Αποτελέσματα live αναζήτησης

Αρχική › Φορολογικό Αρχείο › Έλεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

Υποθέσεις C‑428/24 και C‑476/24

Προδικαστική παραπομπή - Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας - Περιοριστικά μέτρα λόγω της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας - Κανονισμός (ΕΕ) 269/2014 - Άρθρο 2, παράγραφος 1 - Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων - Σύσταση εμπιστεύματος - Δικαιούχος του εμπιστεύματος το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 - Δέσμευση των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα - Έννοιες των όρων «κυριότητα» και «έλεγχος»

Υποθέσεις C‑428/24 και C‑476/24
Προδικαστική παραπομπή - Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας - Περιοριστικά μέτρα λόγω της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας - Κανονισμός (ΕΕ) 269/2014 - Άρθρο 2, παράγραφος 1 - Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων - Σύσταση εμπιστεύματος - Δικαιούχος του εμπιστεύματος το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 - Δέσμευση των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα - Έννοιες των όρων «κυριότητα» και «έλεγχος»

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα) της 21ης Μαΐου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή - Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας - Περιοριστικά μέτρα λόγω της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας - Κανονισμός (ΕΕ) 269/2014 - Άρθρο 2, παράγραφος 1 - Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων - Σύσταση εμπιστεύματος - Δικαιούχος του εμπιστεύματος το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 - Δέσμευση των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα - Έννοιες των όρων “κυριότητα” και “έλεγχος” »

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑428/ 24 και C‑476/ 24,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) με αποφάσεις της 7ης Μαΐου 2024 και της 8ης Μαΐου 2024, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 13 Ιουνίου 2024 και στις 5 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο των δικών

FZ AR SpA

κατά

Ministero dell’Economia e delle Finanze, Dipartimento del Tesoro, Comitato di Sicurezza Finanziaria,

Comando Generale della Guardia di Finanza, Nucleo Speciale di Polizia Valutaria,

Agenzia del Demanio,

παρισταμένων των:

PN SpA,

FZ GO AG (C‑428/24),

και

SX Ltd

κατά

Ministero dell’Economia e delle Finanze,

Comando Generale della Guardia di Finanza,

Agenzia del Demanio,

παρισταμένης της:

SY Ltd (C‑476/24),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele (εισηγήτρια), A. Kumin και S. Gervasoni, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: C. Di Bella, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η FZ AR SpA, εκπροσωπούμενη από τον G. Cambareri, avvocato, και τους D. Bogaert T. Bontinck, M. Brésart, S. Napolitano και F. Patuelli, avocats,

– η FZ GO AG, εκπροσωπούμενη από τον N. Montag, avocată, και τον A. O’Neill, barrister,

– η SX Ltd, εκπροσωπούμενη από τους F. Centonze και A. Saccucci, avvocati,

– η SY Ltd, εκπροσωπούμενη από τον P. Busco, avvocato,

– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον G. Palatiello και την L. Paolucci, avvocati dello Stato, και την P. Cardinale, procuratore dello Stato,

– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Jans, C. Pochet και M. Van Regemorter,

– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Pere,

– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τη M. Di Gaetano, τον B. Driessen και την P. Mahnič,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Carpus-Carcea και L. Puccio,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση

1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/330 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2022 (ΕΕ 2022, L 51, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 269/2014).

2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, στην υπόθεση C‑428/ 24, της FZ AR SpA, αφενός, και του Ministero dell’Economia e delle Finanze, Dipartimento del Tesoro, Comitato di Sicurezza Finanziaria (Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, υπηρεσία οικονομικών, επιτροπή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, Ιταλία), του Comando Generale della Guardia di Finanza, Nucleo Speciale di Polizia Valutaria (επικεφαλής της υπηρεσίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος, ειδική μονάδα οικονομικής αστυνομίας, Ιταλία) και του Agenzia del Demanio (οργανισμού διαχείρισης δημοσίων κτιρίων, Ιταλία), αφετέρου, και, στην υπόθεση C‑476/ 24, της SX Ltd, αφενός, και του Ministero dell’Economia e delle Finanze (Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών), του Comando Generale della Guardia di Finanza (επικεφαλής της υπηρεσίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος) και του Agenzia del Demanio (οργανισμού διαχείρισης δημοσίων κτιρίων), αφετέρου, με αντικείμενο τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων της FZ AR και ενός σκάφους της SX ως οικονομικού πόρου.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο


3 Το άρθρο 2 της Σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στα εμπιστεύματα και την αναγνώρισή τους, η οποία συνήφθη στη Χάγη την 1η Ιουλίου 1985 (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης), την οποία υπέγραψε και κύρωσε η Ιταλική Δημοκρατία, προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ως εμπίστευμα νοούνται οι έννομες σχέσεις που δημιουργούνται από ένα πρόσωπο, τον εμπιστευματοπάροχο, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, όταν περιουσιακά στοιχεία τίθενται υπό τον έλεγχο εμπιστευματοδόχου προς όφελος δικαιούχου ή για συγκεκριμένο σκοπό.

Το εμπίστευμα έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

a) τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος συνιστούν χωριστή περιουσία και δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας του εμπιστευματοδόχου·

b) τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος τηρούνται στο όνομα του εμπιστευματοδόχου ή στο όνομα άλλου προσώπου για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου·

c) ο εμπιστευματοδόχος έχει την εξουσία και την υποχρέωση, για τις οποίες είναι υπόλογος, να διοικεί, να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος και τις ειδικές υποχρεώσεις που του επιβάλλει ο νόμος.

Το γεγονός ότι ο εμπιστευματοπάροχος διατηρεί ορισμένα προνόμια ή ότι ο εμπιστευματοδόχος έχει ορισμένα δικαιώματα ως δικαιούχος δεν είναι κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστο με την ύπαρξη εμπιστεύματος.»

4 Κατά το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της Σύμβασης της Χάγης:

«Το εμπίστευμα διέπεται από το δίκαιο που επιλέγει ο εμπιστευματοπάροχος. Η επιλογή πρέπει να είναι ρητή ή να προκύπτει από τις διατάξεις της πράξης σύστασης του εμπιστεύματος ή της πράξης που αποδεικνύει την ύπαρξή του, ερμηνευόμενες, όταν απαιτείται, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων.»

5 Το άρθρο 11 της Σύμβασης της Χάγης προβλέπει τα εξής:

«Ως εμπίστευμα αναγνωρίζεται κάθε εμπίστευμα που συστήνεται σύμφωνα με το δίκαιο που μνημονεύεται στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Η αναγνώριση του εμπιστεύματος συνεπάγεται, τουλάχιστον, ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος διαχωρίζονται από την προσωπική περιουσία του εμπιστευματοδόχου και ότι ο εμπιστευματοδόχος διαθέτει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση και μπορεί να εμφανίζεται, ως εμπιστευματοδόχος, ενώπιον συμβολαιογράφου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ασκεί δημόσιο λειτούργημα.

Στο μέτρο που απαιτείται ή προβλέπεται από το δίκαιο που διέπει το εμπίστευμα, η ως άνω αναγνώριση συνεπάγεται ειδικότερα ότι:

a) οι προσωπικοί πιστωτές του εμπιστευματοδόχου δεν μπορούν να επισπεύσουν κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος·

b) τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας του εμπιστευματοδόχου σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης του εμπιστευματοδόχου·

c) τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας των συζύγων ούτε της κληρονομιαίας περιουσίας του εμπιστευματοδόχου·

d) τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος μπορούν να ανακτηθούν σε περίπτωση που ο εμπιστευματοδόχος, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το εμπίστευμα, έχει καταστήσει τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος κοινά με τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία του ή έχει διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος.

Εντούτοις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του τρίτου που κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος εξακολουθούν να διέπονται από το δίκαιο που προκύπτει από τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικάζοντος δικαστηρίου.»

Το δίκαιο της Ένωσης

Η απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ


6 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 4 και 5 της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16), έχουν ως εξής:

«(1) Στις 6 Μαρτίου 2014, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης καταδίκασαν απερίφραστα την απρόκλητη παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία και κάλεσαν τη Ρωσική Ομοσπονδία να αποσύρει αμέσως τις ένοπλες δυνάμεις της στις ζώνες μόνιμης στάθμευσής τους, σύμφωνα με τις σχετικές συμφωνίες. [...] Οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων θεώρησαν ότι η απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ως προς το μελλοντικό καθεστώς του εδάφους αντίκειται στο ουκρανικό Σύνταγμα και είναι, επομένως, παράνομη.

[...]

(4) Υπό τις παρούσες συνθήκες, θα πρέπει να επιβληθούν ταξιδιωτικοί περιορισμοί και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων κατά ατόμων που είναι υπεύθυνα για δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων για το μελλοντικό καθεστώς οποιουδήποτε μέρους του εδάφους οι οποίες αντίκεινται στο ουκρανικό Σύνταγμα, και κατά ατόμων και οντοτήτων που συνδέονται με αυτά.

(5) Για την εφαρμογή ορισμένων μέτρων, είναι αναγκαία περαιτέρω δράση της Ένωσης.»

Η απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/397 και η απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/883


7 Ως απάντηση στην επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022 και λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τροποποίησε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/397, της 9ης Μαρτίου 2022 (ΕΕ 2022, L 80, σ. 31), και την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/883, της 3ης Ιουνίου 2022 (ΕΕ 2022, L 153, σ. 92), το παράρτημα της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με τον κατάλογο προσώπων, οντοτήτων και φορέων που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 της απόφασης αυτής.

Ο κανονισμός 269/2014

8 Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 έως 6 του κανονισμού 269/2014 έχουν ως εξής:

«(4) Στις 17 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ, που προβλέπει ταξιδιωτικούς περιορισμούς και τη δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ορισμένων προσώπων που είναι υπεύθυνα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, περιλαμβανομένων ενεργειών όσον αφορά το μελλοντικό καθεστώς οιουδήποτε μέρους της εδαφικής επικράτειας, οι οποίες αντίκεινται στο Σύνταγμα της Ουκρανίας, καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που συνδέονται με αυτά. Τα εν λόγω φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες και οργανισμοί αναφέρονται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης.

(5) Ορισμένα από τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης [ΛΕΕ] και, επομένως, για να διασφαλισθεί κυρίως η ομοιόμορφη εφαρμογή τους σε όλα τα κράτη μέλη, απαιτείται κανονιστική δράση στο επίπεδο της Ένωσης για την εφαρμογή τους.

(6) Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα.»

9 Το άρθρο 1 του κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

[...]

