Άρθρα
Η διοικητική-ελεγκτική διάσταση της ψηφιακής διακίνησης των αποθεμάτων με το βιβλίο αποθήκης
Δρ. Στάθης Ι. Κριαράς
Κοστολόγος, φοροτεχνικός, συγγραφέας και σύμβουλος επιχειρήσεων
Με βάση το Ν. 4308/2014, το Βιβλίο Αποθήκης αποτελεί ένα λογιστικό αρχείο-βιβλίο, αλλά δεν είναι υποχρεωτική η τήρησή του. Η αγορά όμως έχει ξεπεράσει τις διατάξεις αυτού του νόμου στο συγκεκριμένο θέμα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει βιομηχανική ή εμπορική ή μικτή επιχείρηση με στοιχειώδη οργάνωση που να μην διαθέτει βιβλίο αποθήκης για διαχειριστικούς και κοστολογικούς λόγους. Από την στιγμή όμως που μία επιχείρηση τηρεί βιβλίο αποθήκης, αυτό αποτελεί αντικείμενο φορολογικού ελέγχου.
Συγκεκριμένα με βάση την ΠΟΛ.1067/2018, ο φορολογικός έλεγχος επικεντρώνεται στο:
1. Να πραγματοποιηθεί ποσοτική καταμέτρηση των αποθεμάτων και να ελεγχθεί η ορθή ποσοτική καταχώρηση των αγαθών στο τηρούμενο κατ’ επιλογή της οντότητας, αναλυτικό αρχείο ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων επιλεκτικά για δύο (2) είδη κατά περίπτωση εμπορευμάτων, έτοιμων προϊόντων και πρώτων υλών.
2. Να ελεγχθεί η ύπαρξη τυχόν πιστωτικών υπολοίπων στα αναλυτικά καθολικά του τηρούμενου, κατ’ επιλογή της οντότητας αναλυτικού αρχείου ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων. Ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στον τελευταίο μήνα του φορολογικού έτους και σε έναν οποιοδήποτε άλλο μήνα του φορολογικού έτους.
3. Να ελεγχθεί εάν τα ποσοτικά υπόλοιπα των αναλυτικών καθολικών του τηρουμένου, κατ’ επιλογή της οντότητας, αναλυτικού αρχείου ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων, επιλεκτικά για δύο (2) είδη κατά περίπτωση εμπορευμάτων, έτοιμων προϊόντων και πρώτων υλών, συμφωνούν με τις ποσότητες που απογράφηκαν στο τέλος του φορολογικού έτους και καταχωρήθηκαν στο αρχείο ιδιόκτητων αποθεμάτων (Βιβλίο Απογραφής).
Παράλληλα οι αποφάσεις του ΣτΕ 805/1998 και ΣτΕ 1510/2013 και της ΔΕΔ 873/2019, έχουν αποφανθεί ότι σε περίπτωση τήρησης βιβλίου αποθήκης, εάν εμφανιστούν ποσοτικά ελλείμματα που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τη φυσική απομείωση των αγαθών ή από την καταστροφή τους, η φορολογική αρχή μπορεί να προσθέσει την αξία των ελλειμμάτων αυτών στα έσοδα χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αποδείξει την ανακρίβεια των σχετικών εγγραφών.
Ψηφιακά Δελτία Διακίνησης
Σταδιακά μέσα στο 2025 εντάχθηκαν όλες οι επιχειρήσεις στην πρώτη φάση εφαρμογής η οποία περιλαμβάνει την έκδοση και διαβίβαση των δεδομένων στην ψηφιακή πλατφόρμα myDATA και έτσι είχαμε κατάργηση του χειρόγραφου Δελτίου Αποστολής για όλες τις επιχειρήσεις (πλην των εξαιρέσεων που αναφέρονται στην Α.1122/2024, Α.1046/2025 & Ε.2030/2025).
Η Β' Φάση εφαρμογής του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής θα ισχύσει από 1/1/2027 (μετά την δοθείσα παράταση, βλ. Α. 1198/2026) και θα περιλαμβάνει εκτός την Έκδοση - Διαβίβαση και την Παρακολούθηση Διαδικασιών Φόρτωσης, Μεταφόρτωσης, Παραλαβής στη Διακίνηση Αποθεμάτων καθώς και τα δεδομένα του ποσοτικού και ποιοτικού ελέγχου αποθεμάτων.
