TAXHEAVEN
Η πιο αξιόπιστη πηγή φορολογικής ενημέρωσης
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα) της 11ης Ιουνίου 2026
« Προδικαστική παραπομπή – Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας – Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 – Κοινές απαιτήσεις για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων – Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 – Άρθρο 10 – Σύμβαση ομαδικής εκχώρησης επισφαλών απαιτήσεων – Εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει έγγραφο τύπο για αυτό το είδος σύμβασης ή την υπαγωγή του εκδοχέα σε προληπτική εποπτεία »
Στην υπόθεση C‑65/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale di Brindisi (πρωτοδικείο Μπρίντεζι, Ιταλία) με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
IFIS NPL INVESTING SpA
κατά
JM,
OT,
VR,
CL,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Ziemele, πρόεδρο τμήματος, A. Kumin (εισηγητή) και S. Gervasoni, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι JM, OT, VR και CL, εκπροσωπούμενοι από τους L. Bardaro και S. Bardaro, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον M. Cherubini, avvocato dello Stato, την E. Cicatelli και την C. De Nicola, procuratori dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Manzaneque Valverde, τον P. A. Messina και τον Δ. Τριανταφύλλου,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και την ερμηνεία των αρχών της αποτελεσματικής προστασίας, της διαφάνειας και της καλής πίστης.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της IFIS NPL INVESTING SpA (στο εξής: Ifis) και των JM, OT, VR και CL, με αντικείμενο την αναγκαστική είσπραξη, μέσω κατάσχεσης ακινήτου, απαίτησης την οποία η Ifis ισχυρίζεται ότι έχει έναντι των τεσσάρων αυτών προσώπων.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2015/849
3 Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73), η οποία έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης, περιέχει, στο άρθρο 2, ορισμό του πεδίου εφαρμογής της. Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, η οδηγία 2015/849 εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα, στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς και στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που μνημονεύονται στο σημείο 3 της διατάξεως αυτής.
4 Το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) ως “πιστωτικό ίδρυμα” νοείται κάθε πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ 2013, L 176, σ. 1)] [...]·
2) ως “χρηματοπιστωτικός οργανισμός” νοείται:
α) επιχείρηση εκτός από πιστωτικό ίδρυμα, η οποία ασκεί μια τουλάχιστον από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 2 έως 12, 14 και 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 176, σ. 338)], συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος (bureaux de change)·
[...]».
Η οδηγία 2013/36
5 Το παράρτημα I της οδηγίας 2013/36 φέρει τον τίτλο «Κατάλογος δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση» και ορίζει στο πρώτο εδάφιο, σημεία 2 έως 12, 14 και 15, τα εξής:
«2. Χορήγηση πιστώσεων, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η καταναλωτική πίστη, συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα, οι πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών (συμπεριλαμβανομένου του forfeiting).
3. Χρηματοδοτική μίσθωση (leasing).
4. Υπηρεσίες πληρωμών […].
5. Έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμών [...].
6. Εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων.
7. Συναλλαγές για λογαριασμό του ιδίου του ιδρύματος ή της πελατείας του σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, ομόλογα καταθέσεων κ.λπ.),
β) αγορές συναλλάγματος,
γ) χρηματοπιστωτικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (financial futures) ή δικαιώματα προαίρεσης (options),
δ) μέσα σχετικά με συνάλλαγμα και επιτόκια,
ε) κινητές αξίες.
8. Συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών.
9. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα και συμβουλών και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων.
10. Μεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές.
11. Διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου.
12. Φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών.
[...]
14. Εκμίσθωση θυρίδων.
15. Έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος […]».
Η οδηγία 2021/2167
6 Το άρθρο 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (ΕΕ 2021, L 438, σ. 1), φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο» και ορίζει τα εξής:
«Η οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο και απαιτήσεις για τα εξής:
α) τους διαχειριστές πιστώσεων των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση, οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων·
β) τους αγοραστές πιστώσεων των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση.»