δ) ως “οικονομικοί πόροι” νοούνται τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, υλικά ή άυλα, κινητά ή ακίνητα, που δεν είναι κεφάλαια αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών·

ε) ως “δέσμευση οικονομικών πόρων” νοείται η παρεμπόδιση της χρήσης οικονομικών πόρων για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ άλλων, ενδεικτικώς, με πώληση, εκμίσθωση ή υποθήκευσή τους·

στ) ως “δέσμευση κεφαλαίων” νοείται η παρεμπόδιση κάθε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης, πρόσβασης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων που μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή ή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων·

ζ) ως “κεφάλαια” νοούνται τα παντός είδους χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά οφέλη, στα οποία ενδεικτικώς περιλαμβάνονται:

(i) τα μετρητά, οι επιταγές, οι απαιτήσεις πληρωμής, οι συναλλαγματικές, οι εντολές πληρωμών και άλλα μέσα πληρωμών,

(ii) οι καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή άλλες οντότητες, τα πιστωτικά υπόλοιπα, οι απαιτήσεις και οι τίτλοι απαιτήσεων,

(iii) οι δημοσίως και ιδιωτικώς διαπραγματεύσιμοι τίτλοι και χρεόγραφα, μεταξύ των οποίων οι μετοχές και τα μερίδια, τα πιστοποιητικά που αντιπροσωπεύουν κινητές αξίες, οι ομολογίες, τα γραμμάτια, τα πιστοποιητικά δικαιώματος ανάληψης μετοχών (warrants), οι ομολογίες χρέους και οι συμβάσεις παραγώγων[,]

(iv) οι τόκοι, τα μερίσματα ή άλλα έσοδα ή αξίες που προέρχονται ή δημιουργούνται από περιουσιακά στοιχεία,

(v) οι πιστώσεις, τα δικαιώματα συμψηφισμών απαιτήσεων, οι εγγυήσεις, οι εγγυητικές επιστολές ή άλλες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις,

(vi) οι πιστωτικές επιστολές, οι φορτωτικές, τα πωλητήρια συμβόλαια, και

(vii) τα έγγραφα που αποδεικνύουν συμμετοχή σε κεφάλαια ή σε χρηματοοικονομικούς πόρους·

[...]».

10 Το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, οντότητας ή φορέα ή φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που σχετίζονται με αυτά, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.

2. Κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά ή προς όφελός τους, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»

11 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Στο παράρτημα Ι περιλαμβάνονται:

α) φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για δράσεις ή πολιτικές που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας ή τη σταθερότητα ή την ασφάλεια στην Ουκρανία ή που στηρίζουν ή εφαρμόζουν τέτοιες δράσεις ή πολιτικές ή που παρεμποδίζουν το έργο διεθνών οργανισμών στην Ουκρανία,

[...]

δ) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη σε Ρώσους ιθύνοντες οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας ή έχουν οφέλη από αυτούς,

ε) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που πραγματοποιούν συναλλαγές με τις αυτονομιστικές ομάδες στην περιοχή Ντονμπάς της Ουκρανίας,

στ) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή έχουν οφέλη από αυτή, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας, ή

ζ) εξέχοντες επιχειρηματίες ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας, και φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά.»

12 Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014:

«Απαγορεύεται η συμμετοχή, εν γνώσει και εκ προθέσεως, σε δραστηριότητες με αντικείμενο ή αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των μέτρων [του άρθρου] 2.»

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2022/396

13 Στις 9 Μαρτίου 2022 το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/396, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 80, σ. 1), με τον οποίον προστέθηκαν στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα Ι του κανονισμού 269/2014, 146 μέλη του Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας που είχαν κυρώσει τις κυβερνητικές αποφάσεις σχετικά με τη «Συνθήκη φιλίας, συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ και μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουχάνσκ» καθώς και 14 πρόσωπα που υποστηρίζουν την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και έχουν οφέλη από αυτήν ή της παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων, ή συνδέονται με καταχωρισμένα πρόσωπα ή οντότητες.

14 Οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 του εκτελεστικού κανονισμού έχουν ως εξής:

«(3) Στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας ανήγγειλε τη διεξαγωγή στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία και οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της Ουκρανίας. Η επίθεση αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας.

(4) Στα συμπεράσματά του της 24ης Φεβρουαρίου 2022, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καταδίκασε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την απρόκλητη και αδικαιολόγητη στρατιωτική επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας. Με τις παράνομες στρατιωτικές της ενέργειες, η Ρωσία παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και υπονομεύει την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε την επιβολή περαιτέρω περιοριστικών μέτρων με τεράστιες και σοβαρές επιπτώσεις για τη Ρωσία εξαιτίας των δράσεών της, σε στενή συνεργασία με τους εταίρους και τους συμμάχους μας.»

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2022/878

15 Λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της κατάστασης λόγω των φρικαλεοτήτων που διαπράχθηκαν από τις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε διάφορες ουκρανικές πόλεις, το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/878 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2022, για την εφαρμογή του κανονισμού (EE) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 153, σ. 15), με τον οποίον προσέθεσε 65 πρόσωπα και 18 οντότητες στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα I του κανονισμού 269/2014.

16 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του εκτελεστικού κανονισμού έχουν ως εξής:

«(2) Η Ένωση διατηρεί αταλάντευτα την υποστήριξή της υπέρ της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας και εξακολουθεί να καταδικάζει τις ενέργειες και τις πολιτικές που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.

(3) Η Ένωση καταδικάζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τις καταγγελλόμενες φρικαλεότητες που διέπραξαν οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Μπούτσα και σε άλλες ουκρανικές πόλεις. Η Ένωση υποστηρίζει όλα τα μέτρα για την εξασφάλιση της λογοδοσίας για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στην Ουκρανία από τις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας.»

Η οδηγία 2015/849

17 Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018 (ΕΕ 2018, L 156, σ. 3) (στο εξής: οδηγία 2015/849), διαλαμβάνει στην αιτιολογική σκέψη 14 τα εξής:

«Η ανάγκη για ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι αλλιώς θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από μια εταιρική δομή. [...]»

18 Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

[...]

6) ως “πραγματικός δικαιούχος” νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν τον πελάτη και/ή το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα και περιλαμβάνει τουλάχιστον:

[...]

β) σε περίπτωση εμπιστευμάτων (trusts) - όλα τα ακόλουθα πρόσωπα:

i) το[ν] ή τ[ους] εμπιστευματοπ[αρόχους]·

ii) το[ν] ή τ[ους] εμπιστευματοδόχ[ους]·

iii) [τον] ή [τους] προστάτες εάν υπάρχουν·

iv) [τους] δικαιούχο[υς]· ή όταν τα άτομα που αποτελούν δικαιούχους του νομικού μορφώματος ή της νομικής οντότητας δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, [την] κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή λειτουργεί το νομικό μόρφωμα ή η νομική οντότητα·

v) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό έλεγχο του εμπιστεύματος μέσω άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα·

[...]».

Οι βέλτιστες πρακτικές

19 Το Συμβούλιο κατάρτισε έγγραφο σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων, το οποίο επικαιροποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στις 4 Μαΐου 2018 (έγγραφο 8519/18), στις 27 Ιουνίου 2022 (έγγραφο 10572/22) και στις 3 Ιουλίου 2024 (έγγραφο 11623/24).

20 Το έγγραφο 11623/24 του Συμβουλίου, το οποίο επιγράφεται «Βέλτιστες πρακτικές της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] για την αποτελεσματική εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων», όπως ίσχυε στις 3 Ιουλίου 2024 (στο εξής: βέλτιστες πρακτικές), προβλέπει στο σημείο 3 ότι οι βέλτιστες πρακτικές πρέπει να θεωρούνται μη εξαντλητικές συστάσεις γενικού χαρακτήρα για την αποτελεσματική εφαρμογή περιοριστικών μέτρων σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο και την εθνική νομοθεσία. Δεν είναι νομικώς δεσμευτικές και δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως συστάσεις για τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης ασύμβατης με τις εφαρμοστέες ενωσιακές ή εθνικές νομοθετικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την προστασία δεδομένων.

21 Στο τμήμα Β των βέλτιστων πρακτικών περιλαμβάνεται το μέρος III («Πεδίο εφαρμογής των χρηματοοικονομικών περιοριστικών μέτρων»), το οποίο περιέχει τα ακόλουθα σημεία 34 και 35:

«34. Η δέσμευση καλύπτει όλα τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους που βρίσκονται στην κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο χαρακτηρισθέντων προσώπων ή οντοτήτων. Ως κατοχή ή έλεγχος θα πρέπει να νοούνται όλες οι καταστάσεις κατά τις οποίες ένα χαρακτηρισθέν πρόσωπο ή οντότητα, χωρίς να κατέχει τίτλο κυριότητας, δύναται νόμιμα να διαθέτει ή να μεταφέρει κεφάλαια ή οικονομικούς πόρους οι οποίοι δεν του/της ανήκουν, χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη συγκατάθεση εκ μέρους του νόμιμου κυρίου. [...]

35. Κατ’ αρχήν, η δέσμευση δεν θα πρέπει να αφορά κεφάλαια και οικονομικούς πόρους που δεν βρίσκονται στην κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο χαρακτηρισθέντων προσώπων και οντοτήτων. [...] Στο ίδιο πνεύμα, δεν καλύπτονται τα κεφάλαια ή οι οικονομικοί πόροι μη χαρακτηρισθείσας οντότητας η οποία έχει νομική προσωπικότητα διακριτή από χαρακτηρισθέν πρόσωπο/χαρακτηρισθείσα οντότητα, εκτός αν βρίσκονται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή του χαρακτηρισθέντος προσώπου ή της χαρακτηρισθείσας οντότητας. Ωστόσο, στην πράξη τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν από κοινού σε χαρακτηρισθέν πρόσωπο/χαρακτηρισθείσα οντότητα και σε μη χαρακτηρισθέν πρόσωπο/μη χαρακτηρισθείσα οντότητα καλύπτονται εξ ολοκλήρου.»

22 Στο τμήμα Β περιλαμβάνεται και το μέρος VIII, το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, τα σημεία 62 έως 67 των βέλτιστων πρακτικών, κατά τα οποία:

«Σκεπτικό

62. Πρέπει να δεσμεύονται τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο καταχωρισθέντος φυσικού ή νομικού προσώπου. Υπό τους όρους της παραγράφου 35, περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται υπό την κυριότητα οντοτήτων που δεν έχουν καταχωρισθεί, τα οποία βρίσκονται υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο καταχωρισθέντων προσώπων ή οντοτήτων.