Εκτός από τις βιομηχανικές, εμπορικές και μικτές επιχειρήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν σε ημερήσια βάση το Δελτίο Αποστολής, η χρήση του Ψηφιακού Δελτίου διακίνησης αποθεμάτων έχει εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις ακόμη και σε αυτές που είναι αποκλειστικά παροχής υπηρεσιών. Θα ενταχθούν κι αυτές καθολικά στην υποχρέωση διότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμη κι αν δεν εκδίδουν ΨΔΑ θα πρέπει να έχουν την εφαρμογή, όπως για παράδειγμα όταν θα αποδέχονται μέσω πλατφόρμας οποιαδήποτε αγορά αποθέματος ή την αγορά ενός παγίου, από τη Β' φάση εφαρμογής της διαβίβασης στην ψηφιακή πλατφόρμα.
Η Κοστολογική Διάσταση του Βιβλίου Αποθήκης
Οι διαβιβάσεις του ΨΔΑ στην ψηφιακή πλατφόρμα επηρεάζουν το Βιβλίο Αποθήκης τόσο κατά την εισαγωγή όσον και κατά την εξαγωγή.
Η έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση του Βιβλίου Αποθήκης έχει μεγάλη σημασία για την ακριβή παρακολούθηση των αποθεμάτων, διότι στις εμπορικές εταιρείες συμβάλλει στην σωστή αποτίμηση των αποθεμάτων καθώς και στον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων, του μικτού αποτελέσματος καθώς και της ορθής σύνταξης της απογραφής κατά ποσότητα και αξία.
Επιπλέον, στις βιομηχανικές επιχειρήσεις αφού έχουν καταγραφεί αναλυτικά και σωστά όλες οι αιτίες κίνησης των αποθεμάτων καθώς και όλες οι εντολές παραγωγής, αποτελεί την κινητήρια δύναμη για την διενέργεια της κοστολόγησης των προϊόντων και είναι η βάση για την τεκμηρίωση των τεχνικών προδιαγραφών, για την σύνταξη του Βιβλίου Παραγωγής και Κοστολογίου καθώς και για την ορθή σύνταξη της απογραφής κατά ποσότητα και αξία, προκειμένου να προσδιορίζεται σωστά το αποτέλεσμα.
Πιθανές Μελλοντικές Ελεγκτικές Επαληθεύσεις
Παράλληλα η ΑΑΔΕ στις παραγωγικές επιχειρήσεις, έχοντας τις πωλήσεις κατά ποσότητα, αξία και κατά κωδικό για ένα προϊόν και εφόσον οι επιχειρήσεις ανεβάσουν μελλοντικά και τις απογραφές αρχής και τέλους και κατά κωδικό, τότε η ΑΑΔΕ θα μπορεί να προσδιορίσει την παραχθείσα ποσότητα του κάθε προϊόντος παρακάμπτοντας το κενό που υπάρχει από την μη διαβίβαση των αναλώσεων των Α υλών και της παραγωγής του κάθε προϊόντος.
Υπάρχει η σχέση:
Απόθεμα Αρχής (Ποσότητα)
Πλέον Παραχθείσα Ποσότητα
Μείον Απόθεμα Τέλους (Ποσότητα)
Πωληθείσα Ποσότητα
Εάν λύσουμε την εξίσωση ως προς την Παραχθείσα ποσότητα θα έχουμε:
Παραχθείσα Ποσότητα= Πωληθείσα Ποσότητα + Απόθεμα Τέλους - Απόθεμα Αρχής
Επειδή για κάθε προϊόν θα πρέπει ποσοτικά να κλείνει το κύκλωμα κατ' είδος, θα απωλεσθεί και η τελευταία ευχέρεια που υπάρχει στις επιχειρήσεις σχετικά με τη ‹‹διαμόρφωση›› του αποτελέσματος μέσω της χειραγώγησης απογραφής ή της παραγωγής ή οποιασδήποτε άλλης μεταβλητής.
Η ΑΑΔΕ έχοντας τις τεχνικές προδιαγραφές τουλάχιστον με τις βασικές πρώτες ύλες και χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη θα είναι εύκολο να εντοπίσει τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων οι αναλώσεις των Α' υλών δεν συνάδουν με τις παραχθείσες ποσότητες των προϊόντων καταρχήν σε επίπεδο επιχείρησης.
