ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα) της 21ης Μαΐου 2026 (*)«
Προδικαστική παραπομπή - Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 - Άρθρο 31 - Έννοια των νομικών μορφωμάτων που έχουν “δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων” - Συμβάσεις καταπιστευτικής διαχείρισης που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) - Πρόσβαση προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο - Κύρος - Άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής - Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - Αρχής της ασφαλείας δικαίου - Έννοια του “εννόμου συμφέροντος” - Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής - Προσωρινή έννομη προστασία»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑684/24 και C‑685/24,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267
ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2024, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Across Fiduciaria SpA (C‑684/24),
Galvani Fiduciaria Srl,
Sfo Fiduciaria Srl
κατά
Presidenza del Consiglio dei ministri,
Ministero dell’Economia e delle Finanze,
Ministero delle Imprese e del Made in Italy,
Garante per la protezione dei dati personali,
Unione italiana delle Camere di commercio, industria, artigianato e agricoltura (Unioncamere),
Infocamere Scpa,
παρισταμένων των:
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza-Brianza, Lodi,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Bologna,
και
Unione Fiduciaria SpA (C‑685/24),
Assoservizi Fiduciari,
Torino Fiduciaria – Fiditor Srl,
Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione SpA
κατά
Ministero delle Imprese e del Made in Italy,
Presidenza del Consiglio dei ministri,
Ministero dell’Economia e delle Finanze,
Garante per la protezione dei dati personali,
Unione italiana delle Camere di commercio, industria, artigianato e agricoltura (Unioncamere),
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza-Brianza, Lodi,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Torino,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Infocamere Scpa,
παρισταμένων των:
Aletti Fiduciaria SpA,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza-Brianza, Lodi,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele και A. Kumin (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: G. Chiapponi, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι Across Fiduciaria SpA, Galvani Fiduciaria Srl και Sfo Fiduciaria Srl, εκπροσωπούμενες από τους G. Battagliese, A. Pazzaglia, και I. Valas, avvocati,
– οι Unione Fiduciaria SpA, Assoservizi Fiduciari, Torino Fiduciaria – Fiditor Srl και Aletti Fiduciaria SpA, εκπροσωπούμενες από τους C. Angelici, D. Contini, B. G. Mattarella και F. Sciaudone, avvocati,
– η Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione SpA, εκπροσωπούμενη από τους U. Corea και G. Marini, avvocati,
– το Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma, εκπροσωπούμενο από τον S. Scafetta, avvocato,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τους G. Aiello και F. Montanaro, avvocati dello Stato,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και P. Wagner,
– το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον M. Menegatti και τις M. Migliorati και E. Paladini,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους I. Gurov, K. Pleśniak και G. Rugge,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Μπουχάγιαρ, την A. Manzaneque Valverde και τους P. A. Messina και G. von Rintelen,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν:
– το κύρος του άρθρου 31, παράγραφος 4, της οδηγίας
(ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας
2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία
(ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018 (ΕΕ 2018, L 156, σ. 43) (στο εξής: οδηγία
2015/849), υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του
Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφοι 4 και 7α, της οδηγίας
2015/849, του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (υπόθεση C‑684/24), και
– το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849 υπό το πρίσμα του άρθρου 114 και του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο,
ΣΛΕΕ, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, των άρθρων 6 έως 8 και 16 του Χάρτη, των αιτιολογικών σκέψεων 1, 2, 4, 5 και 12 έως 17, του άρθρου 2, του άρθρου 3, σημείο 6, και των άρθρων 30 και 31 της οδηγίας
2015/849 και των αιτιολογικών σκέψεων 4, 5, 16, 17 και 25 έως 34 της οδηγίας 2018/843 (υπόθεση C‑685/24).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, των Across Fiduciaria SpA, Galvani Fiduciaria Srl και Sfo Fiduciaria Srl (υπόθεση C‑684/24) και των Unione Fiduciaria SpA, Assoservizi Fiduciari, Torino Fiduciaria – Fiditor Srl και Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione SpA (υπόθεση C‑685/24) και, αφετέρου, της Presidenza del Consiglio dei Ministri (Προεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, Ιταλία), του Ministero dell’Economia e delle Finanze (Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, Ιταλία), του Ministero delle Imprese e del Made in Italy (Υπουργείου Επιχειρήσεων και Made in Italy, Ιταλία), του Garante per la protezione dei dati personali (επόπτη προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Ιταλία), της Unione italiana delle Camere di commercio, industria, artigianato e agricoltura (Unioncamere), της Infocamere Scpa (υπόθεση C‑684/24) και του Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza-Brianza, Lodi, του Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Torino και του Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma (υπόθεση C‑685/24) με αντικείμενο τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και παροχής πρόσβασης σχετικά με συμβάσεις καταπιστευτικής διαχείρισης που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2015/8493 Οι αιτιολογικές σκέψεις 12, 14 και 16 της οδηγίας
2015/849 έχουν ως εξής:
«(12) Είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται η ταυτότητα κάθε φυσικού προσώπου το οποίο κατέχει νομική οντότητα ή ασκεί έλεγχο επ’ αυτής. Προκειμένου να διασφαλισθεί ουσιαστική διαφάνεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να καλύπτεται το ευρύτερο δυνατό φάσμα νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί ή δημιουργηθεί μέσω οποιουδήποτε άλλου μηχανισμού στην επικράτειά τους. [...]
[...]
(14) Η ανάγκη για ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι αλλιώς θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από μια εταιρική δομή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να μεριμνούν ώστε οι οντότητες που έχουν συσταθεί στο έδαφός τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους, πέραν των βασικών πληροφοριών όπως η επωνυμία και η διεύθυνση της εταιρείας και η απόδειξη συστάσεως και η νομική ιδιοκτησία. [...] Επίσης τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι παρέχεται πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, σε άλλα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και συναφή βασικά αδικήματα – όπως η διαφθορά, τα φορολογικά εγκλήματα και η απάτη. Τα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη φύση και το ποσοστό του πραγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας, δηλαδή πληροφορίες σχετικά με την κατά προσέγγιση στάθμισή του.
[...]
(16) Η έγκαιρη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει να εξασφαλίζεται με τρόπο που να μην γίνεται αντιληπτή από την ερευνώμενη εταιρεία.»
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.»
5 Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει το πεδίο εφαρμογής της.
6 Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]
6) ως “πραγματικός δικαιούχος” νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν τον πελάτη και/ή το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα και περιλαμβάνει τουλάχιστον:
[...]
β) σε περίπτωση εμπιστευμάτων (trusts) – όλα τα ακόλουθα πρόσωπα:
i) το[ν] ή τ[ους] εμπιστευματοπάροχ[ους]·
ii) το[ν] ή τ[ους] εμπιστευματοδόχ[ους]·
iii) [τον] ή [τους] προστάτες εάν υπάρχουν·
iv) [τους] δικαιούχ[ους]· ή όταν τα άτομα που αποτελούν δικαιούχους του νομικού μορφώματος ή της νομικής οντότητας δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, [την] κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή λειτουργεί το νομικό μόρφωμα ή η νομική οντότητα·
v) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό έλεγχο του εμπιστεύματος μέσω άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα·
γ) στην περίπτωση νομικών οντοτήτων όπως τα ιδρύματα και νομικών μορφωμάτων παρεμφερών με τα καταπιστεύματα (trusts), συμπεριλαμβάνονται το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν αντίστοιχη ή ανάλογη θέση με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο β)·
[...]».
7 Το κεφάλαιο III της οδηγίας
2015/849, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 30 και 31 της οδηγίας.
8 Το άρθρο 30, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες που έχουν την εταιρική τους έδρα στην επικράτειά τους υποχρεούνται να αποκτούν και να φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών των δικαιωμάτων που κατέχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι. [...]»
9 Το άρθρο 31 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το παρόν άρθρο ισχύει για τα εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, όπως, μεταξύ άλλων, fiducie, ορισμένοι τύποι Treuhand ή fideicomiso, εφόσον αυτά έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων. Τα κράτη μέλη ορίζουν τα χαρακτηριστικά προκειμένου να καθορίζεται σε ποιες περιπτώσεις ορισμένα νομικά μορφώματα έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων έχοντας υπόψιν τα νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιό τους.
Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τους εμπιστευματοδόχους σε ρητό εμπίστευμα (express trust) του οποίου η διαχείριση γίνεται στο εν λόγω κράτος μέλος να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν την ταυτότητα:
α) του ή των εμπιστευματοπάροχων·
β) του ή των εμπιστευματοδόχων·
γ) του ή των προστατών (εάν υπάρχουν)·
δ) των δικαιούχων ή της κατηγορίας δικαιούχων· και
ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι παραβιάσεις του παρόντος άρθρου αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών μέτρων ή κυρώσεων.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εμπιστευματοδόχοι ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερή νομικά μορφώματα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου γνωστοποιούν την ιδιότητά τους αυτή και παρέχουν εγκαίρως στις υπόχρεες οντότητες τις πληροφορίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, όταν, ως εμπιστευματοδόχοι ή κάτοχοι ισοδύναμης θέσης σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα, συνάπτουν επιχειρηματική σχέση ή πραγματοποιούν περιστασιακή συναλλαγή που υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 11 στοιχεία β), γ) και δ).
[...]
3α. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων κατά την παράγραφο 1 να τηρούνται σε κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων, το οποίο συγκροτείται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ή διαμένει ο εμπιστευματοδόχος του εμπιστεύματος ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα.
[...]
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι προσβάσιμες σε κάθε περίπτωση από:
α) τις αρμόδιες αρχές και [μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών], χωρίς κανένα περιορισμό·
β) τις υπόχρεες οντότητες, στο πλαίσιο των διατάξεων για τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη σύμφωνα με το κεφάλαιο II·
γ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον.
[...]
Οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των στοιχείων γ) και δ) του πρώτου εδαφίου συνίστανται στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, και τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει.
Τα κράτη μέλη μπορούν, υπό προϋποθέσεις που θα καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο, να προβλέπουν πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου. Οι εν λόγω επιπρόσθετες πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες που τηρούνται στο μητρώο σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.
[...]
4α. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιλέξουν να καταστήσουν διαθέσιμες τις πληροφορίες που ευρίσκονται στα εθνικά τους μητρώα κατά την παράγραφο 3α εφόσον γίνει επιγραμμική εγγραφή και καταβολή ενός τέλους που δεν θα υπερβαίνει το διοικητικό κόστος της διάθεσης των πληροφοριών, περιλαμβανομένου και του κόστους ανάπτυξης και διατήρησης του μητρώου.
5. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πληροφορίες που φυλάσσονται στο κεντρικό μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 3α να είναι επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες, και συγκροτούν μηχανισμούς προς τούτο. [...]