Κυριότητα

63. Το κριτήριο που πρέπει να εξετάζεται ώστε να αξιολογηθεί εάν νομικό πρόσωπο ή οντότητα ανήκει σε άλλο πρόσωπο ή οντότητα είναι η κατοχή ποσοστού τουλάχιστον 50 % των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της οντότητας ή η κατοχή πλειοψηφικής συμμετοχής σε αυτήν [...]. Αν πληρούται το εν λόγω κριτήριο, τότε θεωρείται ότι το νομικό πρόσωπο ή οντότητα ανήκει σε άλλο πρόσωπο ή οντότητα.

Κατά την αξιολόγηση της κυριότητας, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συγκεντρωτική κυριότητα της οντότητας. Για παράδειγμα, εάν ένα χαρακτηρισθέν πρόσωπο έχει στην κυριότητά του το 30 % της οντότητας και ένα άλλο χαρακτηρισθέν πρόσωπο το 25 % της οντότητας, η οντότητα θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρείται ότι ανήκει σε χαρακτηρισθέντα πρόσωπα.

Έλεγχος

64. Στα κριτήρια που συνεκτιμώνται ώστε να αξιολογηθεί εάν νομικό πρόσωπο ή οντότητα ελέγχεται από άλλο πρόσωπο ή οντότητα, αποκλειστικά ή δυνάμει συμφωνίας με άλλο μέτοχο ή άλλο τρίτο μέρος, μπορούν να συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων τα εξής:

α) το δικαίωμα ή η άσκηση της εξουσίας διορισμού ή ανάκλησης της πλειονότητας των μελών του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου ή οντότητας,

β) ο διορισμός, μόνο ως αποτέλεσμα της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου, της πλειονότητας των μελών των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων ενός νομικού προσώπου ή μιας οντότητας που ασκούσαν καθήκοντα κατά το τρέχον και το παρελθόν οικονομικό έτος,

γ) ο αποκλειστικός έλεγχος, δυνάμει συμφωνίας με άλλους μετόχους ή μέλη νομικού προσώπου ή οντότητας, της πλειονότητας των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή μελών του εν λόγω νομικού προσώπου ή οντότητας,

δ) το δικαίωμα άσκησης κυριαρχικής επιρροής σε νομικό πρόσωπο ή οντότητα, δυνάμει συμφωνίας που έχει συναφθεί με το εν λόγω νομικό πρόσωπο ή οντότητα, ή σύμφωνα με την ιδρυτική του πράξη ή τις καταστατικές του διατάξεις, εφόσον το δίκαιο που διέπει το εν λόγω νομικό πρόσωπο ή οντότητα επιτρέπει την υπαγωγή σε παρόμοια συμφωνία ή όρο,

ε) η de facto δυνατότητα δικαιώματος άσκησης κυριαρχικής επιρροής, όπως αναφέρεται στο στοιχείο δ), χωρίς παράλληλη κατοχή του δικαιώματος αυτού [(μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, μέσω εταιρείας-προπετάσματος)],

στ) το δικαίωμα χρησιμοποίησης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ενός νομικού προσώπου ή οντότητας,

ζ) η διαχείριση νομικού προσώπου ή οντότητας σε ενοποιημένη βάση, με δημοσίευση ενοποιημένων λογαριασμών,

η) η εις ολόκληρον αλληλέγγυα ευθύνη για τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις νομικού προσώπου ή οντότητας, ή η εγγύηση των υποχρεώσεων αυτών.

65. Αν πληρούται οποιοδήποτε από τα κριτήρια αυτά, τότε θεωρείται ότι το νομικό πρόσωπο ή οντότητα ελέγχεται από άλλο πρόσωπο ή οντότητα, εκτός αν κατά περίπτωση μπορεί να διαπιστωθεί το αντίθετο.

66. Η εκπλήρωση των ανωτέρω κριτηρίων κυριότητας ή ελέγχου μπορεί να αντικρούεται κατά περίπτωση.

67. Τα ακόλουθα παραδείγματα περιγράφουν περιστάσεις που μπορεί να χαρακτηριστούν ως ενδείξεις ότι ένα χαρακτηρισθέν πρόσωπο ή οντότητα έχει τον έλεγχο μη χαρακτηρισθείσας οντότητας. Τα παραδείγματα αυτά δεν είναι εξαντλητικά και χρησιμεύουν μόνο ως ενδεικτική καθοδήγηση:

[...]

ε) Χρήση καταπιστευμάτων, εικονικών εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης

– Μια οντότητα αποτελεί μέρος μιας αδικαιολόγητα πολύπλοκης εταιρικής δομής, στην οποία πιθανόν συμμετέχουν οντότητες όπως εικονικές εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και/ή καταπιστεύματα που συνδέονται με χαρακτηρισθέν πρόσωπο. Ορισμένες από αυτές τις οντότητες συστάθηκαν ή άλλαξαν ταυτότητα λίγο πριν ή μετά (εφόσον επιτρέπεται από τους σχετικούς κανονισμούς του Συμβουλίου) την έγκριση του καθεστώτος κυρώσεων ή τον χαρακτηρισμό του προσώπου και/ή δεν έχουν αξιόπιστη επιχειρηματική δραστηριότητα.

– Ένα ή περισσότερα καταπιστεύματα χρησιμοποιούνται ως δέκτες περιουσιακών στοιχείων από οντότητα που βρίσκεται υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο χαρακτηρισθέντος προσώπου. Στη διαχείριση των καταπιστευμάτων συμμετέχουν επαγγελματίες από τη δικαιοδοσία στην οποία συστάθηκαν τα καταπιστεύματα.»

Το ιταλικό δίκαιο

23 Στην ιταλική έννομη τάξη, η δυνατότητα χρήσης του μηχανισμού του εμπιστεύματος προβλέπεται από τον legge n. 364. – Ratifica ed esecuzione della convenzione sulla legge applicabile ai trusts e sul loro riconoscimento, adottata a L’Aja il 1° luglio 1985 (νόμο 364, περί κυρώσεως και εκτελέσεως της Σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στα εμπιστεύματα και την αναγνώρισή τους, η οποία συνήφθη στη Χάγη την 1η Ιουλίου 1985), της 16ης Οκτωβρίου 1989 (GURI αριθ. 261, της 8ης Νοεμβρίου 1989, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 84).

24 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6, του decreto legislativo n. 109 – Misure per prevenire, contrastare e reprimere il finanziamento del terrorismo e l’attività dei Paesi che minacciano la pace e la sicurezza internazionale, in attuazione della direttiva 2005/60/CE (νομοθετικού διατάγματος 109, περί μέτρων για την πρόληψη, την καταπολέμηση και την καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της δραστηριότητας των χωρών που απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, με το οποίο μεταφέρεται στο ιταλικό δίκαιο η οδηγία 2005/60/ΕΚ), της 22ας Ιουνίου 2007 (GURI αριθ. 172, της 26ης Ιουλίου 2007), όπως τροποποιήθηκε με το decreto legislativo n. 90 – Attuazione della direttiva (UE) 2015/849 relativa alla prevenzione dell’uso del sistema finanziario a scopo di riciclaggio dei proventi di attività criminose e di finanziamento del terrorismo e recante modifica delle direttive 2005/60/CE e 2006/70/CE e attuazione del regolamento (UE) n. 2015/847 riguardante i dati informativi che accompagnano i trasferimenti di fondi e che abroga il regolamento (CE) n. 1781/2006 [νομοθετικό διάταγμα 90, περί μεταφοράς στο ιταλικό δίκαιο της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/70/ΕΚ και την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1781/2006], της 25ης Μαΐου 2017 (GURI αριθ. 140, της 19ης Ιουνίου 2017, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 28) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 109/2007), η Comitato di Sicurezza Finanziaria (επιτροπή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, Ιταλία) είναι αρμόδια για τη λήψη των μέτρων δέσμευσης που αποφασίζονται από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), την Ένωση και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

25 Το άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος 109/2007 προβλέπει ότι τα δεσμευμένα κεφάλαια δεν μπορούν να μεταβιβαστούν, να εκχωρηθούν ή να χρησιμοποιηθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο και ότι απαγορεύεται η διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων, άμεσα ή έμμεσα, σε καταχωρισμένα πρόσωπα ή οντότητες ή η χρήση τους προς όφελός τους.

Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

Η διαφορά της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑428/24


26 Η FZ AR είναι ιταλική εταιρία η οποία ανήκει στον πολυεθνικό όμιλο FZ και δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής, της εισαγωγής, της εξαγωγής και του χονδρικού εμπορίου λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων, φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθώς και εργαλείων και εξοπλισμού για την παραγωγή και το εμπόριο των προϊόντων αυτών.

27 Η FZ AR ανήκει κατά 100 % στην FZ GO AG, ελβετική εταιρία το 90 % των μετοχών της οποίας ανήκει στην NC Ltd, κυπριακή εταιρία, το δε 99,38 % των μετοχών της NC ανήκει σε μια άλλη κυπριακή εταιρία με την επωνυμία TR, η οποία ανήκει κατά 75,10 % στην WX Ltd, κυπριακή εταιρία. Η τελευταία αυτή εταιρία ανήκει κατά 100 % στην εταιρία PX Limited, η οποία παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες διαχείρισης εμπιστευμάτων σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο.

28 Το εμπίστευμα, ανέκκλητο και κατά διακριτική ευχέρεια, με την ονομασία «XT» (στο εξής: XT Trust), το οποίο συστάθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2015, διέπεται από το δίκαιο των Βερμούδων. Εμπιστευματοδόχος του XT Trust είναι η WX, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, καθώς και με τη χρηματοοικονομική εποπτεία της FZ GO και, κατά συνέπεια, της FZ AR.

29 Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι η WX διαχειρίζεται και ελέγχει τα δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με ελέγχουσα συμμετοχή σε «αλυσίδα» εταιριών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η FZ GO και η FZ AR, την οποία δεν κατέχει στο δικό της όνομα, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του XT Trust. Συνεπώς, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα περιλαμβάνουν και την ελέγχουσα συμμετοχή της FZ GO και της FZ AR.

30 Πάντοτε κατά την απόφαση περί παραπομπής, αρχικός δικαιούχος του XT Trust ήταν ο ZU, τον οποίον διαδέχθηκε η TU, σύζυγός του, στις 8 Μαρτίου 2022.

