Αποτελέσματα live αναζήτησης

Αρχική › Φορολογικό Αρχείο › Κώδικας Φορολογικών διαδικασιών (Κ.Φ.Δ.)

Yπόθεση C‑671/23

Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 - Άρθρο 59 - Έννοια του όρου “συστηματική παράβαση” - Κυρώσεις - Εθνική ρύθμιση ή πρακτική που επιτρέπει την επιβολή χωριστού προστίμου για κάθε παράβαση που διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου - Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης - Ελάχιστη εναρμόνιση - Τήρηση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης - Αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις - Αρχή ne bis in idem

Yπόθεση C‑671/23
Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 - Άρθρο 59 - Έννοια του όρου “συστηματική παράβαση” - Κυρώσεις - Εθνική ρύθμιση ή πρακτική που επιτρέπει την επιβολή χωριστού προστίμου για κάθε παράβαση που διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου - Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης - Ελάχιστη εναρμόνιση - Τήρηση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης - Αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις - Αρχή ne bis in idem

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα) της 19ης Ιουνίου 2025  « Προδικαστική παραπομπή – Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας – Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 – Άρθρο 59 – Έννοια του όρου “συστηματική παράβαση” – Κυρώσεις – Εθνική ρύθμιση ή πρακτική που επιτρέπει την επιβολή χωριστού προστίμου για κάθε παράβαση που διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου – Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης – Ελάχιστη εναρμόνιση – Τήρηση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης – Αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις – Αρχή ne bis in idem »

Στην υπόθεση C‑671/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Νοεμβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

M

κατά

Lietuvos bankas,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Kumin (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele και S. Gervasoni, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις V. Kazlauskaitė-Švenčionienė και E. Kurelaitytė,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Morales Puerta,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Auvret, την J. Jokubauskaitė και τον G. von Rintelen,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 59, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M, ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, και της Lietuvos bankas (Τράπεζας της Λιθουανίας), σχετικά με την απόφαση της τελευταίας να επιβάλει στο M οκτώ χωριστά πρόστιμα για τη διάπραξη οκτώ παραβάσεων της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2 και 59 της οδηγίας 2015/849 έχουν ως εξής:

«(1)      Ροές παράνομου χρήματος μπορούν να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη. Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και το οργανωμένο έγκλημα παραμένουν σημαντικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο επίπεδο της Ένωσης. Εκτός από την περαιτέρω ανάπτυξη της προσέγγισης του ποινικού δικαίου σε επίπεδο ΕΕ, η στοχοθετημένη και αναλογική πρόληψη της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας είναι απαραίτητη, μπορεί δε να έχει συμπληρωματικά αποτελέσματα.

(2)      Η φερεγγυότητα, η ακεραιότητα και η σταθερότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όπως και η αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, μπορούν να κλονιστούν σοβαρά από τις προσπάθειες των εγκληματιών και των συνεργών τους να συγκαλύψουν την προέλευση των προϊόντων των εγκληματικών δραστηριοτήτων ή να διοχετεύσουν νόμιμο ή παράνομο χρήμα με σκοπό την τρομοκρατία. [...] [Οι] στόχοι της προστασίας της κοινωνίας από το έγκλημα και της προστασίας της σταθερότητας και ακεραιότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι της ανάγκης για δημιουργία ενός ρυθμιστικού περιβάλλοντος που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αναπτύσσονται χωρίς να υφίστανται δυσανάλογο κόστος συμμόρφωσης.

[...]

(59)      Η σημασία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να οδηγήσει τα κράτη μέλη στη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων και διοικητικών μέτρων στην εθνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις αδυναμίας τήρησης των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας. [...] Επομένως, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ένα σύνολο διοικητικών κυρώσεων και μέτρων που θα έχουν τουλάχιστον στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη σε περίπτωση σοβαρών, επαναλαμβανόμενων ή συστηματικών παραβάσεων των απαιτήσεων που αφορούν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, την τήρηση, την αναφορά ύποπτων συναλλαγών και τους εσωτερικούς ελέγχους των υπόχρεων οντοτήτων. Το σύνολο κυρώσεων και μέτρων θα πρέπει να είναι αρκούντως ευρύ, ώστε τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ των υπόχρεων οντοτήτων, ιδίως μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και άλλων υπόχρεων οντοτήτων, όσον αφορά το μέγεθος, τα χαρακτηριστικά και τη φύση της δραστηριότητάς τους. Κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιβολή κυρώσεων και διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, και ποινικών κυρώσεων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, δεν παραβιάζει την αρχή ne bis in idem.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2015/849 προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας απαγορεύονται.»

5        Το άρθρο 58 της οδηγίας 2015/849 προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να υπέχουν ευθύνη για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 59 έως 61. Οι τυχόν σχετικές κυρώσεις ή μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2.      Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα και διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις και μέτρα σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την παρούσα οδηγία στο εθνικό δίκαιο και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους.

[...]»

6        Το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το παρόν άρθρο εφαρμόζεται τουλάχιστον σε περιπτώσεις σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια– των υπόχρεων οντοτήτων να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις που ορίζονται:

α)      στα άρθρα 10 έως 24 (δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη)·

β)      στα άρθρα 33, 34 και 35 (αναφορά ύποπτων συναλλαγών)·

γ)      στο άρθρο 40 (τήρηση αρχείων)· και

δ)      στα άρθρα 45 και 46 (εσωτερικοί έλεγχοι).

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, οι διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)      δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

β)      εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει·

γ)      όταν υπόχρεη οντότητα υπόκειται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας, ανάκληση ή αναστολή της άδειας·

δ)      προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπα που ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα, ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται υπαίτιο για την παράβαση, της άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε υπόχρεες οντότητες·

ε)      ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται, κατ’ ελάχιστον, είτε στο διπλάσιο του ποσού του κέρδους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί, είτε σε 1 000 000 [ευρώ]

3.      Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, στοιχείο ε), όταν η υπόχρεη οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός, μπορούν να εφαρμοστούν επίσης οι ακόλουθες κυρώσεις:

α)      σε περιπτώσεις νομικών προσώπων, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις τουλάχιστον 5 000 000 [ευρώ] ή 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό όργανο. Εάν η υπόχρεη οντότητα είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 182, σ. 19)], ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδημάτων σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές οδηγίες και τους πιο πρόσφατους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης·

β)      σε περιπτώσεις φυσικών προσώπων, ανώτατες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις τουλάχιστον 5 000 000 [ευρώ], στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα κατά την 25η Ιουνίου 2015.