[...]
7α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που θα καθοριστούν από το εθνικό δίκαιο, όταν η πρόσβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία β), γ) και δ) θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή εάν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή άλλως νομικά ανίκανος, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εξαιρέσεις αυτές χορηγούνται κατόπιν λεπτομερούς αξιολόγησης της εξαιρετικής φύσης των περιστάσεων. Τα δικαιώματα σε διοικητική επανεξέταση της απόφασης εξαίρεσης και σε αποτελεσματική δικαστική προσφυγή είναι εξασφαλισμένα. Τα κράτη μέλη που έχουν χορηγήσει εξαιρέσεις δημοσιοποιούν ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν και τους λόγους που δηλώθηκαν, και υποβάλλουν τα δεδομένα στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή.
[...]
10. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έως τις 10 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή δημοσιεύει τον ενοποιημένο κατάλογο των εν λόγω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
Έως τις 26 Ιουνίου 2020, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] στην οποία αξιολογείται κατά πόσον όλα τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα κατά την παράγραφο 1, τα οποία διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, προσδιορίστηκαν δεόντως και υπήχθησαν στις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να αναλάβει δράση με βάση τα πορίσματα της εν λόγω έκθεσης.»
Η οδηγία 2018/84310 Οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 27 έως 30, 32 και 42 της οδηγίας 2018/843 έχουν ως εξής:
«(4) [...] είναι σαφής η ανάγκη να αυξηθεί η συνολική διαφάνεια του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος της Ένωσης. Η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν το περιβάλλον είναι εχθρικό για τους εγκληματίες που αναζητούν καταφύγιο για τα οικονομικά τους μέσω αδιαφανών δομών. Η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης εξαρτάται από τη διαφάνεια εταιρικών σχημάτων και άλλων νομικών οντοτήτων, εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων. Η παρούσα οδηγία έχει στόχο όχι μόνο να εντοπίζει και να διερευνά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αλλά και να την αποτρέψει στο μέλλον. Η ενίσχυση της διαφάνειας θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα.
[...]
(27) Οι κανόνες που ισχύουν για εμπιστεύματα και παρεμφερή νομικά μορφώματα όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει να είναι συγκρίσιμοι με τους αντίστοιχους κανόνες που ισχύουν για τις εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες. Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα των τύπων εμπιστευμάτων που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Ένωση καθώς και την ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, η απόφαση σχετικά με το αν ένα εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα είναι συγκρίσιμο ή όχι με εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες θα πρέπει να λαμβάνεται από τα κράτη μέλη. Η εθνική νομοθεσία που μεταφέρει τις εν λόγω διατάξεις στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποτροπή της χρησιμοποίησης εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή συναφή βασικά αδικήματα.
(28) Λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, να προσδιορίζουν το επίπεδο διαφάνειας όσον αφορά τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα που δεν είναι συγκρίσιμα με τις εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες. Οι σχετικοί κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορούν να διαφέρουν, βάσει των χαρακτηριστικών του τύπου του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος, και η κατανόηση των κινδύνων αυτών μπορεί να εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου, για παράδειγμα ως αποτέλεσμα των εθνικών και υπερεθνικών εκτιμήσεων κινδύνου. Για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν ευρύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, εφόσον η πρόσβαση αυτή αποτελεί απαραίτητο και αναλογικό μέτρο για τον θεμιτό στόχο της πρόληψης της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Κατά τον καθορισμό του επιπέδου διαφάνειας των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αυτών των εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων θα πρέπει να παραχωρείται σε οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον. Η πρόσβαση θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε κάθε πρόσωπο που υποβάλλει έγγραφη αίτηση που αφορά εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα το οποίο κατέχει ή έχει στην κυριότητά του ελέγχουσα συμμετοχή σε οποιαδήποτε εταιρική ή άλλη νομική οντότητα έχει συσταθεί εκτός της Ένωσης, μέσω άμεσης ή έμμεσης κυριότητας, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις χορήγησης πρόσβασης σε αιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων θα πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και σύμφωνα με τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν γραπτή αίτηση, εάν έχουν βάσιμους λόγους να υποπτεύονται ότι η γραπτή αίτηση δεν είναι σύμφωνη με τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
(29) Για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, είναι σημαντικό να καθορίζεται σαφώς ποια νομικά μορφώματα εγκατεστημένα σε ολόκληρη την Ένωση θα πρέπει να θεωρηθούν παρεμφερή με εμπιστεύματα ως εκ των καθηκόντων ή της δομής τους. Ως εκ τούτου, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να υποχρεούται να προσδιορίζει τα εμπιστεύματα, εφόσον αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα που μπορούν να συσταθούν σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο ή έθιμο και που έχουν δομή ή λειτουργία παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, όπως τη δυνατότητα διαχωρισμού ή αποσύνδεσης μεταξύ της νόμιμης και της πραγματικής κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων. Στη συνέχεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τα ονόματα και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση αυτών των εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων ενόψει της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να καθίσταται δυνατή η ταυτοποίησή τους από άλλα κράτη μέλη. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα ενδέχεται να έχουν διαφορετικά νομικά χαρακτηριστικά σε ολόκληρη την Ένωση. Όταν τα χαρακτηριστικά του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι συγκρίσιμα στη δομή ή τις λειτουργίες με τα χαρακτηριστικά εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων, η πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα συνέβαλλε στην καταπολέμηση της κατάχρησης των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, με τον ίδιο τρόπο που η πρόσβαση του κοινού μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της αθέμιτης χρήσης εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(30) Η δημόσια πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τον πραγματικό δικαιούχο επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο των πληροφοριών από την κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένου του Τύπου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, και συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στην ακεραιότητα των επιχειρηματικών συναλλαγών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της κατάχρησης των εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τόσο βοηθώντας τις έρευνες όσο και μέσω αποτελεσμάτων που συνδέονται με τη φήμη, δεδομένου ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να συνάψει συναλλαγές γνωρίζει την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων. Διευκολύνει επίσης την έγκαιρη και αποτελεσματική διάθεση πληροφοριών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και στις αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τρίτων χωρών, οι οποίες συμμετέχουν στην καταπολέμηση αυτών των αδικημάτων. Η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές θα βοηθούσε επίσης τις έρευνες σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συναφή βασικά αδικήματα και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
[...]
(32) Η εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές από τους επενδυτές και το ευρύ κοινό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη ακριβούς καθεστώτος γνωστοποίησης που παρέχει διαφάνεια όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο και τις δομές ελέγχου των εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και ορισμένων τύπων εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο με αρκετά συνεκτικό και συντονισμένο τρόπο, θεσπίζοντας σαφείς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού, ούτως ώστε οι τρίτοι να είναι σε θέση να εξακριβώνουν, σε όλη την Ένωση, ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων καθώς και ορισμένων τύπων εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων.
[...]
(42) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν το έννομο συμφέρον, τόσο ως γενική έννοια όσο και ως κριτήριο για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στο εθνικό τους δίκαιο. Ειδικότερα, οι ορισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την έννοια του έννομου συμφέροντος σε υποθέσεις εκκρεμών διοικητικών ή νομικών διαδικασιών, και θα πρέπει να επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η προληπτική δράση στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και των συναφών βασικών αδικημάτων, η οποία αναλαμβάνεται από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ερευνητικούς δημοσιογράφους, κατά περίπτωση. [...]»
Το ιταλικό δίκαιο
Το νομοθετικό διάταγμα 231/200711 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, του decreto legislativo n. 231 – Attuazione della direttiva
2005/60/ΕΚ concernente la prevenzione dell’utilizzo del sistema finanziario a scopo di riciclaggio dei proventi di attività criminose e di finanziamento del sistema finanziamento della direttiva 2006/70/ΕΚ che ne reca misure di esecuzione (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 231 – περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας
2005/60/ΕΚ σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ περί μέτρων εφαρμογής της οδηγίας αυτής), της 21ης Νοεμβρίου 2007 (GURI αριθ. 290, της 14ης Δεκεμβρίου 2007, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 268), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των διαφορών των κύριων δικών (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 231/2007), ορίζει ως «φορείς παροχής υπηρεσιών καταπιστευματικής διαχείρισης και εταιρικών υπηρεσιών» «τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ως επιχειρηματική δραστηριότητα παρέχουν σε τρίτα μέρη οποιαδήποτε από τις ακόλουθες υπηρεσίες: [...] ασκούν καθήκοντα εμπιστευματοδόχου σε ρητό εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα, ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα».
12 Το άρθρο 20 του νομοθετικού διατάγματος 231/2007 αφορά την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου.
13 Το άρθρο 21, παράγραφοι 3 και 4, του ως άνω νομοθετικού διατάγματος προβλέπει τα ακόλουθα:
«3. Τα εμπιστεύματα [...] καθώς και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή εδρεύουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας υποχρεούνται να εγγραφούν στο οικείο ειδικό τμήμα του μητρώου εταιριών. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 5, σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των ανωτέρω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων τα οποία είναι εγκατεστημένα ή εδρεύουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας κοινοποιούνται από τον ή τους εμπιστευματοδόχους ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου ή από το πρόσωπο που ασκεί ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες στα παρεμφερή νομικά μορφώματα, αποκλειστικώς μέσω τηλεματικής και χωρίς τέλος χαρτοσήμου, στο μητρώο εταιριών προς τον σκοπό της τήρησής τους σε αυτό. [...]
4. Η πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 5, σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εμπιστευμάτων αυτών επιτρέπεται:
[...]
d bis) στους ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων, οι οποίοι έχουν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για την προστασία ή την προάσπιση συμφέροντος το οποίο αντιστοιχεί σε κατάσταση που τυγχάνει έννομης προστασίας, εφόσον διαθέτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες αποδείξεις της αναντιστοιχίας μεταξύ πραγματικού δικαιούχου και νόμιμου δικαιούχου. Το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, δεν πρέπει να συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή όταν ο πραγματικός δικαιούχος είναι νομικώς ανίκανος ή ανήλικος, η πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών μπορεί να αποκλειστεί κατά περίπτωση και μετά από λεπτομερή εκτίμηση του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων. [...]»