31 Στις 9 Μαρτίου 2022, με την απόφαση 2022/397 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/396, το Συμβούλιο καταχώρισε τον ZU στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα της απόφασης 2014/145 και στο παράρτημα I του κανονισμού 269/2014.

32 Στις 3 Ιουνίου 2022, με την απόφαση 2022/883 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/878, το Συμβούλιο καταχώρισε την TU στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα I του κανονισμού 269/2014.

33 Με απόφαση κοινοποιηθείσα στις 28 Σεπτεμβρίου 2022, η επιτροπή χρηματοοικονομικής ασφάλειας διέταξε, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 269/2014 και του νομοθετικού διατάγματος 109/2007, τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων της FZ AR, με την αιτιολογία ότι η εταιρία αυτή τελούσε, μέσω δομών ελβετικών και κυπριακών εταιριών, υπό τον έλεγχο του XT Trust, το οποίο είχε συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο των Βερμούδων, και ότι η TU, έχοντας διαδεχθεί τον ZU, ο οποίος αποποιήθηκε την ιδιότητα του δικαιούχου στις 8 Μαρτίου 2022, ήταν, από τις 9 Μαρτίου 2022, ο πραγματικός δικαιούχος του XT Trust. Επομένως, τα περιουσιακά στοιχεία και οι έννομες σχέσεις της FZ AR θα μπορούσαν, στην πραγματικότητα, να αποδοθούν εμμέσως στην TU.

34 Στις 28 Οκτωβρίου 2022 η FZ AR άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης, υποστηρίζοντας ότι, μολονότι η TU είναι δικαιούχος του XT Trust, το οποίο βρίσκεται στην κορυφή της αλυσίδας ελέγχου της FZ GO, η οποία, από την πλευρά της, κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της FZ AR τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι της οποίας έχουν δεσμευθεί, εντούτοις, δεν ασκεί ούτε καν έμμεσο έλεγχο επ’ αυτών.

35 Η FZ AR επισημαίνει, αφενός, ότι, στο πλαίσιο ενός εμπιστεύματος κατά διακριτική ευχέρεια (non-exhaustive discretionary trust), κατά την έννοια του δικαίου των Βερμούδων, ο δικαιούχος του εμπιστεύματος ούτε είναι ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος ούτε έχει το δικαίωμα να αντλήσει όφελος από αυτά, παρά μόνον την προσδοκία ότι ο εμπιστευματοδόχος θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του.

36 Αφετέρου, δυνάμει της ρήτρας διασφάλισης (compliance clause) (στο εξής: ρήτρα διασφάλισης) που προστέθηκε στη συστατική πράξη του εμπιστεύματος στις 30 Μαΐου 2022, ο εμπιστευματοδόχος δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να διανείμει κανένα οικονομικό όφελος προερχόμενο από τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά στοιχεία της FZ AR, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιούχου, εάν μια τέτοια διανομή συνιστούσε παράβαση των μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που έχουν ληφθεί δυνάμει του δικαίου της Ένωσης. Οι διαχειριστές του εμπιστευματοδόχου καθώς και ο προστάτης του XT Trust ανέλαβαν τη δέσμευση να συμμορφώνονται με τις κυρώσεις που αποφασίζονται από τις ευρωπαϊκές, τις εθνικές ή τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών και να μη λαμβάνουν οδηγίες από την TU, η οποία δεν μπορεί να αποφασίσει τη λύση του XT Trust πριν από τη λήξη του, η οποία προβλέπεται για το 2106, ούτε να ιδιοποιηθεί τα κεφάλαιά του.

37 Οι καθών στη διαφορά της κύριας δίκης αρχές υπογράμμισαν ότι το γεγονός ότι το δίκαιο των Βερμούδων και το άρθρο 13 της συστατικής πράξης του XT Trust απαγορεύουν κάθε διανομή οφέλους στον δικαιούχο δεν αποκλείει πλήρως το ενδεχόμενο το πρόσωπο του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 να χρησιμοποιήσει τους πόρους τους οποίους αφορά η απόφαση δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι το εμπίστευμα αποτελεί νομική πράξη στηριζόμενη στη βούληση των μερών, τα οποία μπορούν να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν συμβατικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στη συστατική πράξη του εμπιστεύματος, να αποφασίσουν τη λύση του και να το συστήσουν εκ νέου σε άλλη χώρα υποβάλλοντάς το σε άλλη νομοθεσία.

38 Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει, αφενός, ότι η TU, η οποία είναι ο δικαιούχος του XT Trust, και, κατ’ ουσίαν, ιδιοκτήτρια της FZ AR, δεν διαθέτει καμία εξουσία διαχείρισης ή ελέγχου των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα.

39 Αφετέρου, το XT Trust έχει συσταθεί σύμφωνα με τη συνήθη μορφή σύστασης ενός εμπιστεύματος, ήτοι ο εμπιστευματοδόχος, ο οποίος είναι ο κατ’ όνομα δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων που εισέφερε στο εμπίστευμα ο εμπιστευματοπάροχος, τα διοικεί και τα διαχειρίζεται βάσει της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος, σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει το εμπίστευμα, και ότι, δυνάμει της ρήτρας διασφάλισης, ο εμπιστευματοδόχος δεν μπορεί να μεταβιβάσει στον δικαιούχο του εμπιστεύματος τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, εν προκειμένω στην TU, ενόσω το όνομα του προσώπου αυτού περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014.

Η διαφορά της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑476/24

40 Από την απόφαση παραπομπής, καθώς και από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουλίου 2025, προκύπτει ότι το ανέκκλητο εμπίστευμα κατά διακριτική ευχέρεια με την ονομασία «N Trust» συστάθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2022 και διαδέχθηκε το εμπίστευμα με την ονομασία «S Trust», δικαιούχος του οποίου ήταν ο ZU. Ο μοναδικός δικαιούχος του N Trust είναι η TU. Μεταξύ των οικονομικών πόρων που μεταφέρθηκαν από το S Trust στο N Trust περιλαμβάνονται το σύνολο των μετοχών της SX καθώς και το σκάφος «Sailing [...] A» (στο εξής: σκάφος), μοναδικός ιδιοκτήτης του οποίου είναι η SX.

41 Ο εμπιστευματοδόχος του N Trust είναι η SY Ltd, εταιρία η οποία κατέχει, υπό την ιδιότητα αυτή, το σύνολο του κεφαλαίου της εταιρίας SX.

42 Όπως μνημονεύτηκε στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης, στις 9 Μαρτίου 2022, με την απόφαση 2022/397 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/396, το Συμβούλιο καταχώρισε τον ZU στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα της απόφασης 2014/145 και στο παράρτημα I του κανονισμού 269/2014.

43 Με απόφαση της 11ης Μαρτίου 2022, η επιτροπή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, αφού διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, βάσει εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων του Ιανουαρίου του 2022, ότι το σκάφος, εκτιμώμενης αξίας περίπου 530 εκατομμυρίων ευρώ, ανήκε στη SX, διέταξε τη δέσμευσή του ως οικονομικού πόρου, καθόσον, στην πραγματικότητα, αυτό μπορούσε εμμέσως να συνδεθεί και να αποδοθεί στον ZU, πραγματικό δικαιούχο της εταιρίας SX, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014.

44 Στις 9 Μαΐου 2022 η SX άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με αίτημα, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης, υποστηρίζοντας ότι ένα σκάφος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δέσμευσης διότι δεν αποτελεί πηγή εσόδων και/ή κερδών και, επομένως, δεν αποτελεί οικονομικό πόρο, αλλά αγαθό που προορίζεται αποκλειστικά για προσωπική χρήση ή κατανάλωση. Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας της SX, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρία δεν είναι καταχωρισμένη στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014.

45 Όπως μνημονεύτηκε στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, με την απόφαση 2022/883 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/878, το Συμβούλιο καταχώρισε την TU, σύζυγο του ZU, στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, ως έχει στο παράρτημα I του κανονισμού 269/2014.

46 Συναφώς, η SX υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, παραδεχόμενη ταυτοχρόνως ότι η TU είναι δικαιούχος του N Trust το οποίο ελέγχει την εν λόγω εταιρία, η οποία, με τη σειρά της, είναι η ιδιοκτήτρια του σκάφους, ότι ούτε η TU ούτε κανένα άλλο πρόσωπο το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού 269/2014 ασκεί επιρροή στις εταιρίες SY ή SX ή έχει τον έλεγχο, άμεσο ή έμμεσο, των εταιριών αυτών, την ιδιοκτησία ή την κατοχή, άμεση ή έμμεση, των περιουσιακών στοιχείων που έχουν εισφερθεί στο N Trust, μεταξύ των οποίων και το σκάφος, ή το δικαίωμα να διαθέτει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία.

47 Σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει το N Trust και τη συστατική πράξη του, ο εμπιστευματοδόχος δεν μπορεί να διανείμει στον δικαιούχο του εμπιστεύματος οποιοδήποτε οικονομικό όφελος προερχόμενο από το εμπίστευμα. Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος δεν έχει καμία εξουσία διαχείρισης ή ελέγχου του εμπιστεύματος και δεν έχει το δικαίωμα να αξιώνει ούτε να λαμβάνει οφέλη ή πληρωμές κατόπιν διανομής από τον εμπιστευματοδόχο, ούτε να δίδει οδηγίες σε αυτόν σχετικά με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων, ούτε να περιορίζει ή να εξαρτά από προϋποθέσεις τον κατά διακριτική ευχέρεια χαρακτήρα της διαχείρισης αυτής, ούτε, επίσης, να αποφασίζει τη λύση του εμπιστεύματος πριν από την προβλεπόμενη λήξη του το 2106 ούτε να ιδιοποιείται τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος πριν από την ημερομηνία αυτή.

48 Επιπλέον, όλα τα διοικητικά όργανα της SX και του εμπιστευματοδόχου δεσμεύθηκαν να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν, κατ’ ουσίαν, ότι ένα πρόσωπο του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 δεν μπορεί να ασκεί καμία επιρροή ή έλεγχο επί των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος ή να διαθέτει τα κεφάλαια ή τους οικονομικούς πόρους του ή να επωφελείται, άμεσα ή έμμεσα, από αυτά και ότι απαγορεύεται στον ZU και την TU η πρόσβαση στο σκάφος και η χρήση του για όσο χρονικό διάστημα τα ονόματά τους περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I.