Εκτιμώ ότι σε περίπτωση σημαντικής διάστασης μεταξύ της παραγωγής και των αναλωθέντων Α' υλών θα επακολουθούν στοχευμένοι φορολογικοί έλεγχοι, δηλαδή θα αποκαλύπτεται η φοροδιαφυγή μέσα από το κύκλωμα της παραγωγικής διαδικασίας.
Στις Εμπορικές επιχειρήσεις αντίστοιχα ισχύει η σχέση:
Πωληθείσες Ποσότητες = Αγορές (ποσότητες) - Απόθεμα Τέλους (ποσότητες) + Απόθεμα Αρχής (ποσότητες)
Έχοντας η ΑΑΔΕ τα συγκεκριμένα στοιχεία δύσκολα μια εμπορική επιχείρηση θα μπορεί να χειραγωγήσει μία μεταβλητή της εξίσωσης δηλαδή είτε τις πωλήσεις, είτε τις απογραφές, είτε τις αγορές διότι δεν θα κλείνει το κύκλωμα και θα αποκαλύπτεται η φοροδιαφυγή από την διακίνηση των αποθεμάτων.
Σήμερα όπως είναι λογιστική οργάνωση των επιχειρήσεων μπορούν τα παραπάνω να εφαρμοσθούν για όλες τις επιχειρήσεις που πωλούν κατ' είδος. Αυτές είναι οι επιχειρήσεις που πωλούν χονδρικά καθώς και οι επιχειρήσεις που πωλούν λιανικά και χρησιμοποιούν ERP για την έκδοση των λιανικών αποδείξεων.
Προκειμένου να υπάρξει καθολική εφαρμογή θα πρέπει και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις να τιμολογούν κατ' είδος. Κατά τη γνώμη μου θα απαιτηθεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.
Η υποχρέωση της καταγραφής του κωδικού TARIC που επιβάλλει τώρα η ΑΑΔΕ στις επιχειρήσεις από τη Β' φάση του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής, εκτιμώ ότι δημιουργεί μία υποχρέωση στις επιχειρήσεις από την οποία δεν θα προκύψει κανένα όφελος ούτε για τις επιχειρήσεις ούτε για την ΑΑΔΕ. Αν αναλογισθούμε ότι ένας κωδικός TARIC μπορεί να αντιστοιχεί σε 100 προϊόντα ή σε 200 εμπορεύματα δεν μπορώ να σκεφθώ σε ποια ελεγκτική επαλήθευση θα μπορούσε να προβεί η ΑΑΔΕ.
Εάν προχωρήσουν σταδιακά οι προαναφερόμενες ελεγκτικές επαληθεύσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα να μειωθούν όλες εκείνες οι επιχειρήσεις που μετέρχονται οποιαδήποτε χειραγώγηση του αποτελέσματος είτε για την επιβίωσή τους είτε για την μείωση της φορολογικής τους επιβάρυνσης.
Παράλληλα τα αυξημένα κόστη λειτουργίας μιας επιχείρησης από τον ψηφιακό μετασχηματισμό και προκειμένου να αποφευχθεί η έξοδος κατά βάση των μικρών επιχειρήσεων από την αγορά θα πρέπει να εξετασθεί σοβαρά η δημιουργία συνεργειών ή εξαγορές ομοειδών επιχειρήσεων εις τρόπον ώστε να δημιουργηθούν μεγαλύτερα σχήματα κι έτσι να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα κόστη διαχείρισης και να εκμεταλλευτούν τις οικονομίες κλίμακος που θα δημιουργηθούν.
Εκτιμώ ότι στη σημερινή ψηφιακή εποχή που δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τα σκληρά πρόστιμα που επιβάλλονται για τυχόν παραλείψεις σχετικά με τις υποχρεώσεις τους, ακόμη και τα μεσαία και τα μεγάλα σχήματα για να έχουν μια ομαλή προσαρμογή και ανάπτυξη στο νέο πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, θα πρέπει να έχουν σοβαρή οργάνωση είτε δραστηριοποιούνται στον παραγωγικό τομέα, είτε στον εμπορικό τομέα, είτε στον τομέα της παροχής υπηρεσιών.