14 Το άρθρο 22, παράγραφοι 5 και 5 bis, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος ορίζει τα εξής:
«5. Οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα το οποίο διέπεται από τον [legge n. 364 (νόμο αριθ. 364), της 16ης Οκτωβρίου 1989 (GURI αριθ. 261, της 8ης Νοεμβρίου 1989, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 84)] καθώς και τα πρόσωπα τα οποία ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα, εφόσον είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, συλλέγουν και φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος, ως τέτοιες δε νοούνται οι πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του ή των εμπιστευματοπαρόχων, του ή των εμπιστευματοδόχων, του ή των προστατών ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου, κατά περίπτωση, των δικαιούχων ή της κατηγορίας δικαιούχων και οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί έλεγχο επί του εμπιστεύματος ή επί του παρεμφερούς νομικού μορφώματος, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου το οποίο ασκεί τον τελικό έλεγχο επί των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στο εμπίστευμα ή στο παρεμφερές νομικό μόρφωμα μέσω της άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα. Οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα και τα πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες σε παρεμφερή νομικά μορφώματα φυλάσσουν τις εν λόγω πληροφορίες για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από την παύση της ιδιότητάς τους ως εμπιστευματοδόχου και θέτουν τις πληροφορίες αυτές άμεσα στη διάθεση των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχεία a και b. Οι εν λόγω εμπιστευματοδόχοι οι οποίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, συνάπτουν διαρκή ή επαγγελματική σχέση ή παρέχουν περιστασιακά υπηρεσίες, γνωστοποιούν την ιδιότητά τους στις υπόχρεες οντότητες.
5 bis. Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, θεωρούνται νομικά μορφώματα παρεμφερή με το εμπίστευμα οι οντότητες και τα μορφώματα τα οποία, λόγω της δομής και των λειτουργιών τους, παράγουν έννομα αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα του ρητού εμπιστεύματος, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τον προορισμό των περιουσιακών στοιχείων για ορισμένο σκοπό και τον έλεγχο από πρόσωπο διαφορετικό από τον κύριο, υπέρ ενός ή περισσότερων δικαιούχων ή για την επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού.»
Η υπουργική απόφαση 55/202215 Το άρθρο 1, στοιχείο g, της decreto del Ministero dell’Economia e delle Finanze n. 55 – Regolamento recante disposizioni in materia di comunicazione, accesso e consultazione dei dati e delle informazioni relativi alla titolarita effettiva di imprese dotate di personalità giuridica, di persone giuridiche private, di trust produttivi di effetti giuridici rilevanti ai fini fiscali e di istituti giuridici affini al trust (απόφασης αριθ. 55 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών – Κανονιστικές διατάξεις για την κοινοποίηση, την πρόσβαση και την αναζήτηση δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εμπιστευμάτων που παράγουν φορολογικώς κρίσιμα έννομα αποτελέσματα και νομικών μορφωμάτων παρεμφερών με τα εμπιστεύματα), της 11ης Μαρτίου 2022 (GURI αριθ. 121, της 25ης Μαΐου 2022, σ. 1, στο εξής: υπουργική απόφαση 55/2022), ορίζει τα παρεμφερή νομικά μορφώματα ως οντότητες και μορφώματα «που, λόγω της δομής και των λειτουργιών τους, παράγουν έννομα αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα του ρητού εμπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένου του προορισμού των περιουσιακών στοιχείων για ορισμένο σκοπό και του ελέγχου από πρόσωπο διαφορετικό από τον κύριο, υπέρ ενός ή περισσότερων δικαιούχων ή για την επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 5 bis, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007]».
16 Το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της υπουργικής αποφάσεως 55/2022 προβλέπει τα ακόλουθα:
«2. Τα δεδομένα και οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών με τα εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων που υποχρεούνται να εγγραφούν στο ειδικό τμήμα, οι οποίες κοινοποιούνται κατά το άρθρο 3 και τηρούνται στο ειδικό τμήμα του μητρώου εταιριών, τίθενται στη διάθεση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων, το οποίο έχει δικαίωμα πρόσβασης δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007], κατόπιν υποβολής στο κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο αιτιολογημένης αίτησης παροχής πρόσβασης από την οποία πρέπει να προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω στοιχείο d bis, πρώτη και δεύτερη περίοδος. Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την υποβολή της αίτησης, το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο χορηγεί την πρόσβαση ή κοινοποιεί την αιτιολογημένη άρνησή του στον αιτούντα μέσω πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, η αίτηση παροχής πρόσβασης θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
3. [...] το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο διαβιβάζει το αίτημα παροχής πρόσβασης που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 στον υπόχρεο προς παροχή πληροφοριών, αποστέλλοντας κοινοποίηση στη διεύθυνση πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχει γνωστοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο e. Εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης, ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη ένσταση μέσω πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το εμπορικό επιμελητήριο αξιολογεί κατά περίπτωση τις εξαιρετικές περιστάσεις του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο f, και παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007], τις οποίες επικαλείται ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών και οι οποίες δικαιολογούν την πλήρη ή μερική άρνηση πρόσβασης, λαμβανομένης επίσης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του προβαλλόμενου κινδύνου και του συμφέροντος για παροχή πρόσβασης. Η πρόσβαση στα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί να αποκλειστεί εν όλω ή εν μέρει κατόπιν της αξιολόγησης, από το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο, των εξαιρετικών περιστάσεων τις οποίες επικαλείται ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών. Η αιτιολογημένη άρνηση πρόσβασης κοινοποιείται στον αιτούντα, μέσω πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εντός είκοσι ημερών από την υποβολή της αίτησης παροχής πρόσβασης. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, η αίτηση παροχής πρόσβασης θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.»
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα17 Οι εκκαλούσες των κύριων δικών, με εξαίρεση την Assoservizi Fiduciari, είναι εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου. Στο πλαίσιο της μεταφοράς του άρθρου 31 της οδηγίας
2015/849 στην ιταλική έννομη τάξη, οι συναφθείσες από τις ως άνω εταιρίες συμβάσεις καταπιστευτικής διαχείρισης θεωρήθηκαν ως νομικά μορφώματα που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφος 1, με συνέπεια την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τους οικείους πραγματικούς δικαιούχους.
18 Οι εκκαλούσες των κύριων δικών, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι εθνικοί κανόνες περί μεταφοράς του άρθρου 31 της οδηγίας
2015/849 στην εσωτερική έννομη τάξη δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης και ότι το ως άνω άρθρο 31 είναι, αυτό καθεαυτό, παράνομο, προσέφυγαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία), το οποίο απέρριψε τις προσφυγές τους. Κατόπιν τούτου, προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
19 Λαμβανομένων υπόψη των λόγων εφέσεως που προέβαλαν οι εκκαλούσες των κύριων δικών, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι εκκρεμείς ενώπιόν του διαφορές καθιστούν αναγκαία την έκδοση αποφάσεως επί του κύρους και της ερμηνείας του άρθρου 31 της οδηγίας
2015/849.
20 Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ορισμένες από τις εκκαλούσες των κύριων δικών αμφισβητούν το κύρος των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849, κατά το μέρος που αντιβαίνουν στο άρθρο 114 και στο άρθρο 288, τρίτο εδάφιο,
ΣΛΕΕ, καθώς και στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας. Κατά την άποψή τους, οι διατάξεις αυτές δεν είναι σαφείς και ακριβείς ούτε μπορούν να προβλεφθούν τα αποτελέσματά τους, και δεν καθιστούν δυνατή την επίτευξη του σκοπού της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, η ως άνω οδηγία αναφέρεται σε αόριστες νομικές έννοιες, όπως η έννοια του «παρεμφερούς», χωρίς να καθορίζει τα απαιτούμενα αντικειμενικά κοινά κριτήρια.
21 Κατά δεύτερον, όσον αφορά την υπαγωγή των συμβάσεων καταπιστευτικής διαχείρισης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της οδηγίας
2015/849 ως νομικών μορφωμάτων που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων», το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, ως προς το περιεχόμενο της έννοιας «istituti giuridici» (νομικά μορφώματα), η οποία περιλαμβάνεται στην απόδοση του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, στην ιταλική γλώσσα.
22 Κατά το αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της έννοιας που προσδίδει η ιταλική θεωρία στον όρο «istituto» στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης, η έννοια αυτή θα μπορούσε να νοηθεί ως αναφερόμενη στην ύπαρξη ενός συστήματος κανόνων και αρχών που διέπουν ένα κοινωνικό φαινόμενο, πλην όμως μια τέτοια προσέγγιση δεν φαίνεται να συνάδει με τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10. Η εν λόγω έννοια θα μπορούσε επίσης να αφορά συγκεκριμένη και ειδική πράξη οικονομικής και νομικής φύσεως, τότε όμως θα ήταν επιβεβλημένη η κατά περίπτωση εξέταση, με αποτέλεσμα να γεννώνται αμφιβολίες από απόψεως ασφάλειας δικαίου. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ μιας τρίτης προσέγγισης, κατά την οποία η εν λόγω έννοια πρέπει να ερμηνεύεται με αναφορά σε είδη πράξεων οικονομικής και νομικής φύσεως, εκτιμώμενα βάσει των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους, τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων».
23 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 10, της οδηγίας
2015/849, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν τα νομικά μορφώματα που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων» και να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή «τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων», των οποίων τον ενοποιημένο κατάλογο δημοσιεύει η Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθότι η Ιταλική Δημοκρατία προέβη στην απαιτούμενη γνωστοποίηση και μεταξύ των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων περιέλαβε τη σύμβαση καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario, στο εξής: καταπιστευτική σύμβαση), το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τον συστατικό ή δηλωτικό χαρακτήρα της εν λόγω γνωστοποίησης και του ενοποιημένου καταλόγου που δημοσιεύει η Επιτροπή δυνάμει του ως άνω άρθρου 31, παράγραφος 10.
24 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η δομή ή οι λειτουργίες των καταπιστευτικών συμβάσεων που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου μπορούν να θεωρηθούν «παρεμφερείς των καταπιστευμάτων», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφος 1. Συναφώς, το ως άνω δικαστήριο διευκρινίζει ότι, δυνάμει τέτοιας καταπιστευτικής σύμβασης, η οικεία εταιρία καταπιστευτικής διαχείρισης αποκτά το δικαίωμα να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τα περιουσιακά στοιχεία ή τα κεφάλαια που της έχουν παραχωρηθεί, χωρίς όμως να αποκτά κυριότητα επ’ αυτών, η οποία παραμένει στον καταπιστεύοντα. Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η ανωτέρω καταπιστευτική σύμβαση έχει «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων», έστω και αν δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση της κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων ή των κεφαλαίων που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης.
25 Τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά τις εκκαλούσες των κύριων δικών, η απόφαση να υπαχθούν οι εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31 της οδηγίας
2015/849 όσον αφορά τις καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτουν αντιβαίνει, μεταξύ άλλων, στην αρχή της αναλογικότητας. Κατά την άποψή τους, οι υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται από τους κανόνες που ήδη εφαρμόζονται στις δραστηριότητες των εταιριών αυτών αρκούν για την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας.