49 Οι καθών στη διαφορά της κύριας δίκης αρχές υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το εφαρμοστέο στο εμπίστευμα δίκαιο, η διανομή οφέλους υπέρ του δικαιούχου απαγορεύεται ή καθίσταται αδύνατη από ρήτρα περιλαμβανόμενη στη συστατική του πράξη, τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο δεσμευμένος οικονομικός πόρος να χρησιμοποιηθεί από το πρόσωπο που κατονομάζεται στο μέτρο της δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, δεδομένου ότι το εμπίστευμα αποτελεί νομική πράξη στηριζόμενη στη βούληση των μερών.

50 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, το πρόσωπο του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 είναι ο δικαιούχος του N Trust, ιδιοκτήτης κατ’ ουσίαν της εταιρίας SX, ο οποίος, δυνάμει του δικαίου που διέπει το εμπίστευμα και της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος, δεν διαθέτει καμία εξουσία χρήσης, διανομής, διαχείρισης και/ή ελέγχου των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα.

Τα προδικαστικά ερωτήματα

51 Στις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑428/24 και C‑476/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 26 έως 50 της παρούσας απόφασης, εάν τα περιουσιακά στοιχεία, οι οικονομικοί πόροι και οι έννομες σχέσεις που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα μπορεί να θεωρηθεί ότι «ανήκουν» στον δικαιούχο του εμπιστεύματος το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014, παρά το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι ούτε χρήστης ούτε διαχειριστής του εμπιστεύματος, ή, τουλάχιστον, να θεωρηθεί ότι «ελέγχονται» από τον δικαιούχο για τους σκοπούς της εφαρμογής των μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού.

52 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εισφορά ενός περιουσιακού στοιχείου στο εμπίστευμα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συνεπάγεται πραγματική μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου, αλλά αποτελεί απλώς τυπική πράξη, πραγματοποιούμενη εκ χαριστικής αιτίας, με σκοπό τη σύσταση περιουσίας διαφορετικής από εκείνη του εμπιστευματοπαρόχου, αλλά και από εκείνη του εμπιστευματοδόχου. Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο περιουσιακό στοιχείο δεν εξέρχεται οριστικά από την περιουσία του εμπιστευματοπαρόχου, αλλά εξακολουθεί να του ανήκει, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, τουλάχιστον μέχρι την τελική μεταβίβασή του στους δικαιούχους, γεγονός που εμποδίζει την εφαρμογή των επίμαχων στην κύρια δίκη μέτρων δέσμευσης.

53 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, κατά τη διάρκεια ισχύος του εμπιστεύματος, μπορεί να γίνει δεκτό, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του, ότι τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν εισφερθεί σε αυτό «ανήκουν» σε κάποιον βαθμό στον δικαιούχο, τουλάχιστον από κοινού με τον εμπιστευματοδόχο και τον εμπιστευματοπάροχο ή, ενδεχομένως, αποκλειστικώς, πράγμα που θα καθιστούσε δυνατή τη λήψη έναντι του δικαιούχου μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, ακόμη και αν στη συστατική πράξη του εμπιστεύματος περιλαμβάνεται ρήτρα διασφάλισης η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στον δικαιούχο ενόσω το όνομά του περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού.

54 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η έννοια της «κυριότητας», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, θα μπορούσε να αφορά όχι μόνον την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του αγαθού, αλλά και «άτυπες» ή «υβριδικές» καταστάσεις, ήτοι καταστάσεις στις οποίες ένα πρόσωπο μπορεί να διαθέτει το οικείο περιουσιακό στοιχείο ή να το ελέγχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του δικαιούχου του εμπιστεύματος ο οποίος, χωρίς να κατέχει άμεσα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν εισφερθεί σε αυτό ούτε να τα διαθέτει ή να είναι ο ιδιοκτήτης τους από τυπικής απόψεως λόγω της ρητής απαγόρευσης που προβλέπει συναφώς η συστατική πράξη του εμπιστεύματος, είναι αντικειμενικά σε θέση να ασκήσει ουσιώδη επιρροή επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, καθόσον ο ίδιος είναι ο τελικός αποδέκτης τους και ο εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται το εμπίστευμα με γνώμονα ακριβώς την προστασία του συμφέροντος του δικαιούχου.

55 Μια τέτοια ερμηνεία της έννοιας της «κυριότητας», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, θα ήταν σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο αυτό και θα λάμβανε υπόψη το γεγονός ότι ένα εμπίστευμα, τουλάχιστον έως ότου τα εισφερθέντα σε αυτό περιουσιακά στοιχεία διατεθούν οριστικά σε τρίτους, θα συνιστούσε έναν εύχρηστο μηχανισμό για την παράκαμψη των μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 3, σημείο 6, στοιχείο βʹ, περίπτωση iv, της οδηγίας 2015/84.

56 Τέλος, από την υποχρέωση του εμπιστευματοδόχου να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία και τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα με γνώμονα το αποκλειστικό συμφέρον του δικαιούχου θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο τελευταίος ασκεί καθοριστική επιρροή (πρβλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, Marine Harvest κατά Επιτροπής, C‑10/18 P, EU:C:2020:149, σκέψη 49) επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και πόρων και βρίσκεται σε θέση «ελέγχου» σε σχέση με αυτά, ανεξαρτήτως του εάν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που αποδεικνύουν την άσκηση τέτοιας επιρροής.

57 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία έχουν πανομοιότυπη διατύπωση στις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑428/24 και C‑476/24:

«1) Αντιτίθεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του [κανονισμού 269/2014] σε ερμηνεία κατά την οποία –όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ή πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα κατά διακριτική ευχέρεια (ο δικαιούχος του οποίου είναι καταχωρισμένος στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού)– τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή/και πόροι πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρείται ότι “ανήκουν” στον δικαιούχο του εμπιστεύματος ακόμη και αν το εφαρμοστέο στο εμπίστευμα εθνικό δίκαιο (ή και συμβατική ρήτρα διασφάλισης που περιλαμβάνεται στη συστατική πράξη του εμπιστεύματος) απαγορεύει ρητώς στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων/πόρων του εμπιστεύματος ενόσω το όνομα του προσώπου αυτού περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 269/2014 ή, εν πάση περιπτώσει, ενόσω η χρήση/διάθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων/πόρων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης;

2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αντιτίθεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του [κανονισμού 269/2014] σε ερμηνεία κατά την οποία –όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ή πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα κατά διακριτική ευχέρεια (ο δικαιούχος του οποίου είναι καταχωρισμένος στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού)– τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή/και πόροι πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρείται ότι τελούν υπό τον “έλεγχο” του δικαιούχου του εμπιστεύματος, ακόμη και αν το εφαρμοστέο στο εμπίστευμα εθνικό δίκαιο (ή ακόμη και συμβατική ρήτρα διασφάλισης που περιλαμβάνεται στη συστατική πράξη του εμπιστεύματος) απαγορεύει ρητώς στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων/πόρων του εμπιστεύματος ενόσω το όνομα του προσώπου αυτού περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 269/2014 ή, εν πάση περιπτώσει, ενόσω η χρήση/διάθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων/πόρων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης;»

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

58 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Αυγούστου 2024, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑428/24 και C‑476/24 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.

59 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, δυνάμει του άρθρου 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει τον κανονισμό 269/2014, ο οποίος εκδόθηκε βάσει των διατάξεων σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας της Ένωσης, και ειδικότερα βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και των διατάξεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης ΕΕ.

60 Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο εάν εμμένει στην ένσταση αναρμοδιότητας, υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, της απόφασης της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Neves 77 Solutions (C‑351/22, EU:C:2024:723, σκέψεις 39 και 40), η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε ρητώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αποσύρει την ένσταση αυτή.

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑476/24

61 Χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η SX υποστηρίζει ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίμαχης στην κύρια δίκη απόφασης δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, ήτοι στις 11 Μαρτίου 2022, η TU δεν είχε ακόμη καταχωριστεί στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014. Ωστόσο, τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑476/24 αφορούν την κατάσταση του δικαιούχου ενός εμπιστεύματος, ο οποίος, εν προκειμένω, είναι ακριβώς η TU.

62 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες κάθε υπόθεσης, τόσο αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και αν τα ερωτήματα τα οποία υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα άπτονται της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει. Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης τεκμαίρονται λυσιτελή. Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 24ης Ιουνίου 2025, GR REAL, C‑351/23, EU:C:2025:474, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής, καθώς και από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουλίου 2025, προκύπτει ότι το N Trust, δικαιούχος του οποίου είναι η TU, διαδέχθηκε το S Trust, δικαιούχος του οποίου ήταν ο ZU. Μεταξύ των πόρων που μεταφέρθηκαν από το S Trust στο N Trust περιλαμβάνεται το σύνολο των μετοχών της εταιρίας SX και, ως εκ τούτου, το σκάφος του οποίου μοναδικός ιδιοκτήτης είναι η SX.

64 Με την απάντησή του στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το γεγονός ότι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης απόφαση δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, η οποία αφορούσε τον ZU, δικαιούχο του S Trust, εκδόθηκε στις 11 Μαρτίου 2022 βάσει αποδεικτικών εγγράφων του Ιανουαρίου του 2022, δεν συνιστά πλημμέλεια της διαδικασίας ούτε αμφισβητήθηκε από τη SX. Επιπλέον, όσον αφορά το γεγονός ότι το N Trust διαδέχθηκε το S Trust, με αλλαγή του δικαιούχου, αυτό έγινε γνωστό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, χωρίς η SX να αμφισβητήσει για τον λόγο αυτόν τη νομιμότητα της ανωτέρω απόφασης.

65 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει εάν οι περιστάσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 63 και 64 της παρούσας απόφασης μπορούν να έχουν κάποια επίπτωση όσον αφορά τη νομιμότητα της επίμαχης στη διαφορά της κύριας δίκης απόφασης δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ή τη διατήρησή της σε ισχύ. Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα.

66 Επομένως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑476/24 είναι παραδεκτή.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις


67 Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 έχει την έννοια ότι μπορεί να ληφθεί μέτρο δέσμευσης σε σχέση με τα κεφαλαία και τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα του οποίου ο δικαιούχος είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014.

68 Συναφώς, πρώτον, από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C‑428/24 προκύπτει ότι οι πόροι που έχουν εισφερθεί στο XT Trust περιλαμβάνουν την ελέγχουσα συμμετοχή της FZ AR, τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι της οποίας έχουν δεσμευθεί.

69 Όσον αφορά την υπόθεση C‑476/24, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι μεταξύ των πόρων που μεταφέρθηκαν από το S Trust στο N Trust περιλαμβάνονται τα μερίδια της εταιρίας SX, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του σκάφους το οποίο αφορά η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης απόφαση δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων.