Κοστολόγος, φοροτεχνικός, συγγραφέας και σύμβουλος επιχειρήσεων
Με βάση το Ν. 4308/2014, το Βιβλίο Αποθήκης αποτελεί ένα λογιστικό αρχείο-βιβλίο, αλλά δεν είναι υποχρεωτική η τήρησή του. Η αγορά όμως έχει ξεπεράσει τις διατάξεις αυτού του νόμου στο συγκεκριμένο θέμα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει βιομηχανική ή εμπορική ή μικτή επιχείρηση με στοιχειώδη οργάνωση που να μην διαθέτει βιβλίο αποθήκης για διαχειριστικούς και κοστολογικούς λόγους. Από την στιγμή όμως που μία επιχείρηση τηρεί βιβλίο αποθήκης, αυτό αποτελεί αντικείμενο φορολογικού ελέγχου.
Συγκεκριμένα με βάση την ΠΟΛ.1067/2018, ο φορολογικός έλεγχος επικεντρώνεται στο:
1. Να πραγματοποιηθεί ποσοτική καταμέτρηση των αποθεμάτων και να ελεγχθεί η ορθή ποσοτική καταχώρηση των αγαθών στο τηρούμενο κατ’ επιλογή της οντότητας, αναλυτικό αρχείο ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων επιλεκτικά για δύο (2) είδη κατά περίπτωση εμπορευμάτων, έτοιμων προϊόντων και πρώτων υλών.
2. Να ελεγχθεί η ύπαρξη τυχόν πιστωτικών υπολοίπων στα αναλυτικά καθολικά του τηρούμενου, κατ’ επιλογή της οντότητας αναλυτικού αρχείου ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων. Ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στον τελευταίο μήνα του φορολογικού έτους και σε έναν οποιοδήποτε άλλο μήνα του φορολογικού έτους.
3. Να ελεγχθεί εάν τα ποσοτικά υπόλοιπα των αναλυτικών καθολικών του τηρουμένου, κατ’ επιλογή της οντότητας, αναλυτικού αρχείου ποσοτικής διακίνησης αποθεμάτων, επιλεκτικά για δύο (2) είδη κατά περίπτωση εμπορευμάτων, έτοιμων προϊόντων και πρώτων υλών, συμφωνούν με τις ποσότητες που απογράφηκαν στο τέλος του φορολογικού έτους και καταχωρήθηκαν στο αρχείο ιδιόκτητων αποθεμάτων (Βιβλίο Απογραφής).
Παράλληλα οι αποφάσεις του ΣτΕ 805/1998 και ΣτΕ 1510/2013 και της ΔΕΔ 873/2019, έχουν αποφανθεί ότι σε περίπτωση τήρησης βιβλίου αποθήκης, εάν εμφανιστούν ποσοτικά ελλείμματα που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τη φυσική απομείωση των αγαθών ή από την καταστροφή τους, η φορολογική αρχή μπορεί να προσθέσει την αξία των ελλειμμάτων αυτών στα έσοδα χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αποδείξει την ανακρίβεια των σχετικών εγγραφών.
Ψηφιακά Δελτία Διακίνησης
Σταδιακά μέσα στο 2025 εντάχθηκαν όλες οι επιχειρήσεις στην πρώτη φάση εφαρμογής η οποία περιλαμβάνει την έκδοση και διαβίβαση των δεδομένων στην ψηφιακή πλατφόρμα myDATA και έτσι είχαμε κατάργηση του χειρόγραφου Δελτίου Αποστολής για όλες τις επιχειρήσεις (πλην των εξαιρέσεων που αναφέρονται στην Α.1122/2024, Α.1046/2025 & Ε.2030/2025).
Η Β' Φάση εφαρμογής του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής θα ισχύσει από 1/1/2027 (μετά την δοθείσα παράταση, βλ. Α. 1198/2026) και θα περιλαμβάνει εκτός την Έκδοση - Διαβίβαση και την Παρακολούθηση Διαδικασιών Φόρτωσης, Μεταφόρτωσης, Παραλαβής στη Διακίνηση Αποθεμάτων καθώς και τα δεδομένα του ποσοτικού και ποιοτικού ελέγχου αποθεμάτων.