4.      Τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν επιπρόσθετα είδη διοικητικών κυρώσεων, πέραν όσων αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως δ) ή να επιβάλλουν διοικητικές χρηματικές κυρώσεις ανώτερες αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) και στην παράγραφο 3.»

7        Το άρθρο 60 της οδηγίας 2015/849 ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση:

α)      η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης·

β)      ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου·

γ)      η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

δ)      το κέρδος που αποκόμισε από την παράβαση το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί·

ε)      οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν· στ) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή·

στ)      ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή·

ζ)      προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.»

 Το λιθουανικό δίκαιο

 Ο νόμος VIII‑275

8        Ο Lietuvos Respublikos pinigų plovimo ir teroristų finansavimo prevencijos įstatymas Nr. VIII‑275 (νόμος VIII‑275 της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), της 19ης Ιουνίου 1997 (Žin., 1997, αριθ. 64‑1502), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο XIII‑1440, της 30ής Ιουνίου 2018 (στο εξής: νόμος VIII‑275), μεταφέρει στο λιθουανικό δίκαιο την οδηγία 2015/849. Το άρθρο 34 του νόμου αυτού έχει ως εξής:

«1.      Σοβαρή παράβαση του παρόντος νόμου θεωρείται:

1)      η μη τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 9 έως 15 του παρόντος νόμου σχετικά με την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη και του δικαιούχου·

2)      η μη τήρηση των απαιτήσεων σχετικά με την αναφορά ύποπτων νομισματικών συναλλαγών ή συναλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 16 του παρόντος νόμου·

3)      η μη τήρηση των απαιτήσεων σχετικά με την τήρηση αρχείων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου·

4)      η παράλειψη χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή άλλης υπόχρεης οντότητας να θεσπίσει τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 29 του παρόντος νόμου.

2.      Συστηματική παράβαση του παρόντος νόμου θεωρείται ότι συντρέχει:

1)      σε περίπτωση παράβασης του παρόντος νόμου τουλάχιστον τρεις φορές εντός ενός έτους από την επιβολή κύρωσης για παράβαση του παρόντος νόμου·

2)      όταν διαπιστώνονται ταυτόχρονα παραβάσεις των διατάξεων που διέπουν την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και/ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες από μία κατηγορίες απαιτήσεων, και συγκεκριμένα:

α)      των απαιτήσεων των άρθρων 9 έως 15 του παρόντος νόμου σχετικά με την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη και του δικαιούχου·

β)      των απαιτήσεων σχετικά με την αναφορά των ύποπτων νομισματικών συναλλαγών ή συναλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 16 του παρόντος νόμου·

γ)      των απαιτήσεων σχετικά με την τήρηση αρχείων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου·

δ)      των απαιτήσεων σχετικά με τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 29 του παρόντος νόμου.»

9        Το άρθρο 39 του νόμου VIII‑275 ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η Τράπεζα της Λιθουανίας και η Finansinių nusikaltimų tyrimo tarnyba [(Υπηρεσία διερεύνησης οικονομικών εγκλημάτων, Λιθουανία)] μπορούν να επιβάλουν σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή σε υποκατάστημα αλλοδαπού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος τα ακόλουθα πρόστιμα:

[...]

2)      για παραβάσεις του παρόντος νόμου, όταν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή το υποκατάστημα αλλοδαπού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος παραβαίνει συστηματικά τον παρόντα νόμο, διαπράττει ή διαπράττει κατ’ επανάληψη σοβαρή παράβαση του παρόντος νόμου εντός ενός έτους από την επιβολή κύρωσης για παράβαση του παρόντος νόμου, πρόστιμο που ανέρχεται στο 0,5 έως το 10 % των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων (αν το ποσό που αντιστοιχεί στο 10 % των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων υπερβαίνει τα 5 100 000 ευρώ) ή από 2 000 έως 5 100 000 ευρώ (αν το ποσό που αντιστοιχεί στο 10 % των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων είναι μικρότερο των 5 100 000 ευρώ).»

 Ο νόμος περί της Τράπεζας της Λιθουανίας

10      Το άρθρο 433 του Lietuvos Respublikos Lietuvos banko įstatymas Nr. I‑678 (νόμου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας αριθ. I‑678 για την Τράπεζα της Λιθουανίας), της 20ής Δεκεμβρίου 2018 (Žin., 1994, αριθ. 99-1957), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο XIII‑1854, της 20ής Δεκεμβρίου 2018 (στο εξής: νόμος για την Τράπεζα της Λιθουανίας), ορίζει στις παραγράφους 7 και 10 τα εξής:

«7.      Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την επιβολή κύρωσης, καθώς και για τον καθορισμό της κύρωσης και του ύψους της, η Τράπεζα της Λιθουανίας λαμβάνει υπόψη:

1)      τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της διαπιστωθείσας παράβασης·

2)      το ποσό των εσόδων ή οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού οφέλους που αποκόμισε το πρόσωπο από την παράβαση, το ποσό των απωλειών που αποφεύχθηκαν ή το ποσό της ζημίας που προκλήθηκε, στον βαθμό που το ποσό αυτό μπορεί να προσδιοριστεί·

3)      το πταίσμα του νομικού προσώπου, τη μορφή και το είδος του πταίσματος του φυσικού προσώπου, καθώς και την οικονομική ισχύ του προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση·

4)      τις προηγούμενες παραβάσεις του προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση και τις κυρώσεις που του επιβλήθηκαν, καθώς και τη συνεργασία του με την Τράπεζα της Λιθουανίας κατά τη διάρκεια της έρευνας·

5)      τις ελαφρυντικές και επιβαρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο καθώς και σε άλλους νόμους που διέπουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές·

6)      τον αντίκτυπο των παραβάσεων των κανόνων που διαπιστώθηκαν και των προβλεπόμενων κυρώσεων (μέτρων) στη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών·

7)      τα μέτρα που λαμβάνει το πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη της παράβασης στο μέλλον·

8)      κάθε άλλη περίσταση η οποία προβλέπεται από τους νόμους που διέπουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή είναι σημαντική.

[...]