70 Από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις δύο αυτές υποθέσεις και, ειδικότερα, από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην παραδοχή ότι, αφενός, οι οικονομικοί πόροι της εταιρίας FZ AR και, αφετέρου, το σκάφος, το οποίο ανήκει σε εταιρίες των οποίων οι συμμετοχές έχουν, άμεσα ή έμμεσα, εισφερθεί στα επίμαχα στις διαφορές των κύριων δικών εμπιστεύματα, συνιστούν επίσης οικονομικούς πόρους των εν λόγω εμπιστευμάτων.

71 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει κυρώσει τη Σύμβαση της Χάγης.

72 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης της Χάγης, ως «εμπίστευμα» νοούνται οι έννομες σχέσεις που δημιουργούνται από ένα πρόσωπο, τον εμπιστευματοπάροχο, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, όταν περιουσιακά στοιχεία τίθενται υπό τον έλεγχο εμπιστευματοδόχου προς όφελος δικαιούχου ή για συγκεκριμένο σκοπό.

73 Επιπλέον, από το άρθρο 2 της Σύμβασης της Χάγης προκύπτει ότι το εμπίστευμα έχει ως χαρακτηριστικά στοιχεία ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος συνιστούν χωριστή περιουσία και δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας του εμπιστευματοδόχου, ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος τηρούνται στο όνομα του εμπιστευματοδόχου ή στο όνομα άλλου προσώπου για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου και ότι ο εμπιστευματοδόχος έχει την εξουσία και την υποχρέωση, για τις οποίες είναι υπόλογος, να διοικεί, να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος και τις ειδικές υποχρεώσεις που του επιβάλλει ο νόμος. Το ίδιο άρθρο προβλέπει επίσης ότι το γεγονός ότι ο εμπιστευματοπάροχος διατηρεί ορισμένα προνόμια ή ότι ο εμπιστευματοδόχος έχει ορισμένα δικαιώματα ως δικαιούχος δεν είναι κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστο με την ύπαρξη εμπιστεύματος.

74 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι τα επίμαχα στις διαφορές των κύριων δικών εμπιστεύματα κατά διακριτική ευχέρεια συστάθηκαν κατά το σύνηθες σχήμα κατά το οποίο τα περιουσιακά στοιχεία που έχει εισφέρει στο εμπίστευμα ο εμπιστευματοπάροχος τηρούνται στο όνομα του εμπιστευματοδόχου, ο οποίος τα διοικεί και τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τη συστατική πράξη του εμπιστεύματος, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με το δίκαιο που διέπει το εμπίστευμα.

75 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος προς το αποκλειστικό συμφέρον του δικαιούχου, η βούληση του οποίου είναι καθοριστική όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται στα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος, χωρίς ωστόσο να διαθέτει εξουσία χρήσης, διανομής, διαχείρισης ή ελέγχου των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα. Επιπλέον, το δίκαιο που έχει εφαρμογή στο εμπίστευμα και η συστατική πράξη του εμπιστεύματος απαγορεύουν στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων ή πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα για όσο χρονικό διάστημα το όνομα του προσώπου αυτού περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 ή, εν πάση περιπτώσει, για όσο χρονικό διάστημα η χρήση ή η διάθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ή πόρων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

76 Υπό το πρίσμα ακριβώς των πραγματικών αυτών διαπιστώσεων, την ακρίβεια των οποίων δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, Oehlschläger, 104/77, EU:C:1978:69, σκέψη 4, και της 19ης Ιουνίου 2025, Bulgarian posts, C‑785/23, EU:C:2025:462, σκέψη 40), πρέπει να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

77 Τρίτον, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 31, 40 και 43 της παρούσας απόφασης, οι ιταλικές αρχές έκριναν ότι ο «πραγματικός δικαιούχος», αντιστοίχως, στην υπόθεση C‑428/24, του XT Trust, το οποίο ήλεγχε την FZ AR της οποίας τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι δεσμεύτηκαν, και, στην υπόθεση C‑476/24, της SX, ιδιοκτήτριας του σκάφους, που είχε αρχικώς εισφερθεί στο S Trust και στη συνέχεια στο N Trust, ήταν το πρόσωπο του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014.

78 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι η έννοια του «πραγματικού δικαιούχου» δεν απαντά στις διατάξεις του κανονισμού 269/2014, εντούτοις, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στην οδηγία 2015/849.

79 Η οδηγία αυτή προβλέπει στο άρθρο 3, σημείο 6, στοιχείο βʹ, ότι, για τους σκοπούς της οδηγίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν τον πελάτη και/ή το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα και περιλαμβάνει τουλάχιστον, σε περίπτωση εμπιστευμάτων (trusts), τον ή τους εμπιστευματοπάροχους, τον ή τους εμπιστευματοδόχους, τον ή τους προστάτες, τους δικαιούχους ή, όταν τα άτομα που αποτελούν δικαιούχους του νομικού μορφώματος ή της νομικής οντότητας δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, την κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή λειτουργεί το νομικό μόρφωμα ή η νομική οντότητα καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό έλεγχο του εμπιστεύματος μέσω άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα.

80 Ένας τέτοιος ορισμός σύμφωνα με τον οποίον πρόσωπα που συνδέονται με το εμπίστευμα, πλην του εμπιστευματοδόχου, όπως ο εμπιστευματοπάροχος, οι δικαιούχοι ή ο προστάτης, ενδέχεται να κατέχουν ή να ελέγχουν τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος, έχει μεν διατυπωθεί για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 2015/849, πλην όμως αντικατοπτρίζει την εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης αναγνώριση του ουσιώδους χαρακτηριστικού του εμπιστεύματος, ήτοι του διαχωρισμού μεταξύ νόμιμου και πραγματικού δικαιούχουτων περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος.

81 Ο διαχωρισμός αυτός παράγει αποτελέσματα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον στον τομέα της πρόληψης της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αλλά και στον τομέα των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται βάσει του κανονισμού 269/2014.

Επί της ουσίας

82 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 έχει την έννοια ότι τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα του οποίου ο δικαιούχος είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ότι «ανήκουν» στον εν λόγω δικαιούχο ή ότι «ελέγχονται» από αυτόν, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ακόμη και αν το δίκαιο που έχει εφαρμογή στο εμπίστευμα και οι ρήτρες της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος απαγορεύουν στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των εν λόγω κεφαλαίων και οικονομικών πόρων για όσο χρονικό διάστημα το όνομά του περιλαμβάνεται στον κατάλογο αυτόν ή, εν πάση περιπτώσει, για όσο χρονικό διάστημα η χρήση ή η διάθεσή τους θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

83 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 προβλέπει ότι δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, οντότητας ή φορέα ή φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που σχετίζονται με αυτά, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.

84 Μολονότι οι όροι «οικονομικοί πόροι», «δέσμευση οικονομικών πόρων», «δέσμευση κεφαλαίων» και «κεφάλαια» ορίζονται αντιστοίχως στα στοιχεία δʹ έως ζʹ του άρθρου 1 του κανονισμού 269/2014, εντούτοις, ο κανονισμός δεν περιέχει ορισμό των εννοιών που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του προσώπου το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού και των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που πρέπει να δεσμευθούν, ούτε παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό του περιεχομένου τους.

85 Κατά πάγια νομολογία, τόσο από τις επιταγές της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και από την αρχή της ισότητας συνάγεται ότι οι όροι διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση, για την ερμηνεία δε αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της εκάστοτε διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη νομοθεσία της οποίας η οικεία διάταξη αποτελεί μέρος [αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro, 327/82, EU:C:1984:11, σκέψη 11, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Banco Santander (Εξυγίανση της τράπεζας Banco Popular III), C‑687/23, EU:C:2025:687, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

86 Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, διαπιστώνεται ότι η διατύπωση της διάταξης αυτής παρουσιάζει αποκλίσεις στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της. Ορισμένες από τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της, όπως στη γερμανική, την αγγλική, τη γαλλική, την ιταλική, τη λεττονική και τη ρουμανική γλώσσα («Eigentum, Besitz, gehalten, oder kontrolliert werden», «belonging to, owned, held or controlled», «appartenenti a, posseduti, detenuti o controllati», «īpašumā, valdījumā, turējumā vai pārziņā» και «aparțin, se află în proprietatea ori posesia sau sunt controlate») αφορούν τέσσερα είδη σχέσεων μεταξύ του προσώπου, της οντότητας ή του φορέα που είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού και των οικείων περιουσιακών στοιχείων και οικονομικών πόρων, ενώ το ισπανικό κείμενο της εν λόγω διάταξης προβλέπει μόνον τρία είδη σχέσεων μεταξύ τους («propiedad, tenencia o control»).

87 Επιπλέον, από τη σύγκριση των γλωσσικών αποδόσεων που αφορούν τέσσερα είδη σχέσεων προκύπτει ότι ο όρος που χρησιμοποιείται σε καθεμία από αυτές τις αποδόσεις δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκην σε ισοδύναμο όρο κάποιας άλλης εξ αυτών. Συγκεκριμένα, μολονότι οι αποδόσεις στη γερμανική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και λεττονική γλώσσα παραπέμπουν στις έννοιες της «ιδιοκτησίας», της «νομής», της «κατοχής» και του «ελέγχου» («Eigentum, Besitz, gehalten oder kontrolliert werden», «belonging to, owned, held or controlled», «appartenenti a, posseduti, detenuti o controllati» και «īpašumā, valdījumā, turējumā vai pārziņā»), η απόδοση στη ρουμανική γλώσσα χρησιμοποιεί τους όρους «aparțin, se află în Proprietatea ori posesia sau sunt contrarlate», οι οποίοι φαίνεται να αποκλείουν την έννοια της «κατοχής».