26 Κατά τρίτον, στο μέτρο που, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι προσβάσιμες από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον, οι εκκαλούσες των κύριων δικών αμφισβητούν την υπέρμετρη έκταση του κύκλου των προσώπων στα οποία παρέχεται πρόσβαση και υποστηρίζουν ότι η δυνατότητα άσκησης δικαιώματος για παροχή πρόσβασης, εάν εξαρτώνταν από την ύπαρξη και μόνον ενός μη καθορισμένου «εννόμου συμφέροντος», θα δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή της. Επομένως, η έλλειψη αυστηρότερων προϋποθέσεων για τη νομιμοποίηση της πρόσβασης ιδιωτών στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο δεν συμβιβάζεται, μεταξύ άλλων, με τα θεμελιώδη δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
27 Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την εθνική ρύθμιση με την οποία μεταφέρθηκε το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 στην εσωτερική έννομη τάξη. Οι εκκαλούσες των κύριων δικών, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912), υποστηρίζουν ειδικότερα ότι η εν λόγω εθνική ρύθμιση δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, διότι διευρύνει υπέρμετρα την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
28 Κατά πέμπτον, τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849. Σύμφωνα με την πρώτη περίοδο της εν λόγω διατάξεως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται σε αυτήν, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Επιπλέον, το ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 7α, τρίτη περίοδος, ορίζει ότι εξασφαλίζονται τα δικαιώματα σε διοικητική επανεξέταση της αποφάσεως περί χορήγησης εξαίρεσης και σε αποτελεσματική δικαστική προσφυγή.
29 Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, καίτοι η εθνική ρύθμιση για τη μεταφορά του άρθρου 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849 στην εσωτερική έννομη τάξη προβλέπει προηγούμενη επικοινωνία μεταξύ του οικείου πραγματικού δικαιούχου και του αρμόδιου εμπορικού επιμελητηρίου, το οποίο είναι ο φορέας που καλείται να αποφανθεί επί αιτήματος παροχής πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, η εθνική αυτή ρύθμιση δεν προβλέπει τη δυνατότητα προηγούμενης άσκησης μέσου έννομης προστασίας. Ειδικότερα, η έννομη προστασία του πραγματικού δικαιούχου προβλέπεται μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, μέσω της δυνατότητας προσβολής ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της αποφάσεως με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παροχής πρόσβασης στις εν λόγω πληροφορίες. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η εν λόγω εθνική ρύθμιση διασφαλίζει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του οικείου πραγματικού δικαιούχου.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, στην υπόθεση
C‑684/24, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει το άρθρο 31, παράγραφος 4, της [οδηγίας
2015/849], το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, με τις διατάξεις [των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη] και [του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ], κατά το μέτρο που επιτρέπει την πρόσβαση, σε όλες τις περιπτώσεις, σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο “που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον”, χωρίς να διευκρινίζει ή να οριοθετεί την ίδια την έννοια του “εννόμου συμφέροντος”, ενώ καταλείπει τον ορισμό της έννοιας στην πλήρη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, κατάσταση η οποία ενέχει τον κίνδυνο να διευρυνθεί υπέρμετρα ο κύκλος των προσώπων που έχουν δικαίωμα πρόσβασης, ενδεχομένως εις βάρος των ως άνω θεμελιωδών δικαιωμάτων;
2) Συνάδουν οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 7α, της [οδηγίας
2015/849], σχετικά με το δικαίωμα διοικητικής επανεξέτασης της απόφασης εξαίρεσης (σε εξαιρετικές περιπτώσεις που θα καθοριστούν από το εθνικό δίκαιο) από την πρόσβαση που προβλέπεται [στο ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 4] (πρόσβαση παρεχόμενη, σε κάθε περίπτωση, σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος), λαμβανομένης υπόψη της προστασίας που παρέχει το άρθρο 47 [του Χάρτη] και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, με τα άρθρα 6 και 7 της [υπουργικής απόφασης 55/2022], κατά το μέτρο που οι ως άνω διατάξεις παρέχουν σε διοικητικό μη δικαιοδοτικό όργανο, όπως το τοπικό εμπορικό επιμελητήριο, την εξουσία να γνωμοδοτεί σχετικά με τη γνωστοποίηση δεδομένων, της οποίας τα αποτελέσματα είναι μη αναστρέψιμα, ενώ προβλέπουν μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο δικαίωμα άσκησης ένδικης προσφυγής για τον πραγματικό δικαιούχο;»
31 Στην υπόθεση
C‑685/24, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει ο όρος “istituti giuridici” [(νομικά μορφώματα)], ο οποίος μνημονεύεται στην ιταλική γλωσσική απόδοση του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της [οδηγίας
2015/849], την έννοια ότι παραπέμπει, όπως συνάγεται από τις λοιπές κύριες γλωσσικές αποδόσεις καθώς και από το πλαίσιο και τους σκοπούς της οδηγίας [αυτής], στην ύπαρξη οργανικού συνόλου κανόνων και αρχών που διέπουν ορισμένο κοινωνικό φαινόμενο ή, αντιθέτως, σε συγκεκριμένη και ειδική οικονομική και νομική πράξη ή, ακόμη, σε είδη οικονομικών και νομικών πράξεων, τα οποία εκτιμώνται αναλόγως των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους και τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων (trusts);
2) Έχει το άρθρο 31, παράγραφος 10, της [οδηγίας
2015/849] την έννοια ότι οι κοινοποιήσεις των κρατών μελών και η έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν έχουν δεσμευτική κανονιστική ισχύ, αλλά συνιστούν απλώς πράξεις καθορισμού των νομικών μορφωμάτων τα οποία υφίστανται στις διάφορες έννομες τάξεις και τα οποία θεωρούνται παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, με αποτέλεσμα να εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο και στο Δικαστήριο να διακριβώνουν, σε περίπτωση διαφοράς, κατά πόσον η δομή ή οι λειτουργίες των συγκεκριμένων μορφωμάτων είναι παρεμφερείς εκείνων των εμπιστευμάτων με γνώμονα αποκλειστικώς τις διατάξεις της [ως άνω] οδηγίας, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω πράξεις συμπληρώνουν το δεσμευτικής ισχύος δίκαιο [της Ένωσης];
3) Έχουν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 4, 5 και 12 έως 17, το άρθρο 2, το άρθρο 3, [σημείο] 6, και το άρθρο 31 της οδηγίας [
2015/849] καθώς και οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 5, 16, 17 και 25 έως 34 της οδηγίας [2018/843] την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, και των άρθρων 20, 21 και 22, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει τις καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης στα νομικά μορφώματα τα οποία έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων;
4) Έχουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της [οδηγίας
2015/849], ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και με τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 27 της οδηγίας [2018/843], την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, και των άρθρων 20, 21 και 22 του νομοθετικού διατάγματος 231/2007, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει τις καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης στα νομικά μορφώματα τα οποία έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων, μολονότι η δραστηριότητα των εν λόγω εταιριών υπόκειται σε σειρά υποχρεώσεων, καθώς και στην εποπτεία πλειόνων εθνικών αρχών, και λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που ενδέχεται να ενέχουν οι διενεργούμενες πράξεις;
5) Είναι ανίσχυρες οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της [οδηγίας
2015/849], καθόσον αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 114 και του άρθρου 288, [τρίτο εδάφιο],
ΣΛΕΕ, καθώς και στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας;
6) Έχουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 5 και 12 έως 17 της [οδηγίας
2015/849], καθώς και τα άρθρα 30 και 31 της εν λόγω οδηγίας, οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 5, 16, 17 και 25 έως 34 της [οδηγίας 2018/843], τα άρθρα 6 [έως] 8 και 16 του Χάρτη και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, λαμβανομένης επίσης υπόψη της απόφασης του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912), την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της υπουργικής απόφασης 55/2022, η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στους ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων, οι οποίοι έχουν σχετικό και διακριτικό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος το οποίο αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη περίπτωση, εφόσον αυτοί διαθέτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι ο πραγματικός δικαιούχος δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον νόμιμο δικαιούχο, καθόσον βάσει των συγκεκριμένων διατάξεων απαιτείται επιπλέον το συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου32 Με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 2ας Σεπτεμβρίου 2025, Across Fiduciaria κ.λπ. (
C‑684/24 και
C‑685/24, EU:C:2025:727), απορρίφθηκε το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου για την υπαγωγή των υπό κρίση υποθέσεων στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με την ως άνω διάταξη, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε πάντως ότι οι υποθέσεις αυτές πρέπει να εκδικαστούν κατά προτεραιότητα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 3, του ως άνω Κανονισμού.
Επί του παραδεκτού33 Η Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione θεωρεί ότι τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση
C‑685/24 είναι αλυσιτελή και, ως εκ τούτου, απαράδεκτα. Κατά την άποψή της, το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε τα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την εικαζόμενη νομιμότητα της ιταλικής ρύθμισης η οποία εντάσσει τις καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου στα νομικά μορφώματα που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, παραθέτοντας κανόνες του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, δεν προβλέπουν κάτι τέτοιο.
34 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, κατά το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει «συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα», «το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία» και «έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά των κύριων δικών εθνικής νομοθεσίας».
35 Αφετέρου, η διαδικασία του άρθρου 267
ΣΛΕΕ στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου. Τόσο η διαπίστωση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης όσο και η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Ομοίως, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης, αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι αναγκαία και λυσιτελή (πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2024, Centro di Assistenza Doganale Mellano, C‑503/23, EU:C:2024:933, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε λεπτομερώς τόσο το νομικό και πραγματικό πλαίσιο όσο και τους λόγους που το οδήγησαν να υποβάλει ερωτήματα ως προς το κύρος και την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση. Επιπλέον, το ζήτημα αν οι παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο των ερωτημάτων του είναι εσφαλμένες ή όχι συνιστά ζήτημα που εμπίπτει στο πραγματικό πλαίσιο του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο [απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, Dyrektor Krajowej Informacji Skarbowej (Τρόπος διαχείρισης ενός ΟΣΕ),
C‑18/23, EU:C:2025:119, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
37 Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση
C‑685/24 είναι παραδεκτά.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/2438 Το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑685/24, το οποίο πρέπει να εξεταστεί κατά πρώτον, αφορά, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849 υπό το πρίσμα του άρθρου 114 και του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο,
ΣΛΕΕ, καθώς και της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας. Από τα στοιχεία, πάντως, που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προς στήριξη του συγκεκριμένου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει σαφώς ότι το ερώτημα αυτό αφορά, πιο συγκεκριμένα, την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, καθότι το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην επιχειρηματολογία ορισμένων από τις εκκαλούσες της κύριας δίκης στην υπόθεση
C‑685/24, κατά την οποία οι διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν είναι σαφείς, ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους δεν μπορούν να προβλεφθούν. Μεταξύ άλλων, κατά τις ως άνω εκκαλούσες, η εν λόγω οδηγία χρησιμοποιεί αόριστες νομικές έννοιες, όπως την έννοια του «παρεμφερούς», χωρίς να καθορίζει τα απαιτούμενα αντικειμενικά κοινά κριτήρια.