10.      Όταν η εφαρμοστέα κύρωση συνίσταται στην επιβολή προστίμου, το ποσό του προστίμου καθορίζεται σε τρία στάδια, λαμβανομένου υπόψη του βασικού ποσού του προστίμου και των περιστάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 του παρόντος άρθρου. Σε πρώτο στάδιο, καθορίζεται, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας και της διάρκειας της διαπιστωθείσας παράβασης, το βασικό ποσό του προστίμου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % του ανώτατου ποσού του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί για μια τέτοια παράβαση. Σε δεύτερο στάδιο, το βασικό ποσό του προστίμου μειώνεται ή αυξάνεται, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών περιστάσεων και των λοιπών περιστάσεων υπέρ ή σε βάρος του ενδιαφερομένου. [...] Σε τρίτο στάδιο, το ποσό του προστίμου που καθορίζεται κατά το πρώτο και το δεύτερο στάδιο μειώνεται ή αυξάνεται, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η αναλογικότητα και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της κύρωσης, καθώς και κάθε άλλης σχετικής περίστασης που δεν ελήφθη υπόψη κατά τα προηγούμενα στάδια. Η εποπτική αρχή εκδίδει πράξη με την οποία καθορίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οι κανόνες υπολογισμού του προστίμου.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Το M είναι ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, στο οποίο η Τράπεζα της Λιθουανίας διενήργησε έλεγχο για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου 2019 και 31ης Μαρτίου 2020. Κατόπιν του ελέγχου αυτού, η Τράπεζα της Λιθουανίας, με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2020 (στο εξής: επίδικη απόφαση), επέβαλε στο M οκτώ πρόστιμα για οκτώ παραβάσεις, καθεμία από τις οποίες συνίστατο σε παράβαση πλειόνων διατάξεων του νόμου VIII‑275 και των οδηγιών για τους δραστηριοποιούμενους στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσον αφορά την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και/ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η Τράπεζα της Λιθουανίας χαρακτήρισε τις παραβάσεις αυτές ως σοβαρές ή ως σχετικά σοβαρές και εκτίμησε ότι επτά εξ αυτών ήταν επιπλέον συστηματικές, κατά την έννοια του άρθρου 34, παράγραφος 2, σημείο 2, του νόμου VIII‑275.

12      Όσον αφορά τις συστηματικές παραβάσεις που διέπραξε το M, η Τράπεζα της Λιθουανίας εκτίμησε ότι οι παραβάσεις αυτές, ανεξαρτήτως του αν συνίσταντο σε παραβάσεις που αφορούσαν μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες απαιτήσεων που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτήν, έπρεπε να χαρακτηριστούν ως «διακριτές συστηματικές παραβάσεις» και ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείτο η επιβολή προστίμου για καθεμία εξ αυτών.

13      Η Τράπεζα της Λιθουανίας υπολόγισε το ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν στο M στηριζόμενη στο άρθρο 3 του νόμου για την Τράπεζα της Λιθουανίας και στον καθορισθέντα από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας της Λιθουανίας τρόπο υπολογισμού των προστίμων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το ανώτατο ποσό των προστίμων που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου VIII‑275.

14      Στο πλαίσιο του υπολογισμού αυτού, η Τράπεζα της Λιθουανίας καθόρισε το βασικό ποσό των προστίμων, όσον αφορά τις πέντε παραβάσεις που θεωρήθηκαν σοβαρές, στο 30 % του ανώτατου ποσού του προστίμου και, όσον αφορά τις τρεις παραβάσεις που θεωρήθηκαν σχετικά σοβαρές, στο 20 % του ανώτατου ποσού. Εν συνεχεία, έλαβε υπόψη τις ελαφρυντικές και επιβαρυντικές περιστάσεις καθώς και τις αρχές της λογικής και της επιείκειας και μείωσε τα βασικά αυτά ποσά προκειμένου τα πρόστιμα να μην είναι δυσανάλογα σε σχέση με τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα του M, αλλά να είναι αρκούντως υψηλά ώστε να αποτρέψουν το M από τη διάπραξη παραβάσεων στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Τράπεζα της Λιθουανίας επέβαλε στο M πέντε πρόστιμα ύψους 55 000 ευρώ, δύο πρόστιμα ύψους 35 000 ευρώ και ένα πρόστιμο ύψους 25 000 ευρώ, ήτοι πρόστιμα συνολικού ποσού 370 000 ευρώ.

15      Το M άσκησε κατά της Τράπεζας της Λιθουανίας ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Βίλνιους, Λιθουανία) προσφυγή, συνοδευόμενη από αίτημα εκδόσεως σχετικής διαταγής, με αίτημα τη μερική ακύρωση της επίδικης απόφασης. Προς στήριξη της προσφυγής του, το M προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η Τράπεζα της Λιθουανίας δεν μπορούσε να διαπιστώσει πλείονες «διακριτές συστηματικές παραβάσεις» του νόμου VIII‑275, αλλά μια μόνον «ενιαία συστηματική παράβαση» του νόμου αυτού και ότι, ως εκ τούτου, μπορούσε να του επιβάλει ένα μόνον πρόστιμο.

16      Με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2021, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή και μείωσε το συνολικό ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν στο M στο ποσό των 200 000 ευρώ. Εντούτοις, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του Μ σχετικά με την ύπαρξη «ενιαίας συστηματικής παράβασης» του νόμου VIII‑275.

17      Το M άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας), που είναι το αιτούν δικαστήριο, ζητώντας, αφενός, να αναιρεθεί η πρωτόδικη απόφαση, καθόσον απέρριψε εν μέρει την προσφυγή που μνημονεύεται στη σκέψη 15 της παρούσας απόφασης, και, αφετέρου, να γίνει δεκτή η προσφυγή του στο σύνολό της. Η Τράπεζα της Λιθουανίας άσκησε επίσης έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ζητώντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της.

18      Το M προβάλλει ότι το άρθρο 34 του νόμου VIII‑275 προβλέπει «σοβαρές παραβάσεις» και «συστηματικές παραβάσεις», εκτιμά δε ότι η ύπαρξη πλειόνων σοβαρών παραβάσεων πρέπει να συνεπάγεται τη διαπίστωση «ενιαίας συστηματικής παράβασης» και, ως εκ τούτου, την επιβολή ενός μόνον προστίμου, το ανώτατο ύψος του οποίου καθορίζεται από τον νόμο αυτόν. Επιπλέον, κατά τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 34, παραβάσεις που εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία απαιτήσεων πρέπει να θεωρούνται ως μία και μόνη σοβαρή παράβαση. Εξάλλου, το M υποστηρίζει ότι η Τράπεζα της Λιθουανίας παραβίασε την αρχή ne bis in idem, καθόσον δεν διαπίστωσε «ενιαία συστηματική παράβαση» και του επέβαλε πλείονα πρόστιμα, ενώ οι διαπιστωθείσες παραβάσεις αφορούσαν τη μη τήρηση ανάλογων απαιτήσεων.

