TAXHEAVEN

Η πιο αξιόπιστη πηγή φορολογικής ενημέρωσης

Υπόθεση C‑291/24

Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - Οδηγία (ΕE) 2015/849 - Κυρώσεις - Άρθρο 58 - Ευθύνη των νομικών προσώπων - Άρθρο 59 - Καταλογισμός σε νομικό πρόσωπο παραβάσεως των υποχρεώσεών του διαπραχθείσας από φυσικά πρόσωπα - Προϋποθέσεις - Άρθρο 60

Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2026

Κατηγορία: Εταιρικό Δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

Αφορά: Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - Οδηγία (ΕE) 2015/849 - Κυρώσεις - Ευθύνη των νομικών προσώπων - Καταλογισμός σε νομικό πρόσωπο παραβάσεως των υποχρεώσεών του διαπραχθείσας από φυσικά πρόσωπα - Προϋποθέσεις

Πηγή: https://tax2.taxheaven.gr/circulars/51977/ypooesh-c291-24


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 29ης Ιανουαρίου 2026  

« Προδικαστική παραπομπή – Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας – Οδηγία (ΕE) 2015/849 – Κυρώσεις – Άρθρο 58 – Ευθύνη των νομικών προσώπων – Άρθρο 59 – Καταλογισμός σε νομικό πρόσωπο παραβάσεως των υποχρεώσεών του διαπραχθείσας από φυσικά πρόσωπα – Προϋποθέσεις – Άρθρο 60 »

Στην υπόθεση C‑291/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Απριλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Steiermärkische Bank und Sparkassen AG,

KL,

TR

κατά

Österreichische Finanzmarktaufsichtsbehörde (FMA)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, M. Condinanzi (εισηγητή) και N. Jääskinen, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta

γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Απριλίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι Steiermärkische Bank und Sparkassen AG, KL και TR, εκπροσωπούμενοι από τους S. Ficulovič και B. Fletzberger, Rechtsanwälte,

–        η Österreichische Finanzmarktaufsichtsbehörde (FMA), εκπροσωπούμενη από τους D. Wagner και P. Wanek,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. J. Möller,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Manzaneque Valverde και τον G. von Rintelen,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 58, παράγραφοι 1 έως 3, του άρθρου 59, παράγραφος 1, και του άρθρου 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018 (ΕΕ 2018, L 156, σ. 43) (στο εξής: οδηγία 2015/849).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Steiermärkische Bank und Sparkassen AG, KL και TR και, αφετέρου, της Österreichische Finanzmarktaufsichtsbehörde (FMA) [Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (FMA), Αυστρία] σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως με την οποία η FMA επέβαλε κύρωση διοικητικού ποινικού δικαίου στη Steiermärkische Bank und Sparkassen.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2015/849

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 59 της οδηγίας 2015/849 έχουν ως εξής:

«(1)      Ροές παράνομου χρήματος μπορούν να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη. Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και το οργανωμένο έγκλημα παραμένουν σημαντικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο επίπεδο της Ένωσης. Εκτός από την περαιτέρω ανάπτυξη της προσέγγισης του ποινικού δικαίου σε επίπεδο ΕΕ, η στοχοθετημένη και αναλογική πρόληψη της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας είναι απαραίτητη, μπορεί δε να έχει συμπληρωματικά αποτελέσματα.

[...]

(59)      Η σημασία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να οδηγήσει τα κράτη μέλη στη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων και διοικητικών μέτρων στην εθνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις αδυναμίας τήρησης των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας. [...]»

4        Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας απαγορεύονται.»

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις ακόλουθες υπόχρεες οντότητες:

1)      στα πιστωτικά ιδρύματα·

2)      στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς·

3)      στα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων:

[...]»

6        Το άρθρο 5 της οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, εντός των ορίων της νομοθεσίας της Ένωσης.»

7        Το κεφάλαιο VI της οδηγίας 2015/849, το οποίο επιγράφεται «Πολιτικές, διαδικασίες και εποπτεία», περιέχει το τμήμα 4 με τίτλο «Κυρώσεις» το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 58 έως 62 της οδηγίας. Το άρθρο 58 προβλέπει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να υπέχουν ευθύνη για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 59 έως 61. Οι τυχόν σχετικές κυρώσεις ή μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2.      Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα και διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις και μέτρα σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την παρούσα οδηγία στο εθνικό δίκαιο και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μη θεσπίσουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα για παραβάσεις που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις στο εθνικό τους δίκαιο. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις σχετικές διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές τους εντοπίζουν παραβάσεις που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις, ενημερώνουν εγκαίρως τις αρχές επιβολής του νόμου.