Εκτός από τις βιομηχανικές, εμπορικές και μικτές επιχειρήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν σε ημερήσια βάση το Δελτίο Αποστολής, η χρήση του Ψηφιακού Δελτίου διακίνησης αποθεμάτων έχει εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις ακόμη και σε αυτές που είναι αποκλειστικά παροχής υπηρεσιών. Θα ενταχθούν κι αυτές καθολικά στην υποχρέωση διότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμη κι αν δεν εκδίδουν ΨΔΑ θα πρέπει να έχουν την εφαρμογή, όπως για παράδειγμα όταν θα αποδέχονται μέσω πλατφόρμας οποιαδήποτε αγορά αποθέματος ή την αγορά ενός παγίου, από τη Β' φάση εφαρμογής της διαβίβασης στην ψηφιακή πλατφόρμα.
Η Κοστολογική Διάσταση του Βιβλίου Αποθήκης
Οι διαβιβάσεις του ΨΔΑ στην ψηφιακή πλατφόρμα επηρεάζουν το Βιβλίο Αποθήκης τόσο κατά την εισαγωγή όσον και κατά την εξαγωγή.
Η έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση του Βιβλίου Αποθήκης έχει μεγάλη σημασία για την ακριβή παρακολούθηση των αποθεμάτων, διότι στις εμπορικές εταιρείες συμβάλλει στην σωστή αποτίμηση των αποθεμάτων καθώς και στον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων, του μικτού αποτελέσματος καθώς και της ορθής σύνταξης της απογραφής κατά ποσότητα και αξία.
Επιπλέον, στις βιομηχανικές επιχειρήσεις αφού έχουν καταγραφεί αναλυτικά και σωστά όλες οι αιτίες κίνησης των αποθεμάτων καθώς και όλες οι εντολές παραγωγής, αποτελεί την κινητήρια δύναμη για την διενέργεια της κοστολόγησης των προϊόντων και είναι η βάση για την τεκμηρίωση των τεχνικών προδιαγραφών, για την σύνταξη του Βιβλίου Παραγωγής και Κοστολογίου καθώς και για την ορθή σύνταξη της απογραφής κατά ποσότητα και αξία, προκειμένου να προσδιορίζεται σωστά το αποτέλεσμα.
Πιθανές Μελλοντικές Ελεγκτικές Επαληθεύσεις
Παράλληλα η ΑΑΔΕ στις παραγωγικές επιχειρήσεις, έχοντας τις πωλήσεις κατά ποσότητα, αξία και κατά κωδικό για ένα προϊόν και εφόσον οι επιχειρήσεις ανεβάσουν μελλοντικά και τις απογραφές αρχής και τέλους και κατά κωδικό, τότε η ΑΑΔΕ θα μπορεί να προσδιορίσει την παραχθείσα ποσότητα του κάθε προϊόντος παρακάμπτοντας το κενό που υπάρχει από την μη διαβίβαση των αναλώσεων των Α υλών και της παραγωγής του κάθε προϊόντος.
Υπάρχει η σχέση:
Απόθεμα Αρχής (Ποσότητα)
Πλέον Παραχθείσα Ποσότητα
Μείον Απόθεμα Τέλους (Ποσότητα)
Πωληθείσα Ποσότητα
Εάν λύσουμε την εξίσωση ως προς την Παραχθείσα ποσότητα θα έχουμε:
Παραχθείσα Ποσότητα= Πωληθείσα Ποσότητα + Απόθεμα Τέλους - Απόθεμα Αρχής
Επειδή για κάθε προϊόν θα πρέπει ποσοτικά να κλείνει το κύκλωμα κατ' είδος, θα απωλεσθεί και η τελευταία ευχέρεια που υπάρχει στις επιχειρήσεις σχετικά με τη ‹‹διαμόρφωση›› του αποτελέσματος μέσω της χειραγώγησης απογραφής ή της παραγωγής ή οποιασδήποτε άλλης μεταβλητής.
Η ΑΑΔΕ έχοντας τις τεχνικές προδιαγραφές τουλάχιστον με τις βασικές πρώτες ύλες και χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη θα είναι εύκολο να εντοπίσει τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων οι αναλώσεις των Α' υλών δεν συνάδουν με τις παραχθείσες ποσότητες των προϊόντων καταρχήν σε επίπεδο επιχείρησης.
