τον εισαγωγέα να αποδείξει την καταγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων.
2. Εφόσον προσκομίζεται απόδειξη της καταγωγής των εμπορευμάτων σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης που διέπουν συγκεκριμένους τομείς, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, σε περίπτωση εύλογης αμφιβολίας, να ζητούν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για να διασφαλίζουν ότι η ένδειξη καταγωγής συνάδει με τους κανόνες που καθορίζονται με τη σχετική νομική πράξη της Ένωσης.
3. Εφόσον το απαιτούν οι εμπορικές συναλλαγές, μπορεί να εκδοθεί στην Ένωση έγγραφο που αποδεικνύει την καταγωγή των εμπορευμάτων σύμφωνα με τους κανόνες καταγωγής οι οποίοι ισχύουν στην χώρα ή το έδαφος προορισμού ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο για τον προσδιορισμό της χώρας όπου τα εν λόγω εμπορεύματα ελήφθησαν εξ ολοκλήρου ή υποβλήθηκαν στην τελευταία ουσιαστική μεταποίησή τους.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την προσκόμιση και επαλήθευση της απόδειξης της καταγωγής των εμπορευμάτων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 171
Προτιμησιακή καταγωγή1. Για να επωφεληθούν από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 166 παράγραφος 2 στοιχείο δ) ή ε) ή από μη δασμολογικά προτιμησιακά μέτρα, τα εμπορεύματα πρέπει να πληρούν τους κανόνες για την προτιμησιακή καταγωγή που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου.
2. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που περιέχονται σε συμφωνίες τις οποίες έχει συνάψει η Ένωση με ορισμένες τρίτες χώρες ή ομάδες τρίτων χωρών, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής είναι εκείνοι που θεσπίζονται στις εν λόγω συμφωνίες.
3. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που προβλέπονται στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και της Θέουτας και Μελίγιας, όπως περιέχονται στο πρωτόκολλο 2 της πράξης προσχώρησης του 1985, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής είναι εκείνοι που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου.
4. Στην περίπτωση εμπορευμάτων στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που περιέχονται σε προτιμησιακές ρυθμίσεις υπέρ των υπερπόντιων χωρών και εδαφών που συνδέονται με την Ένωση, οι κανόνες προτιμησιακής καταγωγής είναι εκείνοι που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 203
ΣΛΕΕ.
5. Με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση δικαιούχου χώρας ή εδάφους, η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί στην εν λόγω χώρα ή το εν λόγω έδαφος, όσον αφορά ορισμένα εμπορεύματα, προσωρινή παρέκκλιση από τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 9 («προσωρινή παρέκκλιση»).
Η προσωρινή παρέκκλιση αιτιολογείται με έναν από τους ακόλουθους λόγους:
α) εσωτερικοί ή εξωτερικοί παράγοντες στερούν προσωρινά από τη δικαιούχο χώρα ή το δικαιούχο έδαφος τη δυνατότητα συμμόρφωσης με τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής·
β) η δικαιούχος χώρα ή το δικαιούχο έδαφος απαιτεί χρόνο για να προετοιμαστεί ώστε να συμμορφωθεί με τους κανόνες προτιμησιακής καταγωγής.
6. Η αίτηση προσωρινής παρέκκλισης υποβάλλεται στην Επιτροπή από τη συγκεκριμένη δικαιούχο χώρα ή το συγκεκριμένο δικαιούχο έδαφος. Η εν λόγω αίτηση αναφέρει τους λόγους, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο, για τους οποίους ζητείται προσωρινή παρέκκλιση και περιλαμβάνει τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα.
7. Η προσωρινή παρέκκλιση περιορίζεται χρονικά στη διάρκεια των επιπτώσεων των εσωτερικών ή εξωτερικών παραγόντων βάσει των οποίων χορηγείται ή στο χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για να επιτύχει η δικαιούχος χώρα ή το δικαιούχο έδαφος τη συμμόρφωση με τους κανόνες.
8. Όταν εγκρίνεται προσωρινή παρέκκλιση , η δικαιούχος χώρα ή το δικαιούχο έδαφος συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή όσον αφορά τη χρήση της παρέκκλισης και τη διαχείριση των ποσοτήτων για τις οποίες η προσωρινή παρέκκλιση εγκρίθηκε.
9. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων προτιμησιακής καταγωγής σχετικά με εμπορεύματα στα οποία εφαρμόζονται προτιμησιακά μέτρα που θεσπίζονται μονομερώς από την Ένωση όσον αφορά ορισμένες τρίτες χώρες ή ομάδες τέτοιων χωρών, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Οι κανόνες αυτοί βασίζονται είτε στο κριτήριο της εξ ολοκλήρου λήψης των εμπορευμάτων είτε στο κριτήριο της επαρκούς μεταποίησης ή επεξεργασίας από την οποία προκύπτουν τα εμπορεύματα.
10. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις:
α) για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων για τους σκοπούς των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1·
β) για τη θέσπιση μέτρου για τη χορήγηση σε δικαιούχο χώρα ή έδαφος της προσωρινής παρέκκλισης.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 172
Προσδιορισμός της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτωνΗ Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν μέτρα για τον προσδιορισμό της καταγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων σύμφωνα με τους κανόνες καταγωγής που εφαρμόζονται στα εν λόγω εμπορεύματα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Όταν συντρέχουν δεόντως δικαιολογημένοι επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικοί με την ανάγκη για ταχεία εξασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής των κανόνων καταγωγής, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων
Άρθρο 173
Πεδίο εφαρμογήςΗ δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου και μη δασμολογικών μέτρων που θεσπίζονται με νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες διέπουν συγκεκριμένους τομείς σχετικούς με τις εμπορευματικές συναλλαγές («δασμολογητέα αξία»), καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 179.
Άρθρο 174
Μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας1. Η κύρια βάση της δασμολογητέας αξίας είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, προσαρμοσμένη σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 177.
2. Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο προς όφελος του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως προϋπόθεση για την πώληση των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
3. Η συναλλακτική αξία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χρησιμοποιείται εφόσον πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) δεν υφίστανται περιορισμοί όσον αφορά τη διάθεση ή τη χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων από τον αγοραστή, εκτός από οποιονδήποτε από τους ακόλουθους:
i) περιορισμοί που επιβάλλονται ή απαιτούνται από τον νόμο ή από τις δημόσιες αρχές στην Ένωση·
ii) περιορισμοί όσον αφορά τη γεωγραφική περιοχή στην οποία μπορούν να μεταπωληθούν τα εμπορεύματα·
iii) περιορισμοί που δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τη δασμολογητέα αξία των σχετικών εμπορευμάτων·
β) η πώληση ή η τιμή δεν εξαρτάται από όρους ή παροχές των οποίων η αξία δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί όσον αφορά τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·
γ) κανένα μέρος των εσόδων από κάθε μεταγενέστερη μεταπώληση, διάθεση ή χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων από τον αγοραστή δεν περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή, εκτός αν είναι δυνατόν να γίνει κατάλληλη αναπροσαρμογή· και
δ) ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους ή η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή δεν επηρέασε την τιμή.
Άρθρο 175
Συναλλακτική αξία για εμπορεύματα που αγοράζονται στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων1. Η συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων που αγοράζονται στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων καθορίζεται με βάση την εν λόγω πώληση.
2. Όταν τα εμπορεύματα αγοράζονται στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεων ενώ έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σύμφωνα με το άρθρο 145, μετά την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης η συναλλακτική αξία καθορίζεται με βάση την εν λόγω πώληση.
Άρθρο 176
Στοιχεία της συναλλακτικής αξίας1. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 174, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:
α) τα ακόλουθα , στο μέτρο που βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή:
i) οι προμήθειες και τα μεσιτικά έξοδα, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς·
ii) το κόστος των ειδών συσκευασίας τα οποία, από τελωνειακής πλευράς, θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο με το εκάστοτε εμπόρευμα· και
iii) το κόστος της συσκευασίας, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα εργατικά όσο και τα υλικά·
β) η αξία, επιμεριζόμενη με τον κατάλληλο τρόπο, των προϊόντων και υπηρεσιών που αναφέρονται κατωτέρω, όταν παραδίδονται ή παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή, δωρεάν ή με μειωμένο κόστος, για χρήση σε σύνδεση με την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων στον βαθμό που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή:
i) υλικά, συστατικά, μέρη και παρόμοια στοιχεία που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα·
ii) εργαλεία, μήτρες, καλούπια και παρόμοια είδη που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων·
iii) υλικά που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων· και
iv) εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας, μελέτης, τέχνης, σχεδιασμού, σχεδίων και ιχνογραφημάτων, οι οποίες γίνονται εκτός της Ένωσης και είναι αναγκαίες για την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων·
γ) πάσης φύσης δικαιώματα και τέλη αδειοδότησης σχετικά με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα τα οποία, κατά τους όρους της πώλησης των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στον βαθμό που τα δικαιώματα και τέλη αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή·
δ) η αξία κάθε μέρους των εσόδων από τυχόν μεταγενέστερη μεταπώληση, διάθεση ή χρησιμοποίηση των εισαγόμενων εμπορευμάτων που περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή· και
ε) τα ακόλουθα έξοδα έως τον τόπο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης:
i) τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης των εισαγόμενων εμπορευμάτων· και
ii) επιβαρύνσεις φόρτωσης και διεκπεραίωσης που συνδέονται με τη μεταφορά των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
2. Κάθε στοιχείο που προστίθεται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικά δεδομένα που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν.
3. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, δεν προστίθεται κανένα στοιχείο στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 177
Στοιχεία που δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξίαΚατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας δυνάμει του άρθρου 174, δεν περιλαμβάνεται κανένα από τα ακόλουθα:
α) έξοδα μεταφοράς των εισαγόμενων εμπορευμάτων μετά την είσοδό τους στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) επιβαρύνσεις σχετικά με εργασίες κατασκευής, εγκατάστασης, συναρμολόγησης, συντήρησης ή τεχνικής βοήθειας, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την είσοδο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, όπως βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μηχανές ή εξοπλισμός·
γ) επιβαρύνσεις για τόκους που καταβάλλονται βάσει συμφωνίας χρηματοδότησης που έχει συνάψει ο αγοραστής και αφορά την αγορά των εισαγόμενων εμπορευμάτων, ανεξάρτητα από το αν η χρηματοδότηση παρέχεται από τον πωλητή ή άλλο πρόσωπο, εφόσον η σχετική συμφωνία χρηματοδότησης έχει συναφθεί εγγράφως και ο αγοραστής μπορεί να αποδείξει, αν του ζητηθεί, ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
i) τα εν λόγω εμπορεύματα πράγματι πωλούνται στην τιμή που δηλώθηκε ως πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα·
ii) το αιτούμενο επιτόκιο δεν υπερβαίνει το επίπεδο που επικρατεί για τις συναλλαγές του είδους αυτού στη χώρα όπου παρασχέθηκε η χρηματοδότηση και τη στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε·
δ) έξοδα για το δικαίωμα αναπαραγωγής των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην Ένωση·
ε) προμήθειες αγοράς·
στ) εισαγωγικοί δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν στην Ένωση λόγω της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων·
ζ) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 176 παράγραφος 1 στοιχείο γ), πληρωμές που καταβάλλονται από τον αγοραστή για το δικαίωμα διανομής ή μεταπώλησης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον οι πληρωμές αυτές δεν αποτελούν όρο της πώλησης για την εξαγωγή των εμπορευμάτων στην Ένωση.
Άρθρο 178
Απλουστεύσεις
1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αίτησης, να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των ακόλουθων ποσών βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, εφόσον αυτά δεν είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθούν την ημερομηνία κατά την οποία γίνεται δεκτή η τελωνειακή διασάφηση ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία τα δεδομένα πρέπει να είναι διαθέσιμα στις τελωνειακές αρχές:
α) ποσά που πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία σύμφωνα με το άρθρο 174 παράγραφος 2· και
β) τα ποσά που αναφέρονται στα άρθρα 176 και 177.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 179
Βοηθητικές μέθοδοι υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας1. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 174, καθορίζεται με διαδοχική εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ), μέχρι την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη η οποία καθιστά δυνατό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
Η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) της παραγράφου 2 αντιστρέφεται αν το ζητήσει ο εισαγωγέας ή, κατά περίπτωση, ο διασαφιστής.
2. Η δασμολογητέα αξία, σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι:
α) η συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·
β) η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·
γ) η αξία που βασίζεται στη μοναδιαία τιμή πώλησης των εισαγόμενων εμπορευμάτων, ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων, εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης η οποία αντιπροσωπεύει συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και πραγματοποιείται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές· ή
δ) η υπολογιζόμενη αξία, που συνίσταται στο άθροισμα:
i) του κόστους ή της αξίας των υλών και των εργασιών κατασκευής ή άλλης μεταποίησης που υπεισέρχονται στην παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων·
ii) ποσού που αντιπροσωπεύει τα κέρδη και τα γενικά έξοδα, ίσου με το ποσό που συνήθως αντιστοιχεί στις πωλήσεις εμπορευμάτων της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες γίνονται από παραγωγούς στη χώρα εξαγωγής για την εξαγωγή προς την Ένωση·
iii) του κόστους ή της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 176 παράγραφος 1 στοιχείο ε).
3. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, προσδιορίζεται με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με εύλογα μέσα που συνάδουν με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις όλων των κατωτέρω:
α) της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994·
β) του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου·
γ) του παρόντος κεφαλαίου.
4. Στην περίπτωση των εξ αποστάσεως πωλήσεων, όταν ο εισαγωγέας δεν αίρει τις εύλογες αμφιβολίες σχετικά με το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει τη συνολική πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 174 παράγραφος 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν την κατάλληλη βοηθητική μέθοδο υπολογισμού της αξίας για τον εκ νέου καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας του εισαγωγέα να παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες, εντός εύλογης προθεσμίας, για να δικαιολογήσει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας με τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 180
Δασμολογητέα αξία για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού1. Όταν καθορίζονται εξαγωγικοί δασμοί, η αξία για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού καθορίζεται με βάση:
α) την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται για εξαγωγή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους ή ότι η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή δεν επηρέασε την εν λόγω τιμή, προσαρμοσμένη, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 και όπως προκύπτει από τα δεδομένα που παρέχει ο εξαγωγέας· ή
β) αξία βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αγοραίας τιμής πανομοιότυπων ή ομοειδών εμπορευμάτων που εξάγονται από την Ένωση στον ίδιο τόπο και χρόνο, όταν η τιμή που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν είναι διαθέσιμη, είναι ελλιπής ή δεν αντικατοπτρίζει την οικονομική αξία των εμπορευμάτων.
2. Η αξία για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που συνδέονται άμεσα με την εξαγωγική συναλλαγή.
3. Από την αξία για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού εξαιρούνται τα έξοδα που προκύπτουν μετά την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και τυχόν πληρωμές που δεν σχετίζονται με τα εξαγόμενα εμπορεύματα.
4. Όταν είναι αναγκαίο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητούν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για την επαλήθευση των δεδομένων που παρέχει ο εξαγωγέας ή για τον καθορισμό της αξίας για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των δεδομένων που απαιτούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 181
Διαδικαστικοί κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίαςΗ Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων:
α) για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας με βάση τη συναλλακτική αξία, σύμφωνα με το άρθρο 174 παράγραφοι 1 και 2, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών κανόνων για την προσαρμογή της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 177, και για την εφαρμογή των όρων που αναφέρονται στο άρθρο 174 παράγραφος 3·
β) για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας με βοηθητικές μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 179·
γ) για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας για τους σκοπούς του εξαγωγικού δασμού, σύμφωνα με το άρθρο 180. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 182
Καθορισμός της δασμολογητέας αξίας σε ειδικές περιπτώσειςΗ Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό της κατάλληλης μεθόδου δασμολογητέας αξίας ή των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σε ειδικές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξ αποστάσεως πωλήσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, όσον αφορά την ανάγκη για ταχεία εξασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής των κανόνων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
ΤΙΤΛΟΣ X
ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Γένεση τελωνειακής οφειλής
Τμήμα 1
Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή
Άρθρο 183
Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και προσωρινή εισαγωγή1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς διαδικασίας θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία ή σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς ή σε καθεστώς ειδικού προορισμού γεννάται όταν ο εισαγωγέας γνωστοποιεί τη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η τελωνειακή οφειλή γεννάται:
α) κατά την παράδοση των εμπορευμάτων, όταν εφαρμόζεται το άρθρο 205 παράγραφος 5·
β) κατά την αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης, κατά περίπτωση, έως την 28η Φεβρουαρίου 2034·
γ) κατά την αποδοχή της καταβολής από το πρόσωπο που έχει επιλέξει να κάνει χρήση του καθεστώτος IOSS.
3. Οφειλέτης είναι ο εισαγωγέας. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος και το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο τελωνειακός αντιπρόσωπος είναι αμφότεροι οφειλέτες και είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι για την τελωνειακή οφειλή.
4. Όταν οι πληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες για τον σκοπό των καθεστώτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έχουν ως αποτέλεσμα να μην εισπραχθεί το σύνολο ή μέρος του εισαγωγικού δασμού, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο που παρείχε τις πληροφορίες αυτές και γνώριζε, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι οι εν λόγω πληροφορίες ήταν εσφαλμένες.
5. Έως τις 28 Φεβρουαρίου 2034, όταν υποβάλλεται τελωνειακή διασάφηση, οφειλέτης είναι ο διασαφιστής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ένας τελωνειακός αντιπρόσωπος.
Άρθρο 184
Ειδικές διατάξεις σχετικά με μη καταγόμενα εμπορεύματα1. Τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά τη στιγμή της παράδοσης των προϊόντων για επανεξαγωγή όταν:
α) προτιμησιακό καθεστώς μεταξύ της Ένωσης και ορισμένων τρίτων χωρών ή ομάδων τέτοιων χωρών προβλέπει ότι η προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση των προϊόντων καταγωγής Ένωσης απαιτεί τα μη καταγόμενα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τους να υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής των εισαγωγικών δασμών· και
β) έχει εκδοθεί ή συνταχθεί απόδειξη καταγωγής για τα εν λόγω προϊόντα.
2. Η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται ως το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην οφειλή που θα είχε γεννηθεί εάν τα μη καταγόμενα εμπορεύματα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των επανεξαγόμενων προϊόντων είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την ίδια ημερομηνία.
3. Οφειλέτης είναι ο εξαγωγέας. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος και το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο τελωνειακός αντιπρόσωπος είναι αμφότεροι οφειλέτες και είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι για την τελωνειακή οφειλή.
Άρθρο 185
Τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω μη συμμόρφωσης1. Για εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται λόγω μη συμμόρφωσης με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α) υποχρέωση που καθορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά την είσοδο μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, την απομάκρυνσή τους από την τελωνειακή επιτήρηση ή τη διακίνηση, τελειοποίηση, αποθήκευση, προσωρινή εναπόθεση, προσωρινή εισαγωγή ή διάθεση των εμπορευμάτων αυτών εντός του εν λόγω εδάφους·
β) υποχρέωση που ορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
γ) όρο που διέπει την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή τη χορήγηση, λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων, δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού.
2. Η στιγμή γένεσης της τελωνειακής οφειλής είναι μία από τις ακόλουθες:
α) όταν η μη εκπλήρωση μιας υποχρέωσης συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακού χρέους, η στιγμή κατά την οποία η εν λόγω υποχρέωση ς δεν τηρείται ή παύει να τηρείται·
β) ο χρόνος κατά τον οποίο εμπορεύματα υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς, στην περίπτωση που διαπιστώνεται στη συνέχεια ότι ένας όρος που διέπει την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς ή τη χορήγηση, λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων, δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού στην πραγματικότητα δεν είχε τηρηθεί.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), οφειλέτης είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:
α) πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις·
β) πρόσωπο που γνώριζε ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι δεν είχε τηρηθεί υποχρέωση η οποία προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία και που ενήργησε για λογαριασμό του προσώπου το οποίο όφειλε να τηρήσει την υποχρέωση ή που έλαβε μέρος στην πράξη η οποία οδήγησε στη μη τήρηση της υποχρέωσης·
γ) πρόσωπο που απέκτησε ή κατείχε τα εν λόγω εμπορεύματα και το οποίο γνώριζε ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής των εμπορευμάτων, ότι δεν είχε τηρηθεί υποχρέωση που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ο οφειλέτης είναι το πρόσωπο που οφείλει να τηρεί τους όρους οι οποίοι διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή τη χορήγηση, λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων, δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού.
5. Όταν παρέχονται στις τελωνειακές αρχές πληροφορίες οι οποίες απαιτούνται από την τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με τους όρους που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω τελωνειακό καθεστώς, και οι πληροφορίες αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να μην εισπραχθεί το σύνολο ή μέρος του εισαγωγικού δασμού, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο που παρείχε τις πληροφορίες αυτές και γνώριζε, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι οι εν λόγω πληροφορίες ήταν εσφαλμένες.
Άρθρο 186
Έκπτωση ποσού ήδη καταβληθέντος εισαγωγικού δασμού1. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 185 παράγραφος 1, γεννάται τελωνειακή οφειλή για εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία με μειωμένο εισαγωγικό δασμό λόγω του ειδικού προορισμού τους, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που καταβάλλεται τη στιγμή της θέσης των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία αφαιρείται από το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή για απορρίμματα και θραύσματα που προκύπτουν από την καταστροφή των εν λόγω εμπορευμάτων.
2. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 183 παράγραφος 1 ή το άρθρο 185 παράγραφος 1, γεννάται τελωνειακή οφειλή για εμπορεύματα που υπάγονται σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που καταβάλλεται δυνάμει της μερικής απαλλαγής αφαιρείται από το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή.
Τμήμα 2
Τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή
Άρθρο 187
Εξαγωγή και τελειοποίηση προς επανεισαγωγή1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς εξαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία ο εξαγωγέας γνωστοποιεί τη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η τελωνειακή οφειλή γεννάται:
α) όταν εφαρμόζεται το άρθρο 205 παράγραφος 5, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων·
β) κατά την αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης, κατά περίπτωση, έως την 28η Φεβρουαρίου 2034.
3. Οφειλέτης είναι ο εξαγωγέας. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος και το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο τελωνειακός αντιπρόσωπος είναι αμφότεροι οφειλέτες και είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι για την τελωνειακή οφειλή.
4. Όταν οι πληροφορίες που παρέχονται για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς εξαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή έχουν ως αποτέλεσμα να μην εισπραχθεί το σύνολο ή μέρος του εξαγωγικού δασμού, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο που παρείχε τις πληροφορίες αυτές και γνώριζε, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι οι εν λόγω πληροφορίες ήταν εσφαλμένες.
Άρθρο 188
Τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω μη συμμόρφωσης1. Για εμπορεύματα που υπόκεινται σε εξαγωγικό δασμό, τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται λόγω μη συμμόρφωσης με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α) υποχρέωση που καθορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία για την έξοδο των εμπορευμάτων·
β) όρος βάσει του οποίου επιτράπηκε η μεταφορά των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό.
2. Η στιγμή γένεσης της τελωνειακής οφειλής είναι μία από τις ακόλουθες:
α) η στιγμή της πραγματικής μεταφοράς των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης χωρίς την παροχή ή τη διάθεση πληροφοριών στις τελωνειακές αρχές σχετικά με την εξαγωγή αυτή·
β) η στιγμή άφιξης των εμπορευμάτων σε προορισμό άλλον από εκείνον για τον οποίο επιτράπηκε η μεταφορά τους εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό·
γ) η λήξη της προθεσμίας που έχει καθοριστεί για την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων που βεβαιώνουν ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι όροι για την παροχή της απαλλαγής αυτής για τα εμπορεύματα, όταν οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να προσδιορίσουν τη στιγμή που αναφέρεται στο στοιχείο β).
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), οφειλέτης είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:
α) πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τη συγκεκριμένη υποχρέωση·
β) πρόσωπο που γνώριζε, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι δεν είχε τηρηθεί η συγκεκριμένη υποχρέωση και που ενεργούσε για λογαριασμό του προσώπου που ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει την υποχρέωση·
γ) πρόσωπο που έλαβε μέρος στην πράξη η οποία οδήγησε στη μη τήρηση της υποχρέωσης και το οποίο γνώριζε, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι δεν είχαν παρασχεθεί οι απαιτούμενες πληροφορίες ή, κατά περίπτωση, δεν είχε υποβληθεί τελωνειακή διασάφηση που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί.
4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ο οφειλέτης είναι οποιοδήποτε πρόσωπο οφείλει να τηρεί τους όρους υπό τους οποίους επιτράπηκε η μεταφορά των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό.
Τμήμα 3
Κοινές διατάξεις για την τελωνειακή οφειλή που γεννάται κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή
Άρθρο 189
Τελωνειακή οφειλή όταν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές1. Η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή γεννάται ακόμη και αν αφορά εμπορεύματα που υπόκεινται σε λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή οποιουδήποτε είδους.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, δεν γεννάται τελωνειακή οφειλή στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) κατά την παράνομη είσοδο πλαστού χρήματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) κατά την είσοδο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών που δεν εμπίπτουν στις αυστηρά εποπτευόμενες από τις αρμόδιες αρχές ουσίες με σκοπό τη χρήση τους για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.
Ωστόσο, για τους σκοπούς της επιβολής κυρώσεων, για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννάται όταν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή της εθνικής νομοθεσίας, ο εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός, ή η ύπαρξη τελωνειακής οφειλής, αποτελεί τη βάση για την επιβολή κυρώσεων.
Άρθρο 190
Περισσότεροι του ενός οφειλέτεςΣε περίπτωση που περισσότερα του ενός πρόσωπα οφείλουν την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε μία τελωνειακή οφειλή, τα πρόσωπα αυτά είναι εις ολόκληρον υπόχρεα για την καταβολή του εν λόγω ποσού.
Άρθρο 191
Γενικοί κανόνες για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού ή του εξαγωγικού δασμού1. Το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού υπολογίζεται με βάση τη δασμολογική κατάταξη, τη δασμολογητέα αξία, την ποσότητα, τον προορισμό και την καταγωγή των εμπορευμάτων. Οι κανόνες υπολογισμού του δασμού είναι εκείνοι που εφαρμόζονται στα σχετικά εμπορεύματα κατά τον χρόνο γένεσης της τελωνειακής οφειλής που τα αφορά.
2. Όσον αφορά τις εξ αποστάσεως πωλήσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος IOSS, το ποσό του εισαγωγικού δασμού καθορίζεται με βάση τους κανόνες υπολογισμού του δασμού που ίσχυαν για τα οικεία εμπορεύματα κατά τον χρόνο αποδοχής της πληρωμής για την εξ αποστάσεως πώληση.
3. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος γένεσης της τελωνειακής οφειλής, ο χρόνος αυτός θεωρείται ότι είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι τελωνειακές αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα εμπορεύματα βρίσκονται σε κατάσταση που συνεπάγεται τη γένεση της τελωνειακής οφειλής.
Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες που διαθέτουν οι τελωνειακές αρχές τούς επιτρέπουν να διαπιστώσουν ότι η τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε πριν καταλήξουν στο συμπέρασμά τους, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννήθηκε κατά το απώτερο χρονικό σημείο στο οποίο μπορεί να αποδειχθεί η κατάσταση αυτή.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση των κανόνων οι οποίοι αναφέρονται στο παρόν άρθρο για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος.
Άρθρο 192
Ειδικοί κανόνες για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού δασμού1. Όταν προκύπτουν δαπάνες για αποθήκευση ή για συνήθεις εργασίες εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης όσον αφορά εμπορεύματα που υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς ή σε προσωρινή εναπόθεση, οι δαπάνες αυτές ή τυχόν αύξηση της αξίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού δασμού, υπό την προϋπόθεση ότι ο εισαγωγέας ή, κατά περίπτωση, ο διασαφιστής προσκομίζει ικανοποιητικές αποδείξεις αυτών των δαπανών.
Ωστόσο, η δασμολογητέα αξία, η ποσότητα και η καταγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων που χρησιμοποιούνται κατά τις εργασίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού δασμού.
2. Όταν η δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων που υπάγονται σε τελωνειακό καθεστώς αλλάζει λόγω των συνήθων εργασιών εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, εφαρμόζεται, κατόπιν αίτησης του εισαγωγέα ή, κατά περίπτωση, του διασαφιστή, η αρχική δασμολογική κατάταξη για τα εμπορεύματα που είχαν υπαχθεί στο καθεστώς.
3. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή για μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από το καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, το ποσό του εισαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην οφειλή καθορίζεται, κατόπιν αίτησης του εισαγωγέα, με βάση τη δασμολογική κατάταξη, τη δασμολογητέα αξία, την ποσότητα και την καταγωγή των εμπορευμάτων που είχαν υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή όταν είχαν υπαχθεί στο εν λόγω καθεστώς.
4. Όταν τα μεταποιημένα προϊόντα προκύπτουν από επόμενα καθεστώτα τελειοποίησης προς επανεξαγωγή όσον αφορά τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε πρώτο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο εισαγωγέας μπορεί να ζητήσει τον υπολογισμό της οφειλής μόνο με βάση τη δασμολογική κατάταξη, τη δασμολογητέα αξία, την ποσότητα και την καταγωγή των εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί στο εν λόγω πρώτο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.
5. Σε ειδικές περιπτώσεις που πρόκειται να καθοριστούν στην τελωνειακή νομοθεσία, το ποσό του εισαγωγικού δασμού καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου χωρίς αίτηση του εισαγωγέα ή του εξαγωγέα ή, κατά περίπτωση, του διασαφιστή με σκοπό την αποφυγή της καταστρατήγησης των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 166 παράγραφος 2 στοιχείο η).
6. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή για μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή ή από προϊόντα αντικατάστασης, το ποσοστό του εισαγωγικού δασμού υπολογίζεται με βάση το κόστος των εργασιών τελειοποίησης που διενεργούνται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
7. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 185 ή 188 του παρόντος κανονισμού και υπό την προϋπόθεση ότι η παράλειψη που οδήγησε στη γένεση τελωνειακής οφειλής δεν συνιστά απόπειρα παραπλάνησης, εφαρμόζονται επίσης τα ακόλουθα:
α) η ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση εμπορευμάτων δυνάμει της τελωνειακής νομοθεσίας·
β) η ατέλεια ή μερική ή πλήρης απαλλαγή από τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό δυνάμει του άρθρου 166 παράγραφος 2 στοιχεία δ) έως ζ) ή των άρθρων 111, 112 και 113 ή των άρθρων 161 έως 165 του παρόντος κανονισμού· ή
γ) η ατέλεια σύμφωνα με τον κανονισμό
(ΕΚ) αριθ. 1186/2009.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση των κανόνων οι οποίοι αναφέρονται στο παρόν άρθρο για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος, καθώς και των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 193
Τόπος γένεσης της τελωνειακής οφειλής1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται:
α) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο ii), όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα·
β) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α), όπου πρόκειται να παραδοθούν τα εμπορεύματα·
γ) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ), όπου είναι εγκατεστημένος ο διασαφιστής που έχει λάβει εξουσιοδότηση για την εφαρμογή κεντρικού τελωνισμού·
δ) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β), στο κράτος μέλος εγκατάστασης του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο όπου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα που γεννούν την οφειλή αυτή. Αν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί ο τόπος αυτός, η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο όπου οι τελωνειακές αρχές συμπεραίνουν ότι τα εμπορεύματα βρίσκονται σε κατάσταση η οποία γεννά τελωνειακή οφειλή.
2. Αν τα εμπορεύματα έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς που δεν έχει εκκαθαριστεί ή εάν η προσωρινή εναπόθεση δεν έληξε όπως προβλέπεται, και εφόσον ο τόπος γένεσης της τελωνειακής οφειλής δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί δυνάμει της παραγράφου 1 δεύτερο ή τρίτο εδάφιο, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο όπου τα εμπορεύματα έχουν υπαχθεί στο εν λόγω καθεστώς ή στον τόπο από τον οποίο εισήλθαν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης υπό το εν λόγω καθεστώς ή στον τόπο όπου βρίσκονταν σε προσωρινή εναπόθεση.
3. Όταν οι πληροφορίες που διαθέτουν οι τελωνειακές αρχές τους επιτρέπουν να προσδιορίσουν ότι η τελωνειακή οφειλή είναι πιθανό να έχει γεννηθεί σε διάφορους τόπους, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι έχει γεννηθεί στον τόπο όπου αρχικά γεννήθηκε.
4. Αν τελωνειακή αρχή διαπιστώσει ότι, δυνάμει του άρθρου 185 ή 188, γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή σε άλλο κράτος μέλος και ότι το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην εν λόγω οφειλή είναι μικρότερο των 10 000 EUR, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι έχει γεννηθεί στο κράτος μέλος στο οποίο διαπιστώθηκε η γένεσή της.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Εγγύηση για ενδεχόμενη ή υπάρχουσα τελωνειακή οφειλή
Άρθρο 194
Γενικές διατάξεις1. Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε εγγυήσεις για τελωνειακές οφειλές που έχουν γεννηθεί («υπάρχουσες τελωνειακές οφειλές») και σε εγγυήσεις που απαιτούνται εάν ενδέχεται να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή («ενδεχόμενες τελωνειακές οφειλές»).
2. Όταν οι τελωνειακές αρχές απαιτούν εγγύηση για ενδεχόμενη ή υπάρχουσα τελωνειακή οφειλή, η εγγύηση αυτή καλύπτει το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού και τις λοιπές οφειλόμενες επιβαρύνσεις που συνδέονται με την εισαγωγή ή εξαγωγή των εμπορευμάτων όταν η εγγύηση:
α) χρησιμοποιείται για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης· ή
β) μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.
Εγγύηση που αποδέχονται ή εγκρίνουν οι τελωνειακές αρχές ισχύει σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης για τους σκοπούς για τους οποίους έχει συσταθεί.
Όταν η εγγύηση συνδέεται με τις δραστηριότητες του οφειλέτη σε ένα κράτος μέλος, καλύπτει τουλάχιστον το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού.
3. Η εγγύηση παρέχεται από τον οφειλέτη ή από πρόσωπο που θα μπορούσε να καταστεί οφειλέτης ή, εφόσον το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές, από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 202, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν τη σύσταση μίας μόνο εγγύησης για συγκεκριμένα εμπορεύματα.
Η εγγύηση που συστήνεται για συγκεκριμένα εμπορεύματα εφαρμόζεται στο ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και στις λοιπές επιβαρύνσεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, έστω και αν οι παρεχόμενες ή διαθέσιμες πληροφορίες για τα εν λόγω εμπορεύματα είναι ανακριβείς.
Αν η εγγύηση δεν έχει αποδεσμευτεί, μπορεί να χρησιμοποιείται επίσης, εντός των ορίων του εγγυημένου ποσού, για την είσπραξη ποσών εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού και λοιπών επιβαρύνσεων που πρέπει να καταβληθούν μετά τη διενέργεια εκ των υστέρων ελέγχου των εν λόγω εμπορευμάτων.
5. Κατόπιν αίτησης του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 200 παράγραφοι 1, 2 και 3, να εγκρίνουν τη σύσταση συνολικής εγγύησης για να καλύψουν το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή όσον αφορά δύο ή περισσότερες πράξεις ή τελωνειακά καθεστώτα.
6. Οι τελωνειακές αρχές παρακολουθούν την εγγύηση.
7. Δεν απαιτείται η σύσταση εγγύησης:
α) από κράτη, αρχές περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, όσον αφορά τις δραστηριότητες που αναλαμβάνουν ως δημόσιες αρχές·
β) για εμπορεύματα που μεταφέρονται μέσω του Ρήνου, των πλωτών οδών του Ρήνου, του Δούναβη ή των πλωτών οδών του Δούναβη·
γ) για εμπορεύματα που μεταφέρονται μέσω σταθερών μεταφορικών εγκαταστάσεων·
δ) σε ειδικές περιπτώσεις, που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία, όταν εμπορεύματα έχουν υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής· και
ε) για εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης με χρήση της απλούστευσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 4 στοιχείο ε) και μεταφέρονται διά θαλάσσης ή αέρος μεταξύ ενωσιακών λιμένων ή αερολιμένων.
8. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να άρουν την απαίτηση για σύσταση εγγύησης όταν το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που πρόκειται να διασφαλιστεί δεν υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο.
9. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων κατά τις οποίες δεν απαιτείται η σύσταση εγγύησης για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, και τον καθορισμό του ορίου για την άρση της απαίτησης για σύσταση εγγύησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.
10. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τη σύσταση και την παρακολούθηση της εγγύησης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 195
Ποσό αναφοράς υποχρεωτικής εγγύησης1. Όταν οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται να απαιτήσουν τη σύσταση εγγύησης και μπορούν να καθορίσουν το ακριβές ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και των λοιπών επιβαρύνσεων κατά τη στιγμή που απαιτείται η εγγύηση, η εγγύηση καλύπτει το ακριβές αυτό ποσό.
Όταν δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί το ακριβές ποσό, η εγγύηση καθορίζεται στο μέγιστο ποσό, όπως υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές, του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και των λοιπών επιβαρύνσεων που έχουν γεννηθεί ή είναι δυνατόν να γεννηθούν.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 200, σε περίπτωση σύστασης συνολικής εγγύησης για το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακές οφειλές και λοιπές επιβαρύνσεις των οποίων το ποσό ποικίλλει διαχρονικά, το ποσό της εν λόγω εγγύησης καθορίζεται σε επίπεδο που παρέχει τη δυνατότητα να καλύπτεται, ανά πάσα στιγμή, το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στις τελωνειακές οφειλές και στις λοιπές επιβαρύνσεις.
Άρθρο 196
Ποσό αναφοράς της προληπτικής εγγύησηςΌταν η σύσταση εγγύησης δεν είναι υποχρεωτική, αλλά οι τελωνειακές αρχές δεν είναι βέβαιες ότι το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή και λοιπές επιβαρύνσεις θα καταβληθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν εγγύηση για ποσό που δεν υπερβαίνει το επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1.
Άρθρο 197
Σύσταση εγγύησης1. Η εγγύηση μπορεί να συστήνεται μόνο με μία από τις ακόλουθες μορφές:
α) με οποιονδήποτε τρόπο πληρωμής αναγνωρίζεται από τις τελωνειακές αρχές, σε ευρώ ή στο νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο απαιτείται η εγγύηση·
β) με ανάληψη υποχρέωσης από τριτεγγυητή· ή
γ) με άλλη μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζει κατά τρόπο ισοδύναμο την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και λοιπών επιβαρύνσεων.
2. Η εγγύηση με τη μορφή οποιουδήποτε τρόπου πληρωμής που αναγνωρίζεται από τις τελωνειακές αρχές συστήνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο απαιτείται η σύσταση εγγύησης.
Οι τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τόκους.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό της μορφής της εγγύησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 198
Επιλογή εγγύησηςΤο πρόσωπο που οφείλει να συστήσει εγγύηση, έχει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των μορφών εγγύησης που καθορίζονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αρνηθούν να δεχθούν τη μορφή εγγύησης που έχει επιλεγεί, όταν αυτή δεν είναι συμβατή με την ορθή λειτουργία του συγκεκριμένου τελωνειακού καθεστώτος.
Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν τη διατήρηση, επί συγκεκριμένη περίοδο, της μορφής εγγύησης που έχει επιλεγεί.
Άρθρο 199
Τριτεγγυητής1. Ο τριτεγγυητής που αναφέρεται στο άρθρο 197 παράγραφος 1 στοιχείο β) είναι τρίτο πρόσωπο εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Ο τριτεγγυητής εγκρίνεται από τις τελωνειακές αρχές που απαιτούν την εγγύηση, εκτός αν πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική εταιρεία διαπιστευμένα στην Ένωση σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης.
2. Ο τριτεγγυητής αναλαμβάνει γραπτώς την ευθύνη να καταβάλει το εγγυημένο ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή και τις λοιπές επιβαρύνσεις.
3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αρνηθούν να εγκρίνουν τον προτεινόμενο τριτεγγυητή ή την προτεινόμενη μορφή εγγύησης όταν υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το αν ένας από αυτούς είναι σε θέση, εντός της καθορισμένης προθεσμίας, να εξασφαλίσει την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και των λοιπών επιβαρύνσεων.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των μορφών εγγύησης και των κανόνων που ισχύουν για τον τριτεγγυητή που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την ανάκληση και την υπαναχώρηση του τριτεγγυητή από τις υποχρεώσεις του, όπως αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 200
Συνολική εγγύηση1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 194 παράγραφος 5 μόνο σε πρόσωπα που πληρούν τους ακόλουθους όρους:
α) είναι εγκατεστημένα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·
β) πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 30 παράγραφος 1 στοιχείο α)· και
γ) χρησιμοποιούν τακτικά τα σχετικά τελωνειακά καθεστώτα ή είναι κάτοχοι άδειας για τη λειτουργία εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης ή πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 30 παράγραφος 1 στοιχείο δ).
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε οικονομικό φορέα ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) ή σε αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο να συστήσει συνολική εγγύηση με μειωμένο ποσό, όσον αφορά ενδεχόμενες τελωνειακές οφειλές και λοιπές επιβαρύνσεις, ή να μη συστήσει εγγύηση («άρση της υποχρέωσης σύστασης εγγύησης»).
3. Κατόπιν αίτησης, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε εγκεκριμένο οικονομικό φορέα για τελωνειακές απλουστεύσεις ή σε αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο να συστήσει συνολική εγγύηση με μειωμένο ποσό, όσον αφορά υπάρχουσες τελωνειακές οφειλές και λοιπές επιβαρύνσεις. Οι εν λόγω συνολικές εγγυήσεις θεωρούνται ισοδύναμες με τις εγγυήσεις που παρέχονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση άδειας χρήσης συνολικής εγγύησης με μειωμένο ποσό ή για την άρση της υποχρέωσης σύστασης εγγύησης που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για τον καθορισμό του ποσού της εγγύησης, συμπεριλαμβανομένου του μειωμένου ποσού που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Άρθρο 201
Προσωρινές απαγορεύσεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση συνολικών εγγυήσεων1. Στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων ή προσωρινής εναπόθεσης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να απαγορεύσει προσωρινά τη χρήση οποιασδήποτε από τις ακόλουθες:
α) της συνολικής εγγύησης με μειωμένο ποσό ή της άρσης της υποχρέωσης σύστασης εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 200 παράγραφος 2·
β) της συνολικής εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 200 όσον αφορά εμπορεύματα που έχει διαπιστωθεί ότι αποτέλεσαν αντικείμενο απάτης μεγάλης κλίμακας.
2. Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, μπορεί να επιτραπεί η χρήση συνολικής εγγύησης με μειωμένο ποσό ή η άρση της υποχρέωσης σύστασης εγγύησης ή η χρήση της συνολικής εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 200 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να αποδείξει ότι δεν έχει γεννηθεί τελωνειακή οφειλή για τα εν λόγω εμπορεύματα στο πλαίσιο των πράξεων που έχει εκτελέσει κατά τα δύο έτη που προηγούνται της απόφασης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·
β) όταν έχουν γεννηθεί τελωνειακές οφειλές κατά τα δύο έτη που προηγούνται της απόφασης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να αποδείξει ότι οι εν λόγω οφειλές καταβλήθηκαν πλήρως από τον οφειλέτη ή τους οφειλέτες ή τον τριτεγγυητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
Για να λάβει άδεια χρήσης προσωρινά απαγορευμένης συνολικής εγγύησης, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει επίσης να πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ).
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις προσωρινές απαγορεύσεις που αφορούν τη χρησιμοποίηση συνολικών εγγυήσεων οι οποίες αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης σχετικά με τα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, όσον αφορά την ανάγκη για ταχεία ενίσχυση της προστασίας των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών της, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
Άρθρο 202
Συμπληρωματική εγγύηση ή αντικατάσταση εγγύησηςΌταν οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν ότι η εγγύηση που έχει συσταθεί δεν εξασφαλίζει ή δεν εξασφαλίζει πλέον με βεβαιότητα ή επαρκώς την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και των λοιπών επιβαρύνσεων εντός της καθορισμένης προθεσμίας, απαιτούν από το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 194 παράγραφος 3 να διορθώσει την κατάσταση είτε παρέχοντας συμπληρωματική εγγύηση είτε αντικαθιστώντας την αρχική εγγύηση με νέα εγγύηση. Το εν λόγω πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ των δύο επιλογών.
Άρθρο 203
Αποδέσμευση της εγγύησης1. Οι τελωνειακές αρχές αποδεσμεύουν την εγγύηση αμέσως μόλις αποσβεστεί η τελωνειακή οφειλή ή η ευθύνη για λοιπές επιβαρύνσεις ή καταστεί αδύνατη πλέον η γένεσή τους.
2. Όταν η τελωνειακή οφειλή ή η ευθύνη για λοιπές επιβαρύνσεις έχει αποσβεστεί εν μέρει ή μπορεί πλέον να γεννηθεί μόνο για μέρος του εγγυημένου ποσού, η εγγύηση που έχει συσταθεί αποδεσμεύεται κατά αντίστοιχο μέρος, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, εκτός αν το ύψος του σχετικού ποσού δεν δικαιολογεί τέτοια ενέργεια.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των προθεσμιών για την αποδέσμευση της εγγύησης.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την αποδέσμευση της εγγύησης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Είσπραξη, καταβολή, επιστροφή και διαγραφή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού
Τμήμα 1
Καθορισμός του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, γνωστοποίηση και καταλογισμός της τελωνειακής οφειλής
Άρθρο 204
Καθορισμός του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών1. Το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού καθορίζεται από τις τελωνειακές αρχές που είναι αρμόδιες για τον τόπο στον οποίο γεννάται ή θεωρείται ότι έχει γεννηθεί η τελωνειακή οφειλή, σύμφωνα με το άρθρο 193. Για τους σκοπούς του εν λόγω καθορισμού, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, όταν έχει υποβληθεί τελωνειακή διασάφηση, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αποδέχονται το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που καθορίζεται στην τελωνειακή διασάφηση, με την επιφύλαξη εκ των υστέρων ελέγχων. Αν οι τελωνειακές αρχές διαφωνούν με το ποσό αυτό, καθορίζουν το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού μόλις λάβουν τις αναγκαίες πληροφορίες.
3. Όταν το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού δεν συνίσταται σε ακέραιο αριθμό, το ποσό αυτό μπορεί να στρογγυλοποιείται προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Όταν το ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εκφράζεται σε ευρώ, η στρογγυλοποίηση περιορίζεται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Τα κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ μπορούν είτε:
α) να εφαρμόζουν κατ’ αναλογία το δεύτερο εδάφιο, είτε
β) να παρεκκλίνουν από το εν λόγω εδάφιο, εφόσον οι κανόνες στρογγυλοποίησης δεν έχουν μεγαλύτερο δημοσιονομικό αντίκτυπο από τους κανόνες του δεύτερου εδαφίου.
Άρθρο 205
Γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής1. Η τελωνειακή αρχή γνωστοποιεί την τελωνειακή οφειλή στον οφειλέτη στον τόπο στον οποίο γεννάται ή θεωρείται ότι έχει γεννηθεί η τελωνειακή οφειλή, σύμφωνα με το άρθρο 193.
2. Όταν το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ισούται με το ποσό που υπολογίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα από τον εισαγωγέα ή τον εξαγωγέα, η παράδοση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές συνιστά γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής στον εισαγωγέα ή τον εξαγωγέα.
3. Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν πραγματοποιείται σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν, εν αναμονή του οριστικού καθορισμού του ύψους του δασμού εισαγωγής ή εξαγωγής, έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ ή προσωρινός αντισταθμιστικός δασμός ή προσωρινό μέτρο διασφάλισης·
β) όταν το ύψος του καταβλητέου δασμού εισαγωγής ή εξαγωγής υπερβαίνει εκείνο που καθορίστηκε βάσει απόφασης που ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 15·
γ) όταν η αρχική απόφαση να μην γνωστοποιηθεί το τελωνειακό χρέος ή να γνωστοποιηθεί με ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού χαμηλότερο από το οφειλόμενο ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ελήφθη βάσει γενικών διατάξεων που ακυρώθηκαν μεταγενέστερα με δικαστική απόφαση·
δ) όταν οι τελωνειακές αρχές απαλλάσσονται, βάσει της τελωνειακής νομοθεσίας, από την υποχρέωση γνωστοποίησης του τελωνειακού χρέους.
4. Όταν οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού σύμφωνα με την παράγραφο 1, γνωστοποιούν την τελωνειακή οφειλή στον οφειλέτη όταν είναι σε θέση να καθορίσουν το ποσό και να λάβουν σχετική απόφαση.
Ωστόσο, όταν οι τελωνειακές αρχές ενημερώνονται από τις αρμόδιες ενωσιακές ή εθνικές αρχές ότι η γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής θα έθετε σε κίνδυνο ποινική έρευνα στο κράτος μέλος των τελωνειακών αρχών ή σε διαφορετικό κράτος μέλος, οι τελωνειακές αρχές αναβάλλουν την εν λόγω γνωστοποίηση έως ότου να μην τίθεται πλέον σε κίνδυνο η εν λόγω ποινική έρευνα.
5. Ένας αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος μπορεί να υπολογίζει την τελωνειακή οφειλή η οποία αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αφορά όλα τα εμπορεύματα τα οποία ο εν λόγω συναλλασσόμενος έχει παραδώσει για λογαριασμό των τελωνειακών αρχών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 31 ημερολογιακές ημέρες και να κοινοποιεί την εν λόγω τελωνειακή οφειλή, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης των ποσών που σχετίζονται με κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα, στις τελωνειακές αρχές εντός πέντε ημερών από τη λήξη της εν λόγω περιόδου.
Μόλις παραλάβουν την εν λόγω κοινοποίηση, οι τελωνειακές αρχές θεωρείται ότι έχουν γνωστοποιήσει την τελωνειακή οφειλή.
6. Εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις που έχει επιλέξει να χρησιμοποιεί το καθεστώς IOSS και έχει την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, τροποποιεί ή ακυρώνει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 3, όταν τα εμπορεύματα που πωλούνται από τον εν λόγω εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις επιστρέφονται στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πώληση, στη διεύθυνση του αρχικού αποστολέα ή σε άλλη διεύθυνση εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης κατά την περίοδο που καλύπτεται από την εν λόγω κοινοποίηση. Ο εν λόγω εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις παρέχει ή καθιστά διαθέσιμο το αποδεικτικό εισόδου στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης ή εξόδου των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
7. Έως την 28η Φεβρουαρίου 2034, όταν έχει υποβληθεί τελωνειακή διασάφηση, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί εγγύηση για την καταβολή, να επιτρέπουν να γνωστοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής η τελωνειακή οφειλή η οποία αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αφορά όλα τα εμπορεύματα τα οποία παραδόθηκαν σε ένα και το αυτό πρόσωπο εντός καθορισμένης περιόδου. Η περίοδος που ορίζεται από τις τελωνειακές αρχές δεν υπερβαίνει τις 31 ημέρες.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:
α) των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου όταν οι τελωνειακές αρχές απαλλάσσονται από τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής·
β) των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται από τον αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο και τον εισαγωγέα για τις εξ αποστάσεως πωλήσεις στην κοινοποίηση που αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 206
Περιορισμός της τελωνειακής οφειλής1. Οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν προθεσμία τριών ετών από την ημερομηνία γένεσης της οφειλής για να την γνωστοποιήσουν στον οφειλέτη. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι έχει παραγραφεί.
2. Αν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί ως αποτέλεσμα πράξης η οποία, κατά τον χρόνο τέλεσής της, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ποινική δίωξη, η περίοδος των τριών ετών που καθορίζεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται σε πέντε έτη κατ’ ελάχιστο όριο και 10 έτη κατ’ ανώτατο όριο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
3. Οι περίοδοι που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου αναστέλλονται:
α) εάν ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 18, για την περίοδο από την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής έως το τέλος της διαδικασίας προσφυγής·
β) εάν οι τελωνειακές αρχές ενημερώσουν τον οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6, όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους σκοπεύουν να γνωστοποιήσουν την τελωνειακή οφειλή, για την περίοδο από την ημερομηνία της εν λόγω ενημέρωσης έως τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας ο οφειλέτης δικαιούται να εκφράσει την άποψή του· ή
γ) εάν η γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής αναβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 205 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.
4. Όταν μια τελωνειακή οφειλή έχει αναβιώσει σύμφωνα με το άρθρο 217 παράγραφος 8, οι περίοδοι που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επιστροφής ή διαγραφής σύμφωνα με το άρθρο 222 έως την ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση σχετικά με την επιστροφή ή διαγραφή.
Άρθρο 207
Καταλογισμός1. Οι τελωνειακές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 204 προβαίνουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, στον καταλογισμό του ποσού του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που έχει γνωστοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 205.
Η υποχρέωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 205 παράγραφος 2.
2. Οι τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται να προβαίνουν στον καταλογισμό των ποσών του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που, σύμφωνα με το άρθρο 206, αντιστοιχούν σε τελωνειακή οφειλή η οποία δεν μπορεί πλέον να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη.
3. Οι πρακτικές διαδικασίες καταλογισμού ποσών του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το αν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες γεννάται η τελωνειακή οφειλή, οι τελωνειακές αρχές είναι πεπεισμένες ότι τα εν λόγω ποσά θα καταβληθούν.
Άρθρο 208
Προθεσμία καταλογισμού1. Οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στον καταλογισμό του καταβλητέου ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού εντός 14 ημερών από την παράδοση των εμπορευμάτων, εκτός αν τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να προβαίνουν στον καταλογισμό του συνολικού ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αφορά όλα τα εμπορεύματα τα οποία παραδόθηκαν σε αξιόπιστο και ελεγμένο συναλλασσόμενο εντός καθορισμένης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 205 παράγραφος 5, μέσω ενιαίου καταλογισμού στο τέλος της εν λόγω προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω καταλογισμός πραγματοποιείται εντός 14 ημερών από τη λήξη της εν λόγω καθορισμένης προθεσμίας.
3. Όταν γνωστοποιείται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 205 παράγραφος 7, καταλογίζεται εντός 14 ημερών από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας.
4. Όταν η παράδοση των εμπορευμάτων εξαρτάται από ορισμένους όρους που διέπουν είτε τον καθορισμό του ποσού του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού είτε την είσπραξή του, το ποσό αυτό καταλογίζεται εντός 14 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία καθορίζεται το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή προσδιορίζεται η υποχρέωση καταβολής του εν λόγω δασμού.
Ωστόσο, όταν η τελωνειακή οφειλή αφορά προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ, προσωρινό αντισταθμιστικό δασμό ή προσωρινό μέτρο διασφάλισης, ο καταλογισμός του ποσού του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού πραγματοποιείται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της νομικής πράξης της Ένωσης με την οποία θεσπίζεται ο οριστικός δασμός ή το οριστικό μέτρο.
5. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή υπό περιστάσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού καταλογίζεται εντός 14 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να καθορίσουν το εν λόγω ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού και να λάβουν απόφαση.
6. Όταν το ποσό του καταβλητέου δασμού δεν έχει καταλογιστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5, ή έχει καθοριστεί και καταλογιστεί σε επίπεδο κατώτερο από το καταβλητέο ποσό, η παράγραφος 5 εφαρμόζεται στο ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που πρόκειται ή που απομένει να εισπραχθεί.
7. Οι προθεσμίες για τον καταλογισμό που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 6 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις απρόβλεπτων περιστάσεων ή ανωτέρας βίας.
8. Ο καταλογισμός μπορεί να αναβληθεί στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 205 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, έως ότου η γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής να μη θέτει πλέον σε κίνδυνο τη σχετική ποινική έρευνα, ακόμη και αν η έρευνα αυτή διεξάγεται σε διαφορετικό κράτος μέλος.
Στην περίπτωση αυτή, το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού καταλογίζεται εντός 14 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του ποσού στον οφειλέτη.
Άρθρο 209
Ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτωνΗ Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν μέτρα για τη διασφάλιση της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των τελωνειακών αρχών σε περιπτώσεις γένεσης τελωνειακής οφειλής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
Τμήμα 2
Καταβολή του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών
Άρθρο 210
Γενικές προθεσμίες καταβολής και αναστολή της προθεσμίας καταβολής1. Ο οφειλέτης καταβάλλει τα ποσά του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, τα οποία αντιστοιχούν σε τελωνειακή οφειλή που έχει γνωστοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 205, εντός της προθεσμίας που καθορίζουν οι τελωνειακές αρχές.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παράγραφος 2, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 10 ημέρες από τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής στον οφειλέτη.
Κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παρατείνουν την εν λόγω προθεσμία, σε περιπτώσεις στις οποίες το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού έχει καθοριστεί κατά τη διάρκεια εκ των υστέρων ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 68. Με την επιφύλαξη του άρθρου 214 παράγραφος 2, η εν λόγω παράταση της προθεσμίας δεν υπερβαίνει τον χρόνο που χρειάζεται ο οφειλέτης για να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκπλήρωση της υποχρέωσής του.
2. Αν ο οφειλέτης δικαιούται κάποια από τις επιλογές καταβολής που προβλέπονται στα άρθρα 212, 213 και 214, η καταβολή πραγματοποιείται εντός της περιόδου ή των περιόδων που καθορίζονται όσον αφορά τις εν λόγω επιλογές.
3. Η προθεσμία καταβολής του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή αναστέλλεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν υποβάλλεται αίτηση διαγραφής δασμού σύμφωνα με το άρθρο 222·
β) όταν τα εμπορεύματα πρόκειται να δημευθούν, να καταστραφούν ή να εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου· ή γ) όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί δυνάμει του άρθρου 185 και οι οφειλέτες είναι περισσότεροι του ενός.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των κανόνων για την αναστολή της προθεσμίας καταβολής του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και με τον καθορισμό της περιόδου αναστολής.