39 Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι, με το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το άρθρο 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849 παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
40 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει, αφενός, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή τους να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες. Ειδικότερα, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί, μεταξύ άλλων, να παρέχει η επίμαχη ρύθμιση στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, καθώς και να είναι οι ενδιαφερόμενοι σε θέση να γνωρίζουν με βεβαιότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν, συνακόλουθα, τα μέτρα τους [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 158 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
41 Πλην όμως, οι ως άνω απαιτήσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στον νομοθέτη της Ένωσης να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο κανόνα τον οποίο θεσπίζει, αφηρημένες νομικές έννοιες, ούτε ότι επιβάλλεται να αναφέρει ένας τέτοιος αφηρημένος κανόνας τις διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να έχει εφαρμογή, εφόσον όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι αδύνατον να καθοριστούν εκ των προτέρων από τον νομοθέτη [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 159 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
42 Επομένως, δεν είναι απαραίτητο η νομοθετική πράξη να διευκρινίζει η ίδια τεχνικά ζητήματα, δεδομένου ότι ο ενωσιακός νομοθέτης μπορεί κάλλιστα να θέσει ένα γενικό νομικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξειδικευθεί εν συνεχεία [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 160 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
43 Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι μια νομοθετική πράξη παρέχει περιθώριο εκτιμήσεως στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της δεν σημαίνει, αυτό και μόνον, ότι δεν τηρείται η απαίτηση προβλεψιμότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η έκταση και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας αυτής καθορίζονται με επαρκή σαφήνεια, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, ώστε να εξασφαλίζεται προσήκουσα προστασία κατά της αυθαιρεσίας [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 161 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
44 Όσον αφορά το άρθρο 31 της οδηγίας
2015/849, από την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι έχει εφαρμογή «[σ]τα εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, όπως, μεταξύ άλλων, fiducie, ορισμένοι τύποι Treuhand ή fideicomiso, εφόσον αυτά έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων». Το εν λόγω άρθρο 31, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, προσθέτει ότι «[τ]α κράτη μέλη ορίζουν τα χαρακτηριστικά προκειμένου να καθορίζεται σε ποιες περιπτώσεις ορισμένα νομικά μορφώματα έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων έχοντας υπόψιν τα νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιό τους».
45 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας
2015/849, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εμπιστευματοδόχοι ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερή νομικά μορφώματα αναφερόμενα στο ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 1, γνωστοποιούν ορισμένες συγκεκριμένες πληροφορίες, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφος 2.
46 Τέλος, το άρθρο 31, παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849 προβλέπει, αφενός, ότι τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 1, έως τις 10 Ιουλίου 2019. Αφετέρου, κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή δημοσιεύει τον ενοποιημένο κατάλογο των εν λόγω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
47 Όσον αφορά την έννοια των «εμπιστευμάτων» στα οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 31 της οδηγίας
2015/849, επισημαίνεται ότι η οδηγία δεν ορίζει την έννοια αυτή, οι δε γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας παρουσιάζουν ορισμένες διαφορές. Η εν λόγω έννοια επιδέχεται, εντούτοις, αρκούντως σαφή ερμηνεία, δεδομένου ότι στην πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεών της, συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης στην ιταλική γλώσσα, γίνεται ρητή αναφορά στα «trusts». Ο δε όρος «trust» δηλώνει μια νομική έννοια η οποία είναι διαδεδομένη στις χώρες του κοινοδικαίου (common law) και για την οποία υφίσταται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεών του, ακριβής ορισμός στο δημόσιο διεθνές δίκαιο.
48 Το άρθρο 31 της οδηγίας
2015/849 εφαρμόζεται επίσης σε «άλλα […] νομικά μορφώματα», τα οποία στις παραγράφους 2 και 10 του ίδιου άρθρου χαρακτηρίζονται ως «παρεμφερή νομικά μορφώματα». Όπως προκύπτει από το ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, και από την αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2018/843, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν αυτά τα άλλα νομικά μορφώματα που διέπονται από το αντίστοιχο δίκαιό τους.
49 Στο πλαίσιο του προσδιορισμού των εν λόγω άλλων νομικών μορφωμάτων, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από την προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849, κατά την οποία καταλαμβάνονται μόνον τα νομικά μορφώματα που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων». Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον εγγενή σε συγκεκριμένο νομικό μόρφωμα κίνδυνο να χρησιμοποιείται για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Πράγματι, κύριος σκοπός της οδηγίας
2015/849 είναι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τέτοιους σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Steiermärkische Bank und Sparkasse κ.λπ.,
C‑291/24, EU:C:2026:52, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, η νομοθετική τεχνική που επέλεξε ο νομοθέτης της Ένωσης συνάδει με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, καθότι η έκταση και ο τρόπος άσκησης του περιθωρίου εκτιμήσεως που παρέχει η οδηγία
2015/849 στις επιφορτισμένες με την εφαρμογή της αρχές καθορίζονται με επαρκή σαφήνεια.
51 Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2018/843, ακριβώς για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 10, της οδηγίας
2015/849, να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, η δε Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιεύει τον ενοποιημένο κατάλογο των ως άνω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων. Οι απαιτήσεις αυτές αποσκοπούν, συνεπώς, να διασφαλίσουν ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι σε θέση να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως.
52 Επιπλέον, είναι σημαντικό να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι ιδιαιτερότητες του αντικειμένου της ρύθμισης. Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2018/843 μνημονεύει το ευρύ φάσμα των τύπων εμπιστευμάτων που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή στην Ένωση, καθώς και την ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία παρεμφερών νομικών μορφωμάτων. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, σε συνάρτηση με το γενικό πλαίσιο και τις ειδικές περιστάσεις του υπό εναρμόνιση τομέα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114
ΣΛΕΕ, παρέχεται στον νομοθέτη της Ένωσης ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την πλέον ενδεδειγμένη τεχνική προσέγγισης για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ιδίως σε τομείς που χαρακτηρίζονται από σύνθετα τεχνικά ζητήματα (πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑482/17, EU:C:2019:1035, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Κατά τα λοιπά, δεν ασκεί επιρροή το επιχείρημα που προέβαλαν ορισμένες από τις εκκαλούσες της κύριας δίκης στην υπόθεση
C‑685/24 ότι πλείονα κράτη μέλη ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι στην έννομη τάξη τους δεν υπάρχουν νομικά μορφώματα αντίστοιχα των εμπιστευμάτων, καίτοι στις έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών υφίστανται νομικά μορφώματα πανομοιότυπα με την εντολή χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσης ή, εν πάση περιπτώσει, νομικά μορφώματα τα οποία, causa fiduciae, διαχωρίζουν τον πραγματικό δικαιούχο από τον νόμιμο δικαιούχο.
54 Πράγματι, το επιχείρημα αυτό αφορά το ζήτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη τήρησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 10, της οδηγίας
2015/849 και δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμβατό της διατάξεως αυτής προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
55 Ως εκ τούτου, το άρθρο 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849 δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
56 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑685/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος αυτού ουδέν στοιχείο προέκυψε ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
2015/849.
Επί του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/2457 Με τα τέσσερα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση
C‑685/24, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού και κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία οι καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) θεωρούνται ως εμπίπτουσες στα «άλλα […] νομικά μορφώματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
58 Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η γνωστοποίηση στην οποία προβαίνει κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849 δεν έχει δεσμευτική κανονιστική ισχύ ως προς το αν το οικείο νομικό μόρφωμα εμπίπτει στην έννοια αυτή.
59 Πράγματι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2018/843, η γνωστοποίηση αυτή καθώς και η εκ μέρους της Επιτροπής δημοσίευση του ενοποιημένου καταλόγου των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων σκοπό έχουν να διευκολύνουν την ταυτοποίησή τους από τα άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια δικαίου και, ως εκ τούτου, να διασφαλισθεί, όπως προκύπτει από τη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι σε θέση να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν.
60 Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849 έχει εφαρμογή στα «εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, όπως, μεταξύ άλλων, fiducie, ορισμένοι τύποι Treuhand ή fideicomiso, εφόσον αυτά έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων».
61 Δεδομένου ότι η οδηγία
2015/849 δεν ορίζει ούτε την έννοια των «άλλων […] νομικών μορφωμάτων» ούτε εκείνη των «εμπιστευμάτων», με την οποία συνδέεται η πρώτη ως άνω έννοια, προκειμένου να καθοριστεί η σημασία και το περιεχόμενό τους, γνώμονα πρέπει να αποτελεί το συνηθισμένο τους νόημα στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένων συγχρόνως υπόψη τόσο του πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιούνται όσο και των σκοπών της ρύθμισης στην οποία εντάσσονται (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2020, Entoma, C‑526/19, EU:C:2020:769, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά την έννοια των «εμπιστευμάτων», οι γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849 παρουσιάζουν μεν ορισμένες διαφορές, αλλά η πλειονότητα των αποδόσεων αυτών αναφέρει ρητώς τον όρο «trust», ο οποίος δηλώνει μια νομική έννοια διαδεδομένη στις χώρες του κοινοδικαίου. Επιπλέον, ως παραδείγματα για τα «άλλα […] νομικά μορφώματα» στα οποία αναφέρεται στη διάταξη αυτή, μνημονεύονται η «fiducie» καθώς και «ορισμένοι τύποι Treuhand ή fideicomiso».
63 Όσον αφορά την έννοια των «νομικών μορφωμάτων», κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, οι γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως αυτής παρουσιάζουν επίσης ορισμένες διαφορές. Πράγματι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, στην απόδοση της εν λόγω διατάξεως στην ιταλική γλώσσα (istituti giuridici), η ως άνω έννοια μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα τη συστηματική ρύθμιση ορισμένου φαινομένου με νομική σημασία. Αντιθέτως, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις αποδόσεις στη γερμανική (Rechtsvereinbarungen) ή στην αγγλική γλώσσα (legal arrangements) φαίνεται να δίνουν έμφαση στη συμφωνία που διαπραγματεύθηκαν τα εμπλεκόμενα μέρη. Άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως οι αποδόσεις στην ισπανική (instrumentos jurídicos) ή στη γαλλική γλώσσα (constructions juridiques), φαίνεται να παραπέμπουν σε ποικιλόμορφη περιπτωσιολογία.