19      Η Τράπεζα της Λιθουανίας υποστηρίζει, αντιθέτως, επικαλούμενη το άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου VIII‑275, ότι, ενώ πρόθεση του νομοθέτη ήταν να προβλέψει την επιβολή προστίμου σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει διαπράξει τουλάχιστον μία σοβαρή παράβαση του νόμου αυτού, δεν υπάρχει εντούτοις παρόμοιος κανόνας για τις συστηματικές παραβάσεις, όπερ συνεπάγεται ότι μια παράβαση μπορεί να θεωρηθεί συστηματική μόνον εφόσον διαπιστωθούν και άλλες παραβάσεις του εν λόγω νόμου, όπως διευκρινίζει το άρθρο 34, παράγραφος 2, του νόμου VIII‑275. Επιπλέον, στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ο χαρακτηρισμός πλειόνων σοβαρών παραβάσεων ως «ενιαίας σοβαρής παράβασης» ή ως «ενιαίας συστηματικής παράβασης» θα ήταν αντίθετος προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2015/849, δηλαδή στον περιορισμό των απειλών στον τομέα αυτόν και των αρνητικών συνεπειών τους για την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Συγκεκριμένα, ο χαρακτηρισμός αυτός θα ενθάρρυνε τους δραστηριοποιούμενους στις χρηματοπιστωτικές αγορές να διαπράττουν σοβαρές και συστηματικές παραβάσεις στον εν λόγω τομέα. Θα καθιστούσε, επίσης, αδύνατη την εξατομίκευση του προστίμου σε συνάρτηση με τη διάρκεια και τη σοβαρότητα κάθε παράβασης καθώς και με τις λοιπές περιστάσεις που την περιβάλλουν, όπερ θα επηρέαζε την εκ μέρους του ενδιαφερομένου άσκηση των δικαιωμάτων του άμυνας.

20      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η υπό κρίση υπόθεση εγείρει το ζήτημα αν το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κράτους μέλους διαπιστώνει, κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου, πλείονες παραβάσεις των απαιτήσεων που εμπίπτουν είτε στην ίδια είτε σε διαφορετικές κατηγορίες απαιτήσεων εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, της οδηγίας, καθεμία από τις παραβάσεις αυτές πρέπει να χαρακτηριστεί ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, υπολογιζόμενο λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ποσού του προστίμου που προβλέπει ο εθνικός νόμος για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.

21      Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, το άρθρο 34, παράγραφος 2, σημείο 2, του νόμου VIII‑275 προβλέπει ότι, για τη στοιχειοθέτηση συστηματικής παράβασης, πρέπει να διαπιστώνονται παραβάσεις πλειόνων κατηγοριών απαιτήσεων από τις απαριθμούμενες στην τελευταία αυτή διάταξη. Εν προκειμένω, όμως, με την επίδικη απόφαση, η Τράπεζα της Λιθουανίας διαπίστωσε διακριτές συστηματικές παραβάσεις τόσο για τις παραβάσεις που αφορούν την ίδια κατηγορία απαιτήσεων όσο και για παραβάσεις που αφορούν διαφορετικές κατηγορίες απαιτήσεων. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς αν εθνικός κανόνας ο οποίος επιτρέπει την έκδοση τέτοιας απόφασης είναι συμβατός με το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849. Αν ο εθνικός κανόνας δεν είναι συμβατός με το εν λόγω άρθρο, πρέπει να εξεταστεί ποια κριτήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί αν μια παράβαση έχει συστηματικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εξάλλου, αν το άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου VIII‑275, καθόσον προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής προστίμου για «σοβαρή παράβαση του νόμου [αυτού]», μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις «σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια».

22      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι η οδηγία 2015/849 δεν περιέχει λεπτομερή ορισμό της έννοιας της συστηματικής ή της σοβαρής παράβασης. Επισημαίνει επίσης ότι από το άρθρο 5 και από το άρθρο 59, παράγραφος 4, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη ευχέρεια να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις, εντός των ορίων που θέτει το δίκαιο της Ένωσης. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα άρθρα 5 και 59 δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να προβλέπουν εθνικούς κανόνες ή διατάξεις δυνάμει των οποίων η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να επιβάλει χωριστό πρόστιμο για καθεμία από τις παραβάσεις των απαιτήσεων της οδηγίας που διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου.

23      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, όταν διαπιστώνονται οι παραβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, πρέπει να επιβάλλεται ένα μόνον διοικητικό χρηματικό πρόστιμο, το ανώτατο ποσό του οποίου καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 59, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, αν μπορούσαν να επιβληθούν χωριστά πρόστιμα για καθεμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849 παραβάσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν ταυτόχρονα, το συνολικό ανώτατο ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν συγχρόνως θα μπορούσε να υπερβεί κατά πολύ το ανώτατο ποσό του προστίμου που προβλέπεται στην παράγραφο 3, στοιχείο αʹ, του άρθρου 59, κατά παράβαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/84 την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία, στην περίπτωση που οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαπιστώσουν την τέλεση περισσοτέρων παραβάσεων διαφορετικών κατηγοριών απαιτήσεων που επιβάλλει το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, της οδηγίας 2015/849, στο πλαίσιο του ίδιου ελέγχου, κάθε μία από τις παραβάσεις αυτές θεωρείται ότι συνιστά χωριστή συστηματική παράβαση και υπόκειται στην επιβολή χωριστού προστίμου λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου προστίμου που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας 2015/849;

2)      Έχει το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία, στην περίπτωση που οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαπιστώσουν την τέλεση περισσοτέρων παραβάσεων διαφορετικών κατηγοριών απαιτήσεων που επιβάλλει το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, της οδηγίας 2015/849, στο πλαίσιο του ίδιου ελέγχου, κάθε μία από τις παραβάσεις αυτές θεωρείται ότι συνιστά χωριστή συστηματική παράβαση και υπόκειται στην επιβολή χωριστού προστίμου λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου προστίμου που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας 2015/849;

3)      Στην περίπτωση που σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω ερωτήματα δοθεί καταφατική απάντηση, ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ζητήματος εάν μια παράβαση δυνάμει του άρθρου 59 της οδηγίας 2015/849 είναι συστηματική;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

25      Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία καθεμία από τις «συστηματικές παραβάσεις» των διαλαμβανόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού απαιτήσεων οι οποίες διαπιστώνονται από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει του ανώτατου ποσού της χρηματικής κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί δυνάμει της εν λόγω εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής.