Άρθρο 211
Καταβολή1. Η καταβολή πραγματοποιείται με κάθε μέσο πληρωμής που έχει ως αποτέλεσμα την εξόφληση της οφειλής, μεταξύ άλλων και με συμψηφισμό, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
2. Η καταβολή μπορεί να γίνεται από τρίτο πρόσωπο αντί από τον οφειλέτη.
3. Ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλλει το σύνολο ή μέρος του οφειλόμενου ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού χωρίς να περιμένει τη λήξη της προθεσμίας που έχει χορηγηθεί στον οφειλέτη για την καταβολή.
Άρθρο 212
Αναστολή καταβολής1. Οι τελωνειακές αρχές, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου και υπό την προϋπόθεση ότι συστήνει εγγύηση, επιτρέπουν την αναβολή της καταβολής του καταβλητέου δασμού σύμφωνα με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:
α) χωριστά για κάθε ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που καταλογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 1 ή παράγραφος 6·
β) συνολικά για όλα τα ποσά εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 1, κατά τη διάρκεια περιόδου που καθορίζεται από τις τελωνειακές αρχές και δεν υπερβαίνει τις 31 ημέρες· ή
γ) συνολικά για όλα τα ποσά εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αποτελούν το αντικείμενο ενιαίου καταλογισμού σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 3.
2. Με την προϋπόθεση ότι παρέχει εγγύηση, ο αξιόπιστος και ελεγμένος συναλλασσόμενος μπορεί να αναβάλει την καταβολή του καταβλητέου δασμού συνολικά για όλα τα ποσά εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αποτελούν ενιαίο καταλογισμό σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 2.
Άρθρο 213
Περίοδοι αναβολής της καταβολής1. Η περίοδος για την οποία αναβάλλεται η καταβολή δυνάμει του άρθρου 212 («περίοδος αναβολής») ανέρχεται σε 30 ημέρες.
2. Όταν η καταβολή αναβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο α), η περίοδος αναβολής ξεκινά την επομένη της ημέρας κατά την οποία γνωστοποιείται η τελωνειακή οφειλή στον οφειλέτη.
3. Όταν η καταβολή αναβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο β), η περίοδος αναβολής ξεκινά την επομένη της ημέρας κατά την οποία λήγει η περίοδος συγκεντρωτικού καταλογισμού. Η περίοδος αυτή μειώνεται κατά τον αριθμό των ημερών που αντιστοιχεί στο ήμισυ του αριθμού των ημερών της περιόδου για τον συγκεντρωτικό καταλογισμό.
4. Όταν η καταβολή αναβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή το άρθρο 212 παράγραφος 2, η περίοδος αναβολής ξεκινά την επομένη της λήξης της περιόδου που έχει καθοριστεί για την παράδοση των εκάστοτε εμπορευμάτων. Η περίοδος αυτή μειώνεται κατά τον αριθμό των ημερών που αντιστοιχεί στο ήμισυ του αριθμού των ημερών που καλύπτονται από την περίοδο που έχει καθοριστεί για την παράδοση των εμπορευμάτων.
5. Όταν ο αριθμός των ημερών της περιόδου συγκεντρωτικού καταλογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή της περιόδου που έχει καθοριστεί για την παράδοση των εμπορευμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είναι περιττός, ο αριθμός των ημερών που πρέπει να αφαιρεθούν από την περίοδο αναβολής, δυνάμει των εν λόγω παραγράφων, ισούται με το ήμισυ του αμέσως κατώτερου άρτιου αριθμού.
6. Όταν η περίοδος συγκεντρωτικού καταλογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή η περίοδος που έχει καθοριστεί για την παράδοση των εμπορευμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκφράζεται σε εβδομάδες, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού για το οποίο έχει αναβληθεί η καταβολή πραγματοποιείται το αργότερο την Παρασκευή της τέταρτης εβδομάδας που ακολουθεί την εβδομάδα κατά την οποία η πληρωμή ήταν απαιτητή.
Όταν η περίοδος συγκεντρωτικού καταλογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή η περίοδος που έχει καθοριστεί για την παράδοση των εμπορευμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκφράζεται σε μήνες, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού για το οποίο έχει αναβληθεί η καταβολή πραγματοποιείται μέχρι τη 16η ημέρα του μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο η πληρωμή ήταν απαιτητή.
Άρθρο 214
Άλλες επιλογές καταβολής1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παρέχουν στον οφειλέτη επιλογές καταβολής άλλες από την αναβολή καταβολής («άλλες επιλογές καταβολής»), υπό τον όρο ότι συστήνεται εγγύηση.
2. Όταν παρέχονται άλλες επιλογές καταβολής σύμφωνα με την παράγραφο 1, επιβάλλεται πιστωτικός τόκος επί του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού.
Για κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ, το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου ισούται με το δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της την πρώτη ημέρα του μήνα λήξης της προθεσμίας για τη σχετική οφειλή, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Για κράτος μέλος που δεν έχει νόμισμα το ευρώ, το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου ισούται με το επιτόκιο που εφαρμόζει η οικεία εθνική κεντρική τράπεζα την πρώτη ημέρα του μήνα λήξης της προθεσμίας για τη σχετική οφειλή για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ή, για κράτος μέλος για το οποίο το επιτόκιο της εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν είναι διαθέσιμο, το πλέον ισοδύναμο επιτόκιο που εφαρμόζεται την πρώτη ημέρα του εν λόγω μήνα στη χρηματαγορά του κράτους μέλους, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μην απαιτούν εγγύηση ή να μην επιβάλλουν πιστωτικό τόκο, εφόσον στοιχειοθετείται, βάσει τεκμηριωμένης αξιολόγησης της κατάστασης του οφειλέτη, ότι με την απαίτηση εγγύησης ή την επιβολή τόκου πίστωσης θα προκαλούνταν σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες.
4. Οι τελωνειακές αρχές δεν επιβάλλουν πιστωτικό τόκο όταν το ποσό για κάθε πράξη είσπραξης δεν υπερβαίνει τα 10 EUR.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για την τροποποίηση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου με την επικαιροποίηση του ορίου που ορίζεται σε αυτήν, ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στις οικονομικές περιστάσεις.
Άρθρο 215
Αναγκαστική εκτέλεσηΌταν το ποσό του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού δεν έχει καταβληθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας, οι τελωνειακές αρχές διασφαλίζουν την καταβολή του εν λόγω ποσού με όλα τα διαθέσιμα μέσα, σύμφωνα με το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
Άρθρο 216
Τόκος υπερημερίας1. Επί του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού επιβάλλεται τόκος υπερημερίας από την ημερομηνία λήξης της καθορισμένης προθεσμίας έως την ημερομηνία καταβολής.
Για κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ, το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας ισούται με το δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της την πρώτη ημέρα του μήνα λήξης της προθεσμίας για τη σχετική οφειλή, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Για κράτος μέλος που δεν έχει νόμισμα το ευρώ, το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας ισούται με το επιτόκιο που εφαρμόζει η οικεία εθνική κεντρική τράπεζα την πρώτη ημέρα του μήνα λήξης της προθεσμίας για τη σχετική οφειλή για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, ή, για κράτος μέλος για το οποίο το επιτόκιο της εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν είναι διαθέσιμο, το πλέον ισοδύναμο επιτόκιο που εφαρμόζεται την πρώτη ημέρα του εν λόγω μήνα στη χρηματαγορά του κράτους μέλους, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.
2. Όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται βάσει του άρθρου 185 ή 188 ή όταν η γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής προκύπτει από εκ των υστέρων έλεγχο, επιβάλλεται τόκος υπερημερίας πέραν του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής έως την ημερομηνία γνωστοποίησής της.
Το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μην επιβάλλουν τόκο υπερημερίας εφόσον στοιχειοθετείται, βάσει τεκμηριωμένης αξιολόγησης της κατάστασης του οφειλέτη, ότι η επιβολή του θα προκαλούσε σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες.
4. Οι τελωνειακές αρχές δεν χρεώνουν τόκο υπερημερίας όταν το ποσό για κάθε πράξη είσπραξης δεν υπερβαίνει τα 10 EUR.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για την τροποποίηση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου με την επικαιροποίηση του ορίου που ορίζεται σε αυτήν, ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στις οικονομικές περιστάσεις.
Τμήμα 3
Επιστροφή και διαγραφή
Άρθρο 217
Επιστροφή και διαγραφή1. Με την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στο παρόν τμήμα, οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν ή διαγράφουν ποσά του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
α) ποσά επιπλέον του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού·
β) ελαττωματικά εμπορεύματα ή εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους της σύμβασης·
γ) σφάλμα των αρμόδιων αρχών·
δ) δίκαιη μεταχείριση·
ε) ακύρωση των δεδομένων βάσει των οποίων βεβαιώθηκε η τελωνειακή οφειλή για τα αντίστοιχα εμπορεύματα ή, κατά περίπτωση, ακύρωση της τελωνειακής διασάφησης.
2. Οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν ή διαγράφουν το ποσό του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αν ανέρχεται σε 10 EUR και άνω, εκτός αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ζητήσει την επιστροφή ή διαγραφή μικρότερου ποσού.
3. Όταν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι θα πρέπει να χορηγηθεί επιστροφή ή διαγραφή βάσει του άρθρου 220 ή 221, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή προς λήψη απόφασης σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι οι ειδικές περιστάσεις οφείλονται σε αθέτηση των υποχρεώσεων της Επιτροπής·
β) όταν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι η Επιτροπή έχει διαπράξει σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 220·
γ) όταν οι περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν σχέση με τα πορίσματα ενωσιακής έρευνας που διενεργείται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 ή δυνάμει οποιασδήποτε άλλης νομικής πράξης της Ένωσης ή δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας έχει συνάψει η Ένωση με ορισμένες χώρες ή ομάδες χωρών, όπου προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας τέτοιων ενωσιακών ερευνών·
δ) όταν το ποσό για το οποίο θα μπορούσε να ευθύνεται το ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε σχέση με μία ή περισσότερες πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής ισούται με ή υπερβαίνει τα 500 000 EUR λόγω σφάλματος ή ειδικών περιστάσεων.
4. Η υποχρέωση διαβίβασης του φακέλου της παραγράφου 3 δεν ισχύει όταν η Επιτροπή έχει λάβει ήδη απόφαση σχετικά με υπόθεση η οποία παρουσιάζει παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία ή όταν ασχολείται ήδη με μια τέτοια υπόθεση.
5. Όταν οι τελωνειακές αρχές διαπιστώσουν, εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στο άρθρο 222 παράγραφος 1, ότι ένα ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού πρέπει να επιστραφεί ή να διαγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 218, 220 ή 221, και είναι αρμόδιες να το πράξουν, οι ίδιες προβαίνουν αυτεπαγγέλτως στην επιστροφή ή τη διαγραφή του.
6. Δεν χορηγείται επιστροφή ή διαγραφή δασμού, όταν η κατάσταση η οποία οδήγησε στη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής είναι αποτέλεσμα παραπλάνησης από τον οφειλέτη.
7. Η επιστροφή δεν συνεπάγεται την καταβολή τόκων από τις ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και γ), η επιστροφή δεν συνεπάγεται την καταβολή τόκων από τις ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές μόνον εάν οι τελωνειακές αρχές επιστρέψουν ένα ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού διαπιστωθεί ότι το ποσό είναι επιστρεπτέο. Εάν οι τελωνειακές αρχές δεν επιστρέψουν το εν λόγω ποσό χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο οφειλέτης κινήσει διαδικασία με σκοπό την επιστροφή του, οι τόκοι καταβάλλονται για την περίοδο από την ημερομηνία καταβολής των εν λόγω δασμών έως την ημερομηνία επιστροφής τους.
Επιπλέον, καταβάλλεται τόκος όταν μια απόφαση που εγκρίνει την επιστροφή δεν εκτελείται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσής της, εκτός αν η μη τήρηση της προθεσμίας οφείλεται σε περιστάσεις εκτός του ελέγχου των τελωνειακών αρχών. Ο εν λόγω τόκος καταβάλλεται από τη λήξη της περιόδου των τριών μηνών έως την ημερομηνία επιστροφής. Το επιτόκιο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 214.
8. Εάν οι τελωνειακές αρχές έχουν εσφαλμένα χορηγήσει επιστροφή ή διαγραφή δασμού, η αρχική τελωνειακή οφειλή αναβιώνει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 1 και ότι οι τόκοι που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 7 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου επιστρέφονται.
9. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για την τροποποίηση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου με την επικαιροποίηση του ορίου που ορίζεται σε αυτήν, ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στις οικονομικές περιστάσεις.
10. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των κανόνων με τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται όταν λαμβάνει την αναφερόμενη στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου απόφαση, ιδίως όσον αφορά τα ακόλουθα ζητήματα:
α) τους όρους αποδοχής του φακέλου·
β) την προθεσμία λήψης απόφασης και την αναστολή της προθεσμίας αυτής·
γ) την κοινοποίηση, πριν από τη λήψη απόφασης που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, των λόγων στους οποίους η Επιτροπή προτίθεται να βασίσει την απόφασή της·
δ) τη γνωστοποίηση της απόφασης·
ε) τις συνέπειες της μη λήψης απόφασης ή της μη γνωστοποίησής της.
11. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την επιστροφή και τη διαγραφή δασμού. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
12. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη, με τη μορφή απόφασης, με την οποία επιτρέπει την επιστροφή ή τη διαγραφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, όταν πληρούνται οι απαιτήσεις της εν λόγω παραγράφου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 2.
Όταν η γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 283 παράγραφος 1 πρέπει να λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία, εφαρμόζεται το άρθρο 283 παράγραφος 6.
Άρθρο 218
Ποσά επιπλέον του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού1. Ποσά εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού επιστρέφονται ή διαγράφονται εάν το ποσό που αντιστοιχεί στην αρχικώς γνωστοποιηθείσα τελωνειακή οφειλή υπερβαίνει το καταβλητέο ποσό ή η τελωνειακή οφειλή γνωστοποιήθηκε στον οφειλέτη σε αντίθεση προς το άρθρο 205 παράγραφος 3 στοιχεία γ) και δ).
2. Όταν η αίτηση για επιστροφή ή διαγραφή βασίζεται στην ύπαρξη, κατά τον χρόνο θέσης των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, μειωμένου ή μηδενικού συντελεστή εισαγωγικού δασμού επί των εμπορευμάτων που εφαρμόζεται στο πλαίσιο δασμολογικής ποσόστωσης, δασμολογικού ανώτατου ορίου ή άλλων ευνοϊκών δασμολογικών μέτρων, η εν λόγω επιστροφή ή διαγραφή χορηγείται εάν, κατά τον χρόνο υποβολής της, η αίτηση συνοδευόταν από τα αναγκαία έγγραφα και, εάν πρόκειται για δασμολογική ποσόστωση, ο όγκος της δεν έχει εξαντληθεί, και, σε άλλες περιπτώσεις, δεν έχει στο μεταξύ γίνει επαναφορά του κανονικά οφειλόμενου δασμολογικού συντελεστή.
Άρθρο 219
Ελαττωματικά εμπορεύματα ή εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους της σύμβασης1. Οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν ή διαγράφουν ποσό εισαγωγικού δασμού όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
α) η γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής αφορά εμπορεύματα τα οποία απέρριψε ο εισαγωγέας επειδή, κατά τον χρόνο της παράδοσής τους, ήταν ελαττωματικά ή δεν ήταν σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης βάσει της οποίας εισήχθησαν·
β) τα εμπορεύματα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, εκτός αν ήταν αναγκαία η αρχική χρησιμοποίησή τους για να διαπιστωθεί ότι ήταν ελαττωματικά ή δεν ήταν σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης· και
γ) τα εμπορεύματα μεταφέρονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης ή, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, οι τελωνειακές αρχές έχουν εγκρίνει την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, μεταξύ άλλων, για την καταστροφή τους, ή την υπαγωγή τους στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης ή στο καθεστώς ελεύθερης ζώνης.
2. Οι τελωνειακές αρχές δεν επιστρέφουν ούτε διαγράφουν ποσό εισαγωγικού δασμού σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) τα εμπορεύματα, πριν τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, είχαν υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς για δοκιμές, εκτός αν αποδεικνύεται ότι το γεγονός ότι τα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά ή δεν ήταν σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης δεν θα ήταν κανονικά δυνατόν να διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των δοκιμών αυτών·
β) ο ελαττωματικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων είχε ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό των όρων της σύμβασης, ιδίως της τιμής, πριν υπαχθούν τα εν λόγω εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής·
γ) τα εμπορεύματα πωλούνται από τον αιτούντα αφού διαπιστωθεί ότι είναι ελαττωματικά ή δεν είναι σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης.
3. Τα ελαττωματικά εμπορεύματα περιλαμβάνουν εμπορεύματα που έχουν φθαρεί πριν από την παράδοσή τους.
Άρθρο 220
Σφάλμα των τελωνειακών αρχών1. Σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και στα άρθρα 218, 219 και 221, οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν ή διαγράφουν ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού όταν, λόγω σφάλματος των αρμόδιων αρχών, έχουν γνωστοποιήσει ποσό που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή κατώτερο από το καταβλητέο ποσό, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης δεν μπορούσε ευλόγως να έχει διαπιστώσει το εν λόγω σφάλμα και ενεργούσε με καλή πίστη.
2. Όταν δεν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 218 παράγραφος 2, οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν σε επιστροφή ή διαγραφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού αν, λόγω σφάλματος από την πλευρά τους, ο μειωμένος ή μηδενικός δασμολογικός συντελεστής δεν εφαρμόστηκε σε εμπορεύματα και τα δεδομένα βάσει των οποίων παραδόθηκαν τα εμπορεύματα ή, κατά περίπτωση, η τελωνειακή διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, περιείχαν όλα τα δεδομένα και συνοδεύονταν από όλα τα αναγκαία έγγραφα για την εφαρμογή του μειωμένου ή μηδενικού συντελεστή.
3. Όταν η προτιμησιακή μεταχείριση των εμπορευμάτων χορηγείται βάσει συστήματος διοικητικής συνεργασίας στο οποίο συμμετέχουν οι αρχές τρίτης χώρας, η έκδοση πιστοποιητικού από τις εν λόγω αρχές, το οποίο αργότερα αποδεικνύεται ανακριβές, συνιστά σφάλμα το οποίο δεν θα μπορούσε ευλόγως να έχει διαπιστωθεί κατά την έννοια της παραγράφου 1.
Ωστόσο, η έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού δεν συνιστά σφάλμα όταν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των πραγματικών περιστατικών από τον εξαγωγέα, εκτός αν είναι προφανές ότι οι αρχές που το εξέδωσαν γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τους προβλεπόμενους όρους για να τύχουν προτιμησιακής μεταχείρισης.
Ο οφειλέτης θεωρείται ότι ενεργεί καλή τη πίστει εάν μπορεί να αποδείξει ότι, κατά την περίοδο των σχετικών εμπορικών πράξεων, κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια για να διασφαλίσει ότι συνέτρεχαν όλοι οι όροι για την προτιμησιακή μεταχείριση.
Ο οφειλέτης δεν μπορεί να επικαλεστεί την καλή του πίστη, αν η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος από τη δικαιούχο τρίτη χώρα.
Άρθρο 221
Δίκαιη μεταχείριση1. Σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και στα άρθρα 218, 219 και 220, οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν ή διαγράφουν το ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού για λόγους δίκαιης μεταχείρισης, όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή υπό ειδικές περιστάσεις στις οποίες δεν μπορεί να αποδοθεί παραπλάνηση ή προφανής αμέλεια στον οφειλέτη.
2. Οι ειδικές περιστάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 θεωρείται ότι συντρέχουν όταν είναι σαφές από τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η περίπτωση του οφειλέτη είναι εξαιρετική σε σύγκριση με άλλους οικονομικούς φορείς του ίδιου επιχειρηματικού τομέα και ότι, αν δεν υπήρχαν οι περιστάσεις αυτές, ο οφειλέτης δεν θα είχε βρεθεί σε μειονεκτική θέση λόγω της είσπραξης του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού.
Άρθρο 222
Διαδικασία επιστροφής και διαγραφής1. Οι αιτήσεις για επιστροφή ή διαγραφή ποσού εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού σύμφωνα με το άρθρο 217 υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές εντός των ακόλουθων προθεσμιών:
α) στην περίπτωση επιβολής ποσών επιπλέον του καταβλητέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, σφάλματος των αρμόδιων αρχών ή για λόγους δίκαιης μεταχείρισης, εντός τριών ετών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της τελωνειακής οφειλής·
β) στην περίπτωση ελαττωματικών εμπορευμάτων ή εμπορευμάτων που δεν συμφωνούν με τους όρους της σύμβασης, εντός ενός έτους από την ημερομηνία γνωστοποίησης της τελωνειακής οφειλής·
γ) σε περίπτωση ακύρωσης των δεδομένων ή, κατά περίπτωση, τελωνειακής διασάφησης βάσει των οποίων παραδόθηκαν τα εμπορεύματα, εντός ενός έτους από την ημερομηνία ακύρωσης των εν λόγω δεδομένων ή της εν λόγω τελωνειακής διασάφησης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους κανόνες που ισχύουν για την ακύρωση.
Η προθεσμία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) παρατείνεται, όταν ο αιτών παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν υπέβαλε αίτηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων ή ανωτέρας βίας.
2. Όταν οι τελωνειακές αρχές δεν είναι σε θέση να επιστρέψουν ή να διαγράψουν ποσό εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού με βάση τους λόγους που προβάλλονται, εξετάζουν την ουσία αίτησης επιστροφής ή διαγραφής λαμβάνοντας υπόψη τους άλλους λόγους επιστροφής ή διαγραφής που αναφέρονται στο άρθρο 217.
3. Όταν ασκείται προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 18 κατά της γνωστοποίησης της τελωνειακής οφειλής, η σχετική προθεσμία που καθορίζεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, καθώς και η εξέταση των αιτήσεων διαγραφής και επιστροφής και οι σχετικές προθεσμίες αναστέλλονται, από την ημερομηνία που ασκείται η προσφυγή και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής.
4. Όταν η τελωνειακή αρχή χορηγεί επιστροφή ή διαγραφή σύμφωνα με το άρθρο 220 ή 221, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων για την ενημέρωση της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου και τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Απόσβεση τελωνειακής οφειλής
Άρθρο 223
Απόσβεση1. Με την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων σχετικά με τη μη είσπραξη του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή σε περίπτωση δικαστικά διαπιστωμένης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής, κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή, πραγματοποιείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α) με την παραγραφή της τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 206·
β) με την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού·
γ) με διαγραφή του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου·
δ) όσον αφορά εμπορεύματα τα οποία έχουν παραδοθεί για τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, με ακύρωση των δεδομένων βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η παράδοση ή η τελωνειακή διασάφηση·
ε) με τη δήμευση των εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό ή την κατάσχεση και την ταυτόχρονη ή επακόλουθη δήμευσή τους·
στ) με την καταστροφή υπό τελωνειακή επιτήρηση ή την εγκατάλειψη υπέρ του δημοσίου των εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς·
ζ) με την εξαφάνιση των εμπορευμάτων ή τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την τελωνειακή νομοθεσία ως αποτέλεσμα της ολικής καταστροφής ή της ανεπανόρθωτης απώλειας των εν λόγω εμπορευμάτων λόγω της ίδιας της φύσης των εμπορευμάτων ή απρόβλεπτων περιστάσεων ή ανωτέρας βίας ή ακόμη συνεπεία οδηγίας των τελωνειακών αρχών, μεταξύ άλλων και όταν έχουν καταστεί μη χρησιμοποιήσιμα από οποιοδήποτε πρόσωπο και ως εκ τούτου θεωρείται ότι έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη απώλεια·
η) όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί σύμφωνα με το άρθρο 185 ή 188, με την εκπλήρωση των ακόλουθων προϋποθέσεων:
i) οι παραλείψεις που οδήγησαν στη γένεση τελωνειακής οφειλής δεν είχαν ουσιαστικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του οικείου τελωνειακού καθεστώτος και δεν συνιστούσαν απόπειρα παραπλάνησης· και
ii) έχουν διεκπεραιωθεί στη συνέχεια όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις που απαιτούνταν για την τακτοποίηση της κατάστασης των εμπορευμάτων·
θ) στην περίπτωση εμπορευμάτων που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία με απαλλαγή από δασμό ή με μειωμένο συντελεστή εισαγωγικού δασμού λόγω του ειδικού προορισμού τους, με εξαγωγή τους με την άδεια των τελωνειακών αρχών·
ι) όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί σύμφωνα με το άρθρο 184, με ακύρωση των τελωνειακών διατυπώσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο·
ια) όταν, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί δυνάμει του άρθρου 185, με την παροχή στις τελωνειακές αρχές ικανοποιητικών αποδείξεων σύμφωνα με τις οποίες τα εμπορεύματα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ή καταναλωθεί και έχουν μεταφερθεί εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·
ιβ) όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω υπέρβασης της ποσότητας ή της αξίας των εμπορευμάτων που καθορίζονται στην άδεια για ειδικό καθεστώς, με τη λήξη περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής, υπό τον όρο ότι θα ήταν δυνατή η τροποποίηση της άδειας ή η χορήγηση νέας άδειας χωρίς εξέταση των οικονομικών προϋποθέσεων για την κάλυψη αυτής της μεγαλύτερης ποσότητας ή αξίας, εάν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση εντός της εν λόγω περιόδου, και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:
i) οι παραλείψεις που οδήγησαν στη γένεση τελωνειακής οφειλής δεν είχαν ουσιαστικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία του οικείου τελωνειακού καθεστώτος και δεν συνιστούσαν απόπειρα παραπλάνησης· και
ii) διεκπεραιώθηκαν στη συνέχεια όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις που απαιτούνταν για την τακτοποίηση της κατάστασης των εμπορευμάτων·
ιγ) στην περίπτωση εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εξ αποστάσεως πώληση, είτε:
i) με την ενδεχόμενη μη είσοδο των εμπορευμάτων αυτών στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, είτε
ii) με ακύρωση εξ αποστάσεως πώλησης πριν από τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής και ακύρωση από τον εισαγωγέα για εξ αποστάσεως πωλήσεις των δεδομένων που προβλέπονται για την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς σύμφωνα με το άρθρο 80 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.
2. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η τελωνειακή οφειλή θεωρείται, για τους σκοπούς της επιβολής κυρώσεων για τις παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας, ότι δεν έχει αποσβεστεί όταν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, ο εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή η ύπαρξη τελωνειακής οφειλής αποτελούν τη βάση για την επιβολή κυρώσεων.
3. Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο θ), η τελωνειακή οφειλή αποσβεστεί για εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία με απαλλαγή από δασμό, ή με μειωμένο συντελεστή εισαγωγικού δασμού λόγω του ειδικού προορισμού τους, ενδεχόμενα απορρίμματα και θραύσματα που προκύπτουν από την καταστροφή τους θεωρούνται μη ενωσιακά εμπορεύματα.
4. Σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν αποδεικνύει ότι η πραγματική απώλεια είναι μεγαλύτερη από εκείνη που υπολογίστηκε με την εφαρμογή του κανονικού συντελεστή για τα εν λόγω εμπορεύματα, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους κανονικούς συντελεστές ανεπανόρθωτης απώλειας από αιτία αναγόμενη στην ίδια τη φύση των εμπορευμάτων.
5. Σε περίπτωση που περισσότερα του ενός πρόσωπα οφείλουν την καταβολή του ποσού του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού που αντιστοιχεί στην τελωνειακή οφειλή και χορηγείται διαγραφή, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής αφορά μόνο το πρόσωπο ή τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί η διαγραφή.
6. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ια), η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής δεν αφορά το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν αποπειραθεί να διαπράξουν παραπλάνηση.
7. Όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί δυνάμει του άρθρου 185, η απόσβεσή της αφορά μόνο τα πρόσωπα των οποίων η συμπεριφορά δεν ενείχε απόπειρα διάπραξης παραπλάνησης και τα οποία συνέβαλαν στην καταπολέμηση της απάτης.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό του καταλόγου των παραλείψεων που δεν έχουν ουσιαστικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του οικείου τελωνειακού καθεστώτος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο η) σημείο i) και στοιχείο ιβ) σημείο i) του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 224
Επιβολή κυρώσεωνΤο γεγονός ότι η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 223 παράγραφος 1 στοιχείο η) ή ιβ) δεν αποκλείει την εφαρμογή κυρώσεων για συναφείς παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας.
ΤΙΤΛΟΣ XI
ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Περιοριστικά μέτρα
Άρθρο 225
Ρόλος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και των τελωνειακών αρχών1. Η Τελωνειακή αρχή της ΕΕ συμβάλλει στην ορθή, συνεπή και αποτελεσματική εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 215
ΣΛΕΕ («περιοριστικά μέτρα»), παρακολουθώντας την εφαρμογή τους στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και, με την επιφύλαξη της επανεξέτασης και της έγκρισης από την Επιτροπή, παρέχοντας κατάλληλη καθοδήγηση στις τελωνειακές αρχές.
2. Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τα περιοριστικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη την καθοδήγηση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
Άρθρο 226
Υποβολή εκθέσεων1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποβάλλει τακτικά και όποτε είναι αναγκαίο έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων από τις τελωνειακές αρχές, ιδίως εντοπίζοντας δυνητικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών.
Επιπλέον, συλλέγει και αναλύει πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο των περιοριστικών μέτρων στις ροές του εμπορίου και την τελωνειακή συμμόρφωση.
2. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων σχετικά με περιπτώσεις ή υπόνοιες περιπτώσεων καταστρατήγησης των περιοριστικών μέτρων και σχετικά με τα ειλημμένα μέτρα μετριασμού του κινδύνου. Η ενημέρωση αυτή παρέχεται, ει δυνατόν, μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων
Άρθρο 227
Πρωτόκολλα και διαδικασίες1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ καταρτίζει διαδικασίες και πρωτόκολλα, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των κρατών μελών, με σκοπό την εξασφάλιση κατάλληλης αντίδρασης σε καταστάσεις κρίσεων. Οι διαδικασίες και τα πρωτόκολλα αυτά μπορούν να ενεργοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 1 σε περίπτωση που υπάρχει:
α) κρίση σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη η οποία έχει σημαντικό ή δυνητικά σημαντικό αντίκτυπο στις τελωνειακές διατυπώσεις που απαιτούνται και η οποία θα μπορούσε να διαταράξει τη ροή των εμπορευμάτων, τους τελωνειακούς ελέγχους ή τις σχετιζόμενες διαδικασίες·
β) κρίση σε έναν δεδομένο τομέα που απαιτεί από τις τελωνειακές αρχές να αναλάβουν συντονισμένη δράση με τις αρμόδιες αρχές.
2. Τα πρωτόκολλα και οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να καλύπτουν ειδικότερα:
α) την εφαρμογή κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας, κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου και προφίλ κινδύνου, καθώς και κατάλληλων μέτρων μετριασμού των κινδύνων, τελωνειακών ελέγχων και τελωνειακών διατυπώσεων που απαιτούνται, συμπεριλαμβανομένων των όρων πληρωμής·
β) πλαίσιο συνεργασίας για την υποστήριξη της προσωρινής τοποθέτησης τελωνειακών υπαλλήλων και εγκατάστασης εξοπλισμού τελωνειακών ελέγχων από ένα κράτος μέλος σε άλλο·
γ) ταχείες λωρίδες στα σύνορα για την ελαχιστοποίηση των καθυστερήσεων και της συμφόρησης στις ροές εμπορευμάτων·
δ) τις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση, την παράταση και την απενεργοποίηση των διαφόρων μέτρων και ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση καταστάσεων κρίσης, με βάση σαφώς καθορισμένες ανάγκες και κατάλληλη αιτιολόγηση·
ε) την αποφυγή περιορισμών στο εμπόριο που αφορούν συναφή με την κρίση εμπορεύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747·
στ) μηχανισμό συνέχειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 9 και στο άρθρο 31 παράγραφος 11 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 228
Ενεργοποίηση του μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων1. Η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία ή βάσει αιτήματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για την ενεργοποίηση των αναγκαίων δράσεων και ρυθμίσεων που πρέπει να εφαρμοστούν σε περίπτωση κρίσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις:
α) λαμβάνουν υπόψη τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 227·
β) προσδιορίζουν τα ειδικά μέτρα και τις ρυθμίσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης κρίσης ή για τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεών της·
γ) καθορίζουν τη διάρκεια των εφαρμοστέων μέτρων και ρυθμίσεων και τις σχετικές προϋποθέσεις για την παράταση και την απενεργοποίησή τους.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφοι 4 και 5.
2. Σε περίπτωση κρίσης, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συγκροτεί μονάδα αντιμετώπισης κρίσεων η οποία είναι μόνιμα διαθέσιμη καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.
Οι αρμοδιότητες, οι τομείς εμπειρογνωσίας και η σύνθεση της μονάδας αντιμετώπισης κρίσεων καθορίζονται κατά τη σύστασή της, λαμβανομένων υπόψη των πρωτοκόλλων και των διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 227, καθώς και της φύσης και της έκτασης της κρίσης. Η Επιτροπή μπορεί να υποστηρίζει την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ κατά το στάδιο του σχεδιασμού και τη συγκρότηση της μονάδας αντιμετώπισης κρίσεων. Η μονάδα αντιμετώπισης κρίσεων χρηματοδοτείται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού που χορηγούνται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
3. Οι τελωνειακές αρχές υλοποιούν και εφαρμόζουν τα μέτρα και τις ρυθμίσεις που ενεργοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και υποβάλλουν έκθεση στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή τους. Το πεδίο εφαρμογής, ο μορφότυπος και η συχνότητα υποβολής των εκθέσεων καθορίζονται από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη, αφού ληφθεί υπόψη η φύση της κρίσης και τα μέτρα που εφαρμόζονται.
4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συντονίζει και εποπτεύει την εφαρμογή των μέτρων και των ρυθμίσεων της παραγράφου 1 από τις τελωνειακές αρχές. Αξιολογεί δε την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις εκθέσεις των τελωνειακών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, και υποβάλλει έκθεση με τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης στην Επιτροπή και στις τελωνειακές αρχές.
ΤΙΤΛΟΣ XII
Η ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Αρχές
Άρθρο 229
Σύσταση και νομικό καθεστώς1. Συστήνεται η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και είναι όργανο της Ένωσης το οποίο διαθέτει νομική προσωπικότητα.
2. Σε καθένα από τα κράτη μέλη, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ διαθέτει την ευρύτερη δυνατή δικαιοπρακτική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα βάσει της νομοθεσίας τους. Μπορεί, ειδικότερα, να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκπροσωπείται από τον εκτελεστικό διευθυντή της.
Άρθρο 230
ΈδραΗ έδρα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ είναι στη Λιλ της Γαλλίας.
Άρθρο 231
Αποστολή και στόχοι της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συμβάλλει στην επίτευξη της αποστολής των τελωνειακών αρχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2.
2. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, της OLAF και των κρατών μελών, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ επιδιώκει τους ακόλουθους στόχους:
α) να συμβάλλει στην ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη διατήρηση των τεχνολογιών πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στη βέλτιστη χρήση των διαθέσιμων δεδομένων για σκοπούς τελωνειακής επιτήρησης, ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων·
β) να υποστηρίζει τις τελωνειακές αρχές στην επίτευξη ενιαίας εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνων και τους τελωνειακούς ελέγχους·
γ) να συμβάλλει στην επιχειρησιακή διαχείριση της τελωνειακής ένωσης συντονίζοντας και επιβλέποντας την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών και συγκεντρώνοντας και παρέχοντας τεχνική εμπειρογνωσία για την αύξηση της αποδοτικότητας και της επίτευξης αποτελεσμάτων·
δ) να συμβάλλει στην εφαρμογή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
ε) να συνεργάζεται με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης σε τομείς όπου οι δραστηριότητές τους σχετίζονται με τη διαχείριση των εμπορευμάτων που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Καθήκοντα
Άρθρο 232
Καθήκοντα1. Από την ημερομηνία κατά την οποία της ανατίθεται η ανάπτυξη, η λειτουργία και η συντήρηση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 2, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ είναι υπεύθυνη για αυτά τα καθήκοντα και συμβάλλει στην αποτελεσματική λειτουργία του ηλεκτρονικού τελωνειακού περιβάλλοντος σε επίπεδο Ένωσης.
2. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκτελεί δραστηριότητες διαχείρισης και επεξεργασίας δεδομένων αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκτελεί καθήκοντα διαχείρισης κινδύνων, σύμφωνα με τον τίτλο IV κεφάλαιο 2.
4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκτελεί καθήκοντα σε σχέση με τα περιοριστικά μέτρα και τους μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων σύμφωνα με τον τίτλο XI.
5. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποστηρίζει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη ούτως ώστε να είναι σε θέση να εποπτεύουν αποδοτικότερα την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων για τη ροή των εμπορευμάτων που μπορούν να εγκριθούν από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 215 παράγραφος 2
ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν παρακάμπτονται τα εν λόγω μέτρα.
6. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκπονεί περιοδικά, βάσει εκτίμησης απειλών που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 και το άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχείο γ), συστάσεις για τη στήριξη των τελωνειακών αρχών στην εκπλήρωση της αποστολής τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποβάλλει τις εν λόγω συστάσεις στην Επιτροπή, η οποία τις λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό τομέων για τους οποίους απαιτείται μεταχείριση κατά προτεραιότητα προς ενημέρωση και πιθανή εξέταση του Συμβουλίου.
7. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκτελεί δραστηριότητες ανάπτυξης ικανοτήτων και παρέχει επιχειρησιακή υποστήριξη και συντονισμό στις τελωνειακές αρχές και στην Επιτροπή. Ειδικότερα:
α) αναπτύσσει ενδεικτικά πρότυπα σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, με βάση τη διάγνωση και την αξιολόγηση των τελωνείων και εκδίδει συστάσεις για βέλτιστες πρακτικές και παρακολουθεί τη χρήση τους·
β) διενεργεί μετρήσεις επιδόσεων για την τελωνειακή ένωση και υποστηρίζει την Επιτροπή στην αξιολόγηση των επιδόσεων της τελωνειακής ένωσης, σύμφωνα με τον τίτλο XV κεφάλαιο 1·
γ) προετοιμάζει το περιεχόμενο της κατάρτισης για τους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους επαγγελματίες των τελωνείων στην Ένωση ώστε να συμπληρώνει και να υποστηρίζει την κατάρτιση που παρέχεται από τα κράτη μέλη, κατά περίπτωση·
δ) συμβάλλει στη δημιουργία ενός ενωσιακού συστήματος για την αναγνώριση της αριστείας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που προσφέρουν προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης στον τελωνειακό τομέα, μεταξύ άλλων για την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου·
ε) συντονίζει και υποστηρίζει την εθελοντική δημιουργία από τα κράτη μέλη εξειδικευμένων κέντρων αριστείας για ενωσιακούς σκοπούς σε σχετικούς τελωνειακούς τομείς, ιδίως όσον αφορά την κατάρτιση τελωνειακών υπαλλήλων, επαγγελματιών των τελωνείων και τελωνειακών εργαστηρίων·
στ) διευκολύνει και συντονίζει τις δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας στον τελωνειακό τομέα·
ζ) εκπονεί και διαδίδει επιχειρησιακά εγχειρίδια για την πρακτική εφαρμογή των τελωνειακών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας, σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές, και αναπτύσσει κοινά πρότυπα εν προκειμένω·
η) εκπονεί απλουστευμένες κατευθυντήριες γραμμές και εγχειρίδια για τις πολύ μικρές και τις μικρές επιχειρήσεις και τις υποστηρίζει στην εφαρμογή της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας και των τελωνειακών διατυπώσεων·
θ) εκδίδει γνώμη σχετικά με το αν η χορήγηση άδειας για ειδικά καθεστώτα θα επηρέαζε δυσμενώς τα συμφέροντα των ενωσιακών παραγωγών, σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφοι 5, 6 και 7·
ι) συνεργάζεται με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και με εθνικές αρχές εκτός των τελωνειακών αρχών σύμφωνα με το άρθρο 268 παράγραφος 10·
ια) συντονίζει και υποστηρίζει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών διαφόρων κρατών μελών και μεταξύ των τελωνειακών αρχών και άλλων αρμόδιων αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, σύμφωνα με τον τίτλο XIII·
ιβ) κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, διευκολύνει και υποστηρίζει τη συνεργασία μεταξύ τελωνειακών αρχών και τη συνεργασία μεταξύ τελωνειακών αρχών και άλλων αρμόδιων αρχών εντός ενός κράτους μέλους σύμφωνα με τον τίτλο XIII·
ιγ) σχεδιάζει, οργανώνει και συντονίζει τους κοινούς ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 267·
ιδ) παρέχει υποστήριξη και εμπειρογνωμοσύνη στην Επιτροπή για την επίλυση πολύπλοκων υποθέσεων δασμολογικής κατάταξης, δασμολογητέας αξίας και καταγωγής, καθώς και για την αξιολόγηση αποφάσεων και την εφαρμογή των αποφάσεων εν προκειμένω·
ιε) παρέχει υποστήριξη και εμπειρογνωμοσύνη στις τελωνειακές αρχές για την άρση της αβεβαιότητας σχετικά με τον καθορισμό του τόπου εγκατάστασης των οικονομικών φορέων, όταν τα εφαρμοστέα κριτήρια αναφέρονται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη·
ιστ) επικουρεί την Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, στη διαχείριση των σχέσεων με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο θέματα που καλύπτει ο παρών κανονισμός.
8. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αναπτύσσει και διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τους συμφεροντούχους σε σχέση με τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ και διευκολύνει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους δασμούς, τις ποσοστώσεις και τα περιοριστικά μέτρα.
9. Η Επιτροπή μπορεί να αναθέσει στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ το καθήκον να παρέχει υποστήριξη στην ανάπτυξη και την εφαρμογή επιχειρησιακής στρατηγικής για δραστηριότητες που σχετίζονται με τον εξοπλισμό τελωνειακών ελέγχων και άλλα τελωνειακά προγράμματα. Στην περίπτωση αυτή, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συνεργάζεται με την Επιτροπή και μπορεί να εκτελεί καθήκοντα όπως η αξιολόγηση των αναγκών, η διαχείριση της χρηματοδότησης, ο συντονισμός των από κοινού προμηθειών, η αγορά εξοπλισμού και η διευκόλυνση της από κοινού χρήσης του.
Άρθρο 233
Περαιτέρω καθήκονταΣτην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ είναι δυνατόν να ανατεθούν περαιτέρω καθήκοντα στον τομέα της ελεύθερης διακίνησης, εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων τρίτων χωρών, αν αυτό προβλέπεται από σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης. Όταν τέτοια καθήκοντα ανατίθενται ή εκχωρούνται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, εξασφαλίζονται οι κατάλληλοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι για την εφαρμογή τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Οργάνωση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ
Τμήμα 1
Διοικητική και διαχειριστική δομή
Άρθρο 234
Διοικητική και διαχειριστική δομήΗ διοικητική και διαχειριστική δομή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ περιλαμβάνει:
α) διοικητικό συμβούλιο για άσκηση των καθηκόντων του άρθρου 238·
β) εκτελεστικό γραφείο για άσκηση των καθηκόντων του άρθρου 240·
γ) εκτελεστικό διευθυντή για άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του άρθρου 242·
δ) αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή για άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του άρθρου 244, εάν το διοικητικό συμβούλιο αποφασίσει να δημιουργήσει τέτοια θέση·
ε) τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο για άσκηση των καθηκόντων του άρθρου 245.
Τμήμα 2
Διοικητικό συμβούλιο
Άρθρο 235
Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου1. Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από:
α) ένα μέλος από κάθε κράτος μέλος·
β) δύο μέλη που διορίζονται από την Επιτροπή·
γ) ένα μέλος που διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τα μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στοιχεία α) και β) έχουν δικαίωμα ψήφου.
2. Για όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου προβλέπονται αναπληρωματικά μέλη. Το αναπληρωματικό μέλος εκπροσωπεί το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του.
3. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις τους στον τομέα των τελωνείων, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών δεξιοτήτων τους στη διαχείριση, τη διοίκηση και την κατάρτιση προϋπολογισμού και την εμπειρία τους με τις πολιτικές της τελωνειακής ένωσης. Όλα τα μέρη που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να περιορίζεται η εναλλαγή των μελών που ορίζουν, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών του συμβουλίου. Όλα τα μέρη στοχεύουν στην εξασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στο διοικητικό συμβούλιο.
4. Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των αναπληρωτών τους είναι τετραετής και ανανεώσιμη.
5. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να ανακαλέσουν τον διορισμό των αντίστοιχων μελών τους και των αναπληρωτών τους. Όταν ανακαλείται ο διορισμός μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή του αναπληρωτή του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή ή το οικείο κράτος μέλος ενημερώνουν τον πρόεδρο και τον αναπληρωτή πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με την ανάκληση και τον αντικαταστάτη τού εν λόγω μέλους ή του αναπληρωματικού μέλους.
6. Κατά τη στιγμή της ανάληψης καθηκόντων, κάθε τακτικό και αναπληρωματικό μέλος υπογράφει γραπτή δήλωση ότι δεν έχει σύγκρουση συμφερόντων. Κάθε τακτικό και αναπληρωματικό μέλος επικαιροποιεί τη δήλωσή του όταν μεταβάλλονται οι περιστάσεις όσον αφορά συγκρούσεις συμφερόντων και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον άπαξ ετησίως.
Άρθρο 236
Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου1. Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο μεταξύ των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου. Εάν μέλος που ορίζεται από την Επιτροπή δεν εκλεγεί πρόεδρος, τότε ένα από τα μέλη που ορίζονται από την Επιτροπή διορίζεται αυτομάτως αναπληρωτής πρόεδρος. Εάν μέλος που ορίζεται από την Επιτροπή εκλεγεί πρόεδρος, τότε ο αναπληρωτής πρόεδρος εκλέγεται μεταξύ των άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου που έχουν δικαίωμα ψήφου.
2. Ο αναπληρωτής πρόεδρος αντικαθιστά αυτομάτως τον πρόεδρο σε περίπτωση που κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του.
3. Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου είναι τετραετής και άπαξ ανανεώσιμη. Εάν, ωστόσο, ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής πρόεδρος απολέσουν την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου σε οποιαδήποτε στιγμή της θητείας τους, λήγει συγχρόνως και η θητεία.
4. Λεπτομερείς κανόνες για την εκλογή και του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου και για την ανανέωση της θητείας τους καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 237
Συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου1. Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.
2. Ο εκτελεστικός διευθυντής συμμετέχει στις συνεδριάσεις, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
3. Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις ανά έτος. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του. Επιπλέον, εάν έχει ληφθεί προσωρινή απόφαση από το εκτελεστικό γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 240 παράγραφος 4, το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 240 παράγραφος 5.
4. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να απευθύνει ad hoc πρόσκληση σε οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η γνώμη είναι σημαντική για τη συζήτηση προκειμένου να παραστεί στις συνεδριάσεις του χωρίς δικαίωμα ψήφου.
5. Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού του διοικητικού συμβουλίου, να επικουρούνται κατά τις συνεδριάσεις του από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.
6. Όταν ένα θέμα εμπιστευτικότητας ή σύγκρουσης συμφερόντων περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη συνεδρίασης, το διοικητικό συμβούλιο συζητά και αποφασίζει για το θέμα αυτό χωρίς την παρουσία του ενδιαφερόμενου μέλους. Αυτό δεν θίγει το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και των κρατών μελών να εκπροσωπούνται από αναπληρωματικό μέλος. Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης μπορούν να καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου.
7. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ παρέχει τη γραμματειακή υποστήριξη στο διοικητικό συμβούλιο.
Άρθρο 238
Καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου1. Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει τον πρόεδρο και τον αναπληρωτή πρόεδρο και ανανεώνει, κατά περίπτωση, τη θητεία τους σύμφωνα με το άρθρο 236.
2. Το διοικητικό συμβούλιο συγκροτεί το εκτελεστικό γραφείο έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2029.
3. Το διοικητικό συμβούλιο:
α) παρέχει τον γενικό προσανατολισμό των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
β) εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και εκτελεί άλλα καθήκοντα σε σχέση με τον εν λόγω προϋπολογισμό σύμφωνα με το κεφάλαιο 4·
γ) αξιολογεί, εγκρίνει και δημοσιοποιεί την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης επισκόπησης της εκπλήρωσης των καθηκόντων της και των συνολικών επιδόσεών της όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της τελωνειακής πολιτικής, και διαβιβάζει τόσο την έκθεση όσο και την αξιολόγησή της έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο·
δ) θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 248·
ε) εγκρίνει εσωτερική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και τα οφέλη των μέτρων που θα εφαρμοστούν·
στ) εγκρίνει και δημοσιοποιεί τους κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του και δημοσιεύει ετησίως στον ιστότοπο της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ δήλωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου στην οποία αναφέρεται η απουσία οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων·
ζ) εγκρίνει και επικαιροποιεί τακτικά τα σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 258 παράγραφος 3, βάσει ανάλυσης των αναγκών·
η) εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του·
θ) θεσπίζει εκτελεστικούς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης («καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό») (
40) σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
ι) σύμφωνα με την παράγραφο 4, ασκεί, έναντι του προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και εξουσίες αρχής αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό («εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)·
ια) θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 2·
ιβ) συστήνει, κατά περίπτωση, ικανότητα εσωτερικού ελέγχου·
ιγ) εγκρίνει τους κανόνες ασφάλειας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που αναφέρονται στο άρθρο 260·
ιδ) διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή και τον αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή, εάν συσταθεί τέτοια θέση, και, κατά περίπτωση, ανανεώνει τις θητείες τους ή τους απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με το άρθρο 241·
ιε) εγκρίνει δείκτες επιδόσεων που επιτρέπουν την αξιολόγηση των επιδόσεων του εκτελεστικού διευθυντή·
ιστ) διορίζει τα μέλη του εκτελεστικού γραφείου και, κατά περίπτωση, ανανεώνει τις θητείες τους ή τους απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους·
ιζ) διορίζει υπόλογο, ο οποίος μπορεί να είναι ο υπόλογος της Επιτροπής και ο οποίος υπάγεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και είναι ανεξάρτητος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του·
ιη) λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη θέσπιση των εσωτερικών δομών της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και, εάν είναι αναγκαίο, σχετικά με την τροποποίησή τους, συνεκτιμώντας τις ανάγκες που αφορούν τις δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση·
ιθ) εγκρίνει τη σύναψη ρυθμίσεων συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 268·
κ) καταρτίζει και εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του τελωνειακού γνωμοδοτικού συμβουλίου·
κα) συγκροτεί ομάδες εργασίας και ομάδες εμπειρογνωμόνων προς υποστήριξη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και εγκρίνει τον εσωτερικό τους κανονισμό·
κβ) εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 249, πριν από την υποβολή του στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να γνωμοδοτήσει σχετικά·
κγ) λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής, εγκρίνει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 239·
κδ) εγκρίνει στρατηγική για την αύξηση της αποδοτικότητας και την επίτευξη συνεργειών·
κε) εγκρίνει στρατηγική για τις σχέσεις με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς·
κστ) εγκρίνει στρατηγική για τα συστήματα οργανωτικής διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου·
κζ) εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 258·
κη) εγκρίνει τη σύναψη ρυθμίσεων συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 270·
κθ) εγκρίνει τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 227·
λ) σύμφωνα με το άρθρο 240 παράγραφος 5, επιβεβαιώνει τις προσωρινές αποφάσεις που λαμβάνει το εκτελεστικό γραφείο δυνάμει του άρθρου 240 παράγραφος 4·
λα) εκκινεί την επαλήθευση από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 6·
λβ) εγκρίνει το πλαίσιο για συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές και λοιπές αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 268 παράγραφος 3.
4. Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, για τη μεταβίβαση των σχετικών εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή, καθώς και για τον καθορισμό των όρων με βάση τους οποίους μπορεί να ανασταλεί η εν λόγω μεταβίβαση. Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάζει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.
5. Όταν το επιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις, το διοικητικό συμβούλιο δύναται να αποφασίσει να αναστείλει προσωρινά τη μεταβίβαση στον εκτελεστικό διευθυντή των εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και των εξουσιών που ο εκτελεστικός διευθυντής μεταβίβασε περαιτέρω και να τις ασκήσει το ίδιο ή να τις αναθέσει σε ένα από τα μέλη του ή σε άλλο μέλος του προσωπικού πλην του εκτελεστικού διευθυντή.
Άρθρο 239
Κανόνες ψηφοφορίας του διοικητικού συμβουλίου1. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται, κατά κανόνα, με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου, εκτός από τις αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 238 παράγραφος 1 και του άρθρου 238 παράγραφος 3 στοιχεία β), στ), ιδ), και κγ), για τις οποίες απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου.
2. Κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία ψήφο. Κατά την απουσία μέλους με δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.
3. Ο εκτελεστικός διευθυντής δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.
4. Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφοφορία, ιδίως όσον αφορά τις αποχές, τη χρήση των γραπτών διαδικασιών και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου μέλους, καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου.
Τμήμα 3
Εκτελεστικό γραφείο
Άρθρο 240
Εκτελεστικό γραφείο1. Το διοικητικό συμβούλιο επικουρείται από εκτελεστικό γραφείο.
2. Το εκτελεστικό γραφείο:
α) καθοδηγεί και παρακολουθεί τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο·
β) μεριμνά ώστε, από κοινού με το διοικητικό συμβούλιο, να δίνεται κατάλληλη συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που απορρέουν από τις εσωτερικές ή τις εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και τις αξιολογήσεις, καθώς και από έρευνες της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·
γ) ελέγχει την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου με σκοπό την ενίσχυση της επίβλεψης της διοικητικής και δημοσιονομικής διαχείρισης.
3. Το εκτελεστικό γραφείο λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.
4. Όταν είναι απαραίτητο λόγω επείγουσας ανάγκης, το εκτελεστικό γραφείο μπορεί να λαμβάνει ορισμένες προσωρινές αποφάσεις για λογαριασμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως όσον αφορά τα ακόλουθα:
α) θέματα διοικητικής διαχείρισης, μεταξύ των οποίων η αναστολή της ανάθεσης των εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, και για θέματα προϋπολογισμού·
β) όταν έχει διαπιστωθεί κατάσταση κρίσης, όπως ορίζεται στον τίτλο XI και η οποία απαιτεί άμεση ανάληψη δράσης ή άμεση προσαρμογή των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
5. Η προσωρινή απόφαση που λαμβάνεται από το εκτελεστικό γραφείο σύμφωνα με την παράγραφο 4 χρειάζεται να επιβεβαιώνεται με τυπική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου το αργότερο 90 ημέρες μετά τη λήψη της εν λόγω προσωρινής απόφασης. Εάν δεν ληφθεί τυπική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εντός της προθεσμίας, παύει να ισχύει η προσωρινή απόφαση του εκτελεστικού γραφείου.
6. Το εκτελεστικό γραφείο απαρτίζεται από ένα από τα δύο μέλη που εκπροσωπούν την Επιτροπή στο διοικητικό συμβούλιο και τέσσερα άλλα μέλη που διορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο και επιλέγονται μεταξύ των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου. Κατά τον διορισμό των μελών του εκτελεστικού γραφείου, το διοικητικό συμβούλιο επιδιώκει να εξασφαλίσει την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων.
Το εκτελεστικό γραφείο εκλέγει τον πρόεδρο από τα μέλη του.
Ο εκτελεστικός διευθυντής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού γραφείου, αλλά χωρίς δικαίωμα ψήφου.
7. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού γραφείου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του.
8. Η διάρκεια της θητείας των μελών του εκτελεστικού γραφείου είναι διετής και άπαξ ανανεώσιμη. Η θητεία των μελών του εκτελεστικού γραφείου λήγει με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή όταν παύουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
9. Το εκτελεστικό γραφείο πραγματοποιεί τουλάχιστον τέσσερις τακτικές συνεδριάσεις ανά έτος. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του ή κατόπιν αιτήματος των μελών του.
10. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του εκτελεστικού γραφείου. Ο εν λόγω εσωτερικός κανονισμός περιλαμβάνει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον διορισμό των μελών του εκτελεστικού γραφείου, οι οποίοι αποσκοπούν στη διασφάλιση κατάλληλης εναλλαγής μεταξύ των μελών που ορίζονται από τα κράτη μέλη, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της ποικιλομορφίας των κρατών μελών.
Τμήμα 4
Ο εκτελεστικός διευθυντής
Άρθρο 241
Διορισμός, παύση και παράταση της θητείας1. Ο εκτελεστικός διευθυντής προσλαμβάνεται ως έκτακτος υπάλληλος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο αξιοκρατικά και με βάση τις τεκμηριωμένες διοικητικές και διαχειριστικές του ικανότητες, καθώς και τα συναφή προσόντα και εμπειρία, από κατάλογο τουλάχιστον τριών υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή, ύστερα από ανοικτή, διαφανή και χωρίς αποκλεισμούς διαδικασία επιλογής, σχεδιασμένη κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων.
Η διαδικασία επιλογής περιλαμβάνει τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλους ενδεδειγμένους διαύλους. Η Επιτροπή διαβουλεύεται με το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με το σχέδιο πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
2. Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τους υποψηφίους για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή να απαντήσουν σε ερωτήσεις των μελών της πριν από τον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή, χωρίς να προκληθούν καθυστερήσεις στη διαδικασία διορισμού ή να τεθούν περιορισμοί στη λήψη αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου.
3. Για τη σύναψη της σύμβασης με τον εκτελεστικό διευθυντή, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.
4. Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Σε εύθετο χρόνο πριν από τη λήξη αυτού του χρονικού διαστήματος, η Επιτροπή διεξάγει αξιολόγηση, σε συνεννόηση με το διοικητικό συμβούλιο, στην οποία λαμβάνονται υπόψη η αξιολόγηση των επιδόσεων του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και τα μελλοντικά καθήκοντα και οι προκλήσεις της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
5. Το διοικητικό συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που λαμβάνει υπόψη την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 αξιολόγηση, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή για μέγιστη περίοδο πέντε ετών.
Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τον εκτελεστικό διευθυντή να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της πριν από την παράταση της θητείας του, χωρίς να προκληθούν καθυστερήσεις στη διαδικασία παράτασης ή να τεθούν περιορισμοί στη λήψη αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου.
6. Εκτελεστικός διευθυντής του οποίου η θητεία έχει παραταθεί δεν συμμετέχει σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση μετά το πέρας της παράτασης της θητείας του.
7. Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται σχετικά με τους λόγους της απόφασης.
8. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για τον διορισμό, την παράταση της θητείας και την απαλλαγή του εκτελεστικού διευθυντή και του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή από τα καθήκοντά τους λαμβάνονται βάσει πλειοψηφίας των δύο τρίτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου.
Άρθρο 242
Καθήκοντα και αρμοδιότητες του εκτελεστικού διευθυντή1. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι αρμόδιος για τη διαχείριση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Ο εκτελεστικός διευθυντής λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.
2. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή οποιονδήποτε άλλον φορέα.
3. Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του και τις συνολικές επιδόσεις της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, όταν του ζητηθεί. Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να κληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο για ακρόαση σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται με τις δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
4. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
5. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής:
α) εκπονεί τις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 232 παράγραφος 6 και τις υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·
β) εξασφαλίζει τη βιώσιμη και αποτελεσματική καθημερινή διοίκηση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
γ) υλοποιεί αποφάσεις που λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο·
δ) προετοιμάζει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 249 και το υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή·
ε) εφαρμόζει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 249 και υποβάλλει έκθεση στο εκτελεστικό γραφείο και στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του·
στ) καταρτίζει την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και την υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο προς αξιολόγηση και έγκριση·
ζ) καταρτίζει σχέδιο δράσης με βάση τα συμπεράσματα εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου και αξιολογήσεων, καθώς και ερευνών της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και υποβάλλει έκθεση προόδου δύο φορές ανά έτος στην Επιτροπή και ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο διοικητικό συμβούλιο και στο εκτελεστικό γραφείο·
η) με την επιφύλαξη της ερευνητικής αρμοδιότητας της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προασπίζει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σε σχέση με την εσωτερική λειτουργία της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ μέσω της εφαρμογής εσωτερικών προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με αποτελεσματικούς ελέγχους και, αν εντοπίζονται παρατυπίες, με την είσπραξη αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, κατά περίπτωση, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων·
θ) καταρτίζει εσωτερική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, στρατηγική για την αύξηση της αποδοτικότητας και την επίτευξη συνεργειών, στρατηγική συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές και άλλες αρχές τρίτων χωρών ή διεθνείς οργανισμούς και στρατηγική για τα συστήματα οργανωτικής διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, και τις υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·
ι) καταρτίζει σχέδιο δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και το υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο για έγκριση·
ια) καταρτίζει προσωρινά σχέδια κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 250 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της·
ιβ) όσον αφορά το προσωπικό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, ασκεί τις εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που αναφέρονται στο άρθρο 238 παράγραφος 3 στοιχείο ι), στον βαθμό που οι εξουσίες αυτές του έχουν ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 238 παράγραφος 4·
ιγ) λαμβάνει αποφάσεις για τις εσωτερικές δομές της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, μεταξύ άλλων, εάν είναι αναγκαίο, για την ανάθεση καθηκόντων που αφορούν την καθημερινή διαχείριση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και, εάν είναι αναγκαίο, την τροποποίησή τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και τη χρηστή διαχείριση του προϋπολογισμού·
ιδ) διαπραγματεύεται και, κατόπιν έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο, υπογράφει συμφωνία για την έδρα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και, κατά περίπτωση, παρόμοιες συμφωνίες με τα κράτη μέλη υποδοχής στα οποία βρίσκονται τοπικά γραφεία·
ιε) προετοιμάζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
41) και τις υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·
ιστ) προάγει την πολυμορφία και αποσκοπεί στη διασφάλιση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων όσον αφορά την πρόσληψη του προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
ιζ) αποσκοπεί στην πρόσληψη προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κριτήρια πρόσληψης πρέπει να είναι αποκλειστικά αξιοκρατικά.
Άρθρο 243
Αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντήςΤο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει τη δημιουργία θέσης αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή που θα επικουρεί τον εκτελεστικό διευθυντή. Εάν συσταθεί η θέση του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 241 στον αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή.
Άρθρο 244
Καθήκοντα και αρμοδιότητες του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντήΑν συσταθεί η θέση του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή, ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής επικουρεί τον εκτελεστικό διευθυντή στη διαχείριση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και στην εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 242. Αν ο εκτελεστικός διευθυντής απουσιάζει ή κωλύεται, ή αν η θέση είναι κενή, τα καθήκοντά του αναλαμβάνει ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής.
Άρθρο 245
Τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συστήνει τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο.
2. Το τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο επικουρεί την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ λειτουργώντας ως μηχανισμός διαβούλευσης με τους σχετικούς συμφεροντούχους για θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Παρέχει συμβουλές:
α) σχετικά με την εφαρμογή τεχνικών δράσεων και αποφάσεων·
β) σε θέματα εφαρμογής και τυποποίησης, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εναρμόνισης·
γ) για τις επιχειρησιακές πτυχές της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
δ) κατά περίπτωση και κατόπιν αιτήματος, σχετικά με οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
3. Το τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο απαρτίζεται από εκπροσώπους συμφεροντούχων που σχετίζονται με το έργο της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων του επιχειρηματικού τομέα και από εκπροσώπους ενώσεων συμφεροντούχων. Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τη σύνθεση του τελωνειακού γνωμοδοτικού συμβουλίου.
4. Το τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο γνωμοδοτεί τακτικά και μπορεί να παρέχει συμβουλές στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ με δική του πρωτοβουλία σχετικά με τα θέματα που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ).
5. Το τελωνειακό γνωμοδοτικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον μία τακτική συνεδρίαση ανά εξάμηνο. Επιπλέον, μπορεί να συνεδριάζει κατόπιν αιτήματος του διοικητικού συμβουλίου, του εκτελεστικού γραφείου ή του εκτελεστικού διευθυντή.
Τμήμα 5
Ελεγκτής δεδομένων
Άρθρο 246
Διορισμός, καθεστώς και ανεξαρτησία του ελεγκτή δεδομένων1. Ο ελεγκτής δεδομένων διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο αξιοκρατικά και με βάση τις τεκμηριωμένες επαγγελματικές του ικανότητες, καθώς και τα συναφή προσόντα και εμπειρία στους τομείς της ασφάλειας των δεδομένων, της κυβερνοασφάλειας και της προστασίας των δεδομένων.
2. Ο ελεγκτής δεδομένων είναι μέλος του προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και ενεργεί ανεξάρτητα.
3. Ο ελεγκτής δεδομένων ενεργεί με πλήρη σεβασμό του ενωσιακού δικαίου περί εμπιστευτικότητας και απορρήτου.
Άρθρο 247
Ευθύνες και καθήκοντα του ελεγκτή δεδομένων1. Ο ελεγκτής δεδομένων παρακολουθεί και αξιολογεί τη νομιμότητα της πρόσβασης στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης.
2. Ο ελεγκτής δεδομένων υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του σε ετήσια βάση στο διοικητικό συμβούλιο.
3. Ο ελεγκτής δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντά του σε συντονισμό με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων της τελωνειακής αρχής της ΕΕ και με την επιφύλαξη του σεβασμού των αρμοδιοτήτων των άλλων ενωσιακών ή εθνικών εποπτικών φορέων.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του καθεστώτος ανεξαρτησίας και των λεπτομερών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του ελεγκτή δεδομένων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 2.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Κατάρτιση και διάρθρωση του προϋπολογισμού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ
Άρθρο 248
Γενικές διατάξειςΟι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/715 της Επιτροπής (
42) παρά μόνον αν το απαιτούν ειδικές ανάγκες λειτουργίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και με προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.
Άρθρο 249
Ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού1. Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού το οποίο περιλαμβάνει ιδίως τον πολυετή και τον ετήσιο προγραμματισμό σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/715 και με τη σχετική διάταξη των δημοσιονομικών κανόνων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 248 του παρόντος κανονισμού, και λαμβανομένων υπόψη των οποιωνδήποτε κατευθυντήριων γραμμών καθορίζει η Επιτροπή. Αυτός ο ετήσιος και ο πολυετής προγραμματισμός συνάδει με την τελωνειακή πολιτική και τις γενικές προτεραιότητες της τελωνειακής ένωσης.
2. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 31 Ιανουαρίου του έτους που προηγείται της περιόδου προγραμματισμού.
3. Έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους, το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού. Διαβιβάζει αυτό το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και κάθε μεταγενέστερη επικαιροποιημένη έκδοση του εν λόγω εγγράφου. Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού οριστικοποιείται μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης και, αν είναι αναγκαίο, προσαρμόζεται ανάλογα.
4. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ καθορίζει λεπτομερείς στόχους και αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Περιλαμβάνει επίσης περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν και αναφέρει τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που διατίθενται για κάθε δράση. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας συνάδει με το πολυετές πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 5. Καθορίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Όταν ανατίθεται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ νέο καθήκον εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το διοικητικό συμβούλιο τροποποιεί το εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας. Κάθε ουσιώδης τροποποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασίας εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για το αρχικό ετήσιο πρόγραμμα εργασίας. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει στον εκτελεστικό διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας.
5. Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ καθορίζει τον συνολικό στρατηγικό προγραμματισμό που περιλαμβάνει στόχους, αναμενόμενα αποτελέσματα και δείκτες επιδόσεων. Επίσης, αναφέρει, για κάθε δραστηριότητα, τους ενδεικτικούς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που θεωρούνται αναγκαίοι για την επίτευξη των καθορισμένων στόχων. Ο στρατηγικός προγραμματισμός επικαιροποιείται κατά περίπτωση και καταδεικνύει τη συμβολή της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ στην επίτευξη των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ένωσης.
Άρθρο 250
Κατάρτιση του προϋπολογισμού1. Κάθε έτος ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει προσωρινό σχέδιο κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο περιλαμβάνει και τον πίνακα προσωπικού, και το διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο. Οι πληροφορίες που περιέχονται στο προσωρινό σχέδιο κατάστασης προβλέψεων συνάδουν με το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 249 παράγραφος 1.
2. Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει, με βάση το προσωρινό σχέδιο κατάστασης προβλέψεων της παραγράφου 1, το σχέδιο κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ για το επόμενο οικονομικό έτος («σχέδιο κατάστασης προβλέψεων»).
3. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το σχέδιο κατάστασης προβλέψεων στην Επιτροπή έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους.
4. Η Επιτροπή διαβιβάζει το σχέδιο κατάστασης προβλέψεων στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή μαζί με το σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης.
5. Βάσει του σχεδίου κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό, και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314
ΣΛΕΕ.
6. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης προς την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
7. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
8. Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Ο εν λόγω προϋπολογισμός οριστικοποιείται μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Αν είναι αναγκαίο, ο προϋπολογισμός της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ προσαρμόζεται ανάλογα.
Άρθρο 251
Διάρθρωση του προϋπολογισμού1. Για κάθε οικονομικό έτος καταρτίζονται προβλέψεις για το σύνολο των εσόδων και των δαπανών της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και εγγράφονται στον προϋπολογισμό της. Το οικονομικό έτος αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος.
2. Ο προϋπολογισμός της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.
3. Με την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα έσοδα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ προέρχονται από:
α) συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης·
β) τυχόν προαιρετική οικονομική συνεισφορά των κρατών μελών·
γ) ενδεχόμενη ενωσιακή χρηματοδότηση υπό μορφή συμφωνιών συνεισφοράς ή επιχορηγήσεων σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ που αναφέρονται στο άρθρο 248 και με τις διατάξεις των συναφών νομικών πράξεων που πλαισιώνουν τις πολιτικές της Ένωσης·
δ) έσοδα ή δικαιώματα που εισπράττει από δημοσιεύσεις ή άλλα εμπορεύματα ή υπηρεσίες που παρέχει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
4. Οι δαπάνες της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομής, καθώς και τις επιχειρησιακές δαπάνες.
5. Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις για δράσεις στο πλαίσιο σχεδίων μεγάλης κλίμακας που εκτείνονται πέραν του ενός οικονομικού έτους, είναι δυνατόν να κατανεμηθούν σε περισσότερες της μίας ετήσιες δόσεις.
Άρθρο 252
Εκτέλεση του προϋπολογισμού1. Ο εκτελεστικός διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ τηρώντας τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.
2. Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της όσον αφορά την αξιολόγηση.
Άρθρο 253
Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή1. Ο υπόλογος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς για το οικονομικό έτος (έτος Ν) στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 1η Μαρτίου του επομένου οικονομικού έτους (έτος Ν+1).
2. Έως τις 31 Μαρτίου του έτους Ν+1, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ διαβιβάζει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση για το έτος N στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
3. Έως τις 31 Μαρτίου του έτους Ν+1, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, αφού τους έχει ενοποιήσει με τους λογαριασμούς της Επιτροπής.
4. Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τους προσωρινούς λογαριασμούς της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, δυνάμει του άρθρου 252 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
43), ο υπόλογος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ για το συγκεκριμένο έτος. Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει τους εν λόγω οριστικούς λογαριασμούς προς γνωμοδότηση στο εκτελεστικό γραφείο. Η γνωμοδότηση αυτή εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο.
5. Ο υπόλογος της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ διαβιβάζει, έως την 1η Ιουλίου του έτους Ν+1, τους οριστικούς λογαριασμούς για το έτος Ν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο, μαζί με τη γνωμοδότηση που ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιο.
6. Οι οριστικοί λογαριασμοί για το έτος Ν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του έτους Ν+1.
7. Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεών του έως τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους N+1. Την εν λόγω απάντηση διαβιβάζει ο εκτελεστικός διευθυντής και στο διοικητικό συμβούλιο.
8. Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, κάθε πληροφορία που απαιτείται για την ομαλή εφαρμογή της διαδικασίας απαλλαγής για το οικονομικό έτος N, σύμφωνα με το άρθρο 267 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509.
9. Πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν+2 και έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χορηγεί απαλλαγή στον εκτελεστικό διευθυντή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του έτους Ν.
Άρθρο 254
Καταπολέμηση της απάτης1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων εντός της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, εφαρμόζεται χωρίς περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013.
2. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF (
44) έως τις 21 Μαρτίου 2027 και εκδίδει τις κατάλληλες διατάξεις που εφαρμόζονται για το προσωπικό της χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.
3. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει την εξουσία να ελέγχει, βάσει παραστατικών και επιτόπιων ελέγχων, όλους τους δικαιούχους επιχορηγήσεων, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που έχουν λάβει ενωσιακά κονδύλια από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
4. Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, για τη διαπίστωση ενδεχόμενης απάτης, διαφθοράς ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης ενέργειας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση με επιχορήγηση ή σύμβαση χρηματοδοτούμενη από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (
45).
5. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 4, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ περιέχουν διατάξεις που εξουσιοδοτούν ρητά το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διενεργούν τέτοιου είδους ελέγχους και έρευνες σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς καλύπτουν τη συνδρομή και τη συνεργασία των εν λόγω αρχών και διεθνών οργανισμών σε σχέση με ελέγχους και έρευνες που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF.
6. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να διερευνά και να ασκεί δίωξη σε περιπτώσεις απάτης και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, όπως προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
46). Το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 εφαρμόζεται για τη γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε συναφούς αξιόποινης συμπεριφοράς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Διατάξεις σχετικά με το προσωπικό
Άρθρο 255
Γενική διάταξηΣτους υπαλλήλους της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, καθώς και οι κανόνες που θεσπίστηκαν με συμφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
Άρθρο 256
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και λοιπό προσωπικό1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να χρησιμοποιεί αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες ή άλλο προσωπικό που δεν έχει προσληφθεί από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
2. Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
Άρθρο 257
Προνόμια και ασυλίεςΣτην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και το προσωπικό της εφαρμόζεται το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη
ΣΛΕΕ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Γενικές και τελικές διατάξεις
Άρθρο 258
Διαφάνεια και επικοινωνία1. Για τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασής του, τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
2. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725. Εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασής του, το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον διορισμό υπευθύνου προστασίας δεδομένων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά θεσπίζονται κατόπιν διαβουλεύσεων με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να αναλαμβάνει δραστηριότητες επικοινωνίας με δική της πρωτοβουλία στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της. Η διάθεση πόρων για δραστηριότητες επικοινωνίας συμβάλλει στην αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ. Οι δραστηριότητες επικοινωνίας διεξάγονται σύμφωνα με τα συναφή σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο.
Άρθρο 259
Υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου1. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του εκτελεστικού γραφείου, ο εκτελεστικός διευθυντής, ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής, ο ελεγκτής δεδομένων και όλα τα μέλη του προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που έχουν προσωρινά αποσπασθεί από τα κράτη μέλη, καθώς και όλων των άλλων προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ με σύμβαση εργασίας, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339
ΣΛΕΕ και το άρθρο 67 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.
2. Τα άτομα που παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία, άμεσα ή έμμεσα, μόνιμα ή περιστασιακά, σχετική με τα καθήκοντα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1.
3. Για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εξουσιοδοτείται, εντός των ορίων και υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, να ανταλλάσσει πληροφορίες με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης ή με εθνικές αρχές και φορείς.
4. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θεσπίζει πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.
Άρθρο 260
Κανόνες ασφάλειας για την προστασία των διαβαθμισμένων και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θεσπίζει δικούς της κανόνες ασφάλειας οι οποίοι βασίζονται στις αρχές και τους κανόνες που προβλέπονται στους κανόνες ασφάλειας της Επιτροπής για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΠΕΕ) και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, διατάξεων περί ανταλλαγής με τρίτες χώρες, επεξεργασίας και αποθήκευσης τέτοιων πληροφοριών, όπως καθορίζονται στις αποφάσεις (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 (
47) και (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 (
48) της Επιτροπής. Οποιεσδήποτε διοικητικές ρυθμίσεις σχετικά με την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας ή, απουσία τέτοιου διακανονισμού, οποιαδήποτε έκτακτη ad hoc κοινοποίηση ΔΠΕΕ στις αρχές αυτές πρέπει να έχει εγκριθεί προηγουμένως από την Επιτροπή.
2. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες ασφάλειας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής. Κατά την αξιολόγηση των προτεινόμενων κανόνων ασφάλειας, η Επιτροπή διασφαλίζει τη συμβατότητά τους με τις αποφάσεις (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 και (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διευκολύνει την ανταλλαγή σχετικών με τα καθήκοντά της πληροφοριών με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη και, όπου κρίνεται σκόπιμο, με τα συναφή θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης. Οποιεσδήποτε διοικητικές ρυθμίσεις συμφωνούνται προς τον σκοπό αυτόν όσον αφορά την ανταλλαγή ΔΠΕΕ ή, εάν δεν υπάρχουν τέτοιες ρυθμίσεις, η οποιαδήποτε έκτακτη ad hoc κοινοποίηση ΔΠΕΕ υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.
Άρθρο 261
Γλωσσικό καθεστώς1. Ο κανονισμός αριθ. 1 του Συμβουλίου (
49) εφαρμόζεται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
2. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το εσωτερικό γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
3. Οι μεταφραστικές και όλες οι λοιπές γλωσσικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, εκτός από τις υπηρεσίες διερμηνείας, παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 262
Αξιολόγηση1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι, το αργότερο έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2031, και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, διενεργείται αξιολόγηση των επιδόσεων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ σε σχέση με τους στόχους, την εντολή, τα καθήκοντα, τη διακυβέρνηση και τις τοποθεσίες της, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.
2. Στην αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξετάζονται, ειδικότερα, η ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης της εντολής της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, καθώς και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις τυχόν τέτοιας τροποποίησης.
3. Στο πλαίσιο κάθε δεύτερης αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί από την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ αποτιμώνται, λαμβανομένων υπόψη των στόχων, της εντολής, των καθηκόντων και της διακυβέρνησής της, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης του αν η συνέχιση της λειτουργίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ εξακολουθεί να δικαιολογείται σε σχέση με τους εν λόγω στόχους, την εντολή, τα καθήκοντα και τη διακυβέρνησή της.
4. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τα πορίσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Τα πορίσματα της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται.
Άρθρο 263
Ευθύνη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ1. Η συμβατική ευθύνη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.
2. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφαίνεται δυνάμει τυχόν ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ.
3. Στην περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν οι υπηρεσίες ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
4. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει τις διαφορές που αφορούν τις αποζημιώσεις για τις ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
5. Η προσωπική ευθύνη των μελών του προσωπικού της έναντι της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ διέπεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
6. Η οικονομική ευθύνη της Ένωσης και των κρατών μελών για τα χρέη της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ περιορίζεται στην ήδη καταβληθείσα συνεισφορά τους για τις διοικητικές δαπάνες της.
Άρθρο 264
Συμφωνία σχετικά με την έδρα και όροι λειτουργίας1. Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ στο κράτος μέλος υποδοχής και τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής για τον εκτελεστικό διευθυντή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, το προσωπικό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και τα μέλη των οικογενειών τους, καθορίζονται σε συμφωνία για την έδρα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ η οποία συνάπτεται μεταξύ της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και του κράτους μέλους υποδοχής μόλις ληφθεί η έγκριση του διοικητικού συμβουλίου και το αργότερο έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2028.
2. Το κράτος μέλος υποδοχής της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ παρέχει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης σχολικής εκπαίδευσης με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και των κατάλληλων συγκοινωνιακών συνδέσεων.
3. Όταν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει να ιδρύσει τοπικά γραφεία σε άλλα κράτη μέλη με σκοπό την άσκηση των καθηκόντων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ με πιο αποδοτικό, αποτελεσματικό και συνεκτικό τρόπο.
Προτού λάβει απόφαση για ίδρυση τοπικού γραφείου, ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει την προηγούμενη συγκατάθεση της Επιτροπής, του διοικητικού συμβουλίου και του οικείου κράτους μέλους. Η απόφαση βασίζεται σε ενδεδειγμένη ανάλυση κόστους-οφέλους που καταδεικνύει ιδίως την προστιθέμενη αξία της εν λόγω απόφασης. Στην απόφαση διευκρινίζεται το πεδίο εφαρμογής των δραστηριοτήτων που πρόκειται να αναλάβει το τοπικό γραφείο, ώστε να αποφεύγεται το αδικαιολόγητο κόστος και η αλληλεπικάλυψη των διοικητικών καθηκόντων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
Άρθρο 265
Έναρξη των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕΗ Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εγκατάσταση και την αρχική λειτουργία της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ έως ότου αποκτήσει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ την επιχειρησιακή ικανότητα να εκτελεί τον δικό της προϋπολογισμό. Για τον σκοπό αυτόν:
α) έως ότου αναλάβει ο εκτελεστικός διευθυντής τα καθήκοντά του, έπειτα από τον διορισμό του από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 241, η Επιτροπή μπορεί να ορίσει υπάλληλο της Επιτροπής για να ενεργεί ως προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής, ασκώντας τα καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή·
β) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 238 παράγραφος 3 στοιχείο ι) και έως την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 238 παράγραφος 4, ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής ασκεί εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής·
γ) η Επιτροπή μπορεί να προσφέρει συνδρομή στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, ιδίως με την απόσπαση υπαλλήλων της Επιτροπής για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ υπό την ευθύνη του προσωρινού εκτελεστικού διευθυντή ή του εκτελεστικού διευθυντή·
δ) ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να εγκρίνει όλες τις πληρωμές που καλύπτονται από τις πιστώσεις που προβλέπονται στον προϋπολογισμό της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων για την πρόσληψη προσωπικού, έπειτα από την έγκριση του πίνακα προσωπικού της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ·
ε) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 237 παράγραφος 1, έως ότου εκλεγεί ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής συγκαλεί και προεδρεύει των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
ΤΙΤΛΟΣ XIII
ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Συνεργασία μεταξύ τελωνειακών αρχών εντός της Ένωσης
Άρθρο 266
Εσωτερική τελωνειακή συνεργασία1. Με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97, οι τελωνειακές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, με την Επιτροπή και με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία και όλες τις άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις που προβλέπουν τη συνεργασία αυτή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής και ενιαίας εφαρμογής των εν λόγω νομικών πράξεων και τη στήριξη της εκπλήρωσης της αποστολής τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών άλλου κράτους μέλους, να θέτουν προσωρινά τελωνειακούς υπαλλήλους στη διάθεση των τελωνειακών αρχών του εν λόγω άλλου κράτους μέλους προκειμένου να εργαστούν εκεί. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ για αυτές τις προσωρινές αποσπάσεις. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να προτείνει την υποστήριξή της και, με τη συγκατάθεση των οικείων τελωνειακών αρχών, να συντονίζει τις εν λόγω αποσπάσεις. Τα οικεία κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τους αναγκαίους όρους για τις εν λόγω αποσπάσεις στο πλαίσιο συμφωνίας ή ρυθμίσεων συνεργασίας.
3. Οι τελωνειακές αρχές διαφόρων κρατών μελών μπορούν να διενεργούν κοινούς ελέγχους με δική τους πρωτοβουλία, επιπλέον των κοινών ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 267. Ενημερώνουν δε την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ για τους εν λόγω κοινούς ελέγχους.
4. Η Επιτροπή, η OLAF και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα σύμφωνα με τον τίτλο III για τους σκοπούς της συνεργασίας που αναφέρεται στο παρόν κεφάλαιο. Όταν η εν λόγω ανταλλαγή αφορά πληροφορίες σχετικά με κινδύνους, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εξασφαλίζει την αποτελεσματική χρήση των εν λόγω πληροφοριών στις δραστηριότητές της για τη διαχείριση κινδύνων σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο και τον τίτλο XII.
Άρθρο 267
Κοινοί έλεγχοι
1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ θα πρέπει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να σχεδιάζει, να οργανώνει και να συντονίζει τους κοινούς ελέγχους που διενεργούνται από τελωνειακές αρχές.
Κατά περίπτωση, οι κοινοί έλεγχοι μπορούν να περιλαμβάνουν συνεργασία με την Επιτροπή ή άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 268.
2. Για τους σκοπούς των κοινών ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ τηρεί τις προτεραιότητες τελωνειακής πολιτικής και εξασφαλίζει τη συνεργασία όσον αφορά τις δραστηριότητες καταπολέμησης της απάτης που διεξάγονται από τα σχετικά θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και τις έρευνες που διενεργούνται από τις τελωνειακές αρχές.
3. Για να μπορέσει η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ να συντάξει έκθεση και να διενεργήσει αξιολόγηση, οι τελωνειακές αρχές παρέχουν ανατροφοδότηση στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σχετικά με τις δραστηριότητες και τους ελέγχους που έχουν διενεργήσει στο πλαίσιο οποιουδήποτε κοινού ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Συνεργασία με άλλες αρχές εντός της Ένωσης
Άρθρο 268
Τελωνειακή συνεργασία με άλλες αρχές εντός της Ένωσης1. Με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 και των άρθρων 41, 42 και 43 του παρόντος κανονισμού, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και οι τελωνειακές αρχές συνεργάζονται με άλλες αρμόδιες αρχές ή φορείς σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των αρχών εποπτείας της αγοράς, των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών αρχών, των αρχών ή φορέων επιβολής του νόμου, των στατιστικών αρχών και των φορολογικών αρχών, εντός των εφαρμοστέων νομικών πλαισίων.
2. Η συνεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται τακτικά και με δομημένο τρόπο. Επιδιώκει ιδίως τους ακόλουθους στόχους:
α) συμβολή στις νομοθετικές εξελίξεις σε τομείς πολιτικής που αφορούν τα τελωνεία και παρακολούθησή τους·
β) ανταλλαγή δεδομένων, ιδίως δεδομένων που αφορούν τη διαχείριση κινδύνων σύμφωνα με τον τίτλο IV κεφάλαιο 2·
γ) ανάπτυξη συνεκτικών και συντονισμένων στρατηγικών επιτήρησης για τη διαχείριση των κινδύνων των εμπορευμάτων που εμπίπτουν στους τομείς ευθύνης τόσο των τελωνειακών αρχών όσο και άλλων αρχών, σύμφωνα με τον τίτλο IV κεφάλαιο 2·
δ) διευκόλυνση επιχειρησιακής εφαρμογής, μεταξύ άλλων με τη διενέργεια κοινών ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 267·
ε) κατά περίπτωση, ανταλλαγή δεξιοτήτων και βέλτιστων πρακτικών μέσω κοινών σεμιναρίων κατάρτισης σχετικά με το πώς εντοπίζονται τα μη συμμορφούμενα προϊόντα·
στ) σε τομείς σχετικούς με τα τελωνεία, συμβολή σε δραστηριότητες καινοτομίας και έρευνας, ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και διευκόλυνση των από κοινού προμηθειών.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής και με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισής της, και σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές, θεσπίζει και επικαιροποιεί τακτικά πλαίσιο για την υποστήριξη της συνεργασίας που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, προτείνοντας στόχους και βασικούς τομείς συνεργασίας και παρέχοντας κατευθύνσεις για την πρακτική εφαρμογή του. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να συνάπτει ρυθμίσεις συνεργασίας για την ανάπτυξη και την επικαιροποίηση του εν λόγω πλαισίου. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ εξασφαλίζει τη συμμετοχή άλλων σχετικών μερών κατά την ανάπτυξη του πλαισίου ή των ρυθμίσεων συνεργασίας που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.
4. Όταν, στο πλαίσιο της συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν αίτημα από άλλες αρμόδιες αρχές σε εθνικό επίπεδο για την εξαγωγή και την κοινοποίηση δεδομένων που είναι διαθέσιμα στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ, τα εν λόγω δεδομένα παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος και με την έγκριση των τελωνειακών αρχών τις οποίες αφορούν τα δεδομένα.
Η εν λόγω εξαγωγή και κοινοποίηση περιορίζεται στα δεδομένα που δικαιούται να λάβει η παραλήπτρια αρχή σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου λειτουργεί και τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για τον σκοπό που αναφέρεται στο σχετικό αίτημα. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τηρούνται οι κανόνες της Ένωσης σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων.
Οι τελωνειακές αρχές ορίζουν κεντρική μονάδα για την παραλαβή των αιτημάτων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και την εξασφάλιση της διεκπεραίωσής τους.
5. Οι τελωνειακές αρχές και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 4.
6. Όταν μια τελωνειακή αρχή έχει υπόνοιες ότι τα εμπορεύματα δεν συμμορφώνονται με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, κοινοποιεί αμέσως τις πληροφορίες αυτές στις σχετικές αρμόδιες αρχές χρησιμοποιώντας τα τεχνικά μέσα και εντός των χρονικών πλαισίων που προβλέπονται στην εφαρμοστέα νομοθεσία.
7. Όταν τελωνειακή αρχή συνεργάζεται με άλλη αρχή άλλου κράτους μέλους, ενημερώνει την τελωνειακή αρχή του εν λόγω κράτους μέλους ότι πραγματοποιείται συνεργασία. Όταν η συνεργασία αφορά περισσότερα από δύο κράτη μέλη, οι συμμετέχουσες τελωνειακές αρχές ενημερώνουν την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, η οποία μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να τους παρέχει επιχειρησιακή και συντονιστική υποστήριξη σύμφωνα με το άρθρο 232.
8. Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το πλαίσιο συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, υποβάλλουν περιοδική και τουλάχιστον ανά διετία έκθεση στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σχετικά με την εφαρμογή του. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα της εν λόγω υποβολής εκθέσεων στις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναφέρονται στο άρθρο 232 παράγραφος 7 στοιχείο α) και στα καθήκοντά της για τη μέτρηση των επιδόσεων που αναφέρονται στο άρθρο 232 παράγραφος 7 στοιχείο β).
9. Έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2027, η Επιτροπή μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ.
10. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να συνεργάζεται με άλλες εθνικές αρχές, καθώς και με την Επιτροπή και άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα, υπηρεσίες, οργανισμούς, δίκτυα και φορείς της Ένωσης, προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Όταν η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συνεργάζεται με άλλες εθνικές αρχές κράτους μέλους, ενημερώνει σχετικά την τελωνειακή αρχή του εν λόγω κράτους μέλους.
11. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ συνεργάζεται στενά με την OLAF και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε περίπτωση απάτης ή υπόνοιας απάτης σε οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες συνεργασίας της.
12. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να συμμετέχει και να συμβάλλει σε στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών, προγράμματα καινοτομίας, δραστηριότητες κατάρτισης, δίκτυα και άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων της και διοργανώνονται από τα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης.
Άρθρο 269
Μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές1. Οι τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν τα μέτρα που προβλέπονται στη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω λοιπής νομοθεσίας, όπως:
α) συλλογή ειδικών δεδομένων για όλες τις αποστολές, συμπεριλαμβανομένων των αυτοματοποιημένων ελέγχων των ενωσιακών μη τελωνειακών διατυπώσεων, εφόσον αποθηκεύονται σε κεντρικό μητρώο της Ένωσης·
β) παροχή στατιστικών στοιχείων, αναλύσεων και τάσεων, ιδίως στον τομέα των κινδύνων·
γ) διευκόλυνση και συντονισμό των ελέγχων από άλλες αρχές·
δ) διενέργεια ελέγχων σε ορισμένες αποστολές, οι οποίες επιλέγονται με βάση τη διαχείριση κινδύνων σύμφωνα με τον τίτλο IV και λαμβανομένης υπόψη της ανάλυσης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου·
ε) διαβούλευση με άλλες αρχές πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 77·
στ) λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου για τα μη συμμορφούμενα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης ή της καταστροφής των εν λόγω εμπορευμάτων·
ζ) εφαρμογή του πλαισίου συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 268·
η) ειδοποίηση άλλων αρχών σχετικά με κινδύνους που σχετίζονται με τις εργασίες τους και αναφορά υπονοιών απάτης και εγκλήματος·
θ) παρακολούθηση σε περίπτωση που η διακίνηση εμπορευμάτων παραβαίνει λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές·
ι) κάθε άλλη συμπληρωματική δράση.
2. Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει ειδικό τελωνειακό συνοριακό σημείο διέλευσης για την εφαρμογή ορισμένης λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, ενημερώνει την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ σχετικά με τον ορισμό. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ καταρτίζει και επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο των εν λόγω ειδικών τελωνειακών συνοριακών σημείων διέλευσης και δημοσιεύει τον κατάλογο στον ιστότοπό της. Οι περιορισμοί που απορρέουν από υποχρέωση διέλευσης από τέτοιο καθορισμένο ειδικό τελωνειακό συνοριακό σημείο διέλευσης δεν πρέπει να είναι δυσανάλογοι, όσον αφορά τους οικονομικούς φορείς, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των περιστάσεων που μπορεί να δικαιολογούν την υποχρέωση αυτή.
3. Για να διευκολυνθεί ο προσδιορισμός, η εφαρμογή και η επιβολή της λοιπής νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, η Επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί τακτικά ολοκληρωμένο κατάλογο των ενωσιακών νομικών πράξεων που θεσπίζουν τις απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν για εμπορεύματα που υπόκεινται σε τελωνειακούς ελέγχους με στόχο την προστασία των δημόσιων συμφερόντων και δημοσιεύει τον κατάλογο στον ιστότοπό της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Τελωνειακή συνεργασία με άλλες αρχές εκτός της Ένωσης
Άρθρο 270
Τελωνειακή συνεργασία με αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς1. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τα καθήκοντά της, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισής της, να συνάπτει ρυθμίσεις συνεργασίας με τελωνειακές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας μπορούν να περιλαμβάνουν κοινές δραστηριότητες και ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.
2. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιορίζονται στα καθήκοντα της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ και δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις για την Ένωση ή τα κράτη μέλη.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών για τις ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 271
Διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες1. Όταν ένα κράτος μέλος αρχίζει διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα για τη σύναψη διμερούς συμφωνίας σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, κοινοποιεί στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το σχέδιο συμφωνίας που προτίθεται να υπογράψει.
2. Πριν από τη σύναψη ή την τροποποίηση οποιασδήποτε διμερούς συμφωνίας σχετικά με κοινά συνοριακά σημεία διέλευσης με όμορη τρίτη χώρα, το οικείο κράτος μέλος ζητά τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα της συμφωνίας με το δίκαιο της Ένωσης. Αν η Επιτροπή θεωρεί ότι η συμφωνία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ενημερώνει σχετικά το οικείο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την τροποποίηση της συμφωνίας κατά τρόπον ώστε να εξαλειφθούν αυτές οι ασυμβατότητες.
3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες τους στην Επιτροπή έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2027.
Άρθρο 272
Ανταλλαγή δεδομένων με τρίτες χώρες1. Η Επιτροπή, οι τελωνειακές αρχές και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορούν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο, να ανταλλάσσουν και να διαμοιράζονται δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό με τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές τρίτων χωρών για τους σκοπούς της τελωνειακής συνεργασίας, μεταξύ άλλων με συστηματικές και αυτοματοποιημένες ανταλλαγές, όταν:
α) διεθνής συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Ένωσης και της οικείας τρίτης χώρας ή των οικείων τρίτων χωρών προβλέπει αυτή την ανταλλαγή·
β) νομικές πράξεις της Ένωσης στους τομείς των τελωνείων, της κοινής εμπορικής πολιτικής ή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ή η λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές, προβλέπουν αυτή την ανταλλαγή· ή
γ) διμερής συμφωνία που έχει συναφθεί ή διατηρείται σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους των παραγράφων 6 έως 9 μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας προβλέπει αυτή την ανταλλαγή.
2. Όταν οι τελωνειακές αρχές ή η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ ανταλλάσσουν δεδομένα με τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές τρίτων χωρών, ενημερώνουν την Επιτροπή για την εν λόγω ανταλλαγή.
3. Η ανταλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
α) διασφαλίζει ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύμφωνη με το κεφάλαιο V του κανονισμού
(ΕΕ) 2016/679, κατά περίπτωση·
β) διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· και
γ) διασφαλίζει ότι η ανταλλαγή δεδομένων πραγματοποιείται με κατάλληλα ασφαλή μέσα επικοινωνίας.
4. Η ανταλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αφορά ιδίως τις ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων:
α) στοιχεία δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές ή παρόμοιες αποφάσεις που λαμβάνονται σε τρίτες χώρες, σχετικά με δεσμευτικές πληροφορίες, την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, την ιδιότητα του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου τη δασμολογητέα αξία, τον τελωνειακό χαρακτήρα εμπορευμάτων ή ειδικά καθεστώτα·
β) στοιχεία δεδομένων που περιλαμβάνονται σε διασαφήσεις, γνωστοποιήσεις και αποδεικτικά του τελωνειακού χαρακτήρα των εμπορευμάτων και σε δικαιολογητικά έγγραφα, ή παρέχονται ή τίθενται με άλλον τρόπο στη διάθεση των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών, της Επιτροπής ή των τελωνειακών αρχών τρίτων χωρών, ή εκδίδονται από τις εν λόγω αρχές·
γ) δεδομένα σχετικά με τους κινδύνους που εντοπίζουν και τα πορίσματα και τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγουν οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ή η Επιτροπή, αφενός, και οι τελωνειακές αρχές τρίτων χωρών, αφετέρου, κατά τη διενέργεια των αναλύσεων κινδύνων και των ελέγχων τους.
5. Η ανταλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των ανταλλαγών πληροφοριών οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει των διατάξεων περί αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής που περιέχονται σε συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97.
6. Ένα κράτος μέλος που έχει εξουσιοδοτηθεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα με σκοπό τη σύναψη διμερούς συμφωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σύμφωνα με τις γενικές διαδικασίες και όρους που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 8.
Όταν τίθεται σε ισχύ συμφωνία για την ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μεταξύ της Ένωσης και συγκεκριμένης τρίτης χώρας, η εν λόγω συμφωνία υπερισχύει κάθε σχετικού μέρους υφιστάμενων διμερών συμφωνιών, που δεν εφαρμόζονται πλέον.
7. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες τους που προβλέπουν την ανταλλαγή τελωνειακών πληροφοριών κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Αν η Επιτροπή θεωρεί ότι μία συμφωνία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ενημερώνει σχετικά το οικείο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζει η Επιτροπή για την τροποποίηση της συμφωνίας κατά τρόπον ώστε να εξαλειφθούν αυτές οι ασυμβατότητες.
8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 282, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των όρων και των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6. Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν την απαίτηση προς το οικείο κράτος μέλος να κοινοποιήσει την πρόθεσή του να συνάψει την εν λόγω διμερή συμφωνία καθώς και το περιεχόμενό της στην Επιτροπή, στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ και σε όλα τα άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή αξιολογεί τον αντίκτυπό της στο ενωσιακό δίκαιο και στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις σε επίπεδο Ένωσης. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη προβλέπει επίσης την παρακολούθηση της εφαρμογής των εν λόγω συμφωνιών.
9. Η Επιτροπή μπορεί, εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, να εκδώσει εκτελεστική πράξη που εξουσιοδοτεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να συνάψει τη σχετική διμερή συμφωνία. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 2.
Όταν συντρέχουν δεόντως δικαιολογημένοι επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης σχετικά με την εν λόγω εξουσιοδότηση και την ανάγκη να καταστεί ταχέως δυνατή η ζητούμενη ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή εκδίδει αμέσως εφαρμοστέες εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 παράγραφος 5.
Η Επιτροπή ενημερώνει, εντός της ίδιας προθεσμίας, το οικείο κράτος μέλος σε περίπτωση που αποφασίσει να μην εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
ΤΙΤΛΟΣ XIV
ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Άρθρο 273
Αντικείμενο και γενικές διατάξεις1. Ο παρών τίτλος θεσπίζει ελάχιστο κατάλογο παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας και μη ποινικών κυρώσεων για τις εν λόγω παραβάσεις.
Τα κράτη μέλη καθορίζουν στο εθνικό τους δίκαιο τις παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας και τις μη ποινικές κυρώσεις που επιβάλλονται για τις εν λόγω παραβάσεις, σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.
2. Ο παρών τίτλος δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν επιπρόσθετες παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας ή να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας.
3. Οι κυρώσεις για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις του εθνικού τους δικαίου που θεσπίζουν δυνάμει του παρόντος τίτλου έως τις 19 Μαρτίου 2028 και της κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση που επηρεάζει τις εν λόγω διατάξεις.
Άρθρο 274
Παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 224, 273 και 275, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον οι ακόλουθες παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται στο εθνικό τους δίκαιο:
α) μη συμμόρφωση του δικαιούχου της τελωνειακής απόφασης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση·
β) μη συμμόρφωση με την υποχρέωση παροχής ή διάθεσης πλήρων και επακριβών δεδομένων στις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία·
γ) μη συμμόρφωση με την υποχρέωση τήρησης αρχείων όπως απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία·
δ) μη συμμόρφωση με τους κανόνες σχετικά με την απομάκρυνση εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση·
ε) μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τελωνειακά καθεστώτα·
στ) μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του εισαγωγέα που ορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφος 2·
ζ) μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του εξαγωγέα που ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1.
2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προβλέπουν ότι περαιτέρω συμπεριφορές, πράξεις ή παραλείψεις συνιστούν παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας.
Άρθρο 275
Κυρώσεις1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το είδος της κύρωσης και την αυστηρότητά της, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα:
α) αν η παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας·
β) η φύση, η σοβαρότητα, η επανάληψη και η διάρκεια της παράβασης της τελωνειακής νομοθεσίας·
γ) ο αντίκτυπος της παράβασης της τελωνειακής νομοθεσίας στα οικονομικά και άλλα συμφέροντα ασφάλειας και προστασίας της Ένωσης και των κρατών μελών·
δ) ο βαθμός συνεργασίας με την τελωνειακή αρχή με σκοπό τη θεραπεία της παράβασης της τελωνειακής νομοθεσίας και τον μετριασμό των δυνητικών δυσμενών επιπτώσεών της·
ε) τυχόν άλλες ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις της υπόθεσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
2. Οι κυρώσεις αυτές μπορούν να έχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες μορφές:
α) χρηματική επιβάρυνση εκ μέρους των τελωνειακών αρχών ή, κατά περίπτωση, κύρωση που επιβάλλεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές μέσω διαδικασίας διακανονισμού που επέχει θέση ποινικής κύρωσης·
β) ανάκληση, αναστολή ή τροποποίηση άδειας που κατέχει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο·
γ) δήμευση των εμπορευμάτων που εμπλέκονται στην παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας·
δ) προειδοποίηση·
ε) άλλη κύρωση.
3. Όλες οι μη ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας που επιβάλλονται από τις τελωνειακές αρχές καταγράφονται με αναφορά της φύσης της παράβασης και του ποσού τυχόν χρηματικής επιβάρυνσης ή με προσδιορισμό κάθε άλλης μη ποινικής κύρωσης που επιβάλλεται για την εν λόγω παράβαση. Οι εν λόγω πληροφορίες τίθενται στη διάθεση της Τελωνειακής Αρχής της ΕΕ μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ.
4. Έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2032, η Επιτροπή αξιολογεί, σε διαβούλευση με την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ, την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και αποτιμά αν οι χρηματικές επιβαρύνσεις επιβάλλονται αποτελεσματικά σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς να οδηγούν σε στρεβλώσεις της εσωτερικής αγοράς ή αν υπάρχει ανάγκη καθορισμού εναρμονισμένων χρηματικών επιβαρύνσεων για παραβάσεις. Βάσει του αποτελέσματος της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 276
Κυρώσεις για συστηματική μη συμμόρφωση στην περίπτωση εξ αποστάσεως πωλήσεων1. Όταν, στο πλαίσιο της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που πωλούνται σε εξ αποστάσεως πωλήσεις, οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν συστηματική μη συμμόρφωση του ίδιου οικονομικού φορέα προς τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 274 παράγραφος 1, αυτό θεωρείται συστηματική παράβαση. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η κύρωση που επιβάλλεται για συστηματική παράβαση λαμβάνει τουλάχιστον τη μορφή χρηματικών επιβαρύνσεων ύψους τουλάχιστον 1 % και έως 4 % της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στην Ένωση από τον εν λόγω οικονομικό φορέα κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η μη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα θεωρείται συστηματική όταν από τα αποτελέσματα σημαντικού αριθμού τελωνειακών ελέγχων εντός ενός ημερολογιακού μήνα προκύπτει μη συμμόρφωση σε επαρκώς αντιπροσωπευτικό αριθμό περιπτώσεων.
3. Σε περίπτωση συστηματικής παράβασης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές επίσης αναστέλλουν, ανακαλούν ή ακυρώνουν κάθε ιδιότητα εγκεκριμένου οικονομικού φορέα ή αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου ή ισοδύναμο μέτρο διευκόλυνσης που χορηγείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού στον οικονομικό φορέα που διέπραξε την εν λόγω παράβαση.
4. Εάν, εντός περιόδου έξι μηνών από την επιβολή κύρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές διαπιστώσουν περαιτέρω συστηματική παράβαση από τον ίδιο οικονομικό φορέα, οι κυρώσεις που επιβάλλονται για την εν λόγω παράβαση λαμβάνουν τουλάχιστον τη μορφή χρηματικών επιβαρύνσεων ύψους τουλάχιστον 3 % και έως 6 % της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στην Ένωση από τον εν λόγω οικονομικό φορέα κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.
5. Εάν, εντός περιόδου έξι μηνών από την επιβολή κύρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, οι τελωνειακές αρχές διαπιστώσουν περαιτέρω συστηματική παράβαση από τον ίδιο οικονομικό φορέα, η κύρωση για την εν λόγω περαιτέρω συστηματική παράβαση λαμβάνει τουλάχιστον τη μορφή μίας από τις κυρώσεις που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Κατά περίπτωση, και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της εν λόγω περαιτέρω συστηματικής παράβασης, η πρόσβαση στην επιγραμμική διεπαφή του εν λόγω οικονομικού φορέα μπορεί να περιοριστεί προσωρινά. Για τον σκοπό αυτόν, η αρμόδια τελωνειακή αρχή διαβιβάζει τις πληροφορίες σχετικά με την παράβαση στις σχετικές αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επιπλέον, τα μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).
6. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό του σημαντικού αριθμού τελωνειακών ελέγχων, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο και τον αντίκτυπο των σχετικών εξ αποστάσεως πωλήσεων, καθώς και το κατώτατο όριο υποθέσεων με βάση τη σοβαρότητα της παράβασης που κρίνεται επαρκώς αντιπροσωπευτική για τον σκοπό του προσδιορισμού της συστηματικής μη συμμόρφωσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 277
Ταξινόμηση των οικονομικών φορέων υψηλού κινδύνου1. Εάν επιβληθεί κύρωση δυνάμει του άρθρου 276, ο σχετικός εισαγωγέας για εξ αποστάσεως πωλήσεις ταξινομείται ως οικονομικός φορέας εκμετάλλευσης υψηλού κινδύνου στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2.
2. Η ταξινόμηση ως οικονομικού φορέα υψηλού κινδύνου λαμβάνεται υπόψη:
α) στη διαχείριση τελωνειακών κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 55· και
β) στον καθορισμό και την εφαρμογή κοινών τομέων ελέγχων προτεραιότητας και κοινών κριτηρίων και προτύπων κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 56, 57 και 58.
Άρθρο 278
Συνεργασία μεταξύ κρατών μελών1. Όταν παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας εμπίπτει στη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών, οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών συνεργάζονται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
2. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ μπορεί να υποστηρίζει και να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
ΤΙΤΛΟΣ XV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Μέτρηση επιδόσεων της τελωνειακής ένωσης
Άρθρο 279
Αξιολόγηση και υποβολή εκθέσεων1. Η Επιτροπή εκτιμά και αξιολογεί τις επιδόσεις της τελωνειακής ένωσης τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Εν προκειμένω περιλαμβάνεται η μέτρηση των τελωνειακών δραστηριοτήτων που εκτελούνται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών και, ει δυνατόν, των υποψήφιων χωρών σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο. Η μέτρηση αυτή μπορεί να βασίζεται σε υφιστάμενα εργαλεία που έχουν αναπτυχθεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για τον σκοπό αυτόν.
2. Τα κράτη μέλη και η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ επικουρούν την Επιτροπή στο καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Ειδικότερα, παρέχουν στην Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ δεδομένα που περιέχουν πληροφορίες σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο. Τα δεδομένα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπουν την παραγωγή δεικτών επιδόσεων όσον αφορά τις εισροές, τις δραστηριότητες και τα αποτελέσματα.
Με βάση τα εν λόγω στοιχεία και άλλες διαθέσιμες πληροφορίες, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι τελωνειακές δραστηριότητες και πράξεις, καθώς και οι πόροι που διατίθενται για τις εν λόγω δραστηριότητες και πράξεις υποστηρίζουν την επίτευξη των στρατηγικών στόχων και προτεραιοτήτων της τελωνειακής ένωσης και συμβάλλουν στην εκπλήρωση της αποστολής των τελωνειακών αρχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2. Ειδικότερα, η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ καταρτίζει, σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές, σχέδια ετήσιων εκθέσεων και άλλα είδη εγγράφων για τον εντοπισμό βασικών τάσεων, δυνατών σημείων, αδυναμιών, κενών και δυνητικών κινδύνων, και παρέχει συστάσεις βελτίωσης στην Επιτροπή. Τα εν λόγω σχέδια ετήσιων εκθέσεων περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα και της ιδιότητας του αξιόπιστου και ελεγμένου συναλλασσομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31.
3. Η Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ υποβάλλει τα σχέδια ετήσιων εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στην Επιτροπή προς έγκριση και διαβίβαση στα κράτη μέλη προς ενημέρωση.
4. Το αργότερο έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2027, η Επιτροπή αξιολογεί τη λειτουργία του ενωσιακού τέλους διεκπεραίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου του στη λειτουργία των εξ αποστάσεως πωλήσεων. Η Επιτροπή υποβάλλει την εν λόγω αξιολόγηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των στοιχείων που πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, καθώς και του επιπέδου εμπιστευτικότητάς τους και του σχεδιασμού της μέτρησης των επιδόσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 283 παράγραφος 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Παρακολούθηση, αξιολόγηση και υποβολή εκθέσεων
Άρθρο 280
ΠαρακολούθησηΗ Επιτροπή παρακολουθεί τακτικά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, πληροφορίες και αναλύσεις σχετικά με τους σκοπούς της παρακολούθησης που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες από τις τελωνειακές αρχές και την Τελωνειακή Αρχή της ΕΕ στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
Άρθρο 281
Αξιολόγηση και υποβολή εκθέσεων1. Πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2027, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την αξιολόγηση του κεντρικού τελωνισμού που αναφέρεται στο άρθρο 91. Το μη εμπιστευτικό μέρος της εν λόγω έκθεσης δημοσιοποιείται. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με σκοπό να διασφαλιστεί η δίκαιη κατανομή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των κρατών μελών σε σχέση με την αξιολόγηση και την ευθύνη για την τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή.
2. Έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2031, και στη συνέχεια κάθε 5 έτη, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκει και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει:
α) επισκόπηση της προόδου όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·
β) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της συνοχής, της συνάφειας και της ενωσιακής προστιθέμενης αξίας του παρόντος κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 2·
γ) επισκόπηση των αναλυτικών δαπανών στις οποίες υποβάλλονται η Ένωση και τα κράτη μέλη για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
3. Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και σύμφωνα με το κεφάλαιο 1, τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση της έκθεσης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και δεν είναι διαθέσιμες στον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ.
4. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση με την οποία αξιολογεί, ιδίως:
α) την αποτελεσματικότητα της τελωνειακής επιτήρησης των αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τον τόπο γένεσης της τελωνειακής οφειλής·
β) την αποτελεσματικότητα της τελωνειακής επιτήρησης των οικονομικών φορέων εκτός των αξιόπιστων και ελεγμένων συναλλασσομένων·
γ) τον δυνητικό αντίκτυπο των τροποποιήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 5.
5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 282 για την τροποποίηση του άρθρου 6 παράγραφος 2 και του άρθρου 193 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), με τη διαγραφή ή την τροποποίηση των προβλεπόμενων σε αυτά παρεκκλίσεων, κατά περίπτωση, βάσει της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Εξουσιοδότηση και διαδικασία επιτροπής
Άρθρο 282
Άσκηση της εξουσιοδότησης1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων όπως αναφέρεται στο άρθρο 4, στο άρθρο 6 παράγραφος 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 8 και 9, στο άρθρο 9 παράγραφος 9, στο άρθρο 12 παράγραφος 6, στο άρθρο 16 παράγραφος 13, στο άρθρο 20 παράγραφος 10, στο άρθρο 26 παράγραφος 6, στο άρθρο 29 παράγραφος 10, στο άρθρο 33 παράγραφος 8, στο άρθρο 38 παράγραφος 5, στο άρθρο 41 παράγραφος 11, στο άρθρο 43 παράγραφος 7, στο άρθρο 49, στο άρθρο 71 παράγραφος 4, στο άρθρο 73 παράγραφος 3, στο άρθρο 74 παράγραφος 8, στο άρθρο 77 παράγραφος 10, στο άρθρο 78 παράγραφος 7, στο άρθρο 79 παράγραφος 4, στο άρθρο 80 παράγραφος 3, στο άρθρο 81 παράγραφος 4, στο άρθρο 83 παράγραφος 3, στο άρθρο 84 παράγραφος 6, στο άρθρο 89 παράγραφος 4, στο άρθρο 91 παράγραφος 7, στο άρθρο 92 παράγραφος 5, στο άρθρο 94 παράγραφος 4, στο άρθρο 97 παράγραφος 11, στο άρθρο 98 παράγραφος 3, στο άρθρο 99 παράγραφος 3, στο άρθρο 101 παράγραφος 11, στο άρθρο 103 παράγραφος 5, στο άρθρο 104 παράγραφος 8, στο άρθρο 105 παράγραφος 4, στο άρθρο 106 παράγραφος 3, στο άρθρο 107 παράγραφος 2, στο άρθρο 108 παράγραφος 8, στο άρθρο 109 παράγραφος 4, στο άρθρο 111 παράγραφος 7, στο άρθρο 114 παράγραφος 7, στο άρθρο 116 παράγραφος 7, στο άρθρο 117 παράγραφος 12, στο άρθρο 118 παράγραφος 3, στο άρθρο 119 παράγραφος 3, στο άρθρο 121 παράγραφος 5, στο άρθρο 125 παράγραφος 10, στο άρθρο 128 παράγραφος 3, στο άρθρο 129 παράγραφος 5, στο άρθρο 130 παράγραφος 2, στο άρθρο 131 παράγραφος 2, στο άρθρο 132 παράγραφος 3, στο άρθρο 133 παράγραφος 5, στο άρθρο 135 παράγραφος 4, στο άρθρο 139 παράγραφος 3, στο άρθρο 140 παράγραφος 6, στο άρθρο 142 παράγραφος 5, στο άρθρο 145 παράγραφος 4, στο άρθρο 153 παράγραφος 3, στο άρθρο 156 παράγραφος 8, στο άρθρο 158 παράγραφος 5, στο άρθρο 160 παράγραφος 2, στο άρθρο 161 παράγραφος 5, στο άρθρο 169 παράγραφος 3, στο άρθρο 171 παράγραφος 9, στο άρθρο 178 παράγραφος 2, στο άρθρο 180 παράγραφος 5, στο άρθρο 191 παράγραφος 4, στο άρθρο 192 παράγραφος 8, στο άρθρο 193 παράγραφος 5, στο άρθρο 194 παράγραφος 9, στο άρθρο 197 παράγραφος 3, στο άρθρο 199 παράγραφος 4, στο άρθρο 200 παράγραφος 4, στο άρθρο 203 παράγραφος 3, στο άρθρο 205 παράγραφος 8, στο άρθρο 210 παράγραφος 4, στο άρθρο 214 παράγραφος 5, στο άρθρο 216 παράγραφος 5, στο άρθρο 217 παράγραφοι 9 και 10, στο άρθρο 223 παράγραφος 8, στο άρθρο 272 παράγραφος 8, στο άρθρο 276 παράγραφος 6 και στο άρθρο 281 παράγραφος 5.