3.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όπου νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη για παραβάσεις εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία, μπορούν να επιβάλλονται κυρώσεις και μέτρα στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση.»

8        Το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το παρόν άρθρο εφαρμόζεται τουλάχιστον σε περιπτώσεις σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια– των υπόχρεων οντοτήτων να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις που ορίζονται:

α)      στα άρθρα 10 έως 24 (δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη)·

β)      στα άρθρα 33, 34 και 35 (αναφορά ύποπτων συναλλαγών)·

γ)      στο άρθρο 40 (τήρηση αρχείων)· και

δ)      στα άρθρα 45 και 46 (εσωτερικοί έλεγχοι).

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, οι διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)      δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

β)      εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει·

γ)      όταν υπόχρεη οντότητα υπόκειται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας, ανάκληση ή αναστολή της άδειας·

δ)      προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπα που ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα, ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται υπαίτιο για την παράβαση, της άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε υπόχρεες οντότητες·

ε)      ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται, κατ’ ελάχιστον, είτε στο διπλάσιο του ποσού του κέρδους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί, είτε σε 1 000 000 [ευρώ].

3.      Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχείο ε), όταν η υπόχρεη οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός, μπορούν να εφαρμοστούν επίσης οι ακόλουθες κυρώσεις:

α)      σε περιπτώσεις νομικών προσώπων, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις τουλάχιστον 5 000 000 [ευρώ] ή 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό όργανο [...]·

β)      σε περιπτώσεις φυσικών προσώπων, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις τουλάχιστον 5 000 000 [ευρώ] ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα κατά την 25η Ιουνίου 2015.

4.      Τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν επιπρόσθετα είδη διοικητικών κυρώσεων, πέραν όσων αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως δ) ή να επιβάλλουν διοικητικές χρηματικές κυρώσεις ανώτερες αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) και στην παράγραφο 3.»

9        Το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας έχει ως εξής:

«5.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα δύνανται να υπέχουν ευθύνη για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 και οι οποίες διαπράττονται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτού, βάσει οποιουδήποτε από τα εξής:

α)      εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου·

β)      εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου· ή

γ)      εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.

6.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι νομικά πρόσωπα είναι δυνατό να θεωρηθούν υπεύθυνα και στην περίπτωση που η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου, από πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, κατέστησε δυνατή τη διάπραξη μιας από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 επ’ ωφελεία νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του.»

 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679

10      Το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Κάθε αρχή ελέγχου διαθέτει όλες τις ακόλουθες διορθωτικές εξουσίες:

[...]

θ)      να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του άρθρου 83, επιπλέον ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης,

[...]».

11      Το άρθρο 83, παράγραφοι 1 έως 6, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε εποπτική αρχή μεριμνά ώστε η επιβολή διοικητικών προστίμων σύμφωνα με το παρόν άρθρο έναντι παραβάσεων του παρόντος κανονισμού που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 να είναι για κάθε μεμονωμένη περίπτωση αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική.

2.      Τα διοικητικά πρόστιμα, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, επιβάλλονται επιπρόσθετα ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) και στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο ι). Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου, καθώς και σχετικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου για κάθε μεμονωμένη περίπτωση, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα:

[...]

3.      Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία, για τις ίδιες ή για συνδεδεμένες πράξεις επεξεργασίας, παραβιάζει [εκ προθέσεως ή εξ αμελείας] αρκετές διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το συνολικό ύψος του διοικητικού προστίμου δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται για τη βαρύτερη παράβαση.

4.      Παραβάσεις των ακόλουθων διατάξεων επισύρουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2, διοικητικά πρόστιμα έως 10 000 000 [ευρώ] ή, σε περίπτωση επιχειρήσεων, έως το 2 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο:

[...]

5.      Παραβάσεις των ακόλουθων διατάξεων επισύρουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2, διοικητικά πρόστιμα έως 20 000 000 [ευρώ] ή, σε περίπτωση επιχειρήσεων, έως το 4 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο:

[...]

6.      Η μη συμμόρφωση προς εντολή της εποπτικής αρχής όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 επισύρει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, διοικητικά πρόστιμα έως 20 000 000 [ευρώ] ή, σε περίπτωση επιχειρήσεων, έως το 4 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο.»

 Το αυστριακό δίκαιο

12      Το άρθρο 34 του Finanzmarkt-Geldwäschegesetz (νόμου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στη χρηματοπιστωτική αγορά) της 26ης Ιουλίου 2017, (BGBl. I, αριθ. 118/2016), όπως ίσχυε στις 28 Μαΐου 2021 (BGBl. I, αριθ. 17/2018) (στο εξής: νόμος FM‑GwG), προβλέπει τα εξής:

«(1)      Κάθε πρόσωπο το οποίο, ως υπεύθυνος [άρθρο 9 του Verwaltungsstrafgesetz (νόμου περί διοικητικών κυρώσεων, στο εξής: νόμος περί διοικητικών κυρώσεων)] υπόχρεης οντότητας, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται

[...]

2.      στα άρθρα 5 έως 12 (δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη) [...]·

[...]

8.      στο άρθρο 23, παράγραφοι 1 έως 3 ή 6 (εσωτερική οργάνωση)·

[...]

διαπράττει διοικητική παράβαση και η FMA του επιβάλλει πρόστιμο ύψους έως 150 000 ευρώ.

(2)      Σε περιπτώσεις σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια– των υποχρεώσεων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, στοιχείο 2, […], το ύψος του προστίμου μπορεί να ανέρχεται ως τα 5 000 000 ευρώ ή έως το διπλάσιο του ποσού του κέρδους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί.

(3)      Όποιος ως υπεύθυνος (άρθρο 9 του νόμου περί διοικητικών κυρώσεων) υπόχρεης οντότητας

1.      δεν παρέχει κατ’ επανάληψη ή συστηματικά τα απαιτούμενα στοιχεία του πληρωτή ή του δικαιούχου πληρωμής κατά παράβαση των άρθρων 4 έως 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ 2015, L 141, σ. 1)]·

2.      δεν διασφαλίζει την τήρηση αρχείων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού [2015/847] και τούτο συνιστά επαναλαμβανόμενη, συστηματική και σοβαρή παράβαση·

3.      παραλείπει να θεσπίσει αποτελεσματικές διαδικασίες βάσει κινδύνου κατά παράβαση του άρθρου 8 ή του άρθρου 12 του κανονισμού [2015/847] ή

4.      διαπράττει, όταν η υπόχρεη οντότητα είναι ενδιάμεσος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, σοβαρή παράβαση του άρθρου 11 ή του άρθρου 12 του κανονισμού [2015/847],

διαπράττει διοικητική παράβαση η οποία επισύρει την επιβολή από την FMA προστίμου έως 5 000 000 ευρώ ή έως το διπλάσιο του οφέλους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί.

[...]»

13      Το άρθρο 35 του νόμου FM‑GwG ορίζει τα εξής:

«(1)      Η FMA μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα σε νομικά πρόσωπα σε περίπτωση παράβασης υποχρέωσης προβλεπόμενης στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 έως 3 που διαπράχθηκε για λογαριασμό τους από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτού, βάσει οποιουδήποτε από τα εξής:

1.      εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου·

2.      εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου ή

3.      εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.

(2)      Τα νομικά πρόσωπα είναι επίσης δυνατό να θεωρηθούν υπεύθυνα για παραβάσεις υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 έως 3, στην περίπτωση που η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου, από πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατέστησε δυνατή τη διάπραξη μιας από τις παραβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 έως 3, επ’ ωφελεία νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του.

[...]»

14      Το άρθρο 36 του νόμου αυτού έχει ως εξής:

«Για τις διοικητικές παραβάσεις που προβλέπονται στον παρόντα ομοσπονδιακό νόμο ισχύει τριετής προθεσμία παραγραφής αντί της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων (άρθρο 31, παράγραφος 1, του νόμου περί διοικητικών κυρώσεων). Η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων (άρθρο 31, παράγραφος 2, του νόμου περί διοικητικών κυρώσεων) είναι στις περιπτώσεις αυτές πενταετής.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15      Με απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, η FMA επέβαλε κύρωση στη Steiermärkische Bank und Sparkassen, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 35, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου FM‑GwG, λόγω παράβασης των υποχρεώσεων επιμέλειας που υπείχε η δεύτερη σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

16      Επιληφθέν προσφυγής κατά της ως άνω απόφασης, το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, χαρακτηρίζει την κύρωση αυτή ως κύρωση «διοικητικού ποινικού δικαίου» και διευκρινίζει ότι η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων ήταν ξένη προς το αυστριακό «διοικητικό ποινικό δίκαιο». Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου FM‑GwG, το οποίο κατ’ ουσίαν μετέφερε στο αυστριακό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 59 και του άρθρου 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2015/849, αποτελεί μια από τις πρώτες διατάξεις με τις οποίες θεσπίσθηκε στο αυστριακό δίκαιο η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων.

17      Ωστόσο, το εν λόγω άρθρο 35, παράγραφος 1, εισήγαγε, ως πρόσθετη προϋπόθεση για την επιβολή κυρώσεων σε νομικό πρόσωπο, ότι «η παράβαση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 έως 3» έχει διαπραχθεί από φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του νομικού προσώπου.

18      Οι KL και TR είναι τα δύο φυσικά πρόσωπα των οποίων οι πράξεις καταλογίζονται στη Steiermärkische Bank und Sparkassen. Είναι επίσης διάδικοι, με την ιδιότητα των φερόμενων ως παραβατών, στη διαδικασία της κύριας δίκης.

19      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τη νομολογία του Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία), για να επιβληθούν κυρώσεις σε νομικό πρόσωπο απαιτείται, πρώτον, το φυσικό πρόσωπο του οποίου η πράξη πρέπει να καταλογιστεί στο νομικό πρόσωπο να έχει προηγουμένως μετάσχει το ίδιο στη διαδικασία και να έχει αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο αυτής όχι απλώς ως μάρτυρας, αλλά με την ιδιότητα του φερόμενου ως παραβάτη, με όλα τα δικαιώματα που η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται, δεύτερον, η παράνομη και υπαίτια πράξη του δεόντως ταυτοποιημένου φυσικού προσώπου ή του δεόντως ταυτοποιημένου νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, η οποία πληροί το πραγματικό της παράβασης, να διαπιστώνεται στο διατακτικό της αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται η κύρωση στο νομικό πρόσωπο και, τρίτον, στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως η ως άνω πράξη να καταλογίζεται στο οικείο νομικό πρόσωπο.

20      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως οι πρόσθετες αυτές απαιτήσεις περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 5, της οδηγίας 2015/849. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι οι «[διοικητικές] κυρώσεις και μέτρα» που προβλέπονται με την εν λόγω οδηγία πρέπει να είναι «αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά», σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 59 και το άρθρο 58, παράγραφος 1. Εξάλλου, οι επίμαχες διαδικασίες είναι περίπλοκες, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται είναι συχνά αδιαφανή και, επομένως, άγνωστα στη δημόσια αρχή, οι δε διαδικασίες αυτές υπόκεινται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής η οποία αρχίζει από την ημερομηνία των σχετικών πραγματικών περιστατικών.

21      Τέλος, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα μπορούσε να είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Deutsche Wohnen (C‑807/21, EU:C:2023:950), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 58, παράγραφος 2, και το άρθρο 83, παράγραφοι 1 έως 6, του κανονισμού 2016/679 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας μπορεί να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο σε νομικό πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υπευθύνου επεξεργασίας δεδομένων για παράβαση μνημονευόμενη στις παραγράφους 4 έως 6 του άρθρου 83 μόνον εφόσον η παράβαση αυτή έχει προηγουμένως καταλογιστεί σε ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο.

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιτίθενται στο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης (και ιδίως στο άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 58, παράγραφοι 1 έως 3, και το άρθρο 59, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2015/849]), καθώς και στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (ιδίως στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας), οι διατάξεις του άρθρου 35, παράγραφοι 1 έως 3 (σχετικά με την ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων), και του άρθρου 36 (επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής) του [νόμου FM-GwG], οι οποίες, όπως έχουν ερμηνευθεί από το αυστριακό Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) προβλέπουν ότι, για την επιβολή κυρώσεων σε νομικό πρόσωπο, απαιτείται το μέλος οργάνου της διοικήσεως του νομικού προσώπου ή άλλο φυσικό πρόσωπο που ενήργησε για λογαριασμό του νομικού προσώπου να έχει προηγουμένως αποκτήσει τυπικά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας την ιδιότητα του φερόμενου ως παραβάτη (με αυστηρή τήρηση όλων των δικαιωμάτων που συνεπάγεται η εν λόγω ιδιότητα) και, επιπλέον, είναι αναγκαίο στο διατακτικό της διοικητικής αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων που εκδίδεται κατά του νομικού προσώπου να διαπιστώνεται ότι το φυσικό πρόσωπο (ή το μέλος οργάνου της διοικήσεως του νομικού προσώπου), το οποίο πρέπει να κατονομάζεται σε αυτήν, τέλεσε παράνομη και υπαίτια πράξη που συνιστά παράβαση, προκειμένου η εν λόγω συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί εν συνεχεία στο νομικό πρόσωπο, ενώ η προθεσμία παραγραφής για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων είναι τρία έτη από την ολοκλήρωση της διαπράξεως της διοικητικής παραβάσεως και η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή των κυρώσεων είναι πέντε έτη;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

23      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 58, παράγραφοι 1 έως 3, το άρθρο 59, παράγραφος 1, και το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2015/849, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία:

–        απαιτεί, προκειμένου να επιβληθεί κύρωση σε νομικό πρόσωπο, ένα φυσικό πρόσωπο να έχει προηγουμένως αποκτήσει τυπικά την ιδιότητα του φερόμενου ως παραβάτη και το διατακτικό της απόφασης με την οποία επιβάλλεται κύρωση στο νομικό πρόσωπο να κατονομάζει το εν λόγω φυσικό πρόσωπο και να διαπιστώνει ότι το πρόσωπο αυτό τέλεσε παράνομη και υπαίτια πράξη που συνιστά παράβαση καταλογιστέα στο εν λόγω νομικό πρόσωπο, και

–        προβλέπει ότι η προθεσμία παραγραφής είναι τριετής για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κύρωσης και πενταετής για την επιβολή κύρωσης, και αρχίζει να τρέχει από την ολοκλήρωση της διάπραξης της διοικητικής παράβασης.

 Επί των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της ευθύνης νομικού προσώπου βάσει της οδηγίας 2015/849

24      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, σχετικά με τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης νομικού προσώπου, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι κύριος σκοπός της οδηγίας 2015/849, όπως προκύπτει από τον τίτλο της και από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, είναι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ειδικότερα, οι διατάξεις της ως άνω οδηγίας αποβλέπουν στην καθιέρωση, σύμφωνα με προσέγγιση που βασίζεται στον κίνδυνο, ενός συνόλου προληπτικών και αποτρεπτικών μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προκειμένου να αποτραπεί, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας, το ενδεχόμενο ροές παράνομου χρήματος να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ένωσης και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Lietuvos bankas, C‑671/23, EU:C:2025:457, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε ορισμένα πρόσωπα που καλούνται «υπόχρεες οντότητες». Οι εν λόγω οντότητες είναι, κατά τα σημεία 1 έως 3 του ως άνω άρθρου 2, παράγραφος 1, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο σημείο 3, κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

26      Επομένως, οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία 2015/849 στις υπόχρεες οντότητες βαρύνουν τόσο νομικά όσο και φυσικά πρόσωπα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά μπορούν να θεωρηθούν υπόχρεες οντότητες, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.

27      Όσον αφορά, ειδικότερα, τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849, οι οποίες επιβάλλονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 59, τουλάχιστον σε περιπτώσεις σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια– των υπόχρεων οντοτήτων, υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 58, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849 επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο.

28      Από κανένα όμως στοιχείο του άρθρου 58, παράγραφος 1, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η ευθύνη υπόχρεης οντότητας δυνάμει της εν λόγω οδηγίας μπορεί, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, να εξαρτάται από τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης φυσικού προσώπου βάσει του εθνικού δικαίου.

29      Όταν η υπόχρεη οντότητα είναι νομικό πρόσωπο, στο μέτρο που το πρόσωπο αυτό μπορεί να ενεργεί μόνο μέσω φυσικών προσώπων των οποίων οι πράξεις του καταλογίζονται, η οδηγία 2015/849 απλώς θεσπίζει κανόνες που ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, αφενός, οι παραβάσεις που στοιχειοθετούν την ευθύνη νομικού προσώπου πρέπει επίσης να καταλογίζονται στα φυσικά πρόσωπα που ευθύνονται γι’ αυτές, βάσει του εθνικού δικαίου, και, αφετέρου, οι ενέργειες ορισμένων φυσικών προσώπων μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη νομικού προσώπου.

30      Συγκεκριμένα, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όπου νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη για παραβάσεις εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την οδηγία στο εθνικό δίκαιο, μπορούν να επιβάλλονται κυρώσεις και μέτρα στα μέλη των διοικητικών οργάνων και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση. Πλην όμως, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι η επιβολή κυρώσεως σε νομικό πρόσωπο ως υπόχρεη οντότητα προϋποθέτει να έχει προηγουμένως διαπιστωθεί ότι η οικεία παράβαση διαπράχθηκε από φυσικό πρόσωπο. Αντιθέτως, η ευθύνη, βάσει του εθνικού δικαίου, των φυσικών προσώπων είναι απλώς παρεπόμενη και συμπληρωματική της ευθύνης, βάσει της οδηγίας 2015/849, του οικείου νομικού προσώπου.

31      Αφετέρου, κατά το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2015/849, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα δύνανται να υπέχουν ευθύνη τόσο για παραβάσεις που διαπράττονται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτού, όσο και όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου εκ μέρους του νομικού προσώπου κατέστησε δυνατή τη διάπραξη παραβάσεων επ’ ωφελεία του από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του.

32      Το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας απλώς αναφέρει, όπως επισημαίνουν η FMA και η Επιτροπή, τα φυσικά πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες ή οι παραλείψεις προς όφελος νομικού προσώπου μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη του εν λόγω νομικού προσώπου. Αντιθέτως, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι πρέπει προηγουμένως να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των ως άνω φυσικών προσώπων ούτε ότι πρέπει τα πρόσωπα αυτά να προσδιορίζονται στο διατακτικό της απόφασης που επιβάλλει κύρωση στο νομικό πρόσωπο και να τους καταλογίζεται η ευθύνη για τη συγκεκριμένη παράβαση.

33      Τυχόν ερμηνεία των άρθρων 58 έως 60 της οδηγίας 2015/849 υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την ευθύνη νομικού προσώπου από την προηγούμενη διαπίστωση διάπραξης της παράβασης από φυσικό πρόσωπο θα ήταν εξάλλου αντίθετη προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 58, παράγραφος 1, της οδηγίας απαίτηση να είναι αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική κάθε κύρωση ή μέτρο που απορρέει από την ευθύνη των υπόχρεων οντοτήτων σε περίπτωση παραβάσεως εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την εν λόγω οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, μια τέτοια απαίτηση θα ενείχε τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της αποτελεσματικότητας και του αποτρεπτικού αποτελέσματος των κυρώσεων που επιβάλλονται απευθείας από την οδηγία 2015/849 στα νομικά πρόσωπα ως υπόχρεες οντότητες (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Deutsche Wohnen, C‑807/21, EU:C:2023:950, σκέψη 51).

34      Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί, αφενός, ότι, μολονότι η οδηγία 2015/849 προβαίνει απλώς σε ελάχιστη εναρμόνιση (απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, Citadeles nekustamie īpašumi, C‑22/23, EU:C:2024:327, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), τα κράτη μέλη δεν μπορούν εντούτοις να περιορίσουν την έκταση της ευθύνης που επιβάλλει το άρθρο 58, παράγραφος 1, της οδηγίας στις υπόχρεες οντότητες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και νομικά πρόσωπα.

35      Επιπλέον, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 καταλείπει μεν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέπουν άλλες κυρώσεις και μέτρα πέραν εκείνων που απαριθμούνται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, πλην όμως τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να επιβάλλουν κυρώσεις τουλάχιστον για τις μνημονευόμενες στη διάταξη αυτή παραβάσεις που διαπράττουν οι υπόχρεες οντότητες, προβλέποντας τουλάχιστον τις διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 59, παράγραφοι 2 και 3 (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Lietuvos bankas, C‑671/23, EU:C:2025:457, σκέψη 37).

36      Αφετέρου, στο μέτρο που, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης των νομικών προσώπων βάσει των εθνικών κανόνων με τους οποίους μεταφέρθηκε η οδηγία 2015/849 στο εσωτερικό δίκαιο απορρέουν από τη νομολογία του Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου), πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού τους δικαίου, οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της επίμαχης οδηγίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει και, ως εκ τούτου, να συμμορφώνονται προς το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η συγκεκριμένη υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι πράγματι συμφυής με το σύστημα της Συνθήκης ΛΕΕ, καθόσον παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης όταν αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, Μακελειό και Zougla, C‑555/23 και C‑556/23, EU:C:2025:484, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, Μακελειό και Zougla, C‑555/23 και C‑556/23, EU:C:2025:484, σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο πρέπει συνεπώς να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του νόμου FM‑GwG κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 2015/849.

 Επί των προθεσμιών παραγραφής

39      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, σχετικά με τον καθορισμό προθεσμιών παραγραφής από το εθνικό δίκαιο, υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να εφαρμόζουν τους δικονομικούς κανόνες που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη τους, και μεταξύ άλλων εκείνους περί των αποκλειστικών προθεσμιών, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Caterpillar Financial Services, C‑500/16, EU:C:2017:996, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τηρείται η αρχή της ισοδυναμίας, πρέπει να εξεταστεί αν, πλην μιας διατάξεως περί παραγραφής η οποία εφαρμόζεται επί των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση, στο εσωτερικό δίκαιο, της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, υφίσταται και διάταξη περί παραγραφής η οποία εφαρμόζεται στα ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου και αν, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και των ουσιωδών στοιχείων τους, οι δύο διατάξεις περί παραγραφής μπορούν να θεωρηθούν ως παρόμοιες (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Caterpillar Financial Services, C‑500/16, EU:C:2017:996, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

41      Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα να εξασφαλίζουν, σε κάθε περίπτωση, την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης και ότι η αρχή αυτή επιτάσσει, μεταξύ άλλων, να μην καθιστούν οι αρχές των κρατών μελών πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Caterpillar Financial Services, C‑500/16, EU:C:2017:996, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ο καθορισμός εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης χάριν της ασφάλειας δικαίου. Για παράδειγμα, προθεσμίες παραγραφής τριών ετών ή δύο ετών κρίθηκαν σύμφωνες με την αρχή της αποτελεσματικότητας (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Caterpillar Financial Services, C‑500/16, EU:C:2017:996, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατ’ αρχήν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης τριετής προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος των αρμόδιων αρχών να κινήσουν τη διαδικασία επιβολής κύρωσης και πενταετής προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κύρωσης, οι οποίες αρχίζουν από την ολοκλήρωση της διάπραξης της φερόμενης παράβασης, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2023, Napfény-Toll, C‑615/21, EU:C:2023:573, σκέψη 37).

44      Εξάλλου, η δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η τριετής και πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπονται στο άρθρο 36 του νόμου FM‑GwG θα μπορούσαν να μην είναι σύμφωνες με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

45      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 58, παράγραφοι 1 έως 3, το άρθρο 59, παράγραφος 1, και το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2015/849, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι:

–        αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι για την επιβολή κύρωσης σε νομικό πρόσωπο, πρέπει προηγουμένως ένα φυσικό πρόσωπο να έχει αποκτήσει τυπικά την ιδιότητα του φερόμενου ως παραβάτη και το διατακτικό της απόφασης που επιβάλλει κύρωση στο νομικό πρόσωπο πρέπει να κατονομάζει το εν λόγω φυσικό πρόσωπο και να διαπιστώνει ότι τούτο τέλεσε παράνομη και υπαίτια πράξη που συνιστά παράβαση καταλογιστέα στο νομικό πρόσωπο, και

–        δεν αποκλείουν να προβλέπει η ίδια εθνική ρύθμιση τριετή προθεσμία παραγραφής για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κύρωσης και πενταετή προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κύρωσης, οι οποίες προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την ολοκλήρωση της διάπραξης της επίμαχης παράβασης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

46      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 58, παράγραφοι 1 έως 3, το άρθρο 59, παράγραφος 1, και το άρθρο 60, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας,

έχουν την έννοια ότι:

–        αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι για την επιβολή κύρωσης σε νομικό πρόσωπο, πρέπει προηγουμένως ένα φυσικό πρόσωπο να έχει αποκτήσει τυπικά την ιδιότητα του φερόμενου ως παραβάτη και το διατακτικό της απόφασης που επιβάλλει κύρωση στο νομικό πρόσωπο πρέπει να κατονομάζει το εν λόγω φυσικό πρόσωπο και να διαπιστώνει ότι τούτο τέλεσε παράνομη και υπαίτια πράξη που συνιστά παράβαση καταλογιστέα στο νομικό πρόσωπο, και

–        δεν αποκλείουν να προβλέπει η ίδια εθνική ρύθμιση τριετή προθεσμία παραγραφής για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κύρωσης και πενταετή προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κύρωσης, οι οποίες προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την ολοκλήρωση της διάπραξης της επίμαχης παράβασης.

(υπογραφές)


TAXHEAVEN.GR | © 2026 Taxheaven | Ημ. εκτύπωσης: 10/10/2026 23:42