Εκτιμώ ότι σε περίπτωση σημαντικής διάστασης μεταξύ της παραγωγής και των αναλωθέντων Α' υλών θα επακολουθούν στοχευμένοι φορολογικοί έλεγχοι, δηλαδή θα αποκαλύπτεται η φοροδιαφυγή μέσα από το κύκλωμα της παραγωγικής διαδικασίας.
Στις Εμπορικές επιχειρήσεις αντίστοιχα ισχύει η σχέση:
Πωληθείσες Ποσότητες = Αγορές (ποσότητες) - Απόθεμα Τέλους (ποσότητες) + Απόθεμα Αρχής (ποσότητες)
Έχοντας η ΑΑΔΕ τα συγκεκριμένα στοιχεία δύσκολα μια εμπορική επιχείρηση θα μπορεί να χειραγωγήσει μία μεταβλητή της εξίσωσης δηλαδή είτε τις πωλήσεις, είτε τις απογραφές, είτε τις αγορές διότι δεν θα κλείνει το κύκλωμα και θα αποκαλύπτεται η φοροδιαφυγή από την διακίνηση των αποθεμάτων.
Σήμερα όπως είναι λογιστική οργάνωση των επιχειρήσεων μπορούν τα παραπάνω να εφαρμοσθούν για όλες τις επιχειρήσεις που πωλούν κατ' είδος. Αυτές είναι οι επιχειρήσεις που πωλούν χονδρικά καθώς και οι επιχειρήσεις που πωλούν λιανικά και χρησιμοποιούν ERP για την έκδοση των λιανικών αποδείξεων.
Προκειμένου να υπάρξει καθολική εφαρμογή θα πρέπει και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις να τιμολογούν κατ' είδος. Κατά τη γνώμη μου θα απαιτηθεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.
Η υποχρέωση της καταγραφής του κωδικού TARIC που επιβάλλει τώρα η ΑΑΔΕ στις επιχειρήσεις από τη Β' φάση του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής, εκτιμώ ότι δημιουργεί μία υποχρέωση στις επιχειρήσεις από την οποία δεν θα προκύψει κανένα όφελος ούτε για τις επιχειρήσεις ούτε για την ΑΑΔΕ. Αν αναλογισθούμε ότι ένας κωδικός TARIC μπορεί να αντιστοιχεί σε 100 προϊόντα ή σε 200 εμπορεύματα δεν μπορώ να σκεφθώ σε ποια ελεγκτική επαλήθευση θα μπορούσε να προβεί η ΑΑΔΕ.
Εάν προχωρήσουν σταδιακά οι προαναφερόμενες ελεγκτικές επαληθεύσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα να μειωθούν όλες εκείνες οι επιχειρήσεις που μετέρχονται οποιαδήποτε χειραγώγηση του αποτελέσματος είτε για την επιβίωσή τους είτε για την μείωση της φορολογικής τους επιβάρυνσης.
Παράλληλα τα αυξημένα κόστη λειτουργίας μιας επιχείρησης από τον ψηφιακό μετασχηματισμό και προκειμένου να αποφευχθεί η έξοδος κατά βάση των μικρών επιχειρήσεων από την αγορά θα πρέπει να εξετασθεί σοβαρά η δημιουργία συνεργειών ή εξαγορές ομοειδών επιχειρήσεων εις τρόπον ώστε να δημιουργηθούν μεγαλύτερα σχήματα κι έτσι να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα κόστη διαχείρισης και να εκμεταλλευτούν τις οικονομίες κλίμακος που θα δημιουργηθούν.
Εκτιμώ ότι στη σημερινή ψηφιακή εποχή που δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τα σκληρά πρόστιμα που επιβάλλονται για τυχόν παραλείψεις σχετικά με τις υποχρεώσεις τους, ακόμη και τα μεσαία και τα μεγάλα σχήματα για να έχουν μια ομαλή προσαρμογή και ανάπτυξη στο νέο πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, θα πρέπει να έχουν σοβαρή οργάνωση είτε δραστηριοποιούνται στον παραγωγικό τομέα, είτε στον εμπορικό τομέα, είτε στον τομέα της παροχής υπηρεσιών.