7 Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής» και ορίζει στην παράγραφο 5 τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα εξής:
[...]
δ) τη μεταβίβαση δικαιωμάτων του πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, ή της ίδιας της σύμβασης πίστωσης, που μεταβιβάστηκαν πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο.»
8 Το άρθρο 10 της οδηγίας φέρει τον τίτλο «Σχέση με τον δανειολήπτη, γνωστοποίηση των μεταβιβάσεων και μεταγενέστερες γνωστοποιήσεις» και προβλέπει, στην παράγραφο 1, ορισμένες απαιτήσεις για τους αγοραστές πιστώσεων και τους διαχειριστές πιστώσεων στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες. Το εν λόγω άρθρο 10 απαριθμεί, στην παράγραφο 2, τα στοιχεία τα οποία ο αγοραστής πιστώσεων ή ο διαχειριστής πιστώσεων υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον δανειολήπτη, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, μετά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή μετά τη μεταβίβαση της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης.
9 Το άρθρο 32 της ίδιας οδηγίας επιγράφεται «Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο» και προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις 29 Δεκεμβρίου 2023, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.
2. Εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από τις 30 Δεκεμβρίου 2023.
[...]»
10 Το άρθρο 33 της οδηγίας 2021/2167 φέρει τον τίτλο «Έναρξη ισχύος» και ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Το ιταλικό δίκαιο
11 Κατά το άρθρο 106, παράγραφος 1, του decreto legislativo 385 – Testo unico delle leggi in materia bancaria e creditizia (νομοθετικού διατάγματος 385 περί κωδικοποίησης των νόμων σχετικά με τις τραπεζικές και πιστωτικές δραστηριότητες), της 1ης Σεπτεμβρίου 1993 (GURI αριθ. 230, της 30ής Σεπτεμβρίου 1993, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 92), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, «[η] δραστηριότητα χορήγησης χρηματοδοτήσεων προς το κοινό υπό οποιαδήποτε μορφή ασκείται μόνο από τους εγκεκριμένους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι σε ειδικό μητρώο τηρούμενο από την [Banca d’Italia (Τράπεζα της Ιταλίας)]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Η Ifis κίνησε ενώπιον του Tribunale di Brindisi (πρωτοδικείου Μπρίντεζι, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων κατά των JM, OT, VR και CL, προβάλλοντας απαίτηση εις βάρος τους εξασφαλισμένη με ακίνητα. Η Ifis ισχυρίζεται ότι κατέστη δικαιούχος της απαιτήσεως αυτής κατόπιν πλειόνων διαδοχικών εκχωρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η εν λόγω απαίτηση ανάγεται σε διαταγή πληρωμής εκδοθείσα το 1997 υπέρ ιταλικής τράπεζας.
13 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αφενός, η Ifis προσκόμισε ενώπιόν του συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων οι οποίες περιελάμβαναν συνολικά τους καταλόγους των απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν με τις συμβάσεις αυτές. Οι εν λόγω συμβάσεις εκχώρησης, μολονότι καταρτίστηκαν εγγράφως, εντούτοις δεν περιβλήθηκαν τον τύπο δημοσίου εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού συμφωνητικού. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία η οποία θα ήταν αντιτάξιμη έναντι τρίτων.
14 Αφετέρου, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο μεγάλος αριθμός εκχωρήσεων απαιτήσεων εν προκειμένω επήλθε μεταξύ οντοτήτων που δεν ήταν εγγεγραμμένες στο μητρώο εγκεκριμένων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως και υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από την Τράπεζα της Ιταλίας. Η εγγραφή στο μητρώο αυτό προϋποθέτει συγκεκριμένη εσωτερική οργάνωση για προληπτικούς σκοπούς, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
15 Κατά το αιτούν δικαστήριο, εξ αυτού προκύπτει ακόμη και αμφιβολία ως προς το αν η Ifis είναι πραγματικά και νομίμως δικαιούχος της απαιτήσεως την οποία επικαλείται προς στήριξη της αίτησης επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης που υπέβαλε.