64 Υπό το πρίσμα των ως άνω αποκλίσεων μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, ο όρος «νομικά μορφώματα» δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά, ήτοι υπό την έννοια ότι προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής ρύθμισης που να διέπει την επίμαχη πράξη, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με το να υπερέχει διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως αυτής έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεών της, όπερ θα προσέκρουε στην ανάγκη για ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2026, Opera Laboratori Fiorentini, C‑313/24, EU:C:2026:91, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτου λεχθέντος, δεδομένου ότι το ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 1, μνημονεύει –στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις– «τύπους» νομικών μορφωμάτων, η έννοια αυτή αφορά νομικές πράξεις οι οποίες μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το καθήκον προσδιορισμού και γνωστοποίησης που υπέχουν τα κράτη μέλη βάσει του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, και παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο.
65 Επιπλέον, η εφαρμογή του άρθρου 31 της οδηγίας
2015/849 σε «άλλα […] νομικά μορφώματα», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 31, παράγραφος 1, προϋποθέτει ότι τα εν λόγω νομικά μορφώματα έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων».
66 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 31 της οδηγίας
2015/849 και τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία, επισημαίνεται ότι το ως άνω άρθρο 31 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο». Συναφώς, οι αιτιολογικές σκέψεις 12 και 14 της εν λόγω οδηγίας υπογραμμίζουν τη σημασία, προκειμένου να διασφαλισθεί ουσιαστική διαφάνεια, του προσδιορισμού της ταυτότητας κάθε φυσικού προσώπου το οποίο κατέχει νομική οντότητα ή ασκεί έλεγχο επ’ αυτής, καθώς και την ανάγκη για ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
67 Ειδικότερα ως προς τους κανόνες που ισχύουν για τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα, από την αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2018/843 προκύπτει ότι η εθνική νομοθεσία που μεταφέρει τους κανόνες αυτούς στην εσωτερική έννομη τάξη θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποτροπή της χρησιμοποίησης εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή συναφή βασικά αδικήματα. Στο πλαίσιο αυτό, στην αιτιολογική σκέψη 28 της ως άνω οδηγίας διευκρινίζεται ότι οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορούν να διαφέρουν βάσει των χαρακτηριστικών του τύπου του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος.
68 Συναφώς, η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, επισήμανε ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας
2015/849, η εισαγωγή της έννοιας των «άλλων […] νομικών μορφωμάτων» καθιστά δυνατό να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της οδηγίας αυτής κατηγορίες πράξεων οι οποίες, ακόμη και αν δεν χαρακτηρίζονται ως «εμπιστεύματα», συνεπάγονται τον διαχωρισμό μεταξύ του πραγματικού δικαιούχου περιουσιακών στοιχείων και του προσώπου στο οποίο έχουν παραχωρηθεί τα περιουσιακά αυτά στοιχεία και το οποίο συνάπτει σχέσεις με τρίτους στο πλαίσιο της διαχείρισής τους, δημιουργώντας ένα «πέπλο» που αποκρύπτει από τους τρίτους τον εν λόγω πραγματικό δικαιούχο ή τις εν λόγω έννομες σχέσεις.
69 Ως εκ τούτου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, κατά τον προσδιορισμό των «άλλων […] νομικών μορφωμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον εγγενή σε συγκεκριμένο νομικό μόρφωμα κίνδυνο να χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
70 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η καταπιστευτική σύμβαση (mandato fiduciario) δεν διέπεται μεν από πλήρες κανονιστικό πλαίσιο, όμως οι κατηγορίες οικονομικών πράξεων που καλύπτονται από τη θέσπιση της καταπιστευτικής πράξης διακρίνονται πλήρως ανάλογα με τη δομή, τη λειτουργία και τα αποτελέσματά τους. Επιπλέον, από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση
C‑685/24 προκύπτει ότι η εν λόγω καταπιστευτική σύμβαση έχει, κατά τα φαινόμενα, διαρθρωτικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά που την καθιστούν παρόμοια με τα εμπιστεύματα. Πρόκειται, ειδικότερα, για μηχανισμό με τον οποίο περιουσιακό στοιχείο τρίτου περιέρχεται στο όνομα άλλου προσώπου, προς τον σκοπό της διοίκησης και διαχείρισής του, και ο οποίος συνεπάγεται τον διαχωρισμό μεταξύ του ασκούντος τη διοίκηση και διαχείριση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου και του προσώπου που του αναθέτει το καθήκον αυτό και προς το συμφέρον του οποίου ασκείται το εν λόγω καθήκον, βάσει καταπιστευτικής σχέσης. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στη δημιουργία «πέπλου» συνεπεία της περιέλευσης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου στο όνομα του καταπιστευτικού διαχειριστή, ο οποίος λειτουργεί ως «προπέτασμα» που καθιστά δυνατή την απόκρυψη της ταυτότητας του καταπιστεύοντος, στοιχείου κρίσιμου υπό το πρίσμα του κύριου σκοπού που επιδιώκει η οδηγία
2015/849.
71 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) ενδέχεται να εμπίπτουν στην έννοια των «άλλων […] νομικών μορφωμάτων» του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
72 Δεν ασκεί επιρροή συναφώς το γεγονός ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η περιέλευση περιουσιακών στοιχείων στο όνομα του καταπιστευτικού διαχειριστή που ορίστηκε δυνάμει της καταπιστευτικής σύμβασης δεν συνοδεύεται από μεταβίβαση κυριότητας. Πράγματι, μια τέτοια μεταβίβαση κυριότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά υποχρεωτική προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό πράξεων ως «άλλων […] νομικών μορφωμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849. Καίτοι η αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2018/843, αναφέρει, στο πλαίσιο αυτό, εν είδει παραδείγματος, τον «διαχωρισμ[ό] ή αποσύνδεσ[η] μεταξύ της νόμιμης και της πραγματικής κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων», εντούτοις δεν ανάγει τη μεταβίβαση κυριότητας σε υποχρεωτική προϋπόθεση.
73 Κατά τα λοιπά, η εκτίμηση που διατυπώνεται στη σκέψη 71 της παρούσας αποφάσεως δεν αναιρείται ούτε από την επιχειρηματολογία που προέβαλαν οι εκκαλούσες στην υπόθεση
C‑685/24, κατά την οποία οι επιμέρους εθνικές ρυθμίσεις που διέπουν τις δραστηριότητες των εταιριών καταπιστευτικής διαχείρισης είναι επαρκείς για την τήρηση των σκοπών της οδηγίας
2015/849. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, όπως εξέθεσε λεπτομερώς το αιτούν δικαστήριο στην απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση
C‑685/24, οι εν λόγω εθνικές ρυθμίσεις επιβάλλουν υποχρεώσεις οι οποίες δεν αντιστοιχούν πλήρως στις επιβαλλόμενες από το άρθρο 31 της ως άνω οδηγίας, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό επιδιώκει ευρύτερους και διαφορετικούς σκοπούς στον τομέα της διαφάνειας και της πρόληψης.
74 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑685/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία οι καταπιστευτικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) θεωρούνται ως εμπίπτουσες στα «άλλα […] νομικά μορφώματα» της διατάξεως αυτής.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑684/2475 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑684/24, το οποίο πρέπει να εξεταστεί κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς το κύρος του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη καθώς και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
76 Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο αναφέρει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι μολονότι, όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα αναγνωρισμένα από την ΕΣΔΑ θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη επιβάλλει να αναγνωρίζεται στα περιεχόμενα στον εν λόγω Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται από την ΕΣΔΑ η ίδια έννοια και η ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση, η ΕΣΔΑ δεν συνιστά εντούτοις, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης. Επομένως, η νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης πρέπει να ελέγχεται μόνον υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, εν προκειμένω υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N., C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψεις 45 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί της πρόσβασης κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος77 Το άρθρο 7 του Χάρτη εγγυάται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του, ενώ το άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη παρέχει ρητώς σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
78 Όπως προκύπτει από το άρθρο 31, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, παράγραφοι 2 και 3α, της οδηγίας
2015/849, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν τη συλλογή και τήρηση ορισμένων συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, η έννοια του «πραγματικού δικαιούχου» ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 6, στοιχεία βʹ και γʹ, της ως άνω οδηγίας.
79 Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι προσβάσιμες σε κάθε περίπτωση από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον. Οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες συνίστανται, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, και τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει.
80 Στο εν λόγω άρθρο 31, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, προβλέπεται περαιτέρω ότι τα κράτη μέλη μπορούν, υπό προϋποθέσεις που θα καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο, να προβλέπουν πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου, οι δε εν λόγω επιπρόσθετες πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες που τηρούνται στο μητρώο σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.
81 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, εφόσον τα δεδομένα τα οποία αφορά το άρθρο 31, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849 περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με φυσικά πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα είναι γνωστή, ήτοι τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, η πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στα εν λόγω δεδομένα θίγει το θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, χωρίς να ασκεί επιρροή, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι τα δεδομένα ενδέχεται να αφορούν επαγγελματικές δραστηριότητες. Επιπλέον, η διάθεση των εν λόγω δεδομένων συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτουσα στο άρθρο 8 του Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
82 Τονίζεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η διάθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτους συνιστά επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης χρήσης των πληροφοριών που γνωστοποιούνται. Συναφώς, ελάχιστη σημασία έχει αν οι σχετικές με την ιδιωτική ζωή γνωστοποιούμενες πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι τυχόν δυσμενείς συνέπειες λόγω της επέμβασης αυτής (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
83 Ως εκ τούτου, η πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, συνιστά επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
Επί της δικαιολόγησης της επίμαχης επέμβασης84 Τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους εντός της κοινωνίας (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
85 Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενό τους. Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται στα εν λόγω δικαιώματα και ελευθερίες μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Συναφώς, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη διευκρινίζει ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, μεταξύ άλλων, να γίνεται «για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο».
– Επί της τήρησης της αρχής της νομιμότητας86 Όσον αφορά την απαίτηση κατά την οποία κάθε περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι η πράξη που επιτρέπει την επέμβαση στα εν λόγω δικαιώματα πρέπει να καθορίζει η ίδια την έκταση του περιορισμού της άσκησης του αντίστοιχου δικαιώματος, διευκρινιζομένου, αφενός, ότι η ως άνω απαίτηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο περιορισμός αυτός να διατυπώνεται με αρκούντως ευρείς όρους ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σε διαφορετικές περιπτώσεις καθώς και στις μεταβολές των καταστάσεων και, αφετέρου, ότι το Δικαστήριο δύναται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να προσδιορίσει μέσω ερμηνείας το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εν λόγω περιορισμού με γνώμονα τόσο τους ίδιους τους όρους της επίμαχης ρύθμισης της Ένωσης όσο και την όλη οικονομία της και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει, όπως έχουν ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
87 Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ο οποίος απορρέει από την πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, προβλέπεται από νομοθετική πράξη της Ένωσης, ήτοι την οδηγία
2015/849. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 31, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, παράγραφος 2, και παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας διευκρινίζει ποιες από τις περιοριστικά απαριθμούμενες πληροφορίες πρέπει να συλλέγονται και σε ποιον βαθμό αυτές είναι προσβάσιμες στα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον.
88 Ασφαλώς, το άρθρο 31, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για την παροχή είτε πρόσβασης σε επιπρόσθετες πληροφορίες, οι οποίες καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου και περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας, είτε ευρύτερης πρόσβασης στις πληροφορίες που τηρούνται στο μητρώο. Εντούτοις, το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως οριοθετείται από την απαίτηση κατά την οποία οι προϋποθέσεις της ως άνω πρόσβασης σε επιπρόσθετες πληροφορίες πρέπει να «καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο», η δε ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες που τηρούνται στο μητρώο πρέπει να παρέχεται «σύμφωνα με το εθνικό [...] δίκαιο».
89 Αφετέρου, το άρθρο 31 της ίδιας οδηγίας ορίζει, στην παράγραφο 7α, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις από την προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, πρόσβαση σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος.
90 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει τηρηθεί η αρχή της νομιμότητας.
– Επί του σεβασμού του βασικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη91 Όσον αφορά τον σεβασμό του βασικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, επισημαίνεται ότι οι πληροφορίες τις οποίες αναφέρει ρητώς το άρθρο 31, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849 μπορούν να καταταγούν σε δύο διακριτές κατηγορίες δεδομένων, εκ των οποίων η πρώτη περιλαμβάνει δεδομένα σχετικά με την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου (όνομα, μήνα και έτος γέννησης, χώρα διαμονής και υπηκοότητα) και η δεύτερη περιλαμβάνει δεδομένα οικονομικής φύσεως (είδος και έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει ο πραγματικός δικαιούχος) (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 50).
92 Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 31, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας
2015/849 επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες, γεγονός παραμένει ότι, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 31, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, μόνον «επαρκείς» πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους και τα δικαιώματα που αυτοί κατέχουν μπορούν να αποκτώνται, να τηρούνται και, ως εκ τούτου, να καθίστανται δυνητικά προσβάσιμες, όπερ αποκλείει ιδίως τις πληροφορίες που δεν συνδέονται προσηκόντως με τους σκοπούς της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 51).
93 Δεν προκύπτει, όμως, ότι η διάθεση πληροφοριών που έχουν τέτοια προσήκουσα σύνδεση θα έθιγε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 52).
94 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται επίσης ότι κάθε συλλογή, τήρηση και διάθεση πληροφοριών βάσει της οδηγίας
2015/849 πρέπει να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις που απορρέουν από τον κανονισμό
(ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας
95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 53).
95 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επέμβαση που συνεπάγεται η πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, σέβεται το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 54).
– Επί του σκοπού γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση96 Η οδηγία
2015/849 αποσκοπεί, κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου της 1, παράγραφος 1, στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2018/843 διευκρινίζει ότι η επιδίωξη του σκοπού αυτού μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν το περιβάλλον είναι εχθρικό για τους εγκληματίες και ότι η ενίσχυση της συνολικής διαφάνειας του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος της Ένωσης θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 55).
97 Όσον αφορά, ειδικότερα, τον σκοπό που επιδιώκεται με την πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρόμοιου νομικού μορφώματος, η οποία θεσπίστηκε με την οδηγία 2018/843, από τις αιτιολογικές σκέψεις 29 και 30 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα συνέβαλε στην καταπολέμηση της κατάχρησης των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
98 Στο πλαίσιο αυτό, στην αιτιολογική σκέψη 30 της εν λόγω οδηγίας αναφέρεται ότι η ως άνω δημόσια πρόσβαση επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο των πληροφοριών από την κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένου του Τύπου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, και συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στην ακεραιότητα των επιχειρηματικών συναλλαγών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2018/843 διευκρινίζεται ότι η εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές από τους επενδυτές και το ευρύ κοινό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη ακριβούς καθεστώτος γνωστοποίησης που παρέχει διαφάνεια όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο και τις δομές ελέγχου των εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και ορισμένων τύπων εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων.
99 Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης, προβλέποντας την πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, αποσκοπεί στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δημιουργώντας, μέσω ενισχυμένης διαφάνειας, ένα περιβάλλον που είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς αυτούς (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 58).
100 Ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρές επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
– Επί του κατάλληλου, αναγκαίου και αναλογικού χαρακτήρα της επίμαχης επέμβασης101 Κατά πάγια νομολογία, η αναλογικότητα μέτρων τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη επιτάσσει την τήρηση των απαιτήσεων της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας καθώς και της απαίτησης που αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
102 Ειδικότερα, οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί της προστασίας αυτής δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές. Επιπλέον, δεν μπορεί να επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο σκοπός αυτός πρέπει να συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα που αφορά το μέτρο, μέσω ισόρροπης στάθμισης μεταξύ, αφενός, του σκοπού γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, των εν λόγω δικαιωμάτων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δυσχέρειες που προκαλούνται από το μέτρο αυτό δεν είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Επομένως, κατά την εκτίμηση της δυνατότητας δικαιολόγησης ενός περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επέμβασης την οποία συνεπάγεται ο περιορισμός και να ελέγχεται αν η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον εν λόγω περιορισμό τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της επέμβασης (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
103 Εξάλλου, για να πληροί την απαίτηση περί αναλογικότητας, η ρύθμιση η οποία συνεπάγεται την επίμαχη επέμβαση πρέπει επίσης να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν το περιεχόμενο και την εφαρμογή των προβλεπόμενων από αυτήν μέτρων και να επιβάλλουν ελάχιστες απαιτήσεις, ούτως ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων να διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων τους από κινδύνους κατάχρησης. Η ρύθμιση αυτή πρέπει, ειδικότερα, να ορίζει υπό ποιες περιστάσεις και υπό ποιους όρους μπορεί να ληφθεί μέτρο το οποίο προβλέπει την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η επέμβαση θα περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο βαθμό. Η ανάγκη να παρέχονται τέτοιες εγγυήσεις είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα καθίστανται προσβάσιμα στο ευρύτερο κοινό, και επομένως σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό ατόμων, και δύνανται να οδηγήσουν στην αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με τα υποκείμενα των δεδομένων (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
104 Σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, πρέπει να εξακριβωθεί, πρώτον, αν η πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος, δεύτερον, αν η απορρέουσα από την πρόσβαση αυτή επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο, υπό την έννοια ότι ο σκοπός δεν θα μπορούσε ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, και, τρίτον, αν η επέμβαση δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον ως άνω σκοπό, εκτίμηση η οποία απαιτεί ιδίως να γίνει στάθμιση μεταξύ της σημασίας του σκοπού και της σοβαρότητας της επέμβασης (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 66).
105 Πρώτον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι ικανή να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που επισημάνθηκε στη σκέψη 99 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, διότι η καθιέρωση της πρόσβασης αυτής και η συνακόλουθη αυξημένη διαφάνεια συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθεί για τέτοιους σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 67).
106 Δεύτερον, ρύθμιση όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, κατά την οποία η πρόσβαση σε πληροφορίες παρέχεται στα μέλη του κοινού που μπορούν να δικαιολογήσουν έννομο συμφέρον, είναι, κατ’ αρχήν, ικανή να περιορίσει στο απολύτως αναγκαίο την επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
107 Αντιθέτως, οποιοσδήποτε περιορισμός της πρόσβασης μόνον στις αρμόδιες αρχές και στις υπόχρεες οντότητες που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας
2015/849 θα αποτελούσε οπωσδήποτε εμπόδιο για την επίτευξη του σκοπού της πρόληψης, μέσω αυξημένης διαφάνειας, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
108 Τρίτον, όσον αφορά το κατά πόσον η επίμαχη επέμβαση δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον ως άνω σκοπό, αφενός, υπογραμμίζεται η σημασία του σκοπού αυτού ο οποίος, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 100 της παρούσας αποφάσεως, είναι ικανός να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρές επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
109 Αφετέρου, όσον αφορά τη σοβαρότητα της επέμβασης, είναι αληθές ότι οι πληροφορίες που καθίστανται διαθέσιμες, οι οποίες αφορούν την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου καθώς και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει, ενδέχεται να καταστήσουν δυνατή τη διαμόρφωση ενός προφίλ σχετικού με ορισμένα προσωπικά δεδομένα ταυτοποίησης και την οικονομική κατάσταση του ενδιαφερομένου.
110 Με την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψεις 41 έως 44), το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρόσβαση οποιουδήποτε μέλους του ευρύτερου κοινού, και επομένως δυνητικά απεριόριστου αριθμού προσώπων, στις πληροφορίες αυτές συνιστά σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
111 Εντούτοις, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, σε σύγκριση με ένα τέτοιο καθεστώς, καθεστώς το οποίο προβλέπει, πέραν της πρόσβασης των αρμόδιων αρχών και ορισμένων οντοτήτων, την πρόσβαση κάθε προσώπου ή οργανισμού που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον σαφώς συνιστά λιγότερη σοβαρή επέμβαση στα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 85).
112 Πρέπει να προστεθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε ρητώς υπόψη, στο άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, διάφορους κινδύνους στους οποίους θα μπορούσε να εκτεθεί ο πραγματικός δικαιούχος και επέτρεψε στα κράτη μέλη να προβλέψουν εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών που τον αφορούν. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφοι 4α και 5, της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να υπαγάγουν τη διάθεση των σχετικών πληροφοριών στην προϋπόθεση ηλεκτρονικής εγγραφής, πρέπει δε να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που τηρούνται είναι επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες.
113 Εξάλλου, όσον αφορά τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ούτε διευκρίνισε ούτε οριοθέτησε την έννοια του «εννόμου συμφέροντος» και κατέλιπε στα κράτη μέλη τη μέριμνα να ορίσουν την έννοια αυτή, επισημαίνεται, όπως ανέφερε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 64 έως 67 των προτάσεών του, ότι η όλη οικονομία και οι σκοποί της οδηγίας
2015/849 καθιστούν δυνατή την οριοθέτηση του περιεχομένου του «εννόμου συμφέροντος» υπό την έννοια ότι, όταν ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, πρέπει να αποδείξει το έννομο συμφέρον του όσον αφορά τον σκοπό της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
114 Πράγματι, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας
2015/849, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι παρέχεται πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο σε πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και συναφή βασικά αδικήματα, όπως η διαφθορά, τα φορολογικά εγκλήματα και η απάτη.