88 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης δεν επιτρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο διάταξης, αλλά, αντιθέτως, απαιτεί την ερμηνεία και εφαρμογή του υπό το πρίσμα της αποδόσεώς του στις άλλες επίσημες γλώσσες (αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1967, van der Vecht, 19/67, EU:C:1967:49, σ. 456, και της 9ης Οκτωβρίου 2025, On Air Media Professionals και Different Media, C‑416/24 και C‑417/24, EU:C:2025:765, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

89 Πάντως, κατά πάγια επίσης νομολογία, πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις νομοθετήματος της Ένωσης (αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, EMU Tabac κ.λπ., C‑296/95, EU:C:1998:152, σκέψη 36, και της 9ης Οκτωβρίου 2025, On Air Media Professionals και Different Media, C‑416/24 και C‑417/24, EU:C:2025:765, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

90 Σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των διάφορων γλωσσικών αποδόσεων ενός νομοθετήματος της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί στοιχείο (αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau, 30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 14, και της 9ης Οκτωβρίου 2025, On Air Media Professionals και Different Media, C‑416/24 και C‑417/24, EU:C:2025:765, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91 Τούτου λεχθέντος, από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αυτή καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εννόμων σχέσεων μεταξύ του προσώπου ή της οντότητας που έχει καταχωριστεί στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού και των επίμαχων κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, οι οποίες εκτείνονται από την ευρύτερη έννομη σχέση, ήτοι αυτή της ιδιοκτησίας, έως τις καταστάσεις στις οποίες το πρόσωπο ή η οντότητα μπορεί να ασκήσει εν τοις πράγμασι εξουσία επί των εν λόγω κεφαλαίων και πόρων, τούτο δε κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 69) ή να αντλήσει συναφώς όφελος.

92 Επομένως, η εν λόγω διάταξη αφορά όλες τις νομικές και πραγματικές καταστάσεις στις οποίες ένα πρόσωπο έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί τα οικεία κεφάλαια και οικονομικούς πόρους, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών.

93 Προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της ίδιας διάταξης, η έννοια της «κυριότητας» πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει μόνον τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να αποδειχθεί νομικώς μια τέτοια εξουσία επί των οικείων κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, αλλά και τις περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο ή μια οντότητα κατέχει στην πράξη την εξουσία αυτή, παρά το γεγονός ότι, από νομικής απόψεως, ο κάτοχος της εν λόγω εξουσίας είναι άλλο πρόσωπο ή οντότητα.

94 Ομοίως, η έννοια του «ελέγχου» καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι σε θέση να επηρεάσει τις επιλογές άλλου προσώπου, ακόμη και εν απουσία οποιουδήποτε νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ των δύο προσώπων (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψεις 71 και 75).

95 Επομένως, σε περίπτωση εμπιστεύματος του οποίου ο δικαιούχος είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014, το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία και οι οικονομικοί πόροι που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα τηρούνται στο όνομα του εμπιστευματοδόχου ή στο όνομα προσώπου ή οντότητας που ανήκει σε αυτόν ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από αυτόν και ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να απαιτήσει από τον εμπιστευματοδόχο, σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζεται στο εμπίστευμα, να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ αυτού, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο τα εν λόγω κεφάλαια και πόροι να θεωρηθεί ότι ανήκουν στον δικαιούχο ή ότι ελέγχονται από αυτόν, όταν ο δικαιούχος έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί τα εν λόγω κεφάλαια και πόρους, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους.

96 Μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 επιρρωννύεται τόσο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή όσο και από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός.

97 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ανωτέρω διάταξη, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού 269/2014 ορίζει με ευρύτητα τις έννοιες της «δέσμευσης οικονομικών πόρων» και της «δέσμευσης κεφαλαίων» αντιστοίχως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah, C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 45).

98 Πράγματι, το άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014 ορίζει ότι ως «δέσμευση κεφαλαίων» νοείται «η παρεμπόδιση κάθε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης, πρόσβασης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων που μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή ή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων».

99 Από τον ορισμό αυτόν προκύπτει ότι σκοπός της δέσμευσης κεφαλαίων είναι να περιοριστούν στο ελάχιστο οι συναλλαγές που ενδέχεται να πραγματοποιηθούν επί δεσμευμένων κεφαλαίων, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από τον μεγάλο αριθμό των περιπτώσεων που μνημονεύονται και από τη χρήση της λέξης «κάθε». Όσον αφορά τα μέσα προκειμένου να επιτευχθεί ο περιορισμός των συναλλαγών, τα μέσα αυτά ορίζονται επίσης ευρέως από τον νομοθέτη της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah, C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 43).

100 Οι ανωτέρω εκτιμήσεις ισχύουν και ως προς την έννοια της «δέσμευσης οικονομικών πόρων». Πράγματι, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 269/2014, ως «δέσμευση οικονομικών πόρων» νοείται «η παρεμπόδιση της χρήσης οικονομικών πόρων για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ άλλων, ενδεικτικώς, με πώληση, εκμίσθωση ή υποθήκευσή τους» (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah, C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 44).

101 Ένας τέτοιος ορισμός των εννοιών «δέσμευση οικονομικών πόρων» και «δέσμευση κεφαλαίων» θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας εάν οι δεσμοί μεταξύ, αφενός, των προσώπων και των οντοτήτων και, αφετέρου, των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που υπόκεινται σε δέσμευση ερμηνεύονταν κατά τρόπον ώστε να αποκλείονται καταστάσεις οι οποίες ναι μεν, στην πράξη, αντιστοιχούν σε περιπτώσεις κυριότητας ή ελέγχου, πλην όμως, από τυπικής απόψεως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοιες.

102 Δεύτερον, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 269/2014 προβλέπει ότι κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά ή προς όφελός τους, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού.

103 Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η εν λόγω απαγόρευση διάθεσης έχει ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση, πράγμα που αποδεικνύεται από τη χρήση των όρων «άμεσα ή έμμεσα», και να κρίνει ότι, κατά συνέπεια, περιλαμβάνει κάθε πράξη της οποίας η τέλεση είναι αναγκαία, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, για να καταστεί δυνατό στο πρόσωπο το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού 269/2014 να αποκτήσει πράγματι πλήρη εξουσία διαθέσεως των οικείων κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, SH, C‑168/17, EU:C:2019:36, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104 Τρίτον, κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014, απαγορεύεται η συμμετοχή, εν γνώσει και εκ προθέσεως, σε δραστηριότητες με αντικείμενο ή αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των μέτρων του άρθρου 2 του κανονισμού.

105 Το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014 αφορά τις δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να διαφεύγει το πρόσωπο που τις πραγματοποιεί την εφαρμογή των μέτρων του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού και οι οποίες δεν θα μπορούσαν να νοηθούν ως πράξεις διαθέσεως απαγορευόμενες από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Afrasiabi κ.λπ., C‑72/11, EU:C:2011:874, σκέψεις 60 και 61).

106 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014 αποτελούν, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, ένα συνεκτικό σύστημα διατάξεων που συμβάλλουν στην επίτευξη των σκοπών που θέτει ο κανονισμός.

107 Επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να μη θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 9 του κανονισμού.

108 Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 80 της παρούσας απόφασης, η σύσταση ενός εμπιστεύματος καθιστά δυνατό τον διαχωρισμό του νόμιμου δικαιούχου από τον πραγματικό δικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος.

109 Ο διαχωρισμός αυτός καθώς και διάφορα χαρακτηριστικά του εμπιστεύματος, ήτοι ο ιδιωτικός χαρακτήρας του εν λόγω μηχανισμού, η ευκολία και η ευελιξία σύστασης και τροποποίησής του, τα οποία μπορούν να καταστήσουν έναν τέτοιο μηχανισμό αδιαφανή και διαρθρωτικώς περίπλοκο, έχουν ως συνέπεια τα εμπιστεύματα να μπορούν χρησιμοποιηθούν όχι μόνο για θεμιτούς σκοπούς, αλλά και για την απόκρυψη της σχέσης μεταξύ του δικαιούχου και των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα.

110 Η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 υπό την έννοια ότι τα οικεία κεφάλαια και οικονομικοί πόροι θεωρείται ότι ανήκουν στον δικαιούχο ή ότι ελέγχονται από αυτόν, όταν το εν λόγω πρόσωπο έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους μπορεί να διασφαλίσει ότι το εμπίστευμα δεν θα χρησιμοποιείται με σκοπό την παράκαμψη των μέτρων που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη με το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014.

111 Όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού 269/2014, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι αυτός εκδόθηκε κατόπιν της παραβίασης, το 2014, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία και ότι έκτοτε έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως σε απάντηση προς τη στρατιωτική επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

112 Αφετέρου, οι εκτελεστικοί κανονισμοί 2022/396 και 2022/878 που αφορούν, μεταξύ άλλων, την καταχώριση, αντιστοίχως, του ZU και της TU στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 εκδόθηκαν κατόπιν της στρατιωτικής αυτής επίθεσης. Όπως υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 4 του εκτελεστικού κανονισμού 2022/396, με τις παράνομες στρατιωτικές της ενέργειες, η Ρωσική Ομοσπονδία παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και υπονομεύει την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα. Επιπλέον, όπως υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 3 του εκτελεστικού κανονισμού 2022/878, ο κανονισμός αυτός, με τον οποίο η TU καταχωρίστηκε στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014, εκδόθηκε λόγω των καταγγελλόμενων φρικαλεοτήτων που διέπραξαν οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Μπούτσα και σε άλλες ουκρανικές πόλεις, κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.

113 Η σημασία των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός 269/2014, ήτοι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, καθώς και η παύση της παραβίασης, από τη Ρωσική Ομοσπονδία, του διεθνούς δικαίου και των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίοι εντάσσονται στον ευρύτερο σκοπό της διατήρησης της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης όπως καθορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, όχι μόνον είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους φορείς (πρβλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 150), αλλά επιβάλλει επίσης να ερμηνεύεται ο κανονισμός κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων που θεσπίζει και να αποφεύγεται η εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων των μέτρων αυτών ή η καταστρατήγησή τους.

114 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 έχει την έννοια ότι τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκουν στον δικαιούχο του εμπιστεύματος ή ότι ελέγχονται από αυτόν, γεγονός που δικαιολογεί, επομένως, σε περίπτωση που ο δικαιούχος του εμπιστεύματος είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού, τη λήψη μέτρου δέσμευσης, κατά περίπτωση, όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους.

115 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο δικαιούχος δεν διαθέτει εξουσία χρήσης, διανομής, διαχείρισης ή ελέγχου των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στα επίμαχα στις διαφορές των κύριων δικών εμπιστεύματα.