26      Προκαταρκτικώς, διευκρινίζεται ότι τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν το ζήτημα αν κάθε μία από τις οκτώ επίμαχες στην κύρια δίκη παραβάσεις, εξεταζόμενη χωριστά, εμπίπτει στην έννοια της «συστηματική παράβασης», κατά το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, αλλά το ζήτημα αν η διάταξη αυτή αντιτίθεται στον χαρακτηρισμό κάθε μίας από τις παραβάσεις που εμπίπτουν στην έννοια αυτή ως «διακριτής συστηματικής παράβασης», εφόσον έχουν όλες διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου, και αν, στο πλαίσιο αυτό, έχει καθοριστική σημασία το ότι πρόκειται για παραβάσεις απαιτήσεων που εμπίπτουν σε ένα από τα στοιχεία αʹ έως δʹ της διάταξης αυτής ή σε περισσότερα εξ αυτών.

 Επί της ερμηνείας του άρθρου 59 της οδηγίας 2015/849

27      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 18ης Απριλίου 2024, Citadeles nekustamie īpašumi, C‑22/23, EU:C:2024:327, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Κατ’ αρχάς, κατά το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, «[τα] κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το παρόν άρθρο εφαρμόζεται τουλάχιστον σε περιπτώσεις σοβαρής, επαναλαμβανόμενης ή συστηματικής παράβασης –ή παράβασης που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια– των υπόχρεων οντοτήτων να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις που ορίζονται: α) στα άρθρα 10 έως 24 (δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη)· β) στα άρθρα 33, 34 και 35 (αναφορά ύποπτων συναλλαγών)· γ) στο άρθρο 40 (τήρηση αρχείων)· και δ) στα άρθρα 45 και 46 (εσωτερικοί έλεγχοι)». Επιπλέον, στο άρθρο 59, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας προβλέπονται οι διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα που πρέπει κατ’ ελάχιστον να μπορεί να εφαρμόσει η αρμόδια αρχή κράτους μέλους στις περιπτώσεις της παραγράφου 1.

29      Συναφώς, κατ’ αρχάς, από τη χρήση της λέξης «τουλάχιστον», στο άρθρο 59, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 2015/849, προκύπτει ότι η οδηγία αυτή προβαίνει σε ελάχιστη μόνον εναρμόνιση τόσο όσον αφορά τις παραβάσεις για τις οποίες πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις όσο και όσον αφορά τις κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 59, παράγραφος 4, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν επιπρόσθετα είδη διοικητικών κυρώσεων, πέραν όσων αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, ή να επιβάλλουν διοικητικές χρηματικές κυρώσεις υψηλότερες από τις μνημονευόμενες στο άρθρο αυτό (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψη 65).

30      Εν συνεχεία, υπογραμμίζεται ότι η οδηγία 2015/849 δεν ορίζει την έννοια της «συστηματικής παράβασης». Επιπλέον, όπως διαπίστωσε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ομαδοποίηση των προβλεπόμενων από την οδηγία απαιτήσεων στο άρθρο 59, παράγραφος 1, δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη «διακριτών συστηματικών παραβάσεων». Πράγματι, οι παραβάσεις που απαριθμούνται στα στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ και δʹ της εν λόγω διάταξης αφορούν ένα ή περισσότερα άρθρα των κεφαλαίων II, IV, V και VI της οδηγίας, οπότε η απαρίθμηση αυτή αντικατοπτρίζει αποκλειστικά τη διάρθρωση της οδηγίας.

31      Τέλος, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν το αιτούν δικαστήριο και το Μ, δεν συντρέχει λόγος να επαναχαρακτηριστεί ως «ενιαία συστηματική παράβαση» το σύνολο των «συστηματικών παραβάσεων» και των «σοβαρών παραβάσεων», κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου που διενήργησε η αρμόδια αρχή κράτους μέλους. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα της διάταξης αυτής. Επιπλέον, από τη φράση «που συνδυάζει τα ανωτέρω κριτήρια» στη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μια παράβαση μπορεί να είναι συγχρόνως «συστηματική» και «σοβαρή».

32      Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 4, της οδηγίας, «[τα] κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους όλες τις σχετικές περιστάσεις». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στις εν λόγω περιστάσεις εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, οι ζημίες τρίτων, ο βαθμός ευθύνης και ο βαθμός συνεργασίας, καθώς και το κέρδος που αποκόμισε ο υπαίτιος από την παράβαση και οι προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.

33      Πάντως, εθνική ρύθμιση ή πρακτική βάσει της οποίας κάθε μία από τις παραβάσεις που εμπίπτουν στην έννοια της «συστηματικής παράβασης», κατά το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, και διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση» παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σχετικών περιστάσεων σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι θα επέτρεπε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας οι παραβάσεις αυτές, συνολικά θεωρούμενες, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «ενιαία συστηματική παράβαση».

34      Εξάλλου, στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 2015/849 στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον κατάλληλο τρόπο εφαρμογής της υποχρέωσης πρόβλεψης διοικητικών κυρώσεων και μέτρων σε περίπτωση παράβασης των απαιτήσεων της οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, Rodl & Partner, C‑562/20, EU:C:2022:883, σκέψη 45).

35      Τρίτον, η γραμματική και συστηματική ερμηνεία που προκύπτει από τις σκέψεις 29 και 32 έως 34 της παρούσας απόφασης επιβεβαιώνεται από την τελολογική ερμηνεία της οδηγίας 2015/849, η οποία έχει ως κύριο σκοπό, όπως προκύπτει από τον τίτλο της και από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ειδικότερα, οι διατάξεις της οδηγίας 2015/849 αποβλέπουν στην καθιέρωση, σύμφωνα με μια προσέγγιση που βασίζεται στον κίνδυνο, ενός συνόλου προληπτικών και αποτρεπτικών μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προκειμένου να αποτραπεί, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας, το ενδεχόμενο ροές παράνομου χρήματος να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ένωσης και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2024, MISTRAL TRANS, C‑3/24, EU:C:2024:999, σκέψεις 25 και 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Προς τούτο, η οδηγία 2015/849 προβαίνει σε ελάχιστη μόνον εναρμόνιση τόσο σε σχέση με τις παραβάσεις των απαιτήσεων που επιβάλλει, για τις οποίες πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όσο και σε σχέση με τις κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 44).