3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 4, στο άρθρο 6 παράγραφος 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 8 και 9, στο άρθρο 9 παράγραφος 9, στο άρθρο 12 παράγραφος 6, στο άρθρο 16 παράγραφος 13, στο άρθρο 20 παράγραφος 10, στο άρθρο 26 παράγραφος 6, στο άρθρο 29 παράγραφος 10, στο άρθρο 33 παράγραφος 8, στο άρθρο 38 παράγραφος 5, στο άρθρο 41 παράγραφος 11, στο άρθρο 43 παράγραφος 7, στο άρθρο 49, στο άρθρο 71 παράγραφος 4, στο άρθρο 73 παράγραφος 3, στο άρθρο 74 παράγραφος 8, στο άρθρο 77 παράγραφος 10, στο άρθρο 78 παράγραφος 7, στο άρθρο 79 παράγραφος 4, στο άρθρο 80 παράγραφος 3, στο άρθρο 81 παράγραφος 4, στο άρθρο 83 παράγραφος 3, στο άρθρο 84 παράγραφος 6, στο άρθρο 89 παράγραφος 4, στο άρθρο 91 παράγραφος 7, στο άρθρο 92 παράγραφος 5, στο άρθρο 94 παράγραφος 4, στο άρθρο 97 παράγραφος 11, στο άρθρο 98 παράγραφος 3, στο άρθρο 99 παράγραφος 3, στο άρθρο 101 παράγραφος 11, στο άρθρο 103 παράγραφος 5, στο άρθρο 104 παράγραφος 8, στο άρθρο 105 παράγραφος 4, στο άρθρο 106 παράγραφος 3, στο άρθρο 107 παράγραφος 2, στο άρθρο 108 παράγραφος 8, στο άρθρο 109 παράγραφος 4, στο άρθρο 111 παράγραφος 7, στο άρθρο 114 παράγραφος 7, στο άρθρο 116 παράγραφος 7, στο άρθρο 117 παράγραφος 12, στο άρθρο 118 παράγραφος 3, στο άρθρο 119 παράγραφος 3, στο άρθρο 121 παράγραφος 5, στο άρθρο 125 παράγραφος 10, στο άρθρο 128 παράγραφος 3, στο άρθρο 129 παράγραφος 5, στο άρθρο 130 παράγραφος 2, στο άρθρο 131 παράγραφος 2, στο άρθρο 132 παράγραφος 3, στο άρθρο 133 παράγραφος 5, στο άρθρο 135 παράγραφος 4, στο άρθρο 139 παράγραφος 3, στο άρθρο 140 παράγραφος 6, στο άρθρο 142 παράγραφος 5, στο άρθρο 145 παράγραφος 4, στο άρθρο 153 παράγραφος 3, στο άρθρο 156 παράγραφος 8, στο άρθρο 158 παράγραφος 5, στο άρθρο 160 παράγραφος 2, στο άρθρο 161 παράγραφος 5, στο άρθρο 169 παράγραφος 3, στο άρθρο 171 παράγραφος 9, στο άρθρο 178 παράγραφος 2, στο άρθρο 180 παράγραφος 5, στο άρθρο 191 παράγραφος 4, στο άρθρο 192 παράγραφος 8, στο άρθρο 193 παράγραφος 5, στο άρθρο 194 παράγραφος 9, στο άρθρο 197 παράγραφος 3, στο άρθρο 199 παράγραφος 4, στο άρθρο 200 παράγραφος 4, στο άρθρο 203 παράγραφος 3, στο άρθρο 205 παράγραφος 8, στο άρθρο 210 παράγραφος 4, στο άρθρο 214 παράγραφος 5, στο άρθρο 216 παράγραφος 5, στο άρθρο 217 παράγραφοι 9 και 10, στο άρθρο 223 παράγραφος 8, στο άρθρο 272 παράγραφος 8, στο άρθρο 276 παράγραφος 6 και στο άρθρο 281 παράγραφος 5 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5. Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
6. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, το άρθρο 6 παράγραφος 6, το άρθρο 8 παράγραφοι 8 και 9, το άρθρο 9 παράγραφος 9, το άρθρο 12 παράγραφος 6, το άρθρο 16 παράγραφος 13, το άρθρο 20 παράγραφος 10, το άρθρο 26 παράγραφος 6, το άρθρο 29 παράγραφος 10, το άρθρο 33 παράγραφος 8, το άρθρο 38 παράγραφος 5, το άρθρο 41 παράγραφος 11, το άρθρο 43 παράγραφος 7, το άρθρο 49, το άρθρο 71 παράγραφος 4, το άρθρο 73 παράγραφος 3, το άρθρο 74 παράγραφος 8, το άρθρο 77 παράγραφος 10, το άρθρο 78 παράγραφος 7, το άρθρο 79 παράγραφος 4, το άρθρο 80 παράγραφος 3, το άρθρο 81 παράγραφος 4, το άρθρο 83 παράγραφος 3, το άρθρο 84 παράγραφος 6, το άρθρο 89 παράγραφος 4, το άρθρο 91 παράγραφος 7, το άρθρο 92 παράγραφος 5, το άρθρο 94 παράγραφος 4, το άρθρο 97 παράγραφος 11, το άρθρο 98 παράγραφος 3, το άρθρο 99 παράγραφος 3, το άρθρο 101 παράγραφος 11, το άρθρο 103 παράγραφος 5, το άρθρο 104 παράγραφος 8, το άρθρο 105 παράγραφος 4, το άρθρο 106 παράγραφος 3, το άρθρο 107 παράγραφος 2, το άρθρο 108 παράγραφος 8, το άρθρο 109 παράγραφος 4, το άρθρο 111 παράγραφος 7, το άρθρο 114 παράγραφος 7, το άρθρο 116 παράγραφος 7, το άρθρο 117 παράγραφος 12, το άρθρο 118 παράγραφος 3, το άρθρο 119 παράγραφος 3, το άρθρο 121 παράγραφος 5, το άρθρο 125 παράγραφος 10, το άρθρο 128 παράγραφος 3, το άρθρο 129 παράγραφος 5, το άρθρο 130 παράγραφος 2, το άρθρο 131 παράγραφος 2, το άρθρο 132 παράγραφος 3, το άρθρο 133 παράγραφος 5, το άρθρο 135 παράγραφος 4, το άρθρο 139 παράγραφος 3, το άρθρο 140 παράγραφος 6, το άρθρο 142 παράγραφος 5, το άρθρο 145 παράγραφος 4, το άρθρο 153 παράγραφος 3, το άρθρο 156 παράγραφος 8 το άρθρο 158 παράγραφος 5, το άρθρο 160 παράγραφος 2, το άρθρο 161 παράγραφος 5, το άρθρο 169 παράγραφος 3, το άρθρο 171 παράγραφος 9, το άρθρο 178 παράγραφος 2, το άρθρο 180 παράγραφος 5, το άρθρο 191 παράγραφος 4, το άρθρο 192 παράγραφος 8, το άρθρο 193 παράγραφος 5, το άρθρο 194 παράγραφος 9, το άρθρο 197 παράγραφος 3, το άρθρο 199 παράγραφος 4, το άρθρο 200 παράγραφος 4, το άρθρο 203 παράγραφος 3, το άρθρο 205 παράγραφος 8, το άρθρο 210 παράγραφος 4, το άρθρο 214 παράγραφος 5, το άρθρο 216 παράγραφος 5, το άρθρο 217 παράγραφοι 9 και 10, το άρθρο 223 παράγραφος 8, το άρθρο 272 παράγραφος 8, το άρθρο 276 παράγραφος 6 και το άρθρο 281 παράγραφος 5 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν προβληθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη του εν λόγω διαστήματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
7. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, η πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 10 τίθεται σε ισχύ εάν δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός 30 ημερών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις.
Άρθρο 283
Διαδικασία επιτροπής1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή τελωνειακού κώδικα. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
3. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.
4. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
5. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού.
6. Όταν η γνώμη της επιτροπής τελωνειακού κώδικα λαμβάνεται με γραπτή διαδικασία και γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, η εν λόγω διαδικασία περατώνεται χωρίς αποτέλεσμα μόνον όταν, εντός της προθεσμίας υποβολής της γνώμης, η προεδρία της εν λόγω επιτροπής λάβει σχετική απόφαση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Τελικές διατάξεις
Άρθρο 284
Κατάργηση1. Ο κανονισμός
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 καταργείται.
Ωστόσο, οι υφιστάμενες κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 ή εκδίδονται δυνάμει νομικών πράξεων που αντικαθίστανται από τον εν λόγω κανονισμό ή από προηγούμενες εκδόσεις του εν λόγω κανονισμού εξακολουθούν να εφαρμόζονται έως ότου καταργηθούν με κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικές πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
Οι παραπομπές στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
2. Από την 1η Ιουλίου 2028:
α) οι παραπομπές στην τελωνειακή διασάφηση θεωρείται ότι καλύπτουν την παροχή των δεδομένων που είναι αναγκαία για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς με τη χρήση των δυνατοτήτων του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ, κατά περίπτωση·
β) οι παραπομπές στον διασαφιστή θεωρείται ότι καλύπτουν τον μεταφορέα, τον εισαγωγέα, τον εξαγωγέα ή τον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης, ανάλογα με την περίπτωση.
Άρθρο 285
Μεταβατικά μέτρα σχετικά με τη σύσταση του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ1. Έως τις 30 Ιουνίου 2028, όλα τα εμπορεύματα που προορίζονται να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς καλύπτονται από τελωνειακή διασάφηση κατάλληλη για το καθεστώς.
2. Από την 1η Ιουλίου 2028, οι εισαγωγείς για εξ αποστάσεως πωλήσεις και τα πρόσωπα που έχουν επιλέξει να κάνουν χρήση του καθεστώτος IOSS, για να υπαγάγουν εμπορεύματα σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης για εξ αποστάσεως πωλήσεις ή σε διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμα τα δεδομένα χρησιμοποιώντας τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 74 . Για να καταστεί αυτό δυνατόν, οι λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ τίθενται σε λειτουργία το αργότερο έως την 1η Ιουνίου 2028.
3. Έως τις 28 Φεβρουαρίου 2031, οι εισαγωγείς, εκτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι εξαγωγείς και οι δικαιούχοι του καθεστώτος διαμετακόμισης υποβάλλουν, για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, τελωνειακή διασάφηση κατάλληλη για το εν λόγω καθεστώς.
4. Από την 1η Μαρτίου 2031, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι δικαιούχοι του καθεστώτος διαμετακόμισης μπορούν, για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, να υποβάλλουν τελωνειακή διασάφηση ή να παρέχουν ή να καθιστούν διαθέσιμες τις σχετικές πληροφορίες που είναι κατάλληλες για το σχετικό καθεστώς μέσω του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 74.
5. Από την 1η Μαρτίου 2034, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι δικαιούχοι του καθεστώτος διαμετακόμισης παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες, για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, τις πληροφορίες που είναι κατάλληλες για το σχετικό καθεστώς, χρησιμοποιώντας τον τελωνειακό κόμβο δεδομένων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 74.
6. Οι λειτουργίες του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ που ορίζονται στο άρθρο 38 καθίστανται πλήρως επιχειρησιακές έως την 1η Φεβρουαρίου 2034 το αργότερο.
7. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια σχετική λειτουργία του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ δεν είναι επιχειρησιακή εντός των προθεσμιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή παρέχει μεταβατική λύση σε συντονισμό με τα κράτη μέλη εντός των ίδιων προθεσμιών. Η μεταβατική λύση εφαρμόζεται για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες μετά την εκπνοή των προθεσμιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η σχετική λειτουργία του τελωνειακού κόμβου δεδομένων της ΕΕ καθίσταται επιχειρησιακή πριν από τη λήξη της μεταβατικής λύσης.
Άρθρο 286
Η ημερομηνία έκδοσης ορισμένων κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων1. Η Επιτροπή εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις για πρώτη φορά εντός των ακόλουθων προθεσμιών:
α) κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον καθορισμό του ποσού του τέλους διεκπεραίωσης της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 2 και 3, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παράγραφος 10, έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2026·
β) κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 276 παράγραφος 6, έως την 1η Μαρτίου 2028.
2. Η Επιτροπή εκδίδει:
α) τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφοι 5 και 6 και στο άρθρο 49 και που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 285 παράγραφος 2, έως την 1η Ιουλίου 2027·
β) τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφοι 5 και 6 και στο άρθρο 49 και που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 285 παράγραφος 4, έως την 1η Μαρτίου 2029·
γ) τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφοι 5 και 6 και στο άρθρο 49 και που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 285 παράγραφος 5, έως τις 31 Ιανουαρίου 2033.
Άρθρο 287
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 21 Σεπτεμβρίου 2027.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται από την ημέρα έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού:
α) άρθρο 5 σημεία 15), 16), 44) και 78)·
β) άρθρο 20, εκτός των παραγράφων 1, 2 και 4·
γ) άρθρα 35 έως 39 και 51·
δ) άρθρο 41 παράγραφος 10·
ε) άρθρο 85 παράγραφος 2·
στ) άρθρο 175 και άρθρο 179 παράγραφος 4·
ζ) άρθρο 180·
η) άρθρα 229, 230, 231, 234 έως 244 και 255 έως 265·
θ) άρθρο 268 παράγραφος 9·
ι) άρθρο 272 παράγραφος 7·
ια) όλες οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικές πράξεις, καθώς και τα άρθρα 282 και 283.
4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 20 παράγραφος 2 εφαρμόζεται 10 ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 10.
5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται από 1ης Ιουλίου 2028:
α) άρθρο 20 παράγραφος 4, άρθρα 74 και 75, άρθρο 109 παράγραφος 3 στοιχείο β), άρθρο 145, άρθρο 183 παράγραφος 2 στοιχείο γ), άρθρο 191 παράγραφος 2 και άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ)·
β) άρθρο 41 εκτός της παραγράφου 10 και άρθρα 42 έως 45·
γ) άρθρο 78·
δ) άρθρο 205 παράγραφοι 5 και 6 και άρθρο 208 παράγραφος 2.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
T. BYRNE
(
1) EE C, C/2023/864, 8.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2023/864/oj.
(
2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 2024 (ΕΕ C, C/2025/1035, 27.2.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/ 1035/oj) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).
(
3) Κανονισμός
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/952/oj).
(
4) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ (ΕΕ L, 2024/1781, 28.6.2024, ELI: http://data. europa.eu/eli/reg/2024/1781/oj).
(
5) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου μέτρων που αφορούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου (κανονισμός για κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και για την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς) (ΕΕ L, 2024/2747, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2747/oj).
(
6) Οδηγία
2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2006/112/oj).
(
7) Οδηγία (ΕΕ) 2020/262 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2019, για τη θέσπιση του γενικού καθεστώτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης (ΕΕ L 58 της 27.2.2020, σ. 4, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2020/262/oj).
(
8) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2024/1072 της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 2024, για την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 όσον αφορά αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες στον τομέα της δασμολογητέας αξίας και αποφάσεις που αφορούν δεσμευτικές πληροφορίες καταγωγής (ΕΕ L, 2024/1072, 15.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/ 2024/1072/oj).
(
9) Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 23.5.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa. eu/eli/reg/2023/988/oj).
(
10) Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2024, για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2024/2853, 18.11.2024, ELI: http://data. europa.eu/eli/dir/2024/2853/oj).
(
11) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1020/oj).
(
12) Σύσταση
2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36, ELI: http://data.europa.eu/eli/reco/2003/361/oj).
(
13) Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 2023, Euranimi κατά Επιτροπής, T-81/22, ECLI:EU:T:2023:57.
(
14) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/903 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2024, σχετικά με τη θέσπιση μέτρων για υψηλό επίπεδο διαλειτουργικότητας του δημόσιου τομέα σε ολόκληρη την Ένωση (κανονισμός για τη διαλειτουργική Ευρώπη) (ΕΕ L, 2024/903, 22.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/903/oj).
(
15) Οδηγία
(ΕΕ) 2022/2555 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο κυβερνοασφάλειας σε ολόκληρη την Ένωση, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 και της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, και για την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 (οδηγία
NIS 2) (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 80, ELI: http://data. europa.eu/eli/dir/2022/2555/oj).
(
16) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/883/oj).
(
17) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1997/515/oj).
(
18) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/794/oj).
(
19) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/625/oj).
(
20) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj).
(
21) Κανονισμός (EE) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2019, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1052/2013 και (ΕΕ) 2016/1624 (ΕΕ L 295 της 14.11.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1896/oj).
(
22) Κανονισμός
(ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας
95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1, ELI: http://data. europa.eu/eli/reg/2016/679/oj).
(
23) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού
(ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj).
(
24) Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/ 2016/680/oj).
(
25) Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, για τη θέσπιση περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα τελωνεία και για την τροποποίηση του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 952/2013 (ΕΕ L 317 της 9.12.2022, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2399/oj).
(
26) Τροποποιήσεις στην τελωνειακή σύμβαση περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR (σύμβαση TIR 1975) (ΕΕ L 193 της 1.6.2021, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_amend/2021/601/oj).
(
27) ΕΕ C 24 της 23.1.1998, σ. 2.
(
28) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj.
(
29) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/182/oj).
(
30) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 300/2008, (ΕΕ) αριθ. 167/2013, (ΕΕ) αριθ. 168/2013, (ΕΕ) 2018/858, (ΕΕ) 2018/1139 και (ΕΕ) 2019/2144 και των οδηγιών 2014/90/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/797 και (ΕΕ) 2020/1828 (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη) (ΕΕ L, 2024/1689, 12.7.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1689/oj).
(
31) ΕΕ L 336 της 23.12.1994, σ. 119, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_internation/1994/800(9)/oj.
(
32) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1987/2658/oj).
(
33) Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1971/1182/oj .
(
34) Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2016/943/oj).
(
35) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας
1999/93/ΕΚ (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 73, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/910/oj).
(
36) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/452 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2019, για τη θέσπιση πλαισίου για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ένωση (ΕΕ L 79 I της 21.3.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/452/oj).
(
37) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2023/2841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για τον καθορισμό μέτρων για υψηλό κοινό επίπεδο κυβερνοασφάλειας στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης (ΕΕ L, 2023/2841, 18.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2841/oj).
(
38) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1239 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ναυτιλιακής ενιαίας θυρίδας και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/65/ΕΕ (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 64, ELI: http:// data.europa.eu/eli/reg/2019/1239/oj).
(
39) ΕΕ L 130 της 27.5.1993, σ. 4, ELI: http://data.europa.eu/eli/convention/1993/329/oj.
(
40) Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1, ELI: http:// data.europa.eu/eli/reg/1968/259(1)/oj).
(
41) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43, ELI: http://data. europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj).
(
42) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/715 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που δημιουργούνται δυνάμει της
ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και αναφέρονται στο άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 122 της 10.5.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/715/oj).
(
43) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2024, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, (ΕΕ L, 2024/2509, 26.9.2024, ELI: http://data. europa.eu/eli/reg/2024/2509/oj).
(
44) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/1999/531/oj.
(
45) Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1996/2185/oj).
(
46) Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29, ELI: http://data. europa.eu/eli/dir/2017/1371/oj).
(
47) Απόφαση (ΕΚ, Ευρατόμ) 2015/443 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με την ασφάλεια στην Επιτροπή (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 41, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2015/443/oj).
(
48) Απόφαση (ΕΚ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 53, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2015/444/oj).
(
49) Κανονισμός αριθ. 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1958/1(1)/oj).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ
|
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013
|
Παρών κανονισμός
|
|
Τίτλος I
|
Τίτλος I
|
|
Άρθρο 1 παράγραφος 1
|
Άρθρο 1 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 1 παράγραφος 2
|
Άρθρο 1 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 1 παράγραφος 3
|
Άρθρο 1 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 2
|
Άρθρο 4
|
|
Άρθρο 3
|
Άρθρο 2
|
|
Άρθρο 4
|
Άρθρο 3
|
|
Άρθρο 5 σημείο 1)
|
Άρθρο 5 σημείο 1)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 2)
|
Άρθρο 5 σημείο 2)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 3)
|
Άρθρο 5 σημείο 27)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 4)
|
Άρθρο 5 σημείο 5)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 5)
|
Άρθρο 5 σημείο 6)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 6)
|
Άρθρο 5 σημείο 20)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 7)
|
Άρθρο 5 σημείο 23)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 8)
|
Άρθρο 5 σημείο 12)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 9)
|
Άρθρο 5 σημείο 49)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 10)
|
Άρθρο 5 σημείο 50)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 11)
|
Άρθρο 5 σημείο 51)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 12)
|
Άρθρο 5 σημείο 52)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 13)
|
Άρθρο 5 σημείο 55)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 14)
|
Άρθρο 5 σημείο 56)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 15)
|
Άρθρο 5 σημείο 54)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 16)
|
Άρθρο 5 σημείο 11)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 17)
|
Άρθρο 5 σημείο 59)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 18)
|
Άρθρο 5 σημείο 67)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 19)
|
Άρθρο 5 σημείο 68)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 20)
|
Άρθρο 5 σημείο 69)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 21)
|
Άρθρο 5 σημείο 70)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 22)
|
Άρθρο 5 σημείο 45)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 23)
|
Άρθρο 5 σημείο 46)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 24)
|
Άρθρο 5 σημείο 47)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 25)
|
Άρθρο 5 σημείο 25)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 26)
|
Άρθρο 5 σημείο 48)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 27)
|
Άρθρο 5 σημείο 26)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 28)
|
Άρθρο 5 σημείο 71)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 29)
|
Άρθρο 5 σημείο 72)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 30)
|
Άρθρο 5 σημείο 62)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 31)
|
Άρθρο 5 σημείο 7)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 32)
|
Άρθρο 5 σημείο 8)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 33)
|
Άρθρο 5 σημείο 53)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 34)
|
Άρθρο 5 σημείο 32)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 35)
|
—
|
|
Άρθρο 5 σημείο 36)
|
Άρθρο 5 σημείο 4)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 37)
|
Άρθρο 5 σημείο 63)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 38)
|
Άρθρο 5 σημείο 65)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 39)
|
Άρθρο 5 σημείο 10)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 40)
|
Άρθρο 5 σημείο 33)
|
|
Άρθρο 5 σημείο 41)
|
Άρθρο 5 σημείο 73)
|
|
Άρθρο 6 παράγραφος 1
|
Άρθρο 9, άρθρο 74 παράγραφος 1, άρθρο 77 παράγραφος 4, άρθρο 81 παράγραφος 1, άρθρο 108 παράγραφος 4, άρθρο 125 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 6 παράγραφος 2
|
Άρθρο 49
|
|
Άρθρο 6 παράγραφος 3
|
Άρθρο 74 παράγραφος 6), άρθρο 81 παράγραφοι 2 και 4
|
|
Άρθρο 6 παράγραφος 4
|
Άρθρο 53
|
|
Άρθρο 7 στοιχείο α)
|
Άρθρο 49
|
|
Άρθρο 7 στοιχεία β) και γ)
|
—
|
|
Άρθρο 8 παράγραφος 1
|
—
|
|
Άρθρο 8 παράγραφος 2
|
Άρθρο 53
|
|
Άρθρο 9 παράγραφος 1
|
Άρθρο 26 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 9 παράγραφος 2
|
Άρθρο 26 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 9 παράγραφος 3
|
Άρθρο 26 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 9 παράγραφος 4
|
Άρθρο 26 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 10 στοιχείο α)
|
Άρθρο 26 παράγραφος 6 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 10 στοιχείο β)
|
Άρθρο 26 παράγραφος 6 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 10 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 26 παράγραφος 6 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 11
|
Άρθρο 26 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 12 παράγραφος 1
|
Άρθρο 23 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 12 παράγραφος 2
|
Άρθρο 272 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 12 παράγραφος 3
|
Άρθρο 23 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 13
|
Άρθρο 24
|
|
Άρθρο 14
|
Άρθρο 25
|
|
Άρθρο 15
|
—
|
|
Άρθρο 16
|
—
|
|
Άρθρο 17
|
—
|
|
Άρθρο 18 παράγραφος 1
|
Άρθρο 33 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 18 παράγραφος 2
|
Άρθρο 33 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 18 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος
|
—
|
|
Άρθρο 18 παράγραφος 3 δεύτερη περίοδος
|
Άρθρο 33 παράγραφος 7 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 18 παράγραφος 4
|
—
|
|
Άρθρο 19 παράγραφος 1
|
Άρθρο 34 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 19 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 34 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 19 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο
|
—
|
|
Άρθρο 19 παράγραφος 3
|
Άρθρο 34 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 20 στοιχείο α)
|
Άρθρο 33 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 20 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 21
|
—
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 8 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο
|
Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 2
|
Άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 3
|
Άρθρο 8 παράγραφος 3 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 4
|
Άρθρο 8 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 5
|
Άρθρο 8 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 6
|
Άρθρο 8 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 22 παράγραφος 7
|
Άρθρο 8 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 1
|
Άρθρο 9 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 2
|
Άρθρο 9 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 3
|
Άρθρο 9 παράγραφος 7 πρώτη περίοδος
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο α)
|
Άρθρο 9 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο β)
|
Άρθρο 12 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 23 παράγραφος 5
|
Άρθρο 9 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο α)
|
Άρθρο 6 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο β)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο ε)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο στ)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο στ)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο ζ)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 8 στοιχείο ζ)
|
|
Άρθρο 24 στοιχείο η)
|
Άρθρο 9 παράγραφος 9 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 25 στοιχείο α)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 10 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 25 στοιχείο β)
|
Άρθρο 8 παράγραφος 10 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 25 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 9 παράγραφος 9 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 26
|
Άρθρο 10
|
|
Άρθρο 27
|
Άρθρο 11
|
|
Άρθρο 28 παράγραφος 1
|
Άρθρο 12 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 28 παράγραφος 2
|
Άρθρο 12 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 28 παράγραφος 3
|
Άρθρο 12 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 28 παράγραφος 4
|
Άρθρο 12 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 29
|
Άρθρο 13
|
|
Άρθρο 30
|
Άρθρο 14
|
|
Άρθρο 31 στοιχείο α)
|
Άρθρο 12 παράγραφος 6 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 31 στοιχείο β)
|
Άρθρο 12 παράγραφος 6 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 32
|
Άρθρο 11 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 33
|
Άρθρο 15
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 1
|
Άρθρο 16 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 2
|
Άρθρο 16 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 3
|
Άρθρο 16 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 4
|
Άρθρο 16 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 5
|
Άρθρο 16 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 6
|
Άρθρο 16 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 7 στοιχείο α)
|
Άρθρο 16 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 7 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 8 στοιχείο α)
|
Άρθρο 16 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 8 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 9
|
Άρθρο 16 παράγραφος 10
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 10
|
Άρθρο 16 παράγραφος 11
|
|
Άρθρο 34 παράγραφος 11
|
Άρθρο 16 παράγραφος 12 πρώτο εδάφιο
|
|
Άρθρο 35
|
—
|
|
Άρθρο 36
|
|
|
Άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
Άρθρο 16 παράγραφος 14 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
Άρθρο 16 παράγραφος 14 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)
|
—
|
|
Άρθρο 37 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
Άρθρο 16 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 37 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 29 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 29 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 2
|
Άρθρο 29 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 3
|
Άρθρο 29 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 4
|
Άρθρο 29 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 5
|
Άρθρο 29 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 6
|
Άρθρο 29 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 38 παράγραφος 7
|
Άρθρο 29 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 39 στοιχείο α)
|
Άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 39 στοιχείο β)
|
Άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i)
|
|
Άρθρο 39 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 39 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 39 στοιχείο ε)
|
Άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 40 στοιχείο α)
|
Άρθρο 29 παράγραφος 10 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 40 στοιχείο β)
|
Άρθρο 29 παράγραφος 10 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 40 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 29 παράγραφος 10 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 41
|
Άρθρο 30 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 42 παράγραφος 1
|
Άρθρο 273 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και άρθρο 273 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
Άρθρο 275 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
Άρθρο 275 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 42 παράγραφος 3
|
Άρθρο 273 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 43
|
Άρθρο 17
|
|
Άρθρο 44
|
Άρθρο 18
|
|
Άρθρο 45
|
Άρθρο 19
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 63 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 63 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 2
|
Άρθρο 55 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 3
|
—
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 55 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 55 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 5
|
—
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 6
|
Άρθρο 59 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 7
|
Άρθρο 59 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 46 παράγραφος 8
|
Άρθρο 5 σημείο 41)
|
|
Άρθρο 47 παράγραφος 1
|
Άρθρο 63 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 47 παράγραφος 2
|
Άρθρο 268 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 48 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ)
|
|
Άρθρο 48 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 68 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 49 παράγραφος 1
|
Άρθρο 70 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 49 παράγραφος 1
|
Άρθρο 70 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 50 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 62 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 50 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο
|
Άρθρο 62 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 50 παράγραφος 2
|
Άρθρο 70 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 51 παράγραφος 1
|
Άρθρο 76 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 51 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 76 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 51 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 76 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 52 παράγραφος 1
|
Άρθρο 20 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 52 παράγραφος 2
|
Άρθρο 20 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 53 παράγραφος 1
|
Άρθρο 21 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 53 παράγραφος 2
|
Άρθρο 21 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 54
|
Άρθρο 21 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 55
|
Άρθρο 22
|
|
Τίτλος II
|
Τίτλος IX
|
|
Άρθρο 56 παράγραφος 1
|
Άρθρο 166 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 56 παράγραφος 2
|
Άρθρο 166 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 56 παράγραφος 3
|
Άρθρο 166 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 56 παράγραφος 4
|
Άρθρο 166 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 56 παράγραφος 5
|
Άρθρο 166 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 57 παράγραφος 1
|
Άρθρο 167 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 57 παράγραφος 2
|
Άρθρο 167 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 57 παράγραφος 3
|
Άρθρο 167 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 57 παράγραφος 4
|
Άρθρο 167 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 58 παράγραφος 1
|
Άρθρο 166 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 58 παράγραφος 2
|
Άρθρο 167 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 59
|
Άρθρο 168
|
|
Άρθρο 60 παράγραφος 1
|
Άρθρο 169 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 60 παράγραφος 2
|
Άρθρο 169 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 61 παράγραφος 1
|
Άρθρο 170 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 61 παράγραφος 2
|
Άρθρο 170 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 61 παράγραφος 3
|
Άρθρο 170 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 62
|
Άρθρο 169 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 63
|
Άρθρο 170 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 1
|
Άρθρο 171 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 2
|
Άρθρο 171 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 3
|
Άρθρο 171 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 4
|
Άρθρο 171 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 5
|
Άρθρο 171 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 6 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 171 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο
|
Άρθρο 171 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 6 τέταρτο εδάφιο
|
Άρθρο 171 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 64 παράγραφος 6 πέμπτο εδάφιο
|