115 Επιπλέον, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2018/843, τόσο ο Τύπος όσο και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδέονται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχουν έννομο συμφέρον να αποκτούν πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους. Το ίδιο ισχύει και για τα –επίσης μνημονευόμενα στην ως άνω αιτιολογική σκέψη– πρόσωπα τα οποία επιθυμούν να γνωρίζουν την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων διότι ενδέχεται να συνάψουν συναλλαγές με αυτές ή, ακόμη, για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αρχές που εμπλέκονται στην καταπολέμηση αδικημάτων σχετικών με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, στο μέτρο που οι τελευταίες αυτές οντότητες δεν έχουν ήδη πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας
2015/849 (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers,
C‑37/20 και
C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 74).
116 Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 42 της οδηγίας 2018/843 προκύπτει ότι ο ορισμός της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος» στο δίκαιο των κρατών μελών δεν πρέπει να περιορίζεται σε υποθέσεις εκκρεμών διοικητικών ή νομικών διαδικασιών και ότι θα πρέπει να επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προληπτική δράση στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και των συναφών βασικών αδικημάτων που αναλαμβάνεται από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ερευνητές δημοσιογράφους, κατά περίπτωση.
117 Υπό τις συνθήκες αυτές, το περιεχόμενο της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος», κατά το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, όπως διευκρινίστηκε υπό το πρίσμα του γράμματος, της οικονομίας και των σκοπών της επίμαχης ρύθμισης, ανταποκρίνεται στην απαίτηση για σαφήνεια και ακρίβεια που υπομνήσθηκε στη σκέψη 103 της παρούσας αποφάσεως.
118 Ως εκ τούτου, η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη συνεπεία της πρόσβασης κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.
119 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση
C‑684/24 ουδέν στοιχείο προέκυψε ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849.
Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/24120 Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑685/24, το οποίο πρέπει να εξεταστεί κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, οι οποίοι δικαιολογούν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, εφόσον η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη κατάσταση και οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν αποδείξεις ότι ο πραγματικός δικαιούχος δεν συμπίπτει με τον από νομικής άποψης κύριο, βάσει δε της συγκεκριμένης εθνικής ρύθμισης απαιτείται επιπλέον το συμφέρον αυτό να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον προσώπων που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία.
121 Το προδικαστικό αυτό ερώτημα αφορά κατ’ ουσίαν τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το συμβατό της ιταλικής ρύθμισης περί μεταφοράς του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 στην εσωτερική έννομη τάξη με το δίκαιο της Ένωσης, αμφιβολίες που σχετίζονται με το επιχείρημα ότι η ρύθμιση αυτή διευρύνει υπέρμετρα την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
122 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον καθορισμό μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο προσαρμοσμένων στις διάφορες περιπτώσεις που μπορεί να ανακύψουν (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008, Promusicae, C‑275/06, EU:C:2008:54, σκέψη 67).
123 Τούτου δοθέντος, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία αυτή, αλλά και να μεριμνούν ώστε η ερμηνεία της οδηγίας στην οποία στηρίζονται να μη συγκρούεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης ή με τις λοιπές γενικές αρχές που αναγνωρίζει η εν λόγω έννομη τάξη (πρβλ. αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 2008, Promusicae, C‑275/06, EU:C:2008:54, σκέψη 68, και της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C‑817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
124 Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ερμηνεύουν την έννοια του «εννόμου συμφέροντος» κατά τρόπο που να διασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία
2015/849, αφενός, και των δικαιωμάτων που προστατεύονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφετέρου. Επομένως, οι αρχές αυτές δεν μπορούν ούτε να αρνούνται συστηματικά την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ούτε, αντιστρόφως, να αποδέχονται σε κάθε περίπτωση τα αιτήματα παροχής πρόσβασης.
125 Εν προκειμένω, επισημαίνεται, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, ότι, με την εθνική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο του έκτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση
C‑685/24, ο Ιταλός νομοθέτης όρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ιδιώτες μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, διευκρινίζοντας την έννοια του «εννόμου συμφέροντος» και, συγχρόνως, καταλείποντας διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές που καλούνται να την εφαρμόσουν σε συγκεκριμένη περίπτωση.
126 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, διευκρίνισε, αφενός, ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση απαιτεί τόσο την ύπαρξη σχετικού και διακριτού εννόμου συμφέροντος όσο και την αναγκαιότητα της πρόσβασης για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη κατάσταση. Το δικαστήριο αυτό επισήμανε, αφετέρου, ότι η περιλαμβανόμενη στη ρύθμιση αυτή αναφορά στον «διακριτό» χαρακτήρα του εν λόγω συμφέροντος πρέπει να νοηθεί ως αναφορά στους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία
2015/849.
127 Κατά τα λοιπά, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 70 των προτάσεών του, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να ερμηνεύουν την έννοια του «εννόμου συμφέροντος» κατά τρόπο που να διασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, αφενός, και των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφετέρου.
128 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο και υπό την επιφύλαξη των τελικών εκτιμήσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, ότι ο Ιταλός νομοθέτης υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διέθετε στο πλαίσιο της μεταφοράς του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 στην εσωτερική έννομη τάξη.
129 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑685/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, οι οποίοι δικαιολογούν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, εφόσον είναι αναγκαία η γνώση του πραγματικού δικαιούχου για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη κατάσταση και οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν αποδείξεις ότι ο πραγματικός δικαιούχος δεν συμπίπτει με τον από νομικής άποψης κύριο, βάσει δε της εθνικής αυτής ρύθμισης, απαιτείται επιπλέον το έννομο συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον προσώπων που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑684/24130 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑684/24, το οποίο πρέπει να εξεταστεί κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει σε διοικητικό όργανο χωρίς δικαιοδοτική αρμοδιότητα την εξουσία να χορηγεί εξαίρεση από την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, δυνάμει του ως άνω άρθρου 31, παράγραφος 7α, και η οποία δεν προβλέπει ότι, όταν δεν χορηγείται εξαίρεση κατά τα ανωτέρω, ο οικείος πραγματικός δικαιούχος δύναται να τύχει προσωρινής έννομης προστασίας.
131 Από το άρθρο 31, παράγραφος 7α, πρώτη περίοδος, της οδηγίας
2015/849 προκύπτει ότι σε εξαιρετικές περιστάσεις που καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, όταν η πρόσβαση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε έναν ή περισσότερους από τους κινδύνους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή ή όταν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή άλλως νομικά ανίκανος, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών αυτών. Η δεύτερη και η τρίτη περίοδος του άρθρου 31, παράγραφος 7α, προβλέπουν, επιπλέον, ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εξαιρέσεις αυτές χορηγούνται κατόπιν λεπτομερούς αξιολόγησης της εξαιρετικής φύσεως των περιστάσεων και ότι διασφαλίζονται το δικαίωμα σε διοικητική επανεξέταση της αποφάσεως εξαίρεσης καθώς και το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προσφυγή.
132 Επομένως, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα να παρέχεται σε διοικητικό όργανο χωρίς δικαιοδοτική αρμοδιότητα η εξουσία να χορηγεί εξαιρέσεις από την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
133 Εντούτοις, κατά την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 31, παράγραφος 7α, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το άρθρο 47 του Χάρτη, που απαιτεί να υπόκειται η απόφαση διοικητικής αρχής η οποία, αυτή καθεαυτήν, δεν πληροί τις προϋποθέσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο, σε μεταγενέστερο έλεγχο από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να εξετάσει όλα τα κρίσιμα ζητήματα (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund,
C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 55, και της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság, C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
134 Εξάλλου, ο εθνικός δικαστής ο οποίος έχει επιληφθεί διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να μπορεί να διατάξει προσωρινά μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη και την έκταση των δικαιωμάτων των οποίων γίνεται επίκληση βάσει του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame κ.λπ., C‑213/89, EU:C:1990:257, σκέψη 21, της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet, C‑432/05, EU:C:2007:163, σκέψη 67, και της 2ας Ιουνίου 2022, Skeyes, C‑353/20, EU:C:2022:423, σκέψη 53).
135 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση
C‑684/24 προκύπτει ότι, δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, οι αποφάσεις περί χορήγησης εξαίρεσης λαμβάνονται από το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο, συνεπώς από μη δικαιοδοτικό όργανο, πλην όμως οι αποφάσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μεταγενέστερου ελέγχου από δικαιοδοτικό όργανο. Απεναντίας, σε αντίθεση με την απαίτηση που απορρέει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο δεν έχει την εξουσία να διατάσσει προσωρινά μέτρα στο πλαίσιο του μεταγενέστερου αυτού ελέγχου. Επομένως, επί του τελευταίου αυτού σημείου, το άρθρο 31, παράγραφος 7α, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, αντιτίθεται σε μια τέτοια ρύθμιση.
136 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση
C‑684/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει σε διοικητικό όργανο χωρίς δικαιοδοτική αρμοδιότητα την εξουσία να χορηγεί εξαίρεση από την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, δυνάμει του ως άνω άρθρου 31, παράγραφος 7α. Απεναντίας, η διάταξη αυτή αντιτίθεται σε μια τέτοια εθνική ρύθμιση στον βαθμό που δεν προβλέπεται σε αυτήν ότι, όταν δεν χορηγείται η εν λόγω εξαίρεση, ο οικείος πραγματικός δικαιούχος δύναται να τύχει προσωρινής έννομης προστασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων137 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Από την εξέταση του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση
C‑685/24 ουδέν στοιχείο προέκυψε ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας
(ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας
2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία
(ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018.
2) Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας
2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις καταπιστευτικής διαχείρισης που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) θεωρούνται ως εμπίπτουσες στα «άλλα […] νομικά μορφώματα» της εν λόγω διατάξεως.
3) Από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση
C‑684/24 ουδέν στοιχείο προέκυψε ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843.
4) Το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας
2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, οι οποίοι δικαιολογούν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, εφόσον η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη κατάσταση και οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν αποδείξεις ότι ο πραγματικός δικαιούχος δεν συμπίπτει με τον από νομικής άποψης κύριο, η δε εθνική αυτή ρύθμιση απαιτεί επιπλέον το έννομο συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον προσώπων που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία.
5) Το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας
2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του
Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει σε διοικητικό όργανο χωρίς δικαιοδοτική αρμοδιότητα την εξουσία να χορηγεί εξαίρεση από την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, βάσει του ως άνω άρθρου 31, παράγραφος 7α. Απεναντίας, η διάταξη αυτή αντιτίθεται σε μια τέτοια εθνική ρύθμιση στον βαθμό που δεν προβλέπεται σε αυτήν ότι, όταν δεν χορηγείται η εν λόγω εξαίρεση, ο οικείος πραγματικός δικαιούχος δύναται να τύχει προσωρινής έννομης προστασίας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.