37      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη, μολονότι είναι υποχρεωμένα να επιβάλλουν κυρώσεις τουλάχιστον για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, προβλέποντας τουλάχιστον τις διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, έχουν, πάντως, την ευχέρεια να προβλέπουν άλλες κυρώσεις και μέτρα, ακόμη και για παραβάσεις άλλες από εκείνες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, δεδομένου ότι το άρθρο 59 προβαίνει σε ελάχιστη μόνον εναρμόνιση.

38      Επομένως, η οδηγία 2015/849 δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, σε εθνική ρύθμιση ή πρακτική η οποία προβλέπει ότι καθεμία από τις συστηματικές παραβάσεις που διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση» για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο.

 Επί της τηρήσεως των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης

39      Στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως που τους αναγνωρίζει το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του, και συγκεκριμένα την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή ne bis in idem και την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία επιτάσσει να είναι οι κυρώσεις αποτελεσματικές και αποτρεπτικές (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, Rodl & Partner, C‑562/20, EU:C:2022:883, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Η διαπίστωση αυτή προκύπτει επίσης από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 59 και του άρθρου 58, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849, βάσει των οποίων τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις και μέτρα.

–       Επί της αρχής της αποτελεσματικότητας

41      Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, αποτελεί πάγια νομολογία ότι η εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση δεν πρέπει να καθιστά στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 137 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση αποτελεσματικότητας εκτείνεται κατ’ ανάγκην τόσο στη δίωξη και στην επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις οι οποίες θίγουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα ή τη φήμη του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και στων οποίων την πρόληψη αποσκοπεί η οδηγία 2015/849, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 αυτής, όσο και στην εφαρμογή των ποινών που επιβάλλονται, καθόσον, ελλείψει αποτελεσματικής εκτέλεσής τους, οι κυρώσεις δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές και αποτρεπτικές. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να διασφαλίσει ότι η διαδικασία που εφαρμόζεται για τη δίωξη και την τιμωρία των παραβάσεων αυτών δεν είναι σχεδιασμένη με τρόπο ώστε να ενέχει, για εγγενείς της διαδικασίας αυτής λόγους, συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας για πράξεις που συνιστούν τέτοιες παραβάσεις (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψεις 192 και 193 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Ένα μέτρο, όμως, είναι αποτελεσματικό και αποτρεπτικό όταν παρακινεί τους εμπλεκόμενους φορείς να αποφεύγουν τις κυρώσεις και, σε περίπτωση επιβολής προστίμου, να το καταβάλλουν το συντομότερο δυνατόν (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2016, EL-EM‑2001, C‑501/14, EU:C:2016:777, σκέψη 47).

44      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία καθεμία από τις παραβάσεις συστηματικού χαρακτήρα οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, παρακινεί τους εμπλεκόμενους φορείς να αποφεύγουν τις κυρώσεις και αποτρέπει τον συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας, καθόσον μια τέτοια ρύθμιση ή πρακτική αποθαρρύνει τους εμπλεκόμενους φορείς που διέπραξαν μια τέτοια παράβαση από τη διάπραξη περισσότερων παραβάσεων. Επομένως, υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση ή πρακτική φαίνεται να είναι σύμφωνη με την αρχή της αποτελεσματικότητας.

–       Επί της αρχής της αναλογικότητας

45      Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα διοικητικά ή κατασταλτικά μέτρα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη σχετική νομοθεσία, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Ειδικότερα, η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να συνάδει προς τη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, ιδίως διασφαλίζοντας ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα, τηρουμένης της γενικής αρχής της αναλογικότητας (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψεις 99 και 100, και της 21ης Νοεμβρίου 2024, Еkоstroy, C‑61/23, EU:C:2024:974, σκέψεις 43 και 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας διέπει όχι μόνον τον καθορισμό των συστατικών στοιχείων της παράβασης, αλλά και τον ορισμό των κανόνων σχετικά με την αυστηρότητα των προστίμων και την εκτίμηση των στοιχείων που είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη για την επιμέτρηση των προστίμων (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Μολονότι εναπόκειται, εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο, ως αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, να κρίνει κατά πόσον οι απαιτήσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, είναι αρμόδιο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο, με βάση τη δικογραφία της υπόθεσης της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του έχουν υποβληθεί, χρήσιμα στοιχεία ώστε αυτό να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Εν προκειμένω, ο νόμος VIII‑275, με τον οποίον μεταφέρεται στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 2015/849, αποσκοπεί, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προς τούτο, το άρθρο 34, παράγραφος 2, του νόμου VIII‑275 ορίζει την έννοια της «συστηματικής παράβασης» του νόμου αυτού, το δε άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, προβλέπει το ύψος των προστίμων που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση που διαπιστωθεί τέτοια συστηματική παράβαση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, δυνάμει της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής, καθεμία από τις συστηματικές παραβάσεις του νόμου που διαπιστώνονται από την αρμόδια αρχή κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ποσού που προβλέπει η ρύθμιση αυτή.

49      Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση ή πρακτική είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι μια εθνική ρύθμιση είναι κατάλληλη προς επίτευξη του σκοπού του οποίου γίνεται επίκληση μόνον εφόσον υπηρετεί πράγματι τον σκοπό αυτόν κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση που ο σκοπός της εθνικής ρύθμισης είναι, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η εν λόγω ρύθμιση πρέπει να θεωρείται κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού πρόληψης εφόσον συμβάλλει στον περιορισμό του κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψεις 72 και 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Οι διατάξεις της οδηγίας 2015/849 αποβλέπουν, πάντως, στην καθιέρωση, σύμφωνα με μια προσέγγιση που βασίζεται στον κίνδυνο, ενός συνόλου προληπτικών και αποτρεπτικών μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προκειμένου να αποτραπεί, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας, το ενδεχόμενο ροές παράνομου χρήματος να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ένωσης και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψη 75).