Άρθρο 171 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 65
|
Άρθρο 171 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 66
|
Άρθρο 171 παράγραφος 10
|
|
Άρθρο 67
|
Άρθρο 172 πρώτο εδάφιο
|
|
Άρθρο 68
|
Άρθρο 172
|
|
Άρθρο 69
|
Άρθρο 173
|
|
Άρθρο 70
|
Άρθρο 174
|
|
Άρθρο 71
|
Άρθρο 176
|
|
Άρθρο 72
|
Άρθρο 177
|
|
Άρθρο 73
|
Άρθρο 178 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 74 παράγραφος 1
|
Άρθρο 179 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 74 παράγραφος 2
|
Άρθρο 179 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 74 παράγραφος 3
|
Άρθρο 179 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 75
|
Άρθρο 178 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 76
|
Άρθρο 181
|
|
Τίτλος ΙΙΙ
|
Τίτλος X
|
|
Άρθρο 77 παράγραφος 1
|
Άρθρο 183 παράγραφος 1, άρθρο 183 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 77 παράγραφος 2
|
Άρθρο 183 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 77 παράγραφος 3
|
Άρθρο 183 παράγραφοι 3 και 4
|
|
Άρθρο 78
|
Άρθρο 184
|
|
Άρθρο 79 παράγραφος 1
|
Άρθρο 185 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 79 παράγραφος 2
|
Άρθρο 185 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 79 παράγραφος 3
|
Άρθρο 185 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 79 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 185 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 79 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 185 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 80
|
Άρθρο 186
|
|
Άρθρο 81 παράγραφος 1
|
Άρθρο 187 παράγραφος 1, άρθρο 187 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 81 παράγραφος 2
|
Άρθρο 187 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 81 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 187 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 81 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 187 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 82
|
Άρθρο 188
|
|
Άρθρο 83 παράγραφος 1
|
Άρθρο 189 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 83 παράγραφος 2
|
Άρθρο 189 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο
|
|
Άρθρο 83 παράγραφος 3
|
Άρθρο 189 σημείο 3
|
|
Άρθρο 84
|
Άρθρο 190
|
|
Άρθρο 85 παράγραφος 1
|
Άρθρο 191 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 85 παράγραφος 2
|
Άρθρο 191 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 1
|
Άρθρο 192 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 2
|
Άρθρο 192 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 3
|
Άρθρο 192 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 4
|
Άρθρο 192 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 5
|
Άρθρο 192 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 86 παράγραφος 6
|
Άρθρο 192 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 87 παράγραφος 1
|
Άρθρο 193 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 87 παράγραφος 2
|
Άρθρο 193 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 87 παράγραφος 3
|
Άρθρο 193 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 87 παράγραφος 4
|
Άρθρο 193 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 88 στοιχείο α)
|
Άρθρο 191 παράγραφος 4, άρθρο 192 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 88 στοιχείο β)
|
Άρθρο 192 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 88 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 193 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 1
|
Άρθρο 194 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 2
|
Άρθρο 194 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 3
|
Άρθρο 194 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 4
|
Άρθρο 194 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 5
|
Άρθρο 194 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 6
|
Άρθρο 194 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 7
|
Άρθρο 194 παράγραφος 7 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 8 στοιχείο α)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 7 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 8 στοιχείο β)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 7 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 8 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 7 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 8 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 7 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 89 παράγραφος 9
|
Άρθρο 194 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 90
|
Άρθρο 195
|
|
Άρθρο 91
|
Άρθρο 196
|
|
Άρθρο 92 παράγραφος 1
|
Άρθρο 197 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 92 παράγραφος 2
|
Άρθρο 197 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 93
|
Άρθρο 198
|
|
Άρθρο 94 παράγραφος 1
|
Άρθρο 199 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 94 παράγραφος 2
|
Άρθρο 199 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 94 παράγραφος 3
|
Άρθρο 199 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 95 παράγραφος 1
|
Άρθρο 200 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 95 παράγραφος 2
|
Άρθρο 200 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 95 παράγραφος 3
|
Άρθρο 200 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 95 παράγραφος 4
|
Άρθρο 200 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 96 παράγραφος 1
|
Άρθρο 201 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 96 παράγραφος 2
|
Άρθρο 201 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 97
|
Άρθρο 202
|
|
Άρθρο 98 παράγραφος 1
|
Άρθρο 203 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 98 παράγραφος 2
|
Άρθρο 203 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 99 στοιχείο α)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 99 στοιχείο β)
|
Άρθρο 197 παράγραφος 3 άρθρο 199 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 99 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 200 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 99 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 203 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 100 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
Άρθρο 200 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 100 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
Άρθρο 194 παράγραφος 10, άρθρο 199 παράγραφος 5, άρθρο 203 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 100 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 201 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 100 παράγραφος 2
|
Άρθρο 201 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 101
|
Άρθρο 204
|
|
Άρθρο 102 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 205 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 102 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 205 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 102 παράγραφος 2
|
Άρθρο 205 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 102 παράγραφος 3
|
Άρθρο 205 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 102 παράγραφος 4
|
Άρθρο 205 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 103
|
Άρθρο 206
|
|
Άρθρο 104
|
Άρθρο 207
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 208 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
—
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 2
|
Άρθρο 208 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 3
|
Άρθρο 208 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 4
|
Άρθρο 208 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 5
|
Άρθρο 208 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 105 παράγραφος 6
|
Άρθρο 208 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο
|
|
Άρθρο 106
|
Άρθρο 205 παράγραφος 8 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 107
|
Άρθρο 209
|
|
Άρθρο 108 παράγραφος 1
|
Άρθρο 210 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 108 παράγραφος 2
|
Άρθρο 210 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 108 παράγραφος 3
|
Άρθρο 210 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 109
|
Άρθρο 211
|
|
Άρθρο 110
|
Άρθρο 212 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 111
|
Άρθρο 213
|
|
Άρθρο 112 παράγραφος 1
|
Άρθρο 214 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 112 παράγραφος 2
|
Άρθρο 214 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 112 παράγραφος 3
|
Άρθρο 214 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 112 παράγραφος 4
|
Άρθρο 214 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 113
|
Άρθρο 215
|
|
Άρθρο 114 παράγραφος 1
|
Άρθρο 216 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 114 παράγραφος 2
|
Άρθρο 216 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 114 παράγραφος 3
|
Άρθρο 216 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 114 παράγραφος 4
|
Άρθρο 216 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 115
|
Άρθρο 210 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)
|
Άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)
|
Άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)
|
Άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ)
|
Άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 217 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 2
|
Άρθρο 217 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 217 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 217 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 4
|
Άρθρο 217 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 5
|
Άρθρο 217 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 6
|
Άρθρο 217 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 116 παράγραφος 7
|
Άρθρο 217 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 117
|
Άρθρο 218
|
|
Άρθρο 118 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 219 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 118 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 219 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 118 παράγραφος 2
|
Άρθρο 219 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)
|
|
Άρθρο 118 παράγραφος 3
|
Άρθρο 219 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 118 παράγραφος 4
|
Άρθρο 219 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 119
|
Άρθρο 220
|
|
Άρθρο 120
|
Άρθρο 221
|
|
Άρθρο 121 παράγραφος 1
|
Άρθρο 222 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 121 παράγραφος 2
|
Άρθρο 222 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 121 παράγραφος 3
|
Άρθρο 222 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 121 παράγραφος 4
|
Άρθρο 222 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 122
|
Άρθρο 217 παράγραφος 10
|
|
Άρθρο 123 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
Άρθρο 217 παράγραφος 11
|
|
Άρθρο 123 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
Άρθρο 222 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 123 παράγραφος 2
|
Άρθρο 217 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο στ)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο στ)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο ζ)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο ζ)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο η)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο η)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο θ)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο θ)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο ι)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο ι)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο ια)
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1 στοιχείο ια)
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 2
|
Άρθρο 223 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 3
|
Άρθρο 223 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 4
|
Άρθρο 223 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 5
|
Άρθρο 223 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 6
|
Άρθρο 223 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 124 παράγραφος 7
|
Άρθρο 223 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 125
|
Άρθρο 224
|
|
Άρθρο 126
|
Άρθρο 223 παράγραφος 8
|
|
Τίτλος IV
|
Τίτλος VI
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 1
|
Άρθρο 97 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 10 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 10 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 97 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 97 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 5
|
Άρθρο 97 παράγραφοι 3 και 8
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 6
|
Άρθρο 97 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 7
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 127 παράγραφος 8
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 128
|
Άρθρο 98 παράγραφοι 1 και 5
|
|
Άρθρο 129 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 99 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 129 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)
|
Άρθρο 99 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 129 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)
|
Άρθρο 99 παράγραφος 2 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 129 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 129 παράγραφος 2
|
Άρθρο 100 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 130
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 131 στοιχείο α)
|
—
|
|
Άρθρο 131 στοιχείο β)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 11 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 131 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 11 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 132 στοιχείο α)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 132 στοιχείο β)
|
Άρθρο 97 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 132 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 98 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 132 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 99 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 132 στοιχείο ε)
|
Άρθρο 100 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 133 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 101 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 133 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 101 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 133 παράγραφος 2
|
Άρθρο 101 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 134 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 54 παράγραφοι 1 και 2
|
|
Άρθρο 134 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 54 παράγραφοι 3 έως 7
|
|
Άρθρο 134 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο
|
Άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 134 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο
|
Άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 134 παράγραφος 2
|
Άρθρο 54 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 1
|
Άρθρο 102 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 2
|
Άρθρο 102 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 3
|
Άρθρο 97 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 4
|
Άρθρο 102 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 5
|
Άρθρο 102 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 135 παράγραφος 6
|
Άρθρο 102 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 136 παράγραφος 1
|
Άρθρο 97 παράγραφος 10 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 136 παράγραφος 2
|
Άρθρο 97 παράγραφος 10 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 136 παράγραφος 3
|
Άρθρο 97 παράγραφος 10 στοιχείο δ), άρθρο 101 παράγραφος 8 στοιχείο β), άρθρο 103 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 137 παράγραφος 1
|
Άρθρο 102 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 137 παράγραφος 2
|
Άρθρο 102 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 137 παράγραφος 3
|
Άρθρο 102 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 138 στοιχείο α)
|
Άρθρο 101 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 138 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 139 παράγραφοι 1 έως 6
|
Άρθρο 103 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 139 παράγραφος 7
|
Άρθρο 103 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 140 παράγραφος 1
|
Άρθρο 101 παράγραφοι 9 και 10, άρθρο 101 παράγραφος 13
|
|
Άρθρο 140 παράγραφος 2
|
Άρθρο 65 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 141
|
—
|
|
Άρθρο 142
|
Άρθρο 103 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 143
|
Άρθρο 103 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 144
|
Άρθρο 104 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 1
|
Άρθρο 105 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 2
|
Άρθρο 105 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 3
|
Άρθρο 105 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 4
|
—
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 5
|
—
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 6
|
—
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 7
|
Άρθρο 64
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 8
|
—
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 9
|
Άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 10
|
—
|
|
Άρθρο 145 παράγραφος 11
|
—
|
|
Άρθρο 146 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 106 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 146 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)
|
Άρθρο 106 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 146 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)
|
Άρθρο 106 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 146 παράγραφος 2
|
Άρθρο 107 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 147 παράγραφος 1
|
Άρθρο 104 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 147 παράγραφος 2
|
Άρθρο 104 παράγραφος 4 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 147 παράγραφος 3
|
Άρθρο 104 παράγραφος 4 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 147 παράγραφος 4
|
Άρθρο 104 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 1
|
Άρθρο 108 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 2
|
Άρθρο 108 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 3
|
Άρθρο 108 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 4 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 108 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο
|
Άρθρο 108 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 5
|
Άρθρο 108 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 148 παράγραφος 6
|
Άρθρο 108 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 149
|
Άρθρο 104 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 150
|
—
|
|
Άρθρο 151 στοιχείο α)
|
Άρθρο 104 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 151 στοιχείο β)
|
Άρθρο 108 παράγραφος 8 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 151 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 108 παράγραφος 8 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 152 στοιχείο α)
|
Άρθρο 105 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 152 στοιχείο β)
|
Άρθρο 106 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 152 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 107 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 152 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 108 παράγραφος 9
|
|
Τίτλος V
|
Τίτλος V
|
|
Άρθρο 153 παράγραφος 1
|
Άρθρο 71 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 153 παράγραφος 2
|
Άρθρο 71 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 153 παράγραφος 3
|
Άρθρο 71 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 154
|
Άρθρο 72
|
|
Άρθρο 155 παράγραφος 1
|
Άρθρο 73 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 155 παράγραφος 2
|
Άρθρο 73 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 156 στοιχείο α)
|
Άρθρο 71 παράγραφος 4 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 156 στοιχείο β)
|
Άρθρο 71 παράγραφος 4 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 156 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 71 παράγραφος 4 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 156 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 73 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 157
|
Άρθρο 71 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 158 παράγραφος 1
|
—
|
|
Άρθρο 158 παράγραφος 2
|
Άρθρο 81 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 158 παράγραφος 3
|
Άρθρο 54 παράγραφοι 5 και 6
|
|
Άρθρο 159 παράγραφος 1
|
Άρθρο 7 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 159 παράγραφος 2
|
Άρθρο 7 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 159 παράγραφος 3
|
Άρθρο 81 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 160
|
Άρθρο 81 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 161 στοιχείο α)
|
Άρθρο 81 παράγραφος 5 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 161 στοιχείο β)
|
Άρθρο 81 παράγραφος 5 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 162
|
Άρθρο 82 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 163 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο
|
Άρθρο 76 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 163 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο
|
Άρθρο 76 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 163 παράγραφος 2
|
Άρθρο 76 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 163 παράγραφος 3
|
Άρθρο 76 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 164
|
—
|
|
Άρθρο 165 στοιχείο α)
|
Άρθρο 82 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 165 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 166 παράγραφος 1
|
Άρθρο 83 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 166 παράγραφος 1
|
Άρθρο 83 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 167 παράγραφος 1
|
Άρθρο 84 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 167 παράγραφος 2
|
Άρθρο 84 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 167 παράγραφος 3
|
Άρθρο 84 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 167 παράγραφος 4
|
Άρθρο 84 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 167 παράγραφος 5
|
Άρθρο 84 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 168 στοιχείο α)
|
Άρθρο 83 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 168 στοιχείο β)
|
Άρθρο 84 παράγραφος 6 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 168 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 84 παράγραφος 6 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 168 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 84 παράγραφος 6 στοιχείο γ)
|
|
Άρθρο 169 στοιχείο α)
|
Άρθρο 83 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 169 στοιχείο β)
|
Άρθρο 84 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 170 παράγραφος 1
|
Άρθρο 85 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 170 παράγραφος 2
|
Άρθρο 85 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 170 παράγραφος 3
|
Άρθρο 85 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 170 παράγραφος 4
|
—
|
|
Άρθρο 171
|
Άρθρο 86 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 172 παράγραφος 1
|
Άρθρο 87 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 172 παράγραφος 2
|
Άρθρο 87 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 173 παράγραφος 1
|
Άρθρο 88 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 173 παράγραφος 2
|
Άρθρο 88 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 173 παράγραφος 3
|
Άρθρο 88 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 174 παράγραφος 1
|
Άρθρο 89 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 174 παράγραφος 2
|
Άρθρο 89 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 175
|
Άρθρο 89 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 176 στοιχείο α)
|
Άρθρο 86 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 176 στοιχείο β)
|
Άρθρο 87 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 176 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 88 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 177 παράγραφος 1
|
Άρθρο 90 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 177 παράγραφος 2
|
Άρθρο 90 παράγραφος 2 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 178
|
—
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 1
|
Άρθρο 91 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 2
|
Άρθρο 91 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 3
|
Άρθρο 91 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 4
|
Άρθρο 91 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 5
|
Άρθρο 91 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 179 παράγραφος 6
|
Άρθρο 91 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 180
|
Άρθρο 91 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 181 στοιχείο α)
|
Άρθρο 91 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 181 στοιχείο β)
|
Άρθρο 92 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 182 παράγραφος 1
|
Άρθρο 92 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 182 παράγραφος 2
|
Άρθρο 92 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 182 παράγραφος 3
|
Άρθρο 92 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 182 παράγραφος 4
|
Άρθρο 92 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 183
|
Άρθρο 92 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 184
|
Άρθρο 92 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 185
|
—
|
|
Άρθρο 186
|
—
|
|
Άρθρο 187
|
—
|
|
Άρθρο 188 στοιχείο α)
|
Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 188 στοιχείο β)
|
Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)
|
|
Άρθρο 188 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 188 στοιχείο δ)
|
Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
|
|
Άρθρο 189 παράγραφος 1
|
Άρθρο 65 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 189 παράγραφος 2
|
Άρθρο 65 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 189 παράγραφος 3
|
Άρθρο 65 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 190 παράγραφος 1
|
Άρθρο 65 παράγραφος 5 πρώτο και δεύτερο εδάφιο
|
|
Άρθρο 190 παράγραφος 2
|
—
|
|
Άρθρο 191 παράγραφος 1
|
Άρθρο 66 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 191 παράγραφος 2
|
Άρθρο 66 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 191 παράγραφος 3
|
Άρθρο 66 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 192 παράγραφος 1
|
Άρθρο 67 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 192 παράγραφος 1
|
Άρθρο 67 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 193
|
Άρθρο 64 παράγραφος 2, άρθρο 65 παράγραφος 6, άρθρο 66 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 194 παράγραφος 1
|
Άρθρο 77 παράγραφοι 1 και 3
|
|
Άρθρο 194 παράγραφος 2
|
—
|
|
Άρθρο 195
|
—
|
|
Άρθρο 196
|
—
|
|
Άρθρο 197
|
Άρθρο 95 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 198 παράγραφος 1
|
Άρθρο 94 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 198 παράγραφος 2
|
Άρθρο 94 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 198 παράγραφος 3
|
Άρθρο 94 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 199
|
Άρθρο 96 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 200 στοιχείο α)
|
Άρθρο 95 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 200 στοιχείο β)
|
Άρθρο 94 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 200 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 96 παράγραφος 2
|
|
Τίτλος VI
|
ΤΙΤΛΟΣ VI (ΜΕΡΟΣ)
|
|
Άρθρο 201 παράγραφος 1
|
Άρθρο 109 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 201 παράγραφος 2
|
Άρθρο 109 παράγραφος 3 στοιχεία γ) και ε)
|
|
Άρθρο 201 παράγραφος 3
|
Άρθρο 109 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 202
|
Άρθρο 110
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 1
|
Άρθρο 111 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 2
|
Άρθρο 111 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 3
|
Άρθρο 111 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 4
|
Άρθρο 111 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 5
|
Άρθρο 111 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 203 παράγραφος 6
|
Άρθρο 111 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 204
|
—
|
|
Άρθρο 205 παράγραφος 1
|
Άρθρο 112 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 205 παράγραφος 2
|
Άρθρο 112 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 205 παράγραφος 3
|
Άρθρο 112 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 206 στοιχείο α)
|
Άρθρο 111 παράγραφος 7
|
|
Άρθρο 206 στοιχείο β)
|
—
|
|
Άρθρο 207
|
Άρθρο 111 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 208 παράγραφος 1
|
Άρθρο 113 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 208 παράγραφος 2
|
Άρθρο 113 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 209
|
Άρθρο 113 παράγραφος 3
|
|
Τίτλος VII
|
Τίτλος VΙΙΙ
|
|
Άρθρο 210
|
Άρθρο 124
|
|
Άρθρο 211 παράγραφος 1
|
Άρθρο 125 παράγραφοι 1 και 3
|
|
Άρθρο 211 παράγραφος 2
|
Άρθρο 126
|
|
Άρθρο 211 παράγραφος 3
|
Άρθρο 125 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β), γ), ε) και στ)
|
|
Άρθρο 211 παράγραφος 4
|
Άρθρο 125 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία δ) και ζ), άρθρο 125 παράγραφος 12
|
|
Άρθρο 211 παράγραφοι 5 και 6
|
Άρθρο 125 παράγραφοι 5 έως 9
|
|
Άρθρο 212 στοιχείο α)
|
Άρθρο 125 παράγραφος 10 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 212 στοιχείο β)
|
Άρθρο 125 παράγραφος 10 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 212 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 125 παράγραφος 10 στοιχεία γ), δ) και ε)
|
|
Άρθρο 213
|
Άρθρο 125 παράγραφος 11 στοιχείο β)
|
|
Άρθρο 214 παράγραφος 1
|
Άρθρο 128 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 214 παράγραφος 2
|
Άρθρο 128 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 215 παράγραφος 1
|
Άρθρο 129 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 215 παράγραφος 2
|
Άρθρο 129 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 215 παράγραφος 3
|
Άρθρο 129 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 215 παράγραφος 4
|
Άρθρο 129 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 216
|
Άρθρο 129 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 217
|
Άρθρο 129 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 218
|
Άρθρο 130 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 219
|
Άρθρο 131 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 220
|
Άρθρο 132 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 221 στοιχείο α)
|
Άρθρο 131 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 221 στοιχείο β)
|
Άρθρο 132 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 222 στοιχείο α)
|
Άρθρο 130 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 222 στοιχείο β)
|
Άρθρο 131 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 223 παράγραφος 1
|
Άρθρο 133 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 223 παράγραφος 2
|
Άρθρο 133 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 223 παράγραφος 3
|
Άρθρο 133 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 223 παράγραφος 4
|
Άρθρο 133 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 224
|
Άρθρο 133 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 225
|
Άρθρο 133 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 226 παράγραφος 1
|
Άρθρο 135 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 226 παράγραφος 2
|
Άρθρο 135 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 226 παράγραφος 3
|
Άρθρο 135 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 227 παράγραφος 1
|
Άρθρο 136 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 227 παράγραφος 2
|
Άρθρο 136 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 228
|
Άρθρο 137
|
|
Άρθρο 229
|
Άρθρο 138
|
|
Άρθρο 230
|
Άρθρο 139 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 231
|
Άρθρο 135 παράγραφος 4, άρθρο 139 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 232
|
Άρθρο 135 παράγραφος 5, άρθρο 136 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 233 παράγραφος 1
|
Άρθρο 140 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 233 παράγραφος 2
|
Άρθρο 140 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 233 παράγραφος 3
|
Άρθρο 140 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 233 παράγραφος 4
|
Άρθρο 140 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 234 παράγραφος 1
|
Άρθρο 141 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 234 παράγραφος 2
|
Άρθρο 141 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 235
|
Άρθρο 140 παράγραφος 6 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 236
|
Άρθρο 140 παράγραφος 7, άρθρο 141 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 237 παράγραφος 1
|
Άρθρο 142 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 237 παράγραφος 2
|
Άρθρο 142 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 237 παράγραφος 3
|
Άρθρο 142 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 238
|
Άρθρο 238 παράγραφος 1, άρθρο 238 παράγραφος 2 στοιχείο α)
|
|
Άρθρο 239
|
Άρθρο 142 παράγραφος 6
|
|
Άρθρο 240
|
Άρθρο 144
|
|
Άρθρο 241
|
Άρθρο 146
|
|
Άρθρο 242
|
Άρθρο 147
|
|
Άρθρο 243
|
Άρθρο 148
|
|
Άρθρο 244
|
Άρθρο 149
|
|
Άρθρο 245
|
Άρθρο 102 παράγραφοι 1, 2 και 4, άρθρο 103
|
|
Άρθρο 246 παράγραφος 1
|
Άρθρο 142 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 246 παράγραφος 2
|
Άρθρο 152 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 247
|
Άρθρο 150
|
|
Άρθρο 248
|
Άρθρο 151
|
|
Άρθρο 249
|
Άρθρο 152 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 250 παράγραφος 1
|
Άρθρο 153 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 250 παράγραφος 2
|
Άρθρο 153 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 251
|
Άρθρο 154
|
|
Άρθρο 252
|
Άρθρο 155
|
|
Άρθρο 253 στοιχεία α) και β)
|
Άρθρο 153 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ)
|
|
Άρθρο 254
|
Άρθρο 156
|
|
Άρθρο 255
|
Άρθρο 157
|
|
Άρθρο 256
|
Άρθρο 158
|
|
Άρθρο 257
|
Άρθρο 159
|
|
Άρθρο 258
|
Άρθρο 160
|
|
Άρθρο 259
|
Άρθρο 161
|
|
Άρθρο 260
|
Άρθρο 162
|
|
Άρθρο 260α
|
Άρθρο 163
|
|
Άρθρο 261
|
Άρθρο 164
|
|
Άρθρο 262
|
Άρθρο 165
|
|
Τίτλος VΙΙΙ
|
Τίτλος VII
|
|
Άρθρο 263 παράγραφος 1
|
Άρθρο 117 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 263 παράγραφος 2
|
Άρθρο 117 παράγραφος 9
|
|
Άρθρο 263 παράγραφος 3
|
Άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 263 παράγραφος 4
|
Άρθρο 117 παράγραφος 2
|
|
Άρθρο 264
|
Άρθρο 118 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 265 στοιχεία α) και β)
|
Άρθρο 117 παράγραφος 12 στοιχεία β) και γ)
|
|
Άρθρο 266
|
Άρθρο 118 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 267 παράγραφος 1
|
Άρθρο 54 παράγραφος 5· Άρθρο 118 παράγραφος 2 στοιχείο δ)
|
|
Άρθρο 267 παράγραφος 2
|
Άρθρο 122
|
|
Άρθρο 267 παράγραφος 3
|
Άρθρο 114 παράγραφοι 2 και 3
|
|
Άρθρο 267 παράγραφος 4
|
Άρθρο 117 παράγραφοι 11 και 14
|
|
Άρθρο 268
|
Άρθρο 114 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 269 παράγραφος 1
|
Άρθρο 114 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 269 παράγραφος 2
|
Άρθρο 114 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 269 παράγραφος 3
|
Άρθρο 114 παράγραφος 5
|
|
Άρθρο 270 παράγραφος 1
|
Άρθρο 116 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 270 παράγραφος 2
|
Άρθρο 116 παράγραφος 3
|
|
Άρθρο 270 παράγραφος 3
|
Άρθρο 116 παράγραφος 4
|
|
Άρθρο 271
|
Άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 272 παράγραφος 1
|
Άρθρο 119, άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 272 παράγραφος 2
|
Άρθρο 120, άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 273 στοιχείο α)
|
Άρθρο 117 παράγραφος 13 και (14)
|
|
Άρθρο 273 στοιχείο β)
|
Άρθρο 119 παράγραφος 4, άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 273 στοιχείο γ)
|
Άρθρο 120 παράγραφος 3, άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 274
|
Άρθρο 116 παράγραφοι 5 και 6, άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 275
|
Άρθρο 116 παράγραφος 6. άρθρο 117 παράγραφος 14
|
|
Άρθρο 276
|
Άρθρο 116 παράγραφος 8
|
|
Άρθρο 277
|
Άρθρο 115
|
|
Τίτλος IX
|
Τίτλος XV (μέρος)
|
|
Άρθρο 278
|
—
|
|
Άρθρο 278α
|
—
|
|
Άρθρο 279
|
—
|
|
Άρθρο 280
|
—
|
|
Άρθρο 281
|
—
|
|
Άρθρο 282
|
—
|
|
Άρθρο 283
|
—
|
|
Άρθρο 284
|
Άρθρο 282
|
|
Άρθρο 285
|
Άρθρο 283
|
|
Άρθρο 286
|
Άρθρο 284
|
|
Άρθρο 287
|
Άρθρο 287 παράγραφος 1
|
|
Άρθρο 288
|
Άρθρο 287 παράγραφοι 2 έως 5
|