16 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η εθνική ρύθμιση η οποία εφαρμόζεται στις συμβάσεις ομαδικής εκχώρησης επισφαλών απαιτήσεων και υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να κριθεί η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
17 Συγκεκριμένα, η εν λόγω εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει ούτε ότι οι συμβάσεις τέτοιου είδους πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως, πολλώ δε μάλλον να περιβάλλονται τον τύπο δημοσίου εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού συμφωνητικού, ούτε όρους που να απαιτούν την αναγραφή συγκεκριμένης ημερομηνίας.
18 Επιπλέον, η ως άνω εθνική ρύθμιση δεν επιβάλλει στους εκδοχείς επισφαλών απαιτήσεων να εγγραφούν στο μητρώο ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και, ως εκ τούτου, οι ίδιοι δεν υποχρεούνται, στην πράξη, να συμμορφώνονται προς την εθνική νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην οποία υπόκεινται τα καταχωρισμένα στο μητρώο αυτό φυσικά και νομικά πρόσωπα ούτε να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα εσωτερικής οργάνωσης που απαιτούνται για τη σχετική εγγραφή. Οι εν λόγω εκδοχείς δεν υπόκεινται ούτε στην προληπτική εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ιταλίας.
19 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μια τέτοια εθνική ρύθμιση, θεωρούμενη στο σύνολό της, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αν τούτο ισχύει, τίθεται επίσης το ζήτημα ποιες συνέπειες πρέπει να συναχθούν εξ αυτού και, ειδικότερα, αν οι πολλαπλές εκχωρήσεις απαιτήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσαν να θεωρηθούν, εν όλω ή εν μέρει, ανίσχυρες ή, τουλάχιστον, μη αντιτάξιμες, οπότε ο εκτελεστός τίτλος τον οποίο επικαλείται η Ifis θα πρέπει να θεωρηθεί ανυπόστατος.
20 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η εθνική ρύθμιση που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί είναι προγενέστερη εκείνης με την οποία μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη η οδηγία 2021/2167 και η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 13 Αυγούστου 2024. Έκτοτε, οι ανωτέρω αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της εθνικής ρύθμισης με το δίκαιο της Ένωσης έχουν αρθεί και οι ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων οριοθετούνται πλέον με πληρέστερο τρόπο. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εντούτοις αν η εν λόγω οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εν μέρει αναδρομική ισχύ.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale di Brindisi (πρωτοδικείο Μπρίντεζι) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, η νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και οι γενικές αρχές της αποτελεσματικής προστασίας, της διαφάνειας, της αντικειμενικής καλής πίστης και οι συνακόλουθες αρχές όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενημέρωσης, αντιτίθενται –και αν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις– σε εθνική νομοθεσία σχετικά με τις ομαδικές (ή σωρευτικές) εκχωρήσεις απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια –ήτοι στη νομοθεσία η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω και η οποία είναι προγενέστερη της έγκρισης του decreto legislativo n. 116 (νομοθετικού διατάγματος 116) της 30ής Ιουλίου 2024, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 13 Αυγούστου 2024 και με το οποίο μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία [(ΕΕ) 2021/2167]–, η οποία έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) δεν προβλέπει συστατικό (ad substantiam) ή αποδεικτικό (ad probationem) έγγραφο τύπο, ιδίως με τη μορφή δημοσίου εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου ή, εν πάση περιπτώσει, άλλες διατυπώσεις όσον αφορά την κατάρτιση του εγγράφου ικανές να διασφαλίσουν τη βέβαιη ημερομηνία του τελευταίου. Τούτο, ιδίως, όταν ο συμβαλλόμενος είναι καταναλωτής·
β) δεν προέβλεπε, μέχρι την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος decreto (διατάγματος), υποχρέωση εγγραφής των οντοτήτων οι οποίες ασκούν δραστηριότητα ομαδικής εκχώρησης απαιτήσεων σε εποπτευόμενα μητρώα, με την αιτιολογία ότι οι εν λόγω οντότητες δεν ασκούν χρηματοπιστωτική δραστηριότητα, όπως έχει κρίνει το [Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία)], και, ως εκ τούτου, αυτομάτως δεν υπόκεινται ούτε στους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεδομένου ότι δεν υφίσταται υποχρέωση κατάρτισης δημοσίου εγγράφου;
2. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε τέτοια εθνική νομοθεσία, επιβάλλει η προεκτεθείσα επίμαχη νομοθεσία της Ένωσης, προκειμένου να προστατευθεί η αποτελεσματικότητα των κοινοτικών συμφερόντων, τη δραστική κύρωση της ακυρότητας:
α) των εκχωρήσεων που πραγματοποιήθηκαν υπό το καθεστώς που ίσχυε πριν από την έγκριση του decreto (διατάγματος) με το οποίο μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η [οδηγία 2021/2167]·
β) των πληρεξουσίων με τα οποία χορηγείται εξουσία είσπραξης σε οντότητες που δεν είναι εγγεγραμμένες σε μητρώο εποπτευόμενο από την ανεξάρτητη αρχή του τομέα που είναι αρμόδια για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες;»
Επί του παραδεκτού
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
23 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου παρουσίαση του εθνικού νομικού πλαισίου είναι ελλιπής και, σε ορισμένα σημεία, εσφαλμένη. Υφίσταται επίσης αβεβαιότητα ως προς το ακριβές αντικείμενο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος. Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία δεν παρατίθενται με επαρκή ακρίβεια.
24 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή την εκτίμηση του κύρους του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, ENGIE Deutschland, C‑293/23, EU:C:2024:992, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Λόγω της ανάγκης να δοθεί χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, είναι απαραίτητο να προσδιορίσει αυτός το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, Telemarsicabruzzo κ.λπ., C‑320/90 έως C‑322/90, EU:C:1993:26, σκέψη 6, και της 16ης Οκτωβρίου 2025, Braila Winds, C‑391/23, EU:C:2025:799, σκέψη 30).
26 Οι πληροφορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα, αφενός, στο Δικαστήριο να δώσει χρήσιμες απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο και, αφετέρου, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις ασκώντας το δικαίωμα που τους απονέμει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση του δικαιώματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διάταξης, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους (απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2025, Braila Winds, C‑391/23, EU:C:2025:799, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Εν προκειμένω, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιέχει επαρκή περιγραφή του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης ώστε να πληρούνται οι ως άνω απαιτήσεις και καθιστά δυνατή την κατανόηση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, όσον αφορά το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβέρνησης ότι η παρουσίαση του εθνικού δικαίου είναι ελλιπής ή ακόμη και εσφαλμένη, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συστήματος δικαστικής συνεργασίας, να διακριβώνει ή να θέτει εν αμφιβόλω την ακρίβεια της εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου ερμηνείας του εθνικών διατάξεων, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων (πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2024, Volvo Group Belgium, C‑436/23, EU:C:2024:1023, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
29 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα η οδηγία 2021/2167 και η οδηγία 2015/849, καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικής προστασίας, της διαφάνειας και της αντικειμενικής καλής πίστης έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση σχετική με ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων η οποία, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2021/2167 στο εθνικό δίκαιο, δεν προέβλεπε ότι οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να καταρτίζονται εγγράφως και από την οποία προέκυπτε ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίστατο σε τέτοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από την αρμόδια εθνική αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
30 Πρώτον, όσον αφορά την οδηγία 2021/2167, επισημαίνεται ότι το άρθρο 10 αυτής προβλέπει ορισμένες απαιτήσεις για τους αγοραστές μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων και τους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες. Ειδικότερα, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας απαριθμεί τα στοιχεία τα οποία ο αγοραστής πιστώσεων ή ο διαχειριστής πιστώσεων υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον δανειολήπτη, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, μετά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή μετά τη μεταβίβαση της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης.