116 Μολονότι το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να αμφισβητήσει την εκτίμηση αυτή του αιτούντος δικαστηρίου, διευκρινίζεται εντούτοις, με σκοπό να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, ότι, προκειμένου να καθοριστεί εάν, στις επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών περιπτώσεις, ο δικαιούχος των εμπιστευμάτων έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους των εμπιστευμάτων, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους, το αιτούν δικαστήριο δεν θα πρέπει να βασιστεί αποκλειστικά στο δίκαιο που διέπει το εμπίστευμα, αλλά θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

117 Συναφώς, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίμαχα στις διαφορές των κύριων δικών εμπιστεύματα είναι εμπιστεύματα κατά διακριτική ευχέρεια, τα οποία έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο των Βερμούδων και διέπονται από αυτό. Ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι, στο πλαίσιο τέτοιων εμπιστευμάτων, οι δικαιούχοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας επί των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος έως ότου ο εμπιστευματοδόχος αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός τους και ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν τον εμπιστευματοδόχο ούτε να αξιώσουν περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος ή πληρωμές από τα κεφάλαια που έχουν εισφερθεί σε αυτό. Ο εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται το εμπίστευμα με ανεξαρτησία και με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των νυν ή μελλοντικών δικαιούχων, και αποφασίζει κατά διακριτική ευχέρεια εάν, πότε και σε ποιο ύψος θα διανεμηθούν οφέλη στους δικαιούχους.

118 Πάντως, ακόμη και αν, πριν από τη διανομή αυτή, ο δικαιούχος δεν διαθέτει τυπικώς κανένα δικαίωμα επί των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, το γεγονός ότι ο εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους αποκλειστικώς προς το συμφέρον του δικαιούχου συνιστά ένδειξη ότι αυτά μπορεί να ανήκουν στον δικαιούχο ή να ελέγχονται από αυτόν.

119 Πράγματι, ο δικαιούχος μπορεί να ασκεί επιρροή στα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα ή στις επιλογές στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους, καθώς και να τα χρησιμοποιεί, να αποκομίζει όφελος από αυτά ή να τα διαθέτει, χωρίς ωστόσο η εν λόγω επιρροή ή δυνατότητα να έχει τυποποιηθεί σε νομικές πράξεις, γεγονός το οποίο πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το αιτούν δικαστήριο.

120 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο πρέπει, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη τις σχέσεις που υφίστανται μεταξύ του δικαιούχου, αφενός, και των λοιπών προσώπων που εμπλέκονται στο εμπίστευμα, όπως ο εμπιστευματοδόχος, ο εμπιστευματοπάροχος ή ο προστάτης, αφετέρου. Πράγματι, το γεγονός ότι ως εμπιστευματοδόχος ή προστάτης έχουν οριστεί πρόσωπα εμπιστοσύνης του δικαιούχου, τα οποία συνδέονται με αυτόν με επαγγελματικούς ή προσωπικούς δεσμούς και ενδέχεται να ακολουθούν τις οδηγίες ή τις υποδείξεις του όσον αφορά τη διαχείριση του εμπιστεύματος και των περιουσιακών του στοιχείων, μπορεί να είναι ενδεικτικό της επιρροής του δικαιούχου επί των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους, καθώς και της εξουσίας να χρησιμοποιεί τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους, να αποκομίζει όφελος από αυτά ή να τα διαθέτει.

121 Επιπλέον, η χρησιμοποίηση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα σε δραστηριότητες των οποίων οι μοναδικοί ή οι κύριοι αποδέκτες ή δικαιούχοι είναι ο δικαιούχος ή τα πρόσωπα ή οι οντότητες που του ανήκουν, ελέγχονται από αυτόν ή συνδέονται με αυτόν μπορεί να συνιστά ένδειξη ότι ο δικαιούχος ασκεί επιρροή επί του εμπιστεύματος και επί των περιουσιακών στοιχείων και πόρων που έχουν εισφερθεί σε αυτό και μπορεί να αποκομίζει όφελος από αυτά ή να τα διαθέτει.

122 Συναφώς, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο δικαιούχος δεν είναι ο χρήστης των περιουσιακών στοιχείων και των εννόμων σχέσεων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, θα πρέπει επιπλέον να εξετάσει εάν οι εταιρίες των οποίων οι μετοχές έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα παρέχουν αγαθά ή υπηρεσίες στις οντότητες που ανήκουν αποκλειστικά ή κατά πλειοψηφία στον δικαιούχο ή ελέγχονται από αυτόν.

123 Αντιθέτως, δεν μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας το γεγονός, το οποίο επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι οι διατάξεις του δικαίου που έχει εφαρμογή στο εμπίστευμα και οι ρήτρες της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος απαγορεύουν στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα για όσο χρονικό διάστημα το όνομα του προσώπου αυτού περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 ή, εν πάση περιπτώσει, για όσο χρονικό διάστημα η χρήση ή η διάθεσή τους θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

124 Πράγματι, αφενός, η απαγόρευση διάθεσης, άμεσα ή έμμεσα, κεφαλαίων και οικονομικών πόρων στα πρόσωπα που είναι καταχωρισμένα στον κατάλογο αυτό προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 269/2014.

125 Πάντως, μολονότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 9 του κανονισμού 269/2014 συνιστούν, από κοινού με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 106 και 107 της παρούσας απόφασης, ένα συνεκτικό σύστημα διατάξεων οι οποίες συμβάλλουν στην επίτευξη των σκοπών που θέτει ο κανονισμός, ο οποίος πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να μην υπονομεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα των εν λόγω διατάξεων, εντούτοις, καθεμία από τις διατάξεις αυτές έχει δικό της πεδίο εφαρμογής. Ο καθορισμός των σχέσεων μεταξύ του προσώπου που είναι καταχωρισμένο στον εν λόγω κατάλογο και των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα και των οποίων το πρόσωπο αυτό είναι δικαιούχος αποτελεί ζήτημα διαφορετικό από την απαγόρευση διάθεσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2026, EM System, C‑84/24, EU:C:2026:181, σκέψη 98).

126 Αφετέρου, δεδομένου ότι δεν υφίσταται υποχρέωση δημοσιοποίησης της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος και των τροποποιήσεών της, το ισχύον κείμενο της συστατικής αυτής πράξης και των τροποποιήσεών της ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμο και, σε κάθε περίπτωση, είναι πιθανό να τροποποιηθεί. Οι μονομερείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της συστατικής πράξης μπορούν επίσης να ανακληθούν.

127 Τέλος, επισημαίνεται ότι η χρήση αδικαιολόγητα περίπλοκων δομών καθώς και εμπιστευμάτων που συνδέονται με πρόσωπο του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 μπορεί αφ’ εαυτής να συνιστά ένδειξη ότι το πρόσωπο αυτό ελέγχει μια οντότητα μη καταχωρισμένη στον εν λόγω κατάλογο. Η ανωτέρω διαπίστωση αντανακλάται επίσης στις βέλτιστες πρακτικές, ιδίως στα σημεία τους 63, 64 και 67.

128 Πράγματι, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να διαπιστώσει επιρροή του δικαιούχου επί των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα εάν ο δικαιούχος κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του εμπιστευματοδόχου ή το δικαίωμα να διορίζει ή να απομακρύνει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του εμπιστευματοδόχου ή ακόμη το δικαίωμα να ασκεί καθοριστική επιρροή επί του εμπιστευματοδόχου, ιδίως δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας, μέσω, μεταξύ άλλων, εικονικών εταιριών.

129 Επομένως, συνιστούν ένδειξη περί του ότι πρόσωπα που είναι καταχωρισμένα στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014 ασκούν έλεγχο επί οντοτήτων μη καταχωρισμένων στον ίδιο κατάλογο το γεγονός ότι ορισμένες από τις οντότητες αυτές συστάθηκαν ή άλλαξαν ταυτότητα λίγο πριν από τη θέσπιση του καθεστώτος κυρώσεων ή την καταχώριση του προσώπου στον εν λόγω κατάλογο και/ή δεν ασκούν καμία αξιόπιστη εμπορική δραστηριότητα, το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα εμπιστεύματα χρησιμοποιούνται ως αποδέκτες των περιουσιακών στοιχείων μιας οντότητας την οποία κατέχει ή ελέγχει ένα καταχωρισμένο πρόσωπο, καθώς και το γεγονός ότι στη διαχείριση των εμπιστευμάτων εμπλέκονται επαγγελματίες της δικαιοδοσίας στην οποία έχουν συσταθεί τα εμπιστεύματα.

130 Επιπλέον, στις περιπτώσεις στις οποίες, όπως συμβαίνει στις υποθέσεις των κύριων δικών, στο εμπίστευμα έχουν εισφερθεί μετοχές εταιριών, επιρροή του δικαιούχου επ’ αυτών μπορεί να διαπιστωθεί, ιδίως, όταν ο εμπιστευματοδόχος δεν είναι ο διαχειριστής των εν λόγω εταιριών, αλλά μόνον ο κάτοχος του κεφαλαίου τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει τις εξουσίες που έχουν οι διαχειριστές των εταιριών αυτών, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ των εν λόγω διαχειριστών και του δικαιούχου.

131 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 έχει την έννοια ότι τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα ο δικαιούχος του οποίου είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ότι «ανήκουν» στον δικαιούχο ή ότι «ελέγχονται» από αυτόν, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ακόμη και αν το δίκαιο που έχει εφαρμογή στο εμπίστευμα και οι ρήτρες της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος απαγορεύουν στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των εν λόγω κεφαλαίων και οικονομικών πόρων για όσο χρονικό διάστημα το όνομά του περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού ή, εν πάση περιπτώσει, για όσο χρονικό διάστημα η χρήση ή η διάθεση των εν λόγω κεφαλαίων και οικονομικών πόρων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, εφόσον ο δικαιούχος μπορεί να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους.

Επί των δικαστικών εξόδων

132 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/330 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2022,

έχει την έννοια ότι:

τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που έχουν εισφερθεί σε εμπίστευμα ο δικαιούχος του οποίου είναι καταχωρισμένος στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να θεωρηθεί ότι «ανήκουν» στον δικαιούχο ή ότι «ελέγχονται» από αυτόν, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ακόμη και αν το δίκαιο που έχει εφαρμογή στο εμπίστευμα και οι ρήτρες της συστατικής πράξης του εμπιστεύματος απαγορεύουν στον δικαιούχο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χρήσης και διάθεσης των εν λόγω κεφαλαίων και οικονομικών πόρων για όσο χρονικό διάστημα το όνομά του περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού ή, εν πάση περιπτώσει, για όσο χρονικό διάστημα η χρήση ή η διάθεση των εν λόγω κεφαλαίων και οικονομικών πόρων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, εφόσον ο δικαιούχος μπορεί να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους που έχουν εισφερθεί στο εμπίστευμα, να αποκομίζει όφελος από αυτά, να τα διαθέτει ή να ασκεί επιρροή επ’ αυτών ή επί των επιλογών στις οποίες προβαίνει ο εμπιστευματοδόχος όσον αφορά τα εν λόγω κεφάλαια και οικονομικούς πόρους.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.