51      Μεταξύ αυτών των προληπτικών και αποτρεπτικών μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κυρώσεις τουλάχιστον για τις παραβάσεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και να θεσπίζουν, για τον ως άνω σκοπό, τουλάχιστον τις κυρώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου. Οι διατάξεις αυτές μεταφέρθηκαν στο λιθουανικό δίκαιο με το άρθρο 34 και το άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου VIII‑275.

52      Προκύπτει, επομένως, ότι εθνική ρύθμιση ή πρακτική όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι κατάλληλη για τη διασφάλιση της επίτευξης των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει, οι οποίοι συνίστανται στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

53      Δεύτερον, όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής, διαπιστώνεται ότι αυτή καθεαυτήν η πρόβλεψη ότι καθεμία από τις συστηματικές παραβάσεις του νόμου VIII‑275 που διαπιστώνονται από την αρμόδια αρχή κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση ή πρακτική.

54      Πράγματι, για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι εμπλεκόμενοι φορείς που έχουν διαπράξει παράβαση του νόμου του νόμου VIII‑275 θα πρέπει να αποτρέπονται από τη διάπραξη περαιτέρω παραβάσεων του νόμου αυτού στο μέλλον. Προς τούτο, όμως, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, όταν διαπιστώνονται πλείονες παραβάσεις του νόμου αυτού κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου, στους φορείς αυτούς μπορεί να επιβληθεί είτε βαρύτερη κύρωση απ’ ό,τι για μία και μόνη παράβαση είτε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης, χωριστή κύρωση για καθεμία από τις διαπραχθείσες παραβάσεις.

55      Μολονότι μια χρηματική κύρωση φαίνεται να είναι λιγότερο περιοριστική από την ανάκληση ή την αναστολή της άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849 (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023 Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψη 90), εναπόκειται παρά ταύτα στο αιτούν δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου από την αρμόδια αρχή διαπιστώνονται πλείονες συστηματικές παραβάσεις, ο καθορισμός, σύμφωνα με την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία ή πρακτική, του ποσού του προστίμου για καθεμία από τις παραβάσεις αυτές λαμβανομένου υπόψη του ίδιου ελάχιστου ποσού και του ίδιου ανώτατου ποσού που ισχύει σε περίπτωση ενιαίας συστηματικής παράβασης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών μέτρο.

56      Πράγματι, η δυνατότητα σώρευσης προστίμων, καθένα από τα οποία δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από το κατώτατο ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου VIII‑275, με μόνο όριο το ανώτατο ποσό που προβλέπει η διάταξη αυτή πολλαπλασιασμένο με τον αριθμό των επιβληθέντων προστίμων, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, σε μια τέτοια περίπτωση, την επιβολή χρηματικών κυρώσεων σημαντικού ύψους, δυνάμενων να ανέλθουν σε πολλά εκατομμύρια ευρώ.

57      Μολονότι, εξεταζόμενα μεμονωμένα, τα χαρακτηριστικά αυτά του υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται ως κύρωση για πλείονες συστηματικές παραβάσεις, διαπιστωθείσες κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου, δεν υπερβαίνουν κατ’ ανάγκην τα όρια του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση ή πρακτική, εντούτοις, ο συνδυασμός των χαρακτηριστικών αυτών, ιδίως η δυνατότητα σώρευσης των προστίμων, τα οποία δεν μπορούν να είναι χαμηλότερα από ένα προκαθορισμένο ποσό, με μόνο όριο το ποσό που αντιστοιχεί στο πολλαπλάσιο του προβλεπόμενου για καθένα από τα πρόστιμα αυτά ανώτατου ποσού, μπορεί να αντιβαίνει στην απαίτηση αυτή [πρβλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Maksimovic κ.λπ., C‑64/18, C‑140/18, C‑146/18 και C‑148/18, EU:C:2019:723, σκέψεις 42, 47 και 48, και της 8ης Μαρτίου 2022, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld (Άμεσο αποτέλεσμα), C‑205/20, EU:C:2022:168, σκέψεις 40 και 41].

58      Τούτων δοθέντων, από το άρθρο 433, παράγραφος 10, του νόμου για την Τράπεζα της Λιθουανίας προκύπτει ότι το ποσό του προστίμου μειώνεται ή αυξάνεται, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί ο αναλογικός χαρακτήρας της κύρωσης. Επομένως, φαίνεται ότι η Τράπεζα της Λιθουανίας διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο της παρέχει τη δυνατότητα να καθορίζει τις χρηματικές κυρώσεις κατά τρόπον ώστε αυτές να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πράγμα το οποίο εναπόκειται πάντως στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

59      Τρίτον, όσον αφορά την αντιστοιχία των κυρώσεων με τη σοβαρότητα των παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί, υπενθυμίζεται ότι, όταν η εθνική ρύθμιση προβλέπει σώρευση κυρώσεων, όπως είναι η σώρευση πλειόνων χρηματικών κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι η αυστηρότητα του συνόλου των επιβαλλόμενων κυρώσεων δεν υπερβαίνει τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης, ειδάλλως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή επιτάσσει, άλλωστε, να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της κύρωσης, οι επιμέρους περιστάσεις της [πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2023, G. ST. T. (Αναλογικότητα της ποινής σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος σε σήμα), C‑655/21, EU:C:2023:791, σκέψεις 66 και 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

60      Για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιήσουν τον νομικό χαρακτηρισμό σε σχέση με τον νομικό χαρακτηρισμό που περιέχεται στην πράξη της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, δυνατότητα η οποία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή λιγότερο αυστηρής κύρωσης, και η δυνατότητα προσαρμογής της κύρωσης σε σχέση με τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης [πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2023, G. ST. T. (Αναλογικότητα της ποινής σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος σε σήμα), C‑655/21, EU:C:2023:791, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

61      Εν προκειμένω, αφενός, το άρθρο 3, παράγραφοι 7 και 10, του νόμου για την Τράπεζα της Λιθουανίας προβλέπει ότι, κατά τον καθορισμό της κύρωσης και του ύψους του προστίμου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις εκάστης περίπτωσης καθώς και η ανάγκη διασφάλισης της αναλογικότητας των κυρώσεων και, αφετέρου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 14 της παρούσας απόφασης, η Τράπεζα της Λιθουανίας έλαβε υπόψη τις περιστάσεις αυτές μειώνοντας το βασικό ποσό των επίμαχων στην κύρια δίκη προστίμων για τον λόγο ότι ήταν δυσανάλογα σε σχέση με τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα του M.