31 Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2021/2167, η οποία εκδόθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2021, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τα άρθρα της 32 και 33, στις 29 Δεκεμβρίου 2021 και η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο έληξε στις 29 Δεκεμβρίου 2023.
32 Επιπλέον, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο από τις 30 Δεκεμβρίου 2023, από το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, προκύπτει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης, όταν η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα πριν από τις 29 Δεκεμβρίου 2023, ή στη μεταβίβαση της ίδιας της σύμβασης πίστωσης.
33 Δεδομένου ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο φαίνεται να προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης ανέκυψαν πριν από τις 29 Δεκεμβρίου 2023, η οδηγία 2021/2167 δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην εν λόγω διαφορά.
34 Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο αναδρομικής εφαρμογής των απαιτήσεων του άρθρου 10 της οδηγίας 2021/2167, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, πριν από την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν μπορεί να προσαφθεί στα κράτη μέλη ότι δεν έχουν ακόμη λάβει τα μέτρα μεταφοράς της στην έννομη τάξη τους (απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, BPC Lux 2 κ.λπ., C‑83/20, EU:C:2022:346, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Εφόσον, κατά πάγια νομολογία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται η εν λόγω οδηγία οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2022, VYSOČINA WIND, C‑181/20, EU:C:2022:51, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), μια οδηγία μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα μόνο μετά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, BPC Lux 2 κ.λπ., C‑83/20 EU:C:2022:346, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Ως εκ τούτου, αποκλείεται ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 2021/2167 υπό την έννοια ότι οι υποχρεώσεις που το άρθρο αυτό προβλέπει ισχύουν αναδρομικώς.
37 Δεύτερον, από τον συνδυασμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2015/849 προκύπτει ότι η οδηγία έχει εφαρμογή μόνο στις οντότητες που επιδίδονται σε ορισμένες ειδικές οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 1. Μεταξύ των δραστηριοτήτων αυτών δεν περιλαμβάνεται η αγορά ή η διαχείριση επισφαλών απαιτήσεων.
38 Συνεπώς, ούτε η οδηγία 2021/2167 ούτε η οδηγία 2015/849 έχουν εφαρμογή σε εθνική ρύθμιση σχετική με ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων με τα χαρακτηριστικά που συνοψίζονται στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως.
39 Τρίτον και τελευταίον, υπενθυμίζεται ότι, όταν τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούνται να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου αυτού (πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, A2A, C‑89/14, EU:C:2015:537, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ωστόσο, η επίμαχη ρύθμιση δεν θέτει σε εφαρμογή ούτε την οδηγία 2021/2167 ούτε την οδηγία 2015/849, όπως διαπιστώθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, ούτε άλλον κανόνα του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ούτε οι αρχές του δικαίου της Ένωσης των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα έχουν εφαρμογή στη ρύθμιση αυτή.
40 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2021/2167, και ειδικότερα το άρθρο 10 αυτής, καθώς και η οδηγία 2015/849 έχουν την έννοια ότι δεν εφαρμόζονται επί εθνικής ρύθμισης σχετικής με ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων η οποία, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2021/2167 στο εθνικό δίκαιο, δεν προέβλεπε ότι οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να καταρτίζονται εγγράφως και από την οποία προέκυπτε ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίστατο σε τέτοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από την αρμόδια εθνική αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
41 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, και ειδικότερα το άρθρο 10 αυτής, καθώς και η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής,
έχουν την έννοια ότι:
δεν εφαρμόζονται επί εθνικής ρύθμισης σχετικής με ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων η οποία, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2021/2167 στο εθνικό δίκαιο, δεν προέβλεπε ότι οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να καταρτίζονται εγγράφως και από την οποία προέκυπτε ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίστατο σε τέτοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από την αρμόδια εθνική αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.