62      Εξάλλου, το άρθρο 59, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2015/849 δεν θεσπίζει ανώτατο όριο, αλλά κατώτατο όριο όσον αφορά την ανώτατη χρηματική κύρωση που τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν. Εναπόκειται, πάντως, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η αυστηρότητα του συνόλου των κυρώσεων που επιβλήθηκαν εν προκειμένω στο Μ δεν υπερβαίνει τη σοβαρότητα των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν.

63      Μολονότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση ή πρακτική φαίνεται να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, εναπόκειται, παρά ταύτα, στο αιτούν δικαστήριο να βεβαιωθεί, εν προκειμένω, αφενός, ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Τράπεζα της Λιθουανίας στο M δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και, αφετέρου, ότι η αυστηρότητα των κυρώσεων αυτών συνάδει προς τη σοβαρότητα των παραβάσεων για τις οποίες επιβλήθηκαν.

–       Επί της αρχής ne bis in idem

64      Όσον αφορά την αρχή ne bis in idem, της οποίας τη δυνατότητα εφαρμογής πρέπει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2023, Volkswagen Group Italia και Volkswagen Aktiengesellschaft, C‑27/22, EU:C:2023:663, σκέψη 46), υπενθυμίζεται ότι η αρχή αυτή απαγορεύει τη σώρευση είτε διώξεων είτε κυρώσεων ποινικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά του ίδιου προσώπου. Η εφαρμογή της εν λόγω αρχής εξαρτάται από μια διττή προϋπόθεση, ήτοι, αφενός, ότι υπάρχει προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση (προϋπόθεση «bis») και, αφετέρου, ότι η προγενέστερη απόφαση και οι μεταγενέστερες διώξεις ή αποφάσεις αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά (προϋπόθεση «idem») (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Craiova, C‑117/22, EU:C:2024:70, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Όσον αφορά την προϋπόθεση «bis», για να μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο έχει αποτελέσει αντικείμενο «αμετάκλητης ποινικής απόφασης» για τις πράξεις που του προσάπτονται, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει, αφενός, η ποινική αξίωση της πολιτείας να έχει εξαλειφθεί αμετάκλητα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και, αφετέρου, η απόφαση αυτή να έχει εκδοθεί κατόπιν επί της ουσίας εκτίμησης της οικείας υπόθεσης (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Craiova, C‑58/22, EU:C:2024:70, σκέψεις 48 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66      Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το άρθρο 50 του Χάρτη αφορά όχι μόνον τις διώξεις και τις κυρώσεις που χαρακτηρίζονται ως «ποινικές» από το εθνικό δίκαιο, αλλά και –ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους στο εθνικό δίκαιο– τις διώξεις και τις κυρώσεις οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως έχουσες ποινικό χαρακτήρα λόγω της ίδιας της φύσης της παράβασης ή του βαθμού αυστηρότητας της κύρωσης που ενδέχεται να επιβληθεί στον παραβάτη (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2025, Engie România, C‑205/23, EU:C:2025:43, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

67      Όσον αφορά την προϋπόθεση «idem», υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κρίσιμο κριτήριο για να εκτιμηθεί η ύπαρξη μίας και της αυτής παράβασης, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, είναι το κριτήριο της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια της ύπαρξης ενός συνόλου συγκεκριμένων περιστάσεων οι οποίες συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αμετάκλητη απαλλαγή ή καταδίκη του ενδιαφερομένου. Επομένως, το άρθρο 50 απαγορεύει την επιβολή, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, πλειόνων κυρώσεων ποινικού χαρακτήρα κατά το πέρας των διαφόρων διαδικασιών οι οποίες κινούνται για τον σκοπό αυτόν (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Craiova, C‑58/22, EU:C:2024:70, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αντιθέτως, η αρχή ne bis in idem δεν έχει εφαρμογή όταν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν είναι τα ίδια, αλλά απλώς παρόμοια (απόφαση της 22ας Μαρτίου 2022, bpost, C‑117/20, EU:C:2022:202, σκέψη 36).

68      Για να καθορίσουν αν υφίσταται ένα τέτοιο σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να εξετάσουν αν τα πραγματικά περιστατικά των δύο διαδικασιών συνιστούν ένα σύνολο περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, κατά τόπο και κατ’ αντικείμενο (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2023, Bezirkshauptmannschaft Feldkirch, C‑55/22, EU:C:2023:670, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Εν προκειμένω, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το M, η δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί παραβίαση της αρχής ne bis in idem. Μολονότι, βεβαίως, δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη πρόστιμα έχουν ποινικό χαρακτήρα λόγω του βαθμού της αυστηρότητάς τους, δεδομένου ότι το άρθρο 58, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/849 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, εντούτοις διαπιστώνεται, αφενός, ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι στο M επιβλήθηκαν πρόστιμα με αμετάκλητη απόφαση προγενέστερη της επίδικης για περιστατικά πανομοιότυπα με εκείνα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόφασης αυτής. Αφετέρου, οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν με την επίδικη απόφαση αφορούσαν την παραβίαση διαφόρων διατάξεων του νόμου VIII‑275 και των οδηγιών προς τους δραστηριοποιούμενους στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσον αφορά την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και/ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και, ως εκ τούτου, πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι απλώς παρόμοια, και όχι πανομοιότυπα.

70      Από τη νομολογία προκύπτει ότι η αρχή ne bis in idem δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση κατά την οποία έχουν επιβληθεί από την ίδια αρχή με μία και μόνη απόφαση κυρώσεις που αφορούν πλείονες παραβάσεις διαφόρων διατάξεων του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν το δίκαιο της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη (πρβλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, Marine Harvest κατά Επιτροπής, C‑10/18, EU:C:2020:149, σκέψη 78).

71      Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 59 της οδηγίας 2015/849 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία καθεμία από τις «συστηματικές παραβάσεις» των διαλαμβανόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού απαιτήσεων οι οποίες διαπιστώνονται από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει του ανώτατου ποσού της χρηματικής κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί δυνάμει της εν λόγω εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

72      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

73      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 59 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία καθεμία από τις «συστηματικές παραβάσεις» των διαλαμβανόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού απαιτήσεων οι οποίες διαπιστώνονται από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ελέγχου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «διακριτή συστηματική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει του ανώτατου ποσού της χρηματικής κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί δυνάμει της εν λόγω εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας.