Αποτελέσματα live αναζήτησης

Αρχική › Φορολογικό Αρχείο › Ασφαλιστικά (e-ΕΦΚΑ - Τ.Ε.Κ.Α.)

Σχέδιο Νόμου - Ανάλυση συνεπειών ρύθμισης

Αναμόρφωση επαγγελματικής ασφάλισης, εξορθολογισμός ασφαλιστικής νομοθεσίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, σύστημα διορισμού και προσλήψεων των εκπαιδευτικών της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης και λοιπές διατάξεις

Σχέδιο Νόμου - Ανάλυση συνεπειών ρύθμισης
Αναμόρφωση επαγγελματικής ασφάλισης, εξορθολογισμός ασφαλιστικής νομοθεσίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, σύστημα διορισμού και προσλήψεων των εκπαιδευτικών της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης και λοιπές διατάξεις

ΚΕΙΜΕΝΟ ΥΠΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

Σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
«Αναμόρφωση επαγγελματικής ασφάλισης, εξορθολογισμός ασφαλιστικής νομοθεσίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, σύστημα διορισμού και προσλήψεων των εκπαιδευτικών της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης και λοιπές διατάξεις»

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΕΝΟΤΗΤΑ Α'
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑΜΕΙΩΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ

ΜΕΡΟΣ Α'
ΙΔΡΥΣΗ -ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2341/2016 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 14ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ (ΙΕΣΠ) ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

Άρθρο 2

Αντικείμενο

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής (άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 4

Ορισμοί (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 5

Χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας

Άρθρο 6

Σύσταση - Ίδρυση - Σκοπός - Δραστηριότητες - Μητρώο Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (άρθρα 7, 8, 8 και 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 7

Έγκριση προσχώρησης επιχείρησης

Άρθρο 8

Διαδικασία και όροι χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 )

Άρθρο 9

Τύπος και ελάχιστο περιεχόμενο καταστατικού

Άρθρο 10

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων

Άρθρο 11

Διασυνοριακές δραστηριότητες και διαδικασίες - Χρηματοδότηση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών άλλων κρατών μελών (Άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 12

Μεταβιβάσεις προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 12 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΣΚΟΠΟΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 13

Ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης συνταξιοδοτικής παροχής

Άρθρο 14

Υποχρέωση και προθεσμία καταβολής εισφορών

Άρθρο 15

Δικαιώματα μελών και διαγραφή από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 16

Γενικές αρχές για τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται στα υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους (άρθρο 36 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 17

Γενικές πληροφορίες για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 37 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 18

Γενικές διατάξεις για τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών και τις συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 38 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 19

Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 39 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 20

Συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 40 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 21

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα υποψήφια μέλη (άρθρο 41 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 22

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα μέλη κατά την προσυνταξιοδοτική φάση (άρθρο 42 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 23

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους δικαιούχους κατά τη φάση πληρωμής (άρθρο 43 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 24

Πρόσθετες πληροφορίες που παρέχονται κατόπιν αιτήσεως σε μέλη και δικαιούχους (άρθρο 44 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΟΡΓΑΝΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Άρθρο 25

Διοικητικό Συμβούλιο - Ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 20 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 26

Εποπτικό Συμβούλιο

Άρθρο 27

Εξωτερική ανάθεση (άρθρο 31 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 28

Διαχείριση επενδύσεων (άρθρο 32 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 29

Ορισμός θεματοφύλακα (άρθρο 33 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 30

Φύλαξη περιουσιακών στοιχείων και ευθύνη του θεματοφύλακα (άρθρο 34 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 31

Καθήκοντα επίβλεψης (άρθρο 35 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 32

Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης (άρθρο 21 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 33

Απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας (άρθρο 22 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 34

Πολιτική αποδοχών (άρθρο 23 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 35

Διαχείριση καταγγελιών

Άρθρο 36

Σύγκρουση Συμφερόντων- Πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων

Άρθρο 37

Γενικές διατάξεις βασικών λειτουργιών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 38

Διαχείριση κινδύνων (άρθρο 25 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 39

Λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (άρθρο 26 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 40

Αναλογιστική λειτουργία (άρθρο 27 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 41

Ιδία αξιολόγηση κινδύνων (άρθρο 28 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 42

Ετήσιοι λογαριασμοί και ετήσιες εκθέσεις (άρθρο 29 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 43

Υποχρεώσεις των εξωτερικών εμπειρογνωμόνων και των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των Τ.Ε.Α. - Καθήκοντα Ελεγκτών

Άρθρο 44

Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ - ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ - ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 45

Τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 13 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 46

Κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων (άρθρο 14 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 47

Ίδια κεφάλαια για εποπτικούς σκοπούς (άρθρο 15 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 48

Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας (άρθρο 16 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 49

Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για συνταξιοδοτικές παροχές καθώς και για συμπληρωματικές παροχές που χορηγούνται λόγω θανάτου από οποιαδήποτε αιτία (άρθρο 17 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 50

Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για πρόσθετες παροχές που παρέχονται συμπληρωματικά προς τις συνταξιοδοτικές παροχές και καλύπτουν τους ασφαλιστικούς κινδύνους της ανικανότητας για εργασία, αναπηρίας, ασθένειας ή ατυχήματος, θανάτου συνεπεία ατυχήματος και διακοπής της εργασίας (άρθρο 18 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 51

Επενδυτικοί κανόνες (άρθρο 19 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Z'
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΑΡΧΗΣ

Άρθρο 52

Κύριος σκοπός της εποπτείας (άρθρο 45 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 53

Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας (άρθρο 46 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 54

Γενικές αρχές εποπτείας (άρθρο 47 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 55

Εξουσίες παρέμβασης και καθήκοντα της Αρμόδιας Αρχής (άρθρο 48 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 56

Διοικητικές κυρώσεις

Άρθρο 57

Ποινικές κυρώσεις

Άρθρο 58

Διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (άρθρο 49 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 59

Πληροφορίες που παρέχονται στην Αρμόδια Αρχή (άρθρο 50 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 60

Διαφάνεια και λογοδοσία (άρθρο 51 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ H'
ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ, ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 61

Λήψη μέτρων εξυγίανσης

Άρθρο 62

Προϋποθέσεις ενεργοποίησης των μέτρων εξυγίανσης

Άρθρο 63

Διαδικασία ορισμού Διαχειριστή

Άρθρο 64

Καθήκοντα του Διαχειριστή

Άρθρο 65

Λήξη θητείας ή παύση Διαχειριστή

Άρθρο 66

Τερματισμός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών

Άρθρο 67

Αναστολή δραστηριοτήτων Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 68

Υποχρεωτική μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών

Άρθρο 69

Αναστολή πληρωμών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 70

Δημοσίευση των αποφάσεων περί μέτρων εξυγίανσης

Άρθρο 71

Θέση σε εκκαθάριση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών

Άρθρο 72

Ανάκληση άδειας Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 73

Συνέπειες ανάκλησης άδειας και εκκαθάριση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 74

Ειδικά θέματα εκκαθάρισης Τ.Ε.Α.

Άρθρο 75

Διαδικασία εκκαθάρισης

Άρθρο 76

Προνομιακή μεταχείριση προγραμμάτων του υπό εκκαθάριση Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης

Άρθρο 77

Αναστολή εκτέλεσης

Άρθρο 78

Περάτωση και λήξη εκκαθάρισης Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 79

Επαγγελματικό απόρρητο (άρθρο 52 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 80

Χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 52 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 81

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών (άρθρα 55, 56, 57 και 58 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 82

Εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως (άρθρο 59 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 83

Συνεργασία μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (άρθρο 60 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 84

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 61 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Άρθρο 85

Αρμόδιες αρχές-Τροποποίηση περ. γ' παρ. 1 και περ. γ' παρ. 2 άρθρου 48 ν. 5042/2023

Άρθρο 86

Αρμόδια αρχή παρακολούθησης συμμόρφωσης-Τροποποίηση άρθρου 99 ν. 4209/2013

Άρθρο 87

Κυρώσεις Τράπεζας της Ελλάδος-Τροποποίηση άρθρου 103 ν. 4209/2013

Άρθρο 88

Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402-Τροποποίηση περ. α' και β' παρ. 1 άρθρου 69 ν. 4706/2020

Άρθρο 89

Ρυθμίσεις περιπτώσεων μεταφοράς σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής ασφάλισης-Τροποποίηση άρθρου 7 ν. 4575/2018

Άρθρο 90

Αρμόδιες αρχές και συνεργασία μεταξύ αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365-Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 100 ν. 4514/2018

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 91

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

ΜΕΡΟΣ Β'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡ. 20 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ Ν. 3029/2002

Άρθρο 92

Σκοπός

Άρθρο 93

Αντικείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 94

Λειτουργία ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης

Άρθρο 95

Εφαρμοστέες διατάξεις για τα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης

Άρθρο 96

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε μέλη και δικαιούχους

Άρθρο 97

Διαδικασία τροποποίησης καταστατικού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ

Άρθρο 98

Λειτουργία αλληλοβοηθητικών Ταμείων

Άρθρο 99

Διακυβέρνηση και όροι λειτουργίας

Άρθρο 100

Δυνατότητα λειτουργίας των Ταμείων ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Άρθρο 101

Εποπτεία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 102

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

ΜΕΡΟΣ Γ'
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ

Άρθρο 103

Σκοπός

Άρθρο 104

Αντικείμενο

Άρθρο 105

Ανώτατο ποσό εισφορών και ασφαλίστρων

Άρθρο 106

Απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις -Τροποποίηση άρθρου 14 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Άρθρο 107

Φορολογική μεταχείριση παροχών ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικών Ταμείων - Τροποποίηση άρθρου 15 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Άρθρο 108

Παρακράτηση φόρου επί ασφαλίσματος στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 62 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Άρθρο 109

Συντελεστές παρακράτησης φόρου επί ασφαλίσματος στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 64 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

ΜΕΡΟΣ Δ'
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110

Μεταβατικές Διατάξεις

Άρθρο 111

Καταργούμενες διατάξεις

ΕΝΟΤΗΤΑ Β ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 112

Σκοπός

Άρθρο 113

Αντικείμενο

ΜΕΡΟΣ Β'

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ- ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 114

Κίνητρα απασχόλησης συνταξιούχων - Αντικατάσταση άρθρου 20 ν.4387/2016

Άρθρο 115

Αύξηση ορίου οφειλών συνταξιοδότησης - Προσθήκη παρ. 5, 6, 7 στο άρθρο 61 ν. 3863/2010

Άρθρο 116

Ενοποίηση της απονομής επικουρικών συντάξεων - Προσθήκη άρθρου 96Α στον ν. 4387/2016

Άρθρο 117

Επιτάχυνση της απονομής επικουρικών συντάξεων - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 48 και παρ. 1 άρθρου 49 ν. 4921/2022

Άρθρο 118

Ενοποίηση διατάξεων υπολογισμού επικουρικής σύνταξης - Προσθήκη περ. γ) στην παρ. 5 άρθρου 42 ν.4052/2012

Άρθρο 119

Σύνταξη λόγω θανάτου σε προστατευόμενα δικαιοδόχα τέκνα-Τροποποίηση περ. Β παρ. 1 και υποπερ. γ) της περ. Α της παρ. 4 άρθρου 12 ν.4387/2016

Άρθρο 120

Χορήγηση επικουρικής σύνταξης π. Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων - Τροποποίηση άρθρου 13 ν. 2556/1997

Άρθρο 121

Προϋποθέσεις ασφαλιστικού δεσμού μειωμένης σύνταξης για το έτος 2020

Άρθρο 122

Εφάπαξ κληρικών-Προσθήκη περ. ε) στην παρ. 3 άρθρου 35 ν. 4387/2016

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 123

Προστασία των συντάξεων από τον πληθωρισμό του έτους 2024

Άρθρο 124

Υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων-Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 33 ν. 4368/2016

Άρθρο 125

Ασφάλιση ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων δυναμικότητας έως δέκα δωματίων Τροποποίηση περ. β) παρ. 7 άρθρου 39, προσθήκη περ. ε) στην παρ. 5 άρθρου 40, τροποποίηση περ. β) παρ. 1 άρθρου 36 ν. 4387/2016

Άρθρο 126

Ασφάλιση φοιτητών κατά την πρακτική άσκηση - Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 69 ν. 4957/2022

Άρθρο 127

Διακοπή ασφάλισης λόγω θέσης εταιρείας σε καθεστώς εκκαθάρισης

Άρθρο 128

Ασφαλιστέες αποδοχές Προέδρων Δημοτικών συμβουλίων-Τροποποίηση περ. γ παρ. 1 άρθρου 22 ν. 4488/2017

Άρθρο 129

Τακτοποίηση χρόνου υπηρεσίας και ασφάλισης υπαλλήλων Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου

Άρθρο 130

Ασφαλιστική εισφορά για τους ασφαλισμένους έμμισθους δικηγόρους, μισθωτούς μηχανικούς και υγειονομικούς των οικείων τομέων του κλάδου προνοίας του πρώην Ε.Τ.Α.Α. εφάπαξ για τα έτη 2017 και 2018 -Τροποποίηση περ. β παρ. 2 άρθρου 35 ν.4387/2016

Άρθρο 131

Κατάργηση προθεσμίας υποβολής αίτησης για την εφαρμογή της παρ. 44 άρθρου 66 του ν. 4646/2019 - Τροποποίηση παρ. 44 άρθρου 66 ν. 4646/2019

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 132

Επιβολή κυρώσεων για την υποδηλωμένη εργασία από τους ελεγκτές των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ -Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 80 ν. 4144/2013

Άρθρο 133

Αναστολή αύξησης επιτοκίου οφειλών προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης - Τροποποίηση άρθρου 34 ν.5006/2022

Άρθρο 134

Διαδικασία λήξης ασφάλισης μη μισθωτών στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης - Τροποποίηση άρθρου 39Α ν. 4387/2016

Άρθρο 135

Παράταση προθεσμίας κατάρτισης ισολογισμών - Τροποποίηση άρθρου 70 ν. 4387/2016

Άρθρο 136

Ανανέωση εξουσιοδότησης για ενιαίους κανονισμούς του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης-Τροποποίηση άρθρου 49 ν. 4670/2020

Άρθρο 137

Επιβράβευση κλιμακίων εκκαθάρισης συντάξεων για το έτος 2023 -Τροποποίηση παρ. 11 άρθρου 21 ν. 4354/2015

Άρθρο 138

Αποζημίωση ελεγκτικών οργάνων των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης του e- ΕΦΚΑ - Τροποποίηση παρ. Δ άρθρου 2 ν. 4336/2015 και παρ. 1άρθρου 40 ν. 4647/2019

Άρθρο 139

Δυνατότητα παράτασης της παραμονής στην υπηρεσία των Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 140

Ασφαλιστέα πρόσωπα στο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης - Τροποποίηση άρθρου 6 ν. 4826/2021

Άρθρο 141

Προαιρετική υπαγωγή στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ -Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 37 ν.4052/2012

Άρθρο 142

Ρυθμίσεις ζητημάτων στελέχωσης του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) - Τροποποίηση παρ. 3 και 6 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 39 του ν. 4826/2021

Άρθρο 143

Παράταση της διάρκειας λειτουργίας της Μονάδας Υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης - Τροποποίηση παρ. 11 άρθρου 69 ν. 4826/2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Άρθρο 144

Καταβολή δικαιώματος εγγραφής υπέρ Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων - Τροποποίηση άρθρου 25 π.δ. 422/1981

Άρθρο 145

Διαλειτουργικότητα του Δημοσίου κατά την απονομή μερισμάτων από το Μετοχικό Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων - Τροποποίηση άρθρου 17 ν. 4670/2020

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ': ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ (ΝΑΤ)

Άρθρο 146

Σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου -Τροποποίηση άρθρου 30 ν. 4892/2022

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΚΩΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Άρθρο 147

Επέκταση ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης σε όλες τις μισθωτές του e-ΕΦΚΑ - Τροποποίηση άρθρου 228 π.δ. 80/2022

Άρθρο 148

Θέσπιση ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας για ελεύθερες επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενες και αγρότισσες

Άρθρο 149

Προπληρωμένη κάρτα πληρωμής επιδομάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΔΑ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 150

Ρυθμίσεις για την εύρυθμη λειτουργία της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικών Υποθέσεων -Τροποποίηση παρ. 9 και παρ. 11 και προσθήκη παρ. 6Α στο άρθρο 80 του ν.4826/2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ': ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ - ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 151

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Άρθρο 152

Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 153

Καταργούμενες διατάξεις

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ:
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.) ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ Δ.ΥΠ.Α.

ΜΕΡΟΣ A' ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 154

Σκοπός

Άρθρο 155

Αντικείμενο

ΜΕΡΟΣ Β' ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Άρθρο 156

Επιλογή εκπαιδευτικών της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης με σειρά προτεραιότητας

Άρθρο 157

Προκήρυξη - τυπικά προσόντα υποψηφίων - κριτήρια επιλογής

Άρθρο 158

Υποβολή αιτήσεων συμμετοχής και απαιτούμενων δικαιολογητικών

Άρθρο 159

Κριτήρια Κατάταξης

Άρθρο 160

Όργανο επιλογής και αρχικοί προσωρινοί πίνακες κατάταξης

Άρθρο 161

Διενέργεια ατομικής δομημένης συνέντευξης

Άρθρο 162

Κατάρτιση τελικών προσωρινών και οριστικών πινάκων κατάταξης -Ενστάσεις

Άρθρο 163

Αποκλεισμός από τη διαδικασία επιλογής

Άρθρο 164

Διορισμός/πρόσληψη εκπαιδευτικών

Άρθρο 165

Θέματα Υπηρεσιακής Κατάστασης Εκπαιδευτικών Δ.ΥΠ.Α.

Άρθρο 166

Μητρώο προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α.

Άρθρο 167

Λόγοι απένταξης από το Μητρώο και λόγοι προσωρινού αποκλεισμού από την πρόσληψη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 168

Ρυθμίσεις για τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. -Τροποποίηση άρθρων 9, 11Α, 15, προσθήκη άρθρου 11Β στον ν. 4763/2020

Άρθρο 169

Αρμοδιότητα ελέγχου των προγραμμάτων μάθησης σε εργασιακό χώρο

Άρθρο 170

Καταχώρηση των συμμετεχόντων στο Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας και στο Πρόγραμμα «Προεργασία» στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ» - Προσθήκη περ. η) στην παρ. 5 άρθρου 79 ν. 4808/2021

Άρθρο 171

Καταβολή συμπληρωματικής παροχής μητρότητας - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 4 π.δ. 776/1977

Άρθρο 172

Ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για επιδότηση ανεργίας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 27 ν.δ. 2961/1954

Άρθρο 173

Εισοδηματικές προϋποθέσεις για παροχές προς ανέργους και αναζητούντες εργασία - Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 4921/2022

Άρθρο 174

Εξαιρέσεις στο δηλούμενο εισόδημα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 235 του ν. 4389/2016

Άρθρο 175

Ρυθμίσεις για τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης

Άρθρο 176

Ακατάσχετο και αφορολόγητο κοινωνικοασφαλιστικών παροχών Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης- Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 67 ν. 4756/2020

Άρθρο 177

Ρύθμιση ανεξόφλητων οικονομικών αξιώσεων - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 87 ν. 4706/2020

Άρθρο 178

Σποραδική απασχόληση τακτικώς επιδοτούμενων ανέργων

Άρθρο 179

Κατάταξη - Εκπαίδευση Αξιωματικών ειδικότητας Ιατρών Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 3 ν. 3079/2002

ΜΕΡΟΣ Γ'
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 180

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Άρθρο 181

Καταργούμενες διατάξεις

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ'
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 182

Έναρξη ισχύος

 

ΕΝΟΤΗΤΑ Α'
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑΜΕΙΩΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ

ΜΕΡΟΣ Α'
ΙΔΡΥΣΗ -ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2341/2016 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 14ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ (ΙΕΣΠ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η συνολική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες να αναπτυχθεί περαιτέρω ο δεύτερος πυλώνας ασφαλιστικής προστασίας, να ενισχυθεί το εισόδημα των μελλοντικών συνταξιούχων με συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές παροχές, και ταυτόχρονα να καλλιεργηθεί η κουλτούρα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης στους ασφαλισμένους, προς όφελος των ιδίων και, συνολικά, της εθνικής οικονομίας.

Άρθρο 2
Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η ενοποίηση και η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση, τη λειτουργία και την εποπτεία των δραστηριοτήτων των φορέων προαιρετικής επαγγελματικής ασφάλισης, η οποία αφορά ιδιαίτερα στην ασφάλιση βιομετρικών κινδύνων, όπως του γήρατος, της αναπηρίας, του θανάτου και της ασθένειας και η ανάθεση των σχετικών εποπτικών αρμοδιοτήτων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής (άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται:

α) σε Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.) με έδρα στην Ελλάδα, καλούμενα εφεξής «Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης», και

β) σε Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.) με έδρα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά στην Ελλάδα, κατά το άρθρο 13, καλούμενα εφεξής «Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους».

2. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται:

α) με την επιφύλαξη της περ. β), σε ιδρύματα - φορείς της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης,

β) στα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που ιδρύθηκαν δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α'41) και λειτουργούν σε υποκατάσταση της υποχρεωτικής εκ του νόμου επικουρικής ασφάλισης, για τα οποία ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Α' του Μέρους Β',

γ) σε επιχειρήσεις επενδύσεων, σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α'14), οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας για διαχείριση χαρτοφυλακίων, σε εταιρείες διαχείρισης σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α'250), σε Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου (Α.Ε.Ε.Μ.Κ.) σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου, σε Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.) σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α' 253), σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ν. 4364/2016 (Α'13) και σε πιστωτικά ιδρύματα του ν. 4261/2014 (Α'107), δ) σε ιδρύματα που λειτουργούν σε διανεμητική βάση,

ε) σε ιδρύματα όπου οι υπάλληλοι της χρηματοδοτούσας επιχείρησης δεν έχουν εκ του νόμου δικαιώματα στα οφέλη και όπου η χρηματοδοτούσα επιχείρηση μπορεί να αποδεσμεύσει σε οποιαδήποτε στιγμή τα περιουσιακά στοιχεία και να μην ανταποκριθεί κατ' ανάγκη στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών, στ) στις επιχειρήσεις που παρέχουν συνταξιοδοτικές παροχές στους υπαλλήλους τους μέσα από προγράμματα παροχών για τη λειτουργία των οποίων σχηματίζονται σχετικές προβλέψεις στον ισολογισμό.

3. Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.) άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παρέχουν επίσης προγράμματα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης συνδεόμενα με την εργασία, τα οποία θεωρούνται ως συστήματα κοινωνικής ασφάλισης διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους όσον αφορά στις μη υποχρεωτικές δραστηριότητές τους στον τομέα της επαγγελματικής συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του παθητικού και τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού που αφορούν στις δραστηριότητες αυτές τηρούνται χωριστά σε αυτοτελείς λογαριασμούς και δεν είναι δυνατή η μεταφορά των στοιχείων αυτών στα συστήματα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τα οποία θεωρούνται ως συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ή αντιστρόφως.

Άρθρο 4
Ορισμοί (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους νοούνται ως:

1. α) «Ίδρυμα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών» (εφεξής Ι.Ε.Σ.Π.): το ίδρυμα το οποίο λειτουργεί, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, σε κεφαλαιοποιητική βάση και ιδρύεται ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση

με στόχο να χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, με βάση μονομερή δικαιοπραξία ή σύμβαση, η οποία έχει συναφθεί: αα) μεταξύ ενός εργοδότη ή περισσοτέρων εργοδοτών ή και εργαζομένων ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους, ή

αβ) μεταξύ ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών ή των επαγγελματικών τους οργανώσεων, κατά το δίκαιο του κράτους - μέλους καταγωγής και του κράτους - μέλους υποδοχής και το οποίο αναπτύσσει δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον ανωτέρω στόχο. β) «Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης» (εφεξής Τ.Ε.Α.): Ι.Ε.Σ.Π., τα οποία αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και ιδρύονται σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος ή έχουν ήδη ιδρυθεί και αδειοδοτηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3029/2002 (Α'160).

2. «Πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών»: η σύμβαση, περιλαμβανομένης της συλλογικής, η συμφωνία και οι κανόνες που καθορίζουν ποιες συνταξιοδοτικές παροχές χορηγούνται και υπό ποιους όρους.

3. «Χρηματοδοτούσα επιχείρηση»: οποιαδήποτε επιχείρηση, ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως αν περιλαμβάνει ή απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, η οποία ενεργεί υπό την ιδιότητα εργοδότη, αγρότη ή ελεύθερου επαγγελματία ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών, και προσφέρει πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών ή καταβάλλει εισφορές σε Ι.Ε.Σ.Π..

4. «Συνταξιοδοτικές παροχές»: οι παροχές που καταβάλλονται με γνώμονα τη συνταξιοδότηση ή την αναμονή για τη συνταξιοδότηση, καθώς και οι παροχές που καταβάλλονται υπό μορφή πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας, ή παύσης της απασχόλησης, ή υπό μορφή καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου, μόνον εφόσον παρέχονται συμπληρωματικά επ' αυτών (συμπληρωματικές παροχές).

5. «Μέλος»: το φυσικό πρόσωπο, εκτός του δικαιούχου ή του υποψήφιου μέλους, του οποίου οι παρελθούσες ή τρέχουσες επαγγελματικές δραστηριότητες συνιστούν προϋπόθεση θεμελίωσης δικαιώματος σε συνταξιοδοτικές παροχές σύμφωνα με τις προβλέψεις προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών.

6. «Δικαιούχος»: το φυσικό πρόσωπο το οποίο λαμβάνει συνταξιοδοτικές παροχές.

7. «Υποψήφιο μέλος»: το φυσικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί σε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών.

8. «Αρμόδια αρχή»: η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται από την 1η.1.2025 το έργο της εποπτείας των Τ.Ε.Α., βάσει του παρόντος Μέρους και του Καταστατικού της. Για τα άλλα κράτη μέλη, αρμόδια αρχή είναι η εθνική αρχή, η οποία έχει οριστεί ως αρμόδια για την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (L 354).

Οι αρμοδιότητες εποπτείας των Τ.Ε.Α. και τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν Μέρος ασκούνται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με το Καταστατικό της.

9. «Βιομετρικοί κίνδυνοι»: οι κίνδυνοι που συνδέονται με θάνατο, ανικανότητα και μακροζωία.

10. «Έδρα»: ο τόπος εγκατάστασης του κύριου διοικητικού καταστήματος του Τ.Ε.Α., ως τέτοιου περαιτέρω νοουμένου του τόπου στον οποίο λαμβάνονται οι κύριες στρατηγικές αποφάσεις του.

11. «Κράτος - μέλος καταγωγής»: το κράτος - μέλος στο οποίο έχει καταχωριστεί ή αδειοδοτηθεί το Ι.Ε.Σ.Π. και στο οποίο βρίσκεται η έδρα του.

12. «Κράτος - μέλος υποδοχής»: το κράτος - μέλος του οποίου η κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα προγράμματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διέπει τις σχέσεις μεταξύ χρηματοδοτούσας επιχείρησης και μελών ή δικαιούχων.

13. «Μεταβιβάζον Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους»: Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους το οποίο μεταβιβάζει, πλήρως ή εν μέρει, τις υποχρεώσεις, τις τεχνικές προβλέψεις ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλες δεσμεύσεις και δικαιώματα, καθώς και τα αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, σε άλλο Ι.Ε.Σ.Π..

14. «Παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους»: Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους το οποίο παραλαμβάνει, πλήρως ή εν μέρει, τις υποχρεώσεις, τις τεχνικές προβλέψεις ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλες δεσμεύσεις και δικαιώματα, καθώς και τα αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, από άλλο Ι.Ε.Σ.Π..

15. «Ρυθμιζόμενη αγορά»: ρυθμιζόμενη αγορά όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α'14) ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173).

16. «Πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης ή ΠΜΔ όπως ορίζεται στο σημείο 22 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

17. «Μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης» ή «ΜΟΔ»: ο μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης ή ΜΟΔ όπως ορίζεται στο σημείο 23 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

18. «Σταθερό μέσο»: μέσο το οποίο παρέχει σε μέλος ή δικαιούχο τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στο συγκεκριμένο μέλος ή στον συγκεκριμένο δικαιούχο, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέξει σε αυτές μελλοντικά και επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες, και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.

19. «Λειτουργία»: Εντός του συστήματος διακυβέρνησης, ως λειτουργία νοείται η ανάληψη πρακτικών καθηκόντων, καθώς και κάθε αρμοδιότητα διοίκησης, διαχείρισης, εκπροσώπησης ή ελέγχου συγκεκριμένων εργασιών ενός Τ.Ε.Α..

20. «Διασυνοριακή δραστηριότητα»: η διαχείριση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών στο οποίο η σχέση μεταξύ της χρηματοδοτούσας επιχείρησης και των ενδιαφερομένων μελών και δικαιούχων, διέπεται από τη σχετική με τον τομέα των επαγγελματικών προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία άλλου κράτους - μέλους από το κράτος - μέλος καταγωγής.

21. «Εξωτερική ανάθεση»: συμφωνία, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ ενός Τ.Ε.Α. και ενός παρόχου υπηρεσιών, υποκείμενου ή όχι σε εποπτεία, με την οποία ο εν λόγω πάροχος αναλαμβάνει, άμεσα ή ως υπεργολάβος, τη διεκπεραίωση διαδικασιών, την παροχή υπηρεσιών ή την εκτέλεση δραστηριοτήτων που διαφορετικά θα είχαν διενεργηθεί από το ίδιο το Τ.Ε.Α..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 5
Χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, η χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας υπόκειται σε προηγούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α. από την Αρμόδια Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

2. Η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στα ιδρύματα της παρ. 1 του άρθρου 3, κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και την άδεια λειτουργίας τους και με την εξαίρεση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες μπορούν να παρέχουν συνταξιοδοτικές παροχές που ταξινομούνται στους κλάδους Ι, ΙΙΙ και VII του άρθρου 5 του ν. 4364/2016 (Α'13), κατά τους όρους και τις διακρίσεις του νόμου αυτού.

3. Όποιος χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας κατά παράβαση της παρ. 2 τιμωρείται, πλέον των αναφερομένων στο παρόν Μέρος διοικητικών προστίμων, και με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, οι δε σχετικές συμφωνίες ή συμβάσεις είναι εξ αρχής άκυρες. Αν η εν λόγω δραστηριότητα ασκείται από νομικό πρόσωπο, με την ποινή της παρούσας τιμωρείται όποιος ασκεί διοίκηση ή διαχείριση στο νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 6
Σύσταση - Ίδρυση - Σκοπός - Δραστηριότητες - Μητρώο Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (άρθρα 7, 8 και 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Συστήνονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία ιδρύονται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και τελούν υπό την εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής. Στην επωνυμία τους περιλαμβάνεται η ένδειξη «Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Ν.Π.Ι.Δ».

Τα Τ.Ε.Α. ιδρύονται προαιρετικά, με βάση μονομερή δικαιοπραξία ή σύμβαση: α) μεταξύ ενός εργοδότη (μονοεργοδοτικά Τ.Ε.Α.) ή περισσοτέρων εργοδοτών (πολυεργοδοτικά Τ.Ε.Α.) ή και εργαζομένων ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους, ή β) μεταξύ ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών ή των επαγγελματικών τους οργανώσεων, χωρίς να απαιτείται επαγγελματική κλαδική συνάφεια των επιχειρήσεων ή των ασφαλισμένων μεταξύ τους.

2. Τα Τ.Ε.Α. ιδρύονται ως ξεχωριστή νομική οντότητα από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση.

3. Τα Τ.Ε.Α. έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων που συνδέονται με συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς και δραστηριοτήτων που απορρέουν από τις παροχές αυτές, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας. Χορηγούν συνταξιοδοτικές παροχές ή και συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές παροχές σε είδος ή σε χρήμα που καταβάλλονται στους δικαιούχους εφάπαξ ή σε περιοδική βάση ή συνδυασμό αυτών.

4. Τα Τ.Ε.Α. λαμβάνουν υπόψη, όπου αρμόζει, την αρχή της δίκαιης κατανομής κινδύνων και οφελών μεταξύ γενεών κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.

5. Τα Τ.Ε.Α., εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, δύνανται να παρέχουν περισσότερα του ενός προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών, προκειμένου να εξυπηρετούνται αποτελεσματικά τα συμφέροντα διακριτών κατηγοριών μελών τους.

Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του παθητικού και τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού που αφορούν σε διαφορετικά προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών τηρούνται χωριστά, σε αυτοτελείς λογαριασμούς, και δεν είναι δυνατή η μεταφορά τους μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων.

6. Τα T.E.A. δύνανται να συστήνουν Ενώσεις και Ομοσπονδίες Ενώσεων με άλλα Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών - μελών στην ημεδαπή ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

7. Η Αρμόδια Αρχή τηρεί μητρώο Τ.Ε.Α.. Το μητρώο περιλαμβάνει και το αρχικό καταστατικό κάθε Τ.Ε.Α. και κάθε τροποποίησή του, καθώς και τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών που το Τ.Ε.Α. παρέχει.

Σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας Τ.Ε.Α., στο μητρώο καταχωρίζονται και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία το Τ.Ε.Α. ασκεί τη δραστηριότητα αυτή. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό..

8. Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων την επωνυμία των Τ.Ε.Α. που περιλαμβάνονται στο μητρώο του παρόντος, καθώς και τις αποφάσεις της σχετικά με τη χορήγηση και την ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α..

Άρθρο 7
Έγκριση προσχώρησης επιχείρησης

1. Η προσχώρηση χρηματοδοτούσας επιχείρησης σε Τ.Ε.Α. που ήδη λειτουργεί, κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α., υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, η οποία αποφασίζει στη βάση, τουλάχιστον των ακόλουθων προϋποθέσεων:

α) ότι δεν θίγονται τα συμφέροντα υφιστάμενων μελών και δικαιούχων,

β) ότι το Τ.Ε.Α. κατέχει το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας, ώστε να καλύπτει το

απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη η προσχώρηση.

2. Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με απόφασή της, να καθορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 7, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη διαδικασία και τον χρόνο υποβολής αυτών. Με όμοια απόφαση, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να καθορίζει τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η προσχώρηση χρηματοδοτούσας επιχείρησης σε Τ.Ε.Α. διενεργείται, χωρίς έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 7.

Άρθρο 8
Διαδικασία και όροι χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (άρθρο 9 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Κάθε Τ.Ε.Α. λαμβάνει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας από την Αρμόδια Αρχή.

2. Η Αρμόδια Αρχή χορηγεί άδεια ίδρυσης και λειτουργίας εφόσον:

α) το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. έχει την έδρα του στην Ελλάδα και είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα,

β) το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. δια των ιδρυτικών μελών αυτού, τα οποία πρέπει να ισούνται τουλάχιστον με είκοσι (20), υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή:

βα) το σχέδιο καταστατικού του και πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 10, ββ) πρόταση ως προς τα μέλη που θα απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά την ίδρυσή του,

βγ) υπεύθυνες δηλώσεις, με βεβαίωση του γνησίου υπογραφής, περιλαμβανομένης της ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, τουλάχιστον ογδόντα (80) υποψήφιων μελών, πέραν των ιδρυτικών, ότι πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο Τ.Ε.Α. και ότι αποδέχονται το καταστατικό του,

γ) το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. παρέχει αποδείξεις στην Αρμόδια Αρχή ότι είναι σε θέση να διαθέτει κεφάλαια φερεγγυότητας, ώστε να καλύπτει πλήρως τα απαιτούμενα κεφάλαια φερεγγυότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 48 έως 49,

δ) το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. αποδεικνύει ότι είναι σε θέση να συμμορφώνεται προς το σύστημα διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με τα άρθρα 25 έως 26 και 32 έως 44,

3. Ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 2, η Αρμόδια Αρχή δύναται να ζητεί από το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. να προσκομίζει οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, πληροφορίες, τα οποία κρίνει αναγκαία για τη χορήγηση της άδειας, περιλαμβανομένων εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών για την οργανωτική δομή και τα προσόντα των μελών διοίκησης, του Εποπτικού Συμβουλίου του άρθρου 26 και των προσώπων που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες ή προσλαμβάνονται ως σύμβουλοι από το Τ.Ε.Α..

4. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας, για την έγκριση αυτής ή την αιτιολογημένη απόρριψή της. Κατά της απορριπτικής απόφασης της Αρμόδιας Αρχής ή της μη απάντησής της, εντός της ως άνω προθεσμίας των έξι (6) μηνών, χωρεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Προς τον σκοπό αυτό, με τη συμπλήρωση των δικαιολογητικών της αίτησης (πλήρης αίτηση), η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. για τον χρόνο έναρξης της προθεσμίας των έξι (6) μηνών της παρούσας.

Εφόσον παρέλθουν έξι (6) μήνες και δεν έχει συμπληρωθεί η αρχικώς υποβληθείσα αίτηση του υπό ίδρυση Τ.Ε.Α., ώστε να καταστεί αυτή πλήρης, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να απορρίψει την αίτηση χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του.

5. Το καταστατικό του Τ.Ε.Α., μετά τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας από την Αρμόδια Αρχή, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καταχωρίζεται στο μητρώο Τ.Ε.Α. που τηρεί η Αρμόδια Αρχή.

Το νομικό πρόσωπο συστήνεται και αποκτά την ιδιότητα του Τ.Ε.Α. από την ως άνω δημοσίευση του καταστατικού του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, τηρουμένων της διαδικασίας και των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας, επιτρέπεται η συγχώνευση ή η διάσπαση Τ.Ε.Α. κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες καταστατικές διατάξεις των ενδιαφερομένων Τ.Ε.Α.. Στην περίπτωση της συγχώνευσης, δεν απαιτείται να πληρούται η προϋπόθεση του ελαχίστου αριθμού μελών. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου, εγκρίνεται το νέο καταστατικό, το οποίο δημοσιεύεται και καταχωρίζεται, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος.

7. Η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας από την Αρμόδια Αρχή εφαρμόζονται και στην περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού του Τ.Ε.Α., καθώς και σε κάθε περίπτωση μετατροπής άλλου νομικού προσώπου σε Τ.Ε.Α..

8. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής εγκρίνεται πρότυπο ιδρυτικού καταστατικού Τ.Ε.Α., το οποίο αναρτάται στην ιστοσελίδα της. Αν υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. κάνει χρήση του πρότυπου καταστατικού του πρώτου εδαφίου, τα χρονικά διαστήματα των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 4 μειώνονται σε τρεις (3) μήνες από τον χρόνο υποβολής πλήρους αίτησης για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας.

Άρθρο 9
Τύπος και ελάχιστο περιεχόμενο καταστατικού

1. Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Μέρους, κάθε Τ.Ε.Α. θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλους κανόνες λειτουργίας ανάλογα προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του, οι οποίοι διέπουν κάθε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που αυτό παρέχει.

Το καταστατικό των Τ.Ε.Α. καταρτίζεται από τους συμβαλλόμενους ιδρυτές με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

2. Στο καταστατικό καθορίζονται υποχρεωτικά τουλάχιστον τα παρακάτω: 

α) ο σκοπός ίδρυσης και λειτουργίας του Τ.Ε.Α.,

β) η επωνυμία και η έδρα του Τ.Ε.Α.,

γ) η σύνθεση και ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. και του Εποπτικού Συμβουλίου, η διαδικασία ανάδειξης (εκλογή ή ορισμός) των μελών τους, ο τρόπος λειτουργίας τους και οι βασικές αρμοδιότητές τους,

δ) η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. και του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία ορίζεται τετραετής με δυνατότητα αυτοδίκαιης παράτασης για διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αρχαιρεσιών ή για λόγο ανωτέρας βίας,

ε) οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α., αποκλειομένων υποψηφίων μελών που δεν είναι εργαζόμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες ή αγρότες με ενεργή επαγγελματική δραστηριότητα ή εργασιακή σχέση, με την επιφύλαξη εφαρμογής της παρ. 7 του άρθρου 15,

στ) οι όροι εγγραφής/υπαγωγής και διαγραφής των μελών του, ζ) οι πόροι του Τ.Ε.Α.,

η) το πρόγραμμα ή τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών που θα λειτουργεί, με περιγραφή, με σαφήνεια ανά πρόγραμμα, ιδίως: ηα) των στοιχείων της χρηματοδοτούσας επιχείρησης,

ηβ) του τρόπου υπολογισμού και του ύψους των εισφορών (εργοδοτών και μελών), καθώς και της διαδικασίας μεταβολής ή αναπροσαρμογής τους,

ηγ) των προϋποθέσεων θεμελίωσης του δικαιώματος λήψης συνταξιοδοτικής παροχής και συμπληρωματικών παροχών,

ηδ) των συνταξιοδοτικών παροχών και τυχόν συμπληρωματικών προς αυτές παροχών και του τρόπου υπολογισμού τους, καθώς και αναπροσαρμογής τους,

ηε) του τρόπου καταβολής των συνταξιοδοτικών παροχών, οι οποίες μπορούν να λαμβάνουν τη μορφή πληρωμών εφ' όρου ζωής, πληρωμών για προσωρινό χρονικό διάστημα, εφάπαξ ποσού ή οιουδήποτε συνδυασμού αυτών, ηστ) των επενδυτικών επιλογών που προσφέρει στα μέλη του, καθώς και των συνταξιοδοτικών μεταβλητών κεφαλαίων που διαχειρίζεται,

ηζ) αν αποβιώσει το μέλος, των συνεπειών επί της παροχής στο πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας,

ηη) της διαδικασίας τερματισμού και εκκαθάρισης του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και τις συνέπειες για τα μέλη και τους δικαιούχους παροχών του προγράμματος, τηρουμένης της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 46,

ηθ) του τρόπου με τον οποίο η χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεσμεύεται ως προς την τακτική χρηματοδότηση, αν αυτή εγγυάται την πληρωμή συνταξιοδοτικών παροχών, θ) οι προϋποθέσεις και όροι μεταβίβασης μέρους ή συνόλου προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

ι) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών και δικαιούχων παροχών,

ια) οι όροι υπό τους οποίους δύνανται να τροποποιούνται οι κανόνες λειτουργίας του Τ.Ε.Α.,

ιβ) ο τρόπος μεταχείρισης των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των αποχωρούντων μελών και των επιζώντων δικαιούχων τους, καθώς και της αξίας αυτών των δικαιωμάτων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ν. 4575/2018 (Α' 192),

ιγ) η διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., με την επιφύλαξη των άρθρων 73 ως 78.

3. Το καταστατικό του Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να:

α) αποκλείει την ασφάλιση προσώπων που έχουν δικαίωμα υπαγωγής σε αυτό ή να θέτει προϋποθέσεις που εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των προσώπων που έχουν δικαίωμα υπαγωγής,

β) απαιτεί τη συμμετοχή του εργαζομένου σε συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση, προκειμένου να ασφαλιστεί στο Τ.Ε.Α.,

γ) παρέχει σε μέλος ή δικαιούχο πέραν της μίας ψήφου.,

δ) εισάγει άμεση ή έμμεση διακριτική μεταχείριση που δεν συνδέεται με τεχνοοικονομικές παραμέτρους, ενδεικτικά λόγω φύλου, θρησκείας και σεξουαλικού προσανατολισμού μεταξύ των μελών ή των δικαιούχων,

ε) απαγορεύει σε υποψήφιο μέλος την υπαγωγή του στο Τ.Ε.Α., εφόσον αυτό πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής και να θέτει περιορισμούς ως προς το πλήθος των Τ.Ε.Α. στα οποία μπορεί να υπαχθεί ένα μέλος του,

στ) υποχρεώνει πρόσωπο στην υπαγωγή του στο Τ.Ε.Α., ακόμη και αν αυτό πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής.

4. Το καταστατικό των Τ.Ε.Α. οπωσδήποτε προβλέπει την υποχρεωτική υπαγωγή του συνόλου των μελών τους σε προγράμματα παροχών που καταβάλλονται με γνώμονα τη συνταξιοδότηση ή την αναμονή για συνταξιοδότηση.

Τα Τ.Ε.Α. μπορούν, επιπλέον, να προβλέψουν στο καταστατικό τους την παροχή στα μέλη τους προαιρετικών συμπληρωματικών παροχών, όπως της επιλογής για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με μακροζωία και αναπηρία, ασθένεια, παροχή για επιζώντα εξαρτώμενα μέλη και παροχή εγγυήσεων για επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών.

Άρθρο 10
Πρόγραμμα δραστηριοτήτων

1. Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 8, περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία που αφορούν τουλάχιστον στα εξής:

α) τη φύση των κινδύνων και παροχών του Τ.Ε.Α. και τους στόχους του αναφορικά με τις συνταξιοδοτικές παροχές,

β) τη στρατηγική, τις κατευθυντήριες αρχές και το σχέδιο για τη διαχείριση των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της, τυχόν, αντασφάλισης,

γ) τα περιουσιακά στοιχεία που συγκροτούν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, δ) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης και τα λοιπά αρχικά διοικητικά έξοδα και τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους,

ε) τη δήλωση αρχών επενδυτικής πολιτικής, τους επενδυτικούς στόχους, περιγραφή των επενδυτικών επιλογών που προσφέρει στα μέλη του, καθώς και περιγραφή συνταξιοδοτικών μεταβλητών κεφαλαίων που διαχειρίζεται.

2. Για τις τρεις (3) πρώτες οικονομικές χρήσεις, το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α. περιλαμβάνει, πέραν των προβλεπόμενων στην παρ. 1, τα εξής: α) πρόβλεψη ισολογισμών,

β) τις προβλέψεις για το μελλοντικό απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, στη βάση του προβλεπόμενου ισολογισμού της περ. α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,

γ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας,

δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης και επένδυσης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα,

ε) τις προβλέψεις σχετικά με τις εισφορές που θα καταβληθούν και τις προβλέψεις για παροχές,

στ) λεπτομερείς προβλέψεις εσόδων και εξόδων, αναφορικά με κάθε δραστηριότητα του Τ.Ε.Α..

Άρθρο 11
Διασυνοριακές δραστηριότητες και διαδικασίες - Χρηματοδότηση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών άλλων κρατών μελών (άρθρο 11 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. επιτρέπεται να δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, με την επιφύλαξη εφαρμοστέων διατάξεων της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και να δέχονται χρηματοδότηση από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το παρόν. Επιχειρήσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα μπορούν να χρηματοδοτούν Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους το οποίο προτίθεται να ασκήσει ή ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, σύμφωνα με το παρόν. Οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται με την επιφύλαξη εφαρμοστέων διατάξεων της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων συλλογικών διαπραγματεύσεων.

2. α. Κάθε Τ.Ε.Α. που προτίθεται να δραστηριοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος, γνωστοποιεί προηγουμένως την πρόθεσή του στην Αρμόδια Αρχή συνυποβάλλοντας σχετική αίτηση, παρέχοντας ταυτόχρονα τις ακόλουθες πληροφορίες:

αα) το όνομα του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, το οποίο καθορίζεται, κατά περίπτωση, από τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση,

αβ) την επωνυμία και την έδρα, δηλαδή τον τόπο εγκατάστασης του κύριου διοικητικού καταστήματος της χρηματοδοτούσας επιχείρησης,

αγ) τα κύρια χαρακτηριστικά του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών που θα διαχειριστεί το Τ.Ε.Α. για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης. β. Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί την αίτηση της περ. α' εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη λήψη αυτής μετά του συνόλου των συνυποβαλλομένων πληροφοριών και είτε κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. είτε εκδίδει αιτιολογημένη απορριπτική απόφαση για την άσκηση της αιτούμενης διασυνοριακής δραστηριότητας. Για την αξιολόγηση της αίτησης λαμβάνεται υπόψη αν η διοικητική δομή και η οικονομική κατάσταση του Τ.Ε.Α., καθώς και η υπόληψη, τα επαγγελματικά προσόντα και η πείρα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου, των υπεύθυνων βασικών λειτουργιών αυτού και των προσώπων που το διευθύνουν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της διασυνοριακής δραστηριότητας. Το Τ.Ε.Α. υποχρεούται να παρέχει άμεσα κάθε πληροφορία που ζητά η Αρμόδια Αρχή για τη διενέργεια της ανωτέρω αξιολόγησης.

Η απορριπτική απόφαση της Αρμόδιας Αρχής γνωστοποιείται στο αιτούν Τ.Ε.Α. το αργότερο εντός της προθεσμίας που του πρώτου εδαφίου της περ. β'. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί μη έγκρισης της διασυνοριακής δραστηριότητας του Τ.Ε.Α. και η παράλειψη κοινοποίησης των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής από την Αρμόδια Αρχή, όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της περ. β', υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

γ. Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στο Τ.Ε.Α. τις πληροφορίες της παρ. 7 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (L 354) που λαμβάνει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στο Τ.Ε.Α..

Το Τ.Ε.Α., από τη λήψη της ως άνω κοινοποίησης και, σε περίπτωση μη λήψης αυτής, με την παρέλευση έξι (6) εβδομάδων από την κοινοποίηση των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της περ. β', μπορεί να αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στο άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλισης του άλλου κράτους μέλους, καθώς και τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών των άρθρων 36 έως 44 της Οδηγίας 2016/2341, οι οποίες επιβάλλονται από το κράτος μέλος υποδοχής σε σχέση με τα υποψήφια μέλη, τα μέλη και τους δικαιούχους τους οποίους αφορά η εν λόγω διασυνοριακή δραστηριότητα. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει το Τ.Ε.Α. που δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση που λαμβάνει ενημέρωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για κάθε σημαντική μεταβολή των απαιτήσεων της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλισης του άλλου κράτους μέλους. 3. Όταν η Αρμόδια Αρχή, σε περίπτωση Τ.Ε.Α. που δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέλος, ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ότι προκύπτουν ενδείξεις παραβίασης των υποχρεώσεων συμμόρφωσης του Τ.Ε.Α. με τις απαιτήσεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση του κράτους μέλους υποδοχής, λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, την παύση των εν λόγω παραβάσεων.

4. α. Αν η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος υποδοχής διασυνοριακής δραστηριότητας Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει τις αντίστοιχες ανακοινώσεις και πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής των Ι.Ε.Σ.Π. που προτίθενται να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.

β. Προτού Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους αρχίσει να διαχειρίζεται πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που χρηματοδοτείται από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα, η Αρμόδια Αρχή, εντός έξι (6) εβδομάδων από την παραλαβή των πληροφοριών που της κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. για τις διατάξεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση που πρέπει να τηρούνται κατά τη διαχείριση του εν λόγω προγράμματος, καθώς και για τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών των άρθρων 16 έως 22.

Το Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους ενημερώνεται για το σύνολο των παραπάνω διατάξεων και πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του. γ. Το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, μόλις λάβει την ενημέρωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4, ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των έξι (6) εβδομάδων του πρώτου εδαφίου της περ. β' της ίδιας παραγράφου, μπορεί να αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλισης και τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών των άρθρων 16 έως 22.

5. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, για κάθε σημαντική μεταβολή των διατάξεων της εθνικής εργατικής και κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, η οποία μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, κατά το μέρος που αφορά στη διασυνοριακή δραστηριότητα, και για κάθε σημαντική μεταβολή των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών της εθνικής νομοθεσίας όπως αναφέρεται στην περ. β' της παρ. 4. Το Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους ενημερώνεται για το σύνολο των παραπάνω διατάξεων και πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αντιστοίχως το Τ.Ε.Α. που δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέλος, όταν δέχεται αντίστοιχες πληροφορίες από την αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

6. Το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που δραστηριοποιείται διασυνοριακά στην Ελλάδα υπόκειται σε συνεχή εποπτεία από την Αρμόδια Αρχή όσον αφορά στη συμμόρφωση των δραστηριοτήτων του με τις απαιτήσεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, και με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών όπως προβλέπεται στην περ. β' της παρ. 4. Εφόσον κατά την εποπτεία αυτή προκύψουν ενδείξεις παραβίασης των σχετικών υποχρεώσεων του εν λόγω Ι.Ε.Σ.Π, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του. Η Αρμόδια Αρχή συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για να διασφαλιστεί ότι το Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους θα παύσει τη διαπιστωθείσα παράβαση.

7. Αν, στην περίπτωση της παρ. 6, παρά την εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής λήψη μέτρων ή ελλείψει κατάλληλων μέτρων στο κράτος μέλος καταγωγής, το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους εξακολουθεί να παραβιάζει τις εφαρμοστέες διατάξεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση ή τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών όπως αναφέρεται στην περ. β' της παρ. 4, η Αρμόδια Αρχή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, κατά νομικών ή φυσικών προσώπων που ευθύνονται γι' αυτές, προκειμένου να προληφθούν περαιτέρω παραβάσεις ή εφαρμόζει κατά αυτών τα μέτρα και τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 56, και, εάν είναι απολύτως αναγκαίο, απαγορεύει συνολικά ή μερικά στο Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους να λειτουργεί στην Ελλάδα για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης. 8. Η Αρμόδια Αρχή τηρεί μητρώο Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών με διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, το οποίο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό.

Άρθρο 12
Μεταβιβάσεις προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 12 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η από μέρους ενός Τ.Ε.Α. ή ενός Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους μεταβίβαση, πλήρως ή εν μέρει, των υποχρεώσεων, των τεχνικών προβλέψεων ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, καθώς και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού, σε Τ.Ε.Α. επιτρέπεται με έγκριση της Αρμόδιας Αρχής κατόπιν αιτήσεως του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. σύμφωνα με τους όρους της παρούσας.

α. Το κόστος της μεταβίβασης βαρύνει αποκλειστικά τα μέλη και τους δικαιούχους του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να βαρύνει τα μέλη και τους υπόλοιπους δικαιούχους του μεταβιβάζοντος και του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α., ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, που δεν σχετίζονται με το μεταβιβαζόμενο πρόγραμμα. β. Η μεταβίβαση υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από:

βα) την πλειοψηφία των μελών τους και την πλειοψηφία των δικαιούχων ή, κατά περίπτωση, από την πλειοψηφία των εκπροσώπων τους, τους οποίους αφορά. Η πλειοψηφία καθώς και οι συνέπειες μη επίτευξής της καθορίζονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. ή του Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους. Οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους της μεταβίβασης τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, κατά περίπτωση, των εκπροσώπων τους έγκαιρα από το μεταβιβάζον Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους πριν από τη λήψη της απόφασης έγκρισης από τα μέλη και τους δικαιούχους σύμφωνα με τα πρώτο και δεύτερο εδάφια και πριν από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην περ. γ', και

ββ) τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση του Τ.Ε.Α. ή του Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, κατά περίπτωση.

γ. Ειδικά σε περίπτωση μεταβίβασης από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους σε Τ.Ε.Α., η ως άνω έγκριση χορηγείται κατόπιν της προηγούμενης συγκατάθεσης της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους. Η ως άνω έγκριση της Αρμόδιας Αρχής εκδίδεται και γνωστοποιείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την παραλαβή της αίτησης με τις πληροφορίες της περ. δ'. δ. Η υποβαλλόμενη στην Αρμόδια Αρχή αίτηση της περ. γ' περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες και στοιχεία: δα) έγγραφη συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους και του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α., στην οποία περιγράφονται οι όροι της μεταβίβασης, δβ) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, δγ) περιγραφή των προς μεταβίβαση υποχρεώσεων ή τεχνικών προβλέψεων και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, καθώς και αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού,

δδ) τις επωνυμίες και τις έδρες του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους και του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α., και τα κράτη - μέλη στα οποία αυτά είναι καταχωρημένα ή αδειοδοτημένα,

δε) τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το κύριο διοικητικό κατάστημα της χρηματοδοτούσας επιχείρησης και την επωνυμία αυτής,

δστ) στοιχεία που αποδεικνύουν την έγκριση σύμφωνα με την περ. β', δζ) στη μεταβίβαση που καταλήγει σε διασυνοριακή δραστηριότητα, τα ονόματα των κρατών - μελών των οποίων η κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα προγράμματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών εφαρμόζεται στο οικείο πρόγραμμα που μεταβιβάζεται.

ε. Η Αρμόδια Αρχή όταν δέχεται αίτημα από παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. αξιολογεί αν:

εα) όλες οι πληροφορίες της περ. δ' έχουν παρασχεθεί από το παραλαμβάνον Τ.Ε.Α.,

εβ) η διοικητική δομή, η οικονομική κατάσταση του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. και η φήμη ή τα επαγγελματικά προσόντα ή η πείρα των μελών διοίκησης του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. είναι συμβατά με την προτεινόμενη μεταφορά,

εγ) τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. και το μεταφερόμενο μέρος του προγράμματος προστατεύονται επαρκώς κατά τη μεταφορά και μετά από αυτήν,

εδ) οι τεχνικές προβλέψεις του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. τυγχάνουν πλήρους χρηματοδότησης κατά την ημερομηνία της μεταφοράς, όταν η μεταφορά καταλήγει σε διασυνοριακή δραστηριότητα,

εε) τα στοιχεία ενεργητικού που πρόκειται να μεταφερθούν είναι επαρκή και κατάλληλα για να καλύψουν τις υποχρεώσεις, τις τεχνικές προβλέψεις και άλλες δεσμεύσεις και δικαιώματα προς μεταφορά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις στην Ελλάδα και εστ) σε περίπτωση μεταβίβασης από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, έχει χορηγηθεί η συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π..

στ. Σε περίπτωση μεταβίβασης από μεταβιβάζον Τ.Ε.Α. προς παραλαμβάνον Τ.Ε.Α., η Αρμόδια Αρχή, προκειμένου να χορηγήσει την έγκριση μεταβίβασης, αξιολογεί περαιτέρω αν:

στα) στην περίπτωση μερικής μεταβίβασης, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του υπόλοιπου μέρους του προγράμματος του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. είναι επαρκώς προστατευμένα,

στβ) τα ατομικά δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. είναι τουλάχιστον τα ίδια μετά τη μεταβίβαση,

στγ) τα στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν στο πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που πρόκειται να μεταβιβασθεί είναι επαρκή και κατάλληλα για να καλύψουν τις υποχρεώσεις, τις τεχνικές προβλέψεις και άλλες δεσμεύσεις και δικαιώματα προς μεταβίβαση, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.

ζ. Όταν η Αρμόδια Αρχή απορρίπτει την κατά την περ. γ' αίτηση του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α. για την έγκριση της μεταβίβασης, γνωστοποιεί τους λόγους απόρριψης προς το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. που υπέβαλε την εν λόγω αίτηση, εντός της προβλεπόμενης στην περ. γ' προθεσμίας που ξεκινά από τη συμπλήρωση του συνόλου των πληροφοριών της περ. δ'. Κατά της απορριπτικής απόφασης ή της τυχόν παράλειψης απάντησης της Αρμόδιας Αρχής εντός της ως άνω προθεσμίας των τριών (3) μηνών, χωρεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

η. Σε περίπτωση μεταβίβασης από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους προς Τ.Ε.Α., η οποία καταλήγει σε άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας του Τ.Ε.Α. στο εν λόγω κράτος μέλος, εφαρμόζονται περαιτέρω τα ακόλουθα:

ηα) Η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει την αίτηση που αναφέρεται στην περ. γ' με τις πληροφορίες της περ. δ', στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, χωρίς καθυστέρηση μετά την παραλαβή τους, προκειμένου να προηγηθεί η συγκατάθεσή της.

ηβ) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, για την απόφαση που αναφέρεται στην περ. γ' εντός δύο (2) εβδομάδων από τη λήψη της.

ηγ) Η Αρμόδια Αρχή ανακοινώνει, εντός μιας (1) εβδομάδας από την παραλαβή τους, στο παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. τις πληροφορίες που λαμβάνει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, των οποίων η αποστολή προβλέπεται στην παρ. 11 του άρθρου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (L 354), κατά την σε αυτό οριζόμενη προθεσμία.

ηδ) Με τη λήψη της εγκριτικής αποφάσεως της Αρμόδιας Αρχής κατά την περ. γ', ή αν μετά την έγκριση αυτήν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της μιας (1) εβδομάδας που προβλέπεται στην υποπερ. ηγ', το παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών.

θ. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ζητά από το παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. ανά περίπτωση κάθε επιπλέον στοιχείο που αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της ανωτέρω αξιολόγησης της μεταβίβασης, διασυνοριακής ή μη, αιτιολογώντας αυτό προς το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων της προληπτικής εποπτείας κατά τις διατάξεις του Μέρους αυτού.

2. Η από μέρους ενός Τ.Ε.Α. μεταβίβαση, πλήρως ή εν μέρει, των υποχρεώσεων, των τεχνικών προβλέψεων ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, καθώς και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού, σε Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους επιτρέπεται κατόπιν προηγούμενης συγκατάθεσης της Αρμόδιας Αρχής σύμφωνα με τους όρους της παρούσας και της εν συνεχεία έγκρισης της μεταβίβασης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π..

α. Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί αν:

αα) στην περίπτωση μερικής μεταβίβασης, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του υπόλοιπου μέρους του προγράμματος του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. είναι επαρκώς προστατευμένα,

αβ) τα ατομικά δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α. είναι τουλάχιστον τα ίδια μετά τη μεταβίβαση,

αγ) τα στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν στο πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που πρόκειται να μεταβιβασθεί είναι επαρκή και κατάλληλα για να καλύψουν τις υποχρεώσεις, τις τεχνικές προβλέψεις και άλλες δεσμεύσεις και δικαιώματα προς μεταβίβαση, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.

β. Η Αρμόδια Αρχή γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στην περ. α', εντός οκτώ (8) εβδομάδων προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, να λάβει απόφαση επί της εγκρίσεως της μεταβίβασης. Η προθεσμία των οκτώ (8) εβδομάδων εκκινεί από την παραλαβή από την Αρμόδια Αρχή της αιτήσεως που υπέβαλε το παραλαμβάνον Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους για τη μεταβίβαση, όπως αυτή της διαβιβάστηκε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του.

γ. Όταν η μεταβίβαση προς παραλαμβάνον Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους καταλήγει σε άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας στην Ελλάδα, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής του εν λόγω παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. για τις διατάξεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά τη διαχείριση του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και για τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 16 έως 22, οι οποίες ισχύουν για τη διασυνοριακή δραστηριότητα Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα. Η γνωστοποίηση αυτή διενεργείται εντός έξι (6) εβδομάδων από τη λήψη της απόφασης έγκρισης της μεταβίβασης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους. Το Ι.Ε.Σ.Π. του άλλου κράτους μέλους λαμβάνει την ενημέρωση αυτή μέσω της αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του.

δ. Στην περίπτωση διασυνοριακής μεταβίβασης, με τη λήψη της εγκριτικής αποφάσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, ή αν μετά την έγκριση αυτή το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους δεν έχει λάβει την ενημέρωση του τελευταίου εδαφίου της περ. γ' εντός της προβλεπόμενης για το κράτος μέλος καταγωγής προθεσμίας σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341, το παραλαμβάνον Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών.

3. Αν το παραλαμβάνον Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, εφαρμόζονται οι παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 11.

4. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο μιας ενέργειας ή παράλειψης ενέργειας της Αρμόδιας Αρχής επί αιτήσεως διασυνοριακής μεταβίβασης είτε πρόκειται για μεταβιβάζον ή παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. ή της αρμόδιας αρχής του μεταβιβάζοντος ή παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, περιλαμβανομένης της απόφασης για έγκριση ή απόρριψη της μεταβίβασης, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να απευθύνεται προς την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ), η οποία μπορεί να αναλάβει μη δεσμευτικό ρόλο μεσολαβητή σύμφωνα με το στοιχείο γ) του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΣΚΟΠΟΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 13
Ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης συνταξιοδοτικής παροχής

1. Τα Τ.Ε.Α. προβλέπουν στο καταστατικό τους, ως ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης της συνταξιοδοτικής παροχής:

α) τη συνταξιοδότηση από τον κύριο φορέα ασφάλισης,

β) την ηλικία των εξήντα δύο (62) ετών, ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισης στο Τ.Ε.Α., όπως το ελάχιστο αυτό ηλικιακό όριο διαμορφώνεται κάθε φορά για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον κύριο φορέα ασφάλισης και

γ) την ηλικία των πενήντα πέντε (55) ετών με τουλάχιστον είκοσι (20) έτη ασφάλισης στο Τ.Ε.Α., ή ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισης αν η εργασιακή σχέση τερματίζεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου ή λόγω της συμμετοχής του σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Τα Τ.Ε.Α. μπορούν να προβλέπουν στο καταστατικό τους αυστηρότερες από τις ως άνω προϋποθέσεις λήψης της συνταξιοδοτικής παροχής.

2. Ασφαλισμένοι που συμπληρώνουν την ηλικία των εξήντα δύο (62) ετών ή των πενήντα πέντε (55) ετών με τουλάχιστον είκοσι (20) έτη ασφάλισης στο Τ.Ε.Α. και συνεχίζουν να απασχολούνται δύνανται, σε περίπτωση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών των οποίων τα μέλη φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο, να λάβουν, κατόπιν αιτήσεώς τους, ως προκαταβολή, το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας του λογαριασμού τους κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Το εναπομένον ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής παραμένει στον λογαριασμό τους, όπου συνεχίζουν να καταβάλλονται οι σχετικές εισφορές, προκειμένου να λάβουν μελλοντική συνταξιοδοτική παροχή. Η ευχέρεια αυτή παρέχεται σε όποιον ασφαλισμένο δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας της παρ. 5 και δεν έχει συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο φορέα ασφάλισης.

3. Με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 4575/2018 (Α'192) και του παρόντος, δεν επιτρέπονται η λήψη δανείου, η προκαταβολή ή πρόωρη λήψη της συνταξιοδοτικής παροχής πριν από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το καταστατικό προϋποθέσεων χορήγησής της.

4. Δεν επιτρέπονται η εκχώρηση, ενεχυρίαση, ή η με άλλο τρόπο διάθεση της συνταξιοδοτικής παροχής των μελών και δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

5. Πρόωρη λήψη συνταξιοδοτικής παροχής δύναται να προβλέπεται από το καταστατικό του Τ.Ε.Α. και τους όρους του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, εφόσον έχουν διανυθεί τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης στο Τ.Ε.Α. και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις λήψης προκαταβολής της παρ. 2. Η ως άνω πρόβλεψη δεν είναι ασύμβατη με τη διατήρηση της ιδιότητας του μέλους. Σε περίπτωση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών των οποίων τα μέλη φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο, η πρόωρη λήψη του πρώτου εδαφίου καταβάλλεται άπαξ και δεν δύναται να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας του λογαριασμού του μέλους κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.

6. Με την επιφύλαξη της μεταβίβασης προγράμματος σε άλλο Τ.Ε.Α., σε περίπτωση παράλληλης ασφάλισης μέλους σε περισσότερα του ενός Τ.Ε.Α., ο χρόνος ασφάλισης του μέλους υπολογίζεται αυτοτελώς για το κάθε Τ.Ε.Α..

7. Το παρόν ισχύει και για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που τα λειτουργούν Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασυνοριακά στην Ελλάδα ως κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 14
Υποχρέωση και προθεσμία καταβολής εισφορών

1. Κάθε χρηματοδοτούσα επιχείρηση καταβάλλει στο οικείο Τ.Ε.Α. σύμφωνα με το καταστατικό του:

α) την καταβλητέα από αυτήν εισφορά, και

β) σε περίπτωση που καταβάλλεται εισφορά από το μέλος, το ποσό που έλαβε ή παρακράτησε ως εισφορά του μέλους.

2. Αν η εισφορά καταβάλλεται απευθείας από το μέλος, το ίδιο το μέλος καταβάλλει την εισφορά που ορίζει το καταστατικό του Τ.Ε.Α..

3. Ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής εισφορών προς το Τ.Ε.Α. καθορίζονται με το καταστατικό του.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Τ.Ε.Α. οφείλει να προβαίνει σε όλες τις νόμιμες πράξεις και να λαμβάνει όλα τα νόμιμα μέτρα προς είσπραξη καθυστερημένων εισφορών.

5. Πέραν των ενεργειών της παρ. 4, αν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση παραλείπει ή καθυστερεί την καταβολή εισφορών στο Τ.Ε.Α. για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής των εισφορών κατά τα προβλεπόμενα στο καταστατικό του Τ.Ε.Α., το Διοικητικό του Συμβούλιο ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή. Στην ως άνω ενημέρωση περιλαμβάνονται τουλάχιστον εκτίμηση περί των αιτιών της παράλειψης ή καθυστέρησης, ιδίως, εφόσον το γεγονός αυτό σχετίζεται με προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας ή αναστολή εργασιών της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, και περιγραφή των ενεργειών του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. για την είσπραξη των οφειλόμενων εισφορών.

Στην περίπτωση αυτή η Αρμόδια Αρχή μπορεί να εφαρμόζει τα μέτρα των άρθρων 61 έως 69.

6. Το καταστατικό των Τ.Ε.Α. μπορεί να καθορίζει ότι η χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή το μέλος, ανάλογα με την περίπτωση, επιβαρύνεται με πρόσθετη εισφορά, η οποία υπολογίζεται πάνω στο ποσό των καθυστερημένων εισφορών με επιτόκιο ίσο προς τον νόμιμο τόκο από τη λήξη της προς καταβολή των εισφορών προθεσμίας.

Άρθρο 15
Δικαιώματα μελών και διαγραφή από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Το μέλος δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για οικειοθελή διαγραφή από το Τ.Ε.Α., ή από συγκεκριμένο πρόγραμμα του Τ.Ε.Α., με την υποβολή δήλωσης διαγραφής οποτεδήποτε. Τα αποτελέσματα της δήλωσης επέρχονται μετά από έναν (1) μήνα.

2. Σε ό,τι αφορά στους όρους απόκτησης δικαιωμάτων σε συνταξιοδοτική παροχή και σε περιπτώσεις αποχωρησάντων μελών εφαρμόζονται τα άρθρα 4 ως 7 του ν. 4575/2018 (Α'192), η δε χρονική περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου καθορίζεται σε ένα (1) έτος.

3. Από την ημερομηνία υποβολής αιτήματος διαγραφής προς το Τ.Ε.Α., ο αιτών παύει να έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου και την απορρέουσα υποχρέωση καταβολής εισφορών. Οφειλόμενες εισφορές του αιτούντος έως την ημερομηνία της αίτησης διαγραφής εξακολουθούν να οφείλονται.

4. Η για οποιονδήποτε λόγο απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου από πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών επιφέρει την αυτοδίκαιη διαγραφή του και από την ασφάλιση σε πρόγραμμα συμπληρωματικών παροχών.

5. Τα Τ.Ε.Α. τηρούν υποχρεωτικά μητρώο μελών και δικαιούχων παροχών.

6. Με την επιφύλαξη της παρ. 7, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μέλους πριν από τη συμπλήρωση ενός (1) έτους στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α., για λόγους πέραν του τερματισμού της τρέχουσας σχέσης εργασίας ή της αλλαγής ή παύσης της επαγγελματικής ιδιότητας, εφόσον το αποχωρούν μέλος φέρει τον επενδυτικό κίνδυνο, λαμβάνει το μικρότερο ποσό μεταξύ της ονομαστικής αξίας και της σωρευμένης αξίας των επενδύσεων των καταβληθεισών εισφορών του που αφορούν στην παροχή συνταξιοδότησης.

7. Είναι δυνατή η πρόβλεψη στο καταστατικό ή στους όρους προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών της ευχέρειας συνέχισης της ασφάλισης και στην περίπτωση που το μέλος απωλέσει τη βασική του ιδιότητα, καταβάλλοντας το σύνολο των αναλογουσών εισφορών, κατ' ανώτατο διάστημα για τρία (3) έτη και πάντως μέχρι τη συμπλήρωση μιας εκ των ελαχίστων προϋποθέσεων καταβολής της παροχής.

8. Οι όροι και προϋποθέσεις του παρόντος ισχύουν και για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που λειτουργούν Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασυνοριακά στην Ελλάδα.

Άρθρο 16
Γενικές αρχές για τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται στα υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους (άρθρο 36 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν:

α) στα υποψήφια μέλη: τουλάχιστον τις πληροφορίες που παρατίθενται στο άρθρο 21,

β) στα μέλη: τουλάχιστον τις πληροφορίες που παρατίθενται στα άρθρα 17 έως 20, 22 και 24, και

γ) στους δικαιούχους: τουλάχιστον τις πληροφορίες που παρατίθενται στα άρθρα 17, 23 και 24.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1: α) επικαιροποιούνται τακτικά,

β) έχουν συνταχθεί με σαφήνεια, σε περιεκτική και κατανοητή γλώσσα, χωρίς τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων, όταν μπορούν να χρησιμοποιηθούν λέξεις της καθομιλουμένης,

γ) δεν είναι παραπλανητικές και διασφαλίζεται συνεκτικότητα στο λεξιλόγιο και το περιεχόμενο,

δ) παρουσιάζονται κατά τρόπο ευανάγνωστο,

ε) διατίθενται σε επίσημη γλώσσα του κράτους - μέλους, του οποίου η κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα προγράμματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διέπει το οικείο πρόγραμμα, για δε την Ελλάδα, διατίθενται τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα και

στ) διατίθενται στα υποψήφια μέλη, τα μέλη και τους δικαιούχους δωρεάν με ηλεκτρονικά μέσα σε σταθερό μέσο ή σε ιστότοπο ή γραπτώς.

Άρθρο 17
Γενικές πληροφορίες για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 37 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασφαλίζουν ότι τα μέλη και οι δικαιούχοι είναι επαρκώς πληροφορημένοι για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών στο οποίο έχουν υπαχθεί και ιδιαίτερα αναφορικά με:

α) την επωνυμία του Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, το κράτος - μέλος στο οποίο το Τ.Ε.Α. είναι καταχωρισμένο ή εγκεκριμένο και την αρμόδια αρχή του,

β) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών,

γ) πληροφορίες σχετικά με τα επενδυτικά χαρακτηριστικά,

δ) τη φύση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που φέρουν τα μέλη και οι δικαιούχοι,

ε) τους όρους που αφορούν την πλήρη ή μερική εγγύηση, δυνάμει του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών ή ενός συγκεκριμένου ύψους παροχών, ή τη σχετική δήλωση περί μη παροχής εγγύησης, όταν δεν παρέχεται εγγύηση, δυνάμει του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

στ) τους μηχανισμούς προστασίας των σωρευμένων δικαιωμάτων ή τους μηχανισμούς μείωσης των παροχών, εάν υπάρχουν,

ζ) όταν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο ή μπορούν να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις, πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες επιδόσεις των επενδύσεων που σχετίζονται με το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών για τουλάχιστον πέντε (5) έτη ή για όλα τα έτη λειτουργίας του προγράμματος, όταν η περίοδος λειτουργίας του είναι μικρότερη από πέντε (5) έτη,

η) τη διάρθρωση των επιβαρύνσεων και των εξόδων που αναλογούν στα μέλη και τους δικαιούχους, όταν δεν προβλέπεται συγκεκριμένο ύψος παροχών,

θ) τις επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους τα μέλη και οι δικαιούχοι για τη λήψη των συνταξιοδοτικών παροχών τους,

ι) αν ένα μέλος έχει δικαίωμα να μεταφέρει συνταξιοδοτικά δικαιώματα, περαιτέρω πληροφορίες για τις ρυθμίσεις που αφορούν στη μεταφορά αυτή.

2. Για τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών, των οποίων τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο και τα οποία προσφέρουν περισσότερες από μία επιλογές με διαφορετικά επενδυτικά χαρακτηριστικά, τα μέλη ενημερώνονται για τους όρους που αφορούν στο εύρος των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών και, κατά περίπτωση, τη βασική επενδυτική επιλογή και τον κανόνα του προγράμματος συνταξιοδοτικού παροχών να κατανέμει ένα συγκεκριμένο μέλος σε μια επενδυτική επιλογή.

3. Τα μέλη και οι δικαιούχοι ή, κατά περίπτωση, οι εκπρόσωποί τους λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με αλλαγές των κανόνων του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών καθεστώτος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Επιπροσθέτως, τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν εξήγηση του αντίκτυπου των σημαντικών αλλαγών των τεχνικών προβλέψεων στα μέλη και τους δικαιούχους.

4. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν τις γενικές πληροφορίες για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών του παρόντος.

Άρθρο 18
Γενικές διατάξεις για τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών και τις συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 38 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους συντάσσουν δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία περιέχει βασικές πληροφορίες για κάθε μέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος και της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας.

2. Η ακριβής ημερομηνία στην οποία αναφέρονται οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών αναγράφεται σε εμφανή θέση.

3. Οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών είναι ακριβείς, επικαιροποιούνται και τίθενται στη διάθεση κάθε μέλους χωρίς χρέωση με ηλεκτρονικά μέσα, μεταξύ άλλων σε σταθερό μέσο ή σε ιστοσελίδα ή γραπτώς, τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Έντυπο αντίγραφο παρέχεται στα μέλη κατόπιν αιτήσεως, επιπλέον οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας με ηλεκτρονικά μέσα.

4. Κάθε ουσιώδης μεταβολή στις πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος αποτυπώνεται με σαφήνεια.

5. Για τον προσδιορισμό των παραδοχών των προβολών της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 19, τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους εφαρμόζουν τα οριζόμενα στην απόφαση της παρ. 23 του άρθρου 91.

Άρθρο 19 Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών (άρθρο 39 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τις ακόλουθες βασικές πληροφορίες για τα μέλη:

α) προσωπικά στοιχεία του μέλους, ιδίως, την προβλεπόμενη στην εθνική νομοθεσία ηλικία συνταξιοδότησης και την ηλικία συνταξιοδότησης που καθορίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

β) την επωνυμία των Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους και τη διεύθυνση επικοινωνίας, καθώς και τον προσδιορισμό του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών στο οποίο υπάγεται το μέλος,

γ) πληροφορίες σχετικά με την πλήρη ή μερική εγγύηση που παρέχεται στο πλαίσιο του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και τον τρόπο πρόσβασης σε περαιτέρω πληροφορίες, εφόσον διατίθενται τέτοιες,

δ) πληροφορίες για τις προβολές σχετικά με τις συνταξιοδοτικές παροχές σύμφωνα με την ηλικία συνταξιοδότησης, όπως προσδιορίζεται στην περ. α) και δήλωση αποποίησης ευθύνης σχετικά με πιθανή διαφοροποίηση των προβολών αυτών από την τελική αξία των παροχών που θα καταβληθούν. Αν οι προβολές συνταξιοδοτικών παροχών βασίζονται σε οικονομικά σενάρια, οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης ένα βέλτιστο σενάριο και ένα δυσμενές, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

ε) πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα δικαιώματα ή το σωρευμένο κεφάλαιο, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

στ) πληροφορίες για τις εισφορές που κατέβαλαν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση και το μέλος στο πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, τουλάχιστον κατά τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών,

ζ) ανάλυση των επιβαρύνσεων και των εξόδων που αναλογούν στο μέλος τουλάχιστον τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες,

η) πληροφορίες για το επίπεδο χρηματοδότησης του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών συνολικά.

2. Στο πλαίσιο του άρθρου 83, η Αρμόδια Αρχή ανταλλάσσει βέλτιστες πρακτικές, σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών, με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 20
Συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 40 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών προσδιορίζει τη διαδικασία λήψης από τα μέλη συμπληρωματικών πληροφοριών, όπως:

α) περαιτέρω πρακτικές πληροφορίες για τις προσφερόμενες στο μέλος επιλογές, σύμφωνα με το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών,

β) τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 42 και 44,

γ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τα ποσά τα οποία είναι εκπεφρασμένα σε ετήσιες προσόδους, ιδίως, όσον αφορά τον συντελεστή της ετήσιας προσόδου, τον τύπο του παρόχου και τη διάρκεια της ετήσιας προσόδου, και

δ) πληροφορίες για το επίπεδο των παροχών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης.

2. Για τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών στα οποία τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο και στα οποία μία επενδυτική επιλογή επιβάλλεται στο μέλος μέσω ειδικού κανόνα, ο οποίος προσδιορίζεται στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών αναφέρει πού διατίθενται πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με αυτά.

Άρθρο 21
Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα υποψήφια μέλη (άρθρο 41 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/234
1)

1. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους ενημερώνουν τα υποψήφια μέλη, τα οποία δεν εγγράφονται αυτόματα σε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, πριν από την ένταξή τους σε αυτό, καθώς και τα υποψήφια μέλη τα οποία εγγράφονται αυτόματα σε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, για:

α) οποιεσδήποτε επιλογές διατίθενται σε αυτούς, περιλαμβανομένων και των επενδυτικών επιλογών,

β) τα χαρακτηριστικά του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών περιλαμβανομένου του είδους των παροχών,

γ) πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο και πώς λαμβάνονται υπόψη στην επενδυτική πολιτική παράγοντες σχετικοί με το περιβάλλον, το κλίμα, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση και

δ) τη διάθεση περισσότερων πληροφοριών.

2. Όταν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο ή μπορούν να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις, τα υποψήφια μέλη λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες επιδόσεις των επενδύσεων που σχετίζονται με το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών για τουλάχιστον πέντε (5) έτη ή για όλα τα έτη λειτουργίας του προγράμματος όταν η περίοδος λειτουργίας του είναι μικρότερη από πέντε (5) έτη και πληροφορίες για τη διάρθρωση των εξόδων και των επιβαρύνσεων που αναλογούν στα μέλη και στους δικαιούχους.

Άρθρο 22
Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα μέλη κατά την προσυνταξιοδοτική φάση (άρθρο 42 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Επιπλέον της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών, τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν σε κάθε μέλος, εγκαίρως πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 19, ή κατόπιν αίτησης του μέλους, πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές καταβολής παροχών που διατίθενται για τη λήψη των συνταξιοδοτικών παροχών τους.

Άρθρο 23
Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους δικαιούχους κατά τη φάση πληρωμής (άρθρο 43 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν στους δικαιούχους, σε περιοδική βάση, πληροφορίες σχετικά με τις οφειλόμενες παροχές και τις αντίστοιχες επιλογές καταβολής.

2. Τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους ανακοινώνουν στους δικαιούχους, χωρίς καθυστέρηση, τη λήψη τελικής απόφασης που οδηγεί σε τυχόν μείωση του επιπέδου των οφειλόμενων παροχών, τρεις (3) μήνες πριν από την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

3. Όταν οι δικαιούχοι φέρουν σημαντικό βαθμό επενδυτικού κινδύνου κατά τη φάση πληρωμής, τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν τακτικά κατάλληλες πληροφορίες στους δικαιούχους.

Άρθρο 24
Πρόσθετες πληροφορίες που παρέχονται κατόπιν αιτήσεως σε μέλη και δικαιούχους (άρθρο 44 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Κατόπιν αίτησης μέλους ή δικαιούχου ή των εκπροσώπων τους, το Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχει τις ακόλουθες πρόσθετες πληροφορίες:

α) τους ετήσιους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 42 ή, αν ένα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους είναι υπεύθυνο για περισσότερα του ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, τους λογαριασμούς και τις εκθέσεις που αφορούν στο συγκεκριμένο συνταξιοδοτικό πρόγραμμά του,

β) τη δήλωση αρχών επενδυτικής πολιτικής που αναφέρεται στο άρθρο 44,

γ) περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των προβολών, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 19.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΟΡΓΑΝΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 25
Διοικητικό Συμβούλιο - Ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 20 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελεί το όργανο διοίκησης των Τ.Ε.Α. και έχει την τελική ευθύνη για την τήρηση του παρόντος Μέρους και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού αποφάσεων, καθώς και των ευρωπαϊκών αντιστοίχων. Το Διοικητικό Συμβούλιο προβαίνει σε όλες τις νόμιμες ενέργειες και λαμβάνει όλα τα νόμιμα μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και δικαιούχων παροχών.

2. Ως μέλη διοίκησης ενός Τ.Ε.Α. νοούνται, κατ' ελάχιστον, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα στο Τ.Ε.Α. και το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί στο Διοικητικό Συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση του Τ.Ε.Α., περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δραστηριότητα του Τ.Ε.Α..

3. H ανάθεση οποιασδήποτε αρμοδιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός ή εκτός του Τ.Ε.Α., δεν απαλλάσσει το Διοικητικό Συμβούλιο από την ευθύνη της παρ. 1.

4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστης απέναντι στο Τ.Ε.Α..

5. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να είναι μέλη Διοικητικού Συμβουλίου σε εταιρείες, μετοχές ή μερίδια των οποίων κατέχει το Τ.Ε.Α., εφόσον η συμμετοχή τους στις εταιρείες αυτές υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου τους.

6. Για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία και διαχείριση του Τ.Ε.Α., το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να ορίζει επιτροπές, ενδεικτικά επιτροπή επενδύσεων και διαχείρισης κινδύνων, οι οποίες αποτελούνται από πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας του άρθρου 33.

Άρθρο 26
Εποπτικό Συμβούλιο

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται τουλάχιστον από τρία (3) μέλη του Τ.Ε.Α.. Τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου είναι ανεξάρτητα από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει τακτικά, ανά τρίμηνο, και έκτακτα, όποτε θεωρήσει αυτό αναγκαίο.

2. Το Εποπτικό Συμβούλιο των Τ.Ε.Α. εποπτεύει και ελέγχει τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου και την τήρηση της νομοθεσίας και του καταστατικού. Προβαίνει σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, παρακολουθεί την πορεία των υποθέσεων του Τ.Ε.Α. και μπορεί να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείων του Τ.Ε.Α. Για τη διενέργεια των ελέγχων δύναται να διορίσει έως και τρεις (3) ειδικούς συμβούλους ή εμπειρογνώμονες με αιτιολογημένη απόφασή του.

3. Το Εποπτικό Συμβούλιο συντάσσει ετησίως έκθεση για την οικονομική διαχείριση του Διοικητικού Συμβουλίου την οποία υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο και θέτει στη διάθεση των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

Άρθρο 27
Εξωτερική ανάθεση (άρθρο 31 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. μπορούν να αναθέσουν οποιεσδήποτε δραστηριότητες, περιλαμβανομένων βασικών λειτουργιών και της διαχείρισης τους, συνολικά ή μερικά, σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους.

2. Τα Τ.Ε.Α. παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος όταν αναθέτουν εξωτερικά εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες.

3. Η εξωτερική ανάθεση βασικών λειτουργιών ή άλλων δραστηριοτήτων δεν πραγματοποιείται κατά τρόπο που να οδηγεί σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω καταστάσεις:

α) μείωση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης του Τ.Ε.Α.,

β) αδικαιολόγητη αύξηση του λειτουργικού κινδύνου,

γ) μείωση της ικανότητας της Αρμόδιας Αρχής να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του Τ.Ε.Α. προς τις υποχρεώσεις του,

δ) υπονόμευση της συνεχούς και ικανοποιητικής παροχής υπηρεσιών στα μέλη και τους δικαιούχους.

4. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν την ορθή λειτουργία των εξωτερικά ανατιθέμενων δραστηριοτήτων μέσω της διαδικασίας επιλογής παρόχου υπηρεσιών και της συνεχούς παρακολούθησης των δραστηριοτήτων του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών.

5. Τα Τ.Ε.Α. που αναθέτουν εξωτερικά βασικές λειτουργίες, τη διαχείρισή τους ή άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από τις διατάξεις του παρόντος, συνάπτουν έγγραφη σύμβαση με τον πάροχο υπηρεσιών, στην οποία προσδιορίζονται σαφώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών.

Η σύμβαση αναφέρει ιδίως με σαφήνεια όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) τα καθήκοντα και τις ευθύνες αμφοτέρων των εμπλεκόμενων μερών,

β) τη δέσμευση του παρόχου υπηρεσιών να συμμορφώνεται με όλες τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές απαιτήσεις και κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και πολιτικές που έχουν εγκριθεί από το Τ.Ε.Α. και να συνεργάζεται με την Αρμόδια Αρχή όσον αφορά στη λειτουργία ή τη δραστηριότητα που του έχει ανατεθεί,

γ) την υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών να γνωστοποιεί κάθε εξέλιξη που ενδέχεται να έχει σημαντική επίπτωση στην ικανότητά του να ασκήσει τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές απαιτήσεις,

δ) πρόβλεψη περιόδου προειδοποίησης για την καταγγελία της σύμβασης από τον πάροχο της υπηρεσίας, η οποία πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να επιτρέπει στο Τ.Ε.Α. να βρει εναλλακτική λύση,

ε) τη δυνατότητα του Τ.Ε.Α. να καταγγείλει τη συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης, εάν αυτό είναι απαραίτητο, χωρίς να θίγονται η συνέχεια και η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει στα μέλη του και στους δικαιούχους παροχών,

στ) την πραγματική πρόσβαση του Τ.Ε.Α., του εξωτερικού ελεγκτή του και της Αρμόδιας Αρχής σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν στα καθήκοντα και τις δραστηριότητες της

εξωτερικής ανάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών,

ζ) την δυνατότητα της Αρμόδιας Αρχής, όταν ενδείκνυται και είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της εποπτείας, να απευθύνει ερωτήσεις απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών απαντά,

η) τους όρους και τις προϋποθέσεις, κατά περίπτωση, βάσει των οποίων ο πάροχος υπηρεσιών μπορεί να αναθέσει με υπεργολαβία οποιοδήποτε από τα ανατεθέντα καθήκοντα και τις δραστηριότητες και ότι τα καθήκοντα και οι ευθύνες του παρόχου της υπηρεσίας που απορρέουν από τη συμφωνία με το Τ.Ε.Α. δεν επηρεάζονται από τυχόν ανάθεση με υπεργολαβία,

θ) διασφάλιση ότι ο πάροχος υπηρεσιών έχει επαρκή σχέδια έκτακτης ανάγκης για να αντιμετωπίσει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή επιχειρηματικές διαταραχές και κατά περιόδους πραγματοποιεί δοκιμές των εφεδρικών συστημάτων, όταν είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων της εξωτερικής ανάθεσης.

6. Τα Τ.Ε.Α. ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή για κάθε εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τις διατάξεις του παρόντος. Όταν η εξωτερική ανάθεση σχετίζεται με εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες ή τη διαχείριση του Τ.Ε.Α., το Τ.Ε.Α. υποχρεούται να ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή, πριν τεθεί σε ισχύ η σχετική συμφωνία. Τα Τ.Ε.Α. πληροφορούν την Αρμόδια Αρχή για κάθε σημαντική εξέλιξη που αφορά οποιεσδήποτε από τις εξωτερικά ανατιθέμενες δραστηριότητες.

7. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να ζητά, οποτεδήποτε, από τα Τ.Ε.Α. και από τους παρόχους υπηρεσιών πληροφορίες και στοιχεία σχετικά με τις εξωτερικά ανατιθέμενες βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες, αποκλειομένης της περίπτωσης προβολής απορρήτου ή ρήτρας εμπιστευτικότητας προς αυτήν.

8. Η Αρμόδια Αρχή απαγορεύει την εξωτερική ανάθεση εφόσον, κατά την άποψή της, συντρέχει οιοσδήποτε εκ των λόγων της παρ. 3.

Άρθρο 28
Διαχείριση επενδύσεων (άρθρο 32 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. αναθέτουν τη διαχείριση επενδύσεων, για κάθε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που λειτουργούν, σε έναν ή περισσότερους διαχειριστές επενδύσεων, οι οποίοι πρέπει να συμμορφώνονται με την ισχύουσα για τα Τ.Ε.Α. νομοθεσία και την επενδυτική πολιτική των Τ.Ε.Α.. Τα στοιχεία κάθε διαχειριστή επενδύσεων υποβάλλονται από το Τ.Ε.Α. στην Αρμόδια Αρχή εντός πέντε (5) ημερών από τον ορισμό του. Εντός της ίδιας προθεσμίας τα Τ.Ε.Α. γνωστοποιούν στην Αρμόδια Αρχή τη λήξη ή με άλλο τρόπο λύση της σύμβασης μεταξύ αυτού και του διαχειριστή επενδύσεων.

Τα Τ.Ε.Α. δύνανται να διαχειρίζονται τα ίδια τις επενδύσεις τους μόνον κατόπιν έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής.

2. O διαχειριστής επενδύσεων πρέπει να κατέχει την απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία άδεια διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Ο διαχειριστής επενδύσεων που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποχρεούται να κατέχει την άδεια που προβλέπεται από τις Οδηγίες 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (L 302), 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (L 335), 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174), 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (L 176) και 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173).

3. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν έγγραφη πολιτική, στην οποία περιγράφεται υποχρεωτικά η διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης του διαχειριστή επενδύσεων, καθώς και της λύσης της σχετικής σύμβασης. Ο διαχειριστής επενδύσεων δεν απαλλάσσεται της ευθύνης αν ανέθεσε σε τρίτο τη διαχείριση των επενδύσεων που ανέλαβε.

4. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται οι αρμοδιότητες. καθώς και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούν οι διαχειριστές επενδύσεων κατά την διαχείριση των επενδύσεων Τ.Ε.Α., καθώς και οι οργανωτικές και λοιπές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται από τα Τ.Ε.Α. ώστε η Αρμόδια Αρχή να δώσει την έγκρισή της κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1.

Άρθρο 29
Ορισμός θεματοφύλακα (άρθρο 33 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. ορίζουν θεματοφύλακα, ανεξαρτήτως αν τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν επενδυτικό κίνδυνο. Ο θεματοφύλακας είναι υπεύθυνος για τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων, ασκεί εποπτικά καθήκοντα σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31, και οφείλει να συμμορφώνεται με την ισχύουσα για τα Τ.Ε.Α. νομοθεσία και την επενδυτική πολιτική των Τ.Ε.Α. Όταν ασκείται διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, η οποία είναι κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 11, τα ασκούντα τη δραστηριότητα Ι.Ε.Σ.Π. οφείλουν να ορίζουν θεματοφύλακα για τη φύλαξη των περιουσιακών τους στοιχείων και την άσκηση καθηκόντων επίβλεψης σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31. Η διαδικασία επιλογής, αξιολόγησης και λύσης της σύμβασης του θεματοφύλακα προβλέπεται σε έγγραφη πολιτική των Τ.Ε.Α..

2. Ο θεματοφύλακας που ορίζεται από το Τ.Ε.Α. κατέχει υποχρεωτικά τις απαιτούμενες από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία άδειες.

3. Ο θεματοφύλακας που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να κατέχει τη σχετική άδεια σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (L 176) ή την Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173), ή να γίνεται αποδεκτός ως θεματοφύλακας σύμφωνα με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (L 302) ή την Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174).

4. Η αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία του θεματοφύλακα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, απαγορεύει, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 55 την ελεύθερη διάθεση στοιχείων του ενεργητικού που κατέχει θεματοφύλακας που είναι εγκατεστημένος στην ημεδαπή, κατόπιν αιτήσεως της Αρμόδιας Αρχής ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π..

5. O θεματοφύλακας ορίζεται με έγγραφη σύμβαση, στην οποία προβλέπονται οι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων του πληροφορίες, όπως αυτές περιγράφονται στο παρόν Μέρος και στη λοιπή νομοθεσία, στο πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής του εκάστοτε προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών.

6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31, το Τ.Ε.Α., το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους και ο θεματοφύλακας ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία, επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και με γνώμονα το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων του προγράμματος.

7. Ο θεματοφύλακας δεν ασκεί δραστηριότητες σε σχέση με το Τ.Ε.Α. οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του Τ.Ε.Α., των μελών και των δικαιούχων του προγράμματος και του ιδίου, εκτός εάν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την άσκηση των καθηκόντων του θεματοφύλακα από τα λοιπά δυνητικά συγκρουόμενα καθήκοντά του. Εφόσον, παρά την εξάντληση κάθε πρόσφορου μέσου, δεν καθίσταται δυνατή η εξάλειψη περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων, ο θεματοφύλακας προβαίνει σε κατάλληλες ενέργειες προσδιορισμού, διευθέτησης και παρακολούθησης αυτών, και γνωστοποιεί αναλυτικά και τεκμηριωμένα τις σχετικές ενέργειες στη διοίκηση του Τ.Ε.Α.. και στα μέλη και τους δικαιούχους του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών.

Άρθρο 30
Φύλαξη περιουσιακών στοιχείων και ευθύνη του θεματοφύλακα (άρθρο 34 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα περιουσιακά στοιχεία των Τ.Ε.Α. που προβλέπονται στο άρθρο 51, πλην των ακινήτων, και τα οποία συνδέονται με πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, αποτελούν αντικείμενο φύλαξης που ανατίθεται σε θεματοφύλακα. Ο θεματοφύλακας φυλάσσει όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων, ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καθώς και όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως σε αυτόν. Για τον σκοπό αυτό, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων που έχει ανοιχτεί στα βιβλία του θεματοφύλακα, είναι καταχωρισμένα στα βιβλία του θεματοφύλακα σε διαχωρισμένους λογαριασμούς, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στον ν. 4514/2018 (Α'14) και στην Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173), ανοιγμένους στο όνομα του Τ.Ε.Α. ώστε να μπορούν να ταυτοποιούνται ευκρινώς και οποτεδήποτε ως ανήκοντες στο Τ.Ε.Α.

2. Εάν τα περιουσιακά στοιχεία ενός Τ.Ε.Α., που έχουν σχέση με πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, αποτελούνται από άλλα στοιχεία εκτός των αναφερομένων στην παρ. 1, ο θεματοφύλακας επαληθεύει ότι το Τ.Ε.Α. είναι ο κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και τηρεί αρχείο αυτών. Η επαλήθευση διενεργείται βάσει πληροφοριών ή εγγράφων που παρέχει το Τ.Ε.Α. και, εφόσον υπάρχουν, βάσει εξωτερικών αποδεικτικών στοιχείων. Ο θεματοφύλακας τηρεί το αρχείο του ενημερωμένο.

3. Τα περιουσιακά στοιχεία του Τ.Ε.Α. που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα δεν επαναχρησιμοποιούνται από τον θεματοφύλακα, ή οποιονδήποτε τρίτο στον οποίο έχει ανατεθεί η λειτουργία θεματοφυλακής, για δικό του λογαριασμό. Η επαναχρησιμοποίηση περιλαμβάνει οποιαδήποτε συναλλαγή σε φυλασσόμενα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της μεταβίβασης, της ενεχυρίασης, της πώλησης και του δανείου.

4. Ο θεματοφύλακας ευθύνεται έναντι του Τ.Ε.Α. για κάθε ζημία που υφίσταται λόγω αδικαιολόγητης παράλειψης εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή πλημμελούς εκτέλεσης αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία.

5. Ο θεματοφύλακας δεν απαλλάσσεται της ευθύνης αν ανέθεσε σε τρίτο το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων τη φύλαξη των οποίων ανέλαβε.

Άρθρο 31
Καθήκοντα επίβλεψης (άρθρο 35 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. εφαρμόζουν διαδικασίες για τη δέουσα άσκηση των παρακάτω καθηκόντων επίβλεψης:

α) διασφαλίζουν ότι, σε συναλλαγές οι οποίες αφορούν τα στοιχεία ενεργητικού του Τ.Ε.Α. που έχει σχέση με πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, το αντάλλαγμα λαμβάνεται από το Τ.Ε.Α. εντός των συνήθων προθεσμιών, και

β) διασφαλίζουν ότι, τα έσοδα που παράγουν τα στοιχεία ενεργητικού διατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες του.

2. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, τα Τ.Ε.Α. μπορούν να αναθέτουν στον θεματοφύλακα, επιπλέον καθήκοντα αυτών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 30, για την άσκηση καθηκόντων επίβλεψης, ώστε ο θεματοφύλακας να:

α) εκτελεί οδηγίες του Τ.Ε.Α., εκτός εάν αυτές αντίκεινται σε διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων ή αποφάσεων της αρμόδιας για την εποπτεία του αρχής,

β) διασφαλίζει ότι, σε συναλλαγές οι οποίες αφορούν τα στοιχεία ενεργητικού ενός Τ.Ε.Α. που έχει σχέση με πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, το αντάλλαγμα αποδίδεται στο Τ.Ε.Α. εντός των συνήθων προθεσμιών και

γ) διασφαλίζει ότι, τα έσοδα που παράγουν τα στοιχεία ενεργητικού διατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες του Τ.Ε.Α..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 32
Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης (άρθρο 21 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης που προβλέπει τη χρηστή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων τους. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει κατάλληλη και διαφανή οργανωτική δομή, με σαφή κατανομή και κατάλληλο διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και αποτελεσματικό μηχανισμό με τον οποίο διασφαλίζεται η μετάδοση των πληροφοριών εντός του Τ.Ε.Α.. Στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης, συνεκτιμώνται για τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων, περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες, καθώς και παράγοντες που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση επενδυτικών στοιχείων του ενεργητικού. Οι παράγοντες αυτοί υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση.

2. Το σύστημα διακυβέρνησης της παρ. 1 είναι ανάλογο προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α..

Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες βασικές λειτουργίες: α) τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, β) τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και γ) την αναλογιστική λειτουργία.

3. Τα Τ.Ε.Α. θεσπίζουν και εφαρμόζουν γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνων, τον εσωτερικό έλεγχο, τις αναλογιστικές δραστηριότητες, τις εξωτερικές αναθέσεις, τη σύγκρουση συμφερόντων και τη διαχείριση καταγγελιών. Οι εν λόγω γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α., επανεξετάζονται τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη και προσαρμόζονται λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν ότι οι πολιτικές εφαρμόζονται.

4. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου. Το εν λόγω σύστημα περιλαμβάνει διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου και κατάλληλες ρυθμίσεις υποβολής εκθέσεων σε όλα τα επίπεδα του Τ.Ε.Α..

5. Τα Τ.Ε.Α. λαμβάνουν εύλογα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Για τον σκοπό αυτόν, τα Τ.Ε.Α. εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατά τρόπο κατάλληλο και αναλογικό, συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

6. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν τουλάχιστον δύο (2) φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν πραγματικά τη διοίκηση του Τ.Ε.Α..

Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται ο ορισμός ενός προσώπου, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του Τ.Ε.Α. προς την Αρμόδια Αρχή, η οποία την αξιολογεί λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη γενικότερη διαχείριση του Τ.Ε.Α., καθώς επίσης και το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α..

7. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν ότι το σύστημα διακυβέρνησής τους, ιδίως το σύστημα διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου, διαχειρίζεται επαρκώς τους κινδύνους τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και ασφάλειας. Προς τούτο, αναπτύσσουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης των κινδύνων τεχνολογίας πληροφορικής/ επικοινωνιών και ασφάλειας στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης κινδύνων τους και ιδίως δημιουργούν και διαχειρίζονται συστήματα δικτύου και πληροφοριών κατ' εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333), κατά περίπτωση. 8. Η Αρμόδια Αρχή επαληθεύει το εφαρμοζόμενο από τα Τ.Ε.Α. σύστημα διακυβέρνησης και αξιολογεί τους αναδυόμενους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί από τα ίδια τα Τ.Ε.Α. και που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία, τα μέλη τους ή τους δικαιούχους παροχών.

Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να απαγορεύει την εξωτερική ανάθεση λειτουργίας, δραστηριότητας ή διαχείρισης, να απαιτεί την ανάληψη από το Τ.Ε.Α. συγκεκριμένων ενεργειών για τη βελτίωση, αναμόρφωση, τροποποίηση ή ενίσχυση του συγκεκριμένου μέρους ή του συνόλου του συστήματος διακυβέρνησης εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να κατονομάζει ή απαιτεί την αλλαγή ή αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων εκ των μελών διοίκησης, να απαιτεί την άμεση απαλλαγή του Τ.Ε.Α. από έναν ή περισσότερους κινδύνους ή κατηγορίες κινδύνων, να απαγορεύει την ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου για ορισμένο χρόνο, να απαιτεί την άμεση ή σε συχνότερη βάση διεξαγωγή της αξιολόγησης του άρθρου 41, να απαιτεί την άμεση ή σε συχνότερη βάση επικαιροποίηση μίας ή περισσότερων πολιτικών και να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση του Τ.Ε.Α. προς τις υποχρεώσεις διακυβέρνησής του, όπως αυτές ορίζονται ειδικότερα στα άρθρα 25, 26 και 32 έως 44.

Άρθρο 33
Απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας (άρθρο 22 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν ότι όλα τα μέλη της διοίκησης, του Εποπτικού Συμβουλίου και των επιτροπών, καθώς και όλα τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες και τα πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί εξωτερικά εργασίες που περιλαμβάνονται σε μια βασική λειτουργία κατά το άρθρο 27, πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους:

α) απαίτηση καταλληλότητας:

αα) για τα μέλη της διοίκησης και των επιτροπών του Τ.Ε.Α.: ότι διαθέτουν συλλογικά επαρκή προσόντα, γνώσεις και πείρα, ώστε να ασκούν χρηστή και συνετή διαχείριση του Τ.Ε.Α.,

αβ) για τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στην αναλογιστική λειτουργία και στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου: ότι διαθέτουν επαρκή επαγγελματικά προσόντα, γνώσεις και πείρα, ώστε να ασκούν κατάλληλα τις εργασίες αυτές,

αγ) για τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στη λειτουργία διαχείρισης κινδύνου ή άλλες βασικές λειτουργίες: ότι διαθέτουν επαρκή προσόντα, γνώσεις και πείρα, ώστε να ασκούν ορθά τις εργασίες αυτές και

β) απαίτηση για αξιοπιστία: ότι διαθέτουν υπόληψη και ακεραιότητα.

2. Τα Τ.Ε.Α. κοινοποιούν στην Αρμόδια Αρχή την ταυτότητα των μελών διοίκησης, του Εποπτικού Συμβουλίου, των επιτροπών και των προσώπων που είναι υπεύθυνα για εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες του Τ.Ε.Α.. Η κοινοποίηση συνοδεύεται με όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να εξακριβωθεί η καταλληλότητα και αξιοπιστία των εν λόγω προσώπων, σύμφωνα με το παρόν Μέρος.

Τα Τ.Ε.Α. κοινοποιούν αμελλητί στην Αρμόδια Αρχή κάθε μεταβολή στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου μαζί με όλα τα οριζόμενα σε αυτό στοιχεία. Περαιτέρω, ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή, αν κάποιο από τα εν λόγω πρόσωπα έπαψε να πληροί τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας της παρ. 1 .

3. Ως απόδειξη υπόληψης και ακεραιότητας των προσώπων της παρ. 1, η Αρμόδια Αρχή δέχεται κατ' ελάχιστον επικυρωμένα αντίγραφα ποινικού μητρώου και του πιστοποιητικού δικαστικής φερεγγυότητας, με τα οποία αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν καταδικασθεί για κλοπή, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, χρεωκοπία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς επίσης ότι δεν έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης.

4. Σε περίπτωση πολιτών άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Αρμόδια Αρχή δέχεται ως απόδειξη υπόληψης και ακεραιότητας δικαστικά πιστοποιητικά ή διοικητικά έγγραφα, που εκδίδονται από δικαστικές ή διοικητικές αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουν περιεχόμενο αντίστοιχο του ποινικού μητρώου, του πιστοποιητικού μη πτώχευσης ή πτωχευτικής αποκατάστασης.

Όταν στο κράτος μέλος του οποίου το πρόσωπο είναι υπήκοος δεν εκδίδονται τα προβλεπόμενα ως άνω έγγραφα, αρκεί ένορκη βεβαίωση ή, εφόσον ούτε ένορκη βεβαίωση προβλέπεται από το εν λόγω κράτος μέλος, υπεύθυνη δήλωση του προς αξιολόγηση προσώπου ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, κατά περίπτωση, ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος. Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει πιστοποιητικό που βεβαιώνει τη γνησιότητα αυτής της ένορκης βεβαίωσης ή της υπεύθυνης δήλωσης.

Ένορκη βεβαίωση ή υπεύθυνη δήλωση περί μη πτωχεύσεως ή περί πτωχευτικής αποκατάστασης μπορεί να γίνει και ενώπιον αρμόδιου επαγγελματικού ή εμπορικού οργανισμού του κράτους μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος.

5. Τα εν γένει έγγραφα και πιστοποιητικά του παρόντος πρέπει να είναι πρόσφατα και να έχουν εκδοθεί εντός του προηγουμένου της υποβολής τριμήνου.

Άρθρο 34
Πολιτική αποδοχών (άρθρο 23 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. θεσπίζουν και εφαρμόζουν χρηστή πολιτική αποδοχών για όλα τα μέλη διοίκησής τους, για τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, καθώς και για άλλες κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη επίπτωση στο προφίλ κινδύνου του Τ.Ε.Α., κατά τρόπον ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

2. Τα Τ.Ε.Α. δημοσιοποιούν τακτικά σχετικές πληροφορίες για την πολιτική αποδοχών, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (L 119).

3. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών που αναφέρεται στην παρ. 1, τα Τ.Ε.Α. συμμορφώνονται με τις ακόλουθες αρχές: α) η πολιτική αποδοχών:

αα) καθορίζεται, εφαρμόζεται και ισχύει σύμφωνα με τις δραστηριότητες, το προφίλ κινδύνου, τους στόχους και το μακροπρόθεσμο συμφέρον, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις επιδόσεις του Τ.Ε.Α. στο σύνολό του, και στηρίζει τη χρηστή, συνετή και αποτελεσματική διαχείριση των Τ.Ε.Α.,

αβ) ευθυγραμμίζεται με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών, τα οποία λειτουργεί το Τ.Ε.Α.,

αγ) περιλαμβάνει μέτρα με στόχο την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων,

αδ) συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων που δεν συνάδουν με το προφίλ κινδύνου και τους κανονισμούς του Τ.Ε.Α.,

αε) εφαρμόζεται στο Τ.Ε.Α. και στους παρόχους υπηρεσιών που αναφέρονται στην παρ. 1, στο άρθρο 27 εκτός εάν οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών εμπίπτουν στους ν. 4099/2012 (Α'250), 4514/2018 (Α'14), 4261/2014 (Α'107) και 4364/2016 (Α'13) και τις Οδηγίες 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 , για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (L 302), 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (L 335), 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011 , σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174), 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ (L 176) και 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173),

β) το Τ.Ε.Α. καταρτίζει τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών, την εξετάζει και την επικαιροποιεί τουλάχιστον ανά τριετία, και είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή της,

γ) υφίσταται σαφής, διαφανής και αποτελεσματική διακυβέρνηση όσον αφορά στις αποδοχές και την εποπτεία τους. Προς τον σκοπό αυτό, στην πολιτική αποδοχών αναφέρονται ιδίως το όργανο καθορισμού των αποδοχών εν γένει και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη σχετικά με το ύψος αυτών, η διαδικασία λήψης της σχετικής απόφασης, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο διασφαλίζεται ότι αυτές είναι ανάλογες με τα καθήκοντα και τις ευθύνες κάθε προσώπου στο οποίο αφορούν.

Άρθρο 35
Διαχείριση καταγγελιών

1. Τα Τ.Ε.Α. θεσπίζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν αποτελεσματικές και διαφανείς πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης καταγγελιών για τον άμεσο χειρισμό των καταγγελιών που υποβάλλουν τα υποψήφια μέλη, μέλη ή δικαιούχοι. Η πολιτική διαχείρισης καταγγελιών εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. και παρέχει σαφείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία χειρισμού των καταγγελιών. Η πολιτική διαχείρισης καταγγελιών επανεξετάζεται κάθε τρία (3) έτη και αναθεωρείται, εφόσον απαιτείται.

2. Τα Τ.Ε.Α. ορίζουν το αρμόδιο όργανο που είναι υπεύθυνο για τη διερεύνηση των καταγγελιών και αναρτούν στην ιστοσελίδα τους πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο υποβολής καταγγελιών, τη διαδικασία που ακολουθείται για την εξέταση της καταγγελίας, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας του αρμόδιου οργάνου διαχείρισης.

3. Στο πλαίσιο διαχείρισης της καταγγελίας, τα Τ.Ε.Α. παρέχουν στα υποψήφια μέλη, μέλη ή δικαιούχους πληροφορίες με σαφήνεια και σε περιεκτική και κατανοητή γλώσσα, αποφεύγοντας τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων .

4. Τα Τ.Ε.Α. απαντούν στην καταγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενημερώνοντας ταυτόχρονα και εφόσον συντρέχει λόγος, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο σχετικά με τις επιλογές του για προσφυγή σε άλλο αρμόδιο όργανο ή φορέα εκτός Τ.Ε.Α.

5. Τα Τ.Ε.Α. τηρούν αρχείο των καταγγελιών που διαχειρίζονται και των μέτρων που λήφθηκαν και αναλύουν, σε διαρκή βάση, τα δεδομένα που αφορούν $την εξέταση των καταγγελιών, έτσι ώστε να διασφαλίζουν ότι εντοπίζουν και αντιμετωπίζουν επαναλαμβανόμενα προβλήματα και πιθανούς νομικούς και λειτουργικούς κινδύνους.

6. Τα Τ.Ε.Α. παρέχουν στην Αρμόδια Αρχή σε ετήσια βάση πληροφορίες σχετικά με τις καταγγελίες και τον χειρισμό τους ή σε φορέα επίλυσης διαφορών, εφόσον υφίσταται βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 36
Σύγκρουση συμφερόντων- Πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων

1. Τα Τ.Ε.Α. θεσπίζουν και εφαρμόζουν γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική για τη σύγκρουση συμφερόντων, η οποία περιλαμβάνει μέτρα και διαδικασίες για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και για τον εντοπισμό και τη διαχείριση πιθανών πηγών σύγκρουσης συμφερόντων, προκειμένου να διασφαλιστεί ο περιορισμός των δυσμενών συνεπειών στα συμφέροντα των μελών και δικαιούχων των Τ.Ε.Α.. Η πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α., επανεξετάζεται τουλάχιστον ετησίως και αναπροσαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή.

2. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν ότι τα μέλη διοίκησης, καθώς και τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη λειτουργία τους, όπως μέλη οργάνων, προσωπικό, πάροχοι υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες του Τ.Ε.Α., απέχουν από τη διαχείριση συγκεκριμένων υποθέσεων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εφόσον συντρέχει περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπό τους.

Σύγκρουση συμφερόντων συνιστά οποιαδήποτε κατάσταση επηρεάζει αντικειμενικά την αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων τους.

Η αμερόληπτη εκτέλεση των καθηκόντων των ανωτέρω προσώπων επηρεάζεται, ιδίως όταν προκύπτει:

α) όφελος, οικονομικό ή μη, για τους ίδιους, τους συζύγους ή τους συμβιούντες κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4356/2015 (Α' 181), τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ' ευθείαν μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε, έως και δευτέρου βαθμού, καθώς και για πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση, και

β) βλάβη, οικονομική ή μη, για πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία υπάρχει ιδιαίτερη εχθρότητα.

3. Τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα της παρ. 2 ασκούν τις αρμοδιότητές τους σε κατάλληλο επίπεδο ανεξαρτησίας, με αντικειμενικότητα, αμεροληψία, διαφάνεια και ενεργούν αποκλειστικά υπέρ του συμφέροντος των μελών και των δικαιούχων των Τ.Ε.Α. Επιπλέον, τα υπόχρεα πρόσωπα σέβονται και τηρούν τους κανόνες εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας για θέματα για τα οποία έλαβαν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 37
Γενικές διατάξεις βασικών λειτουργιών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Τα Τ.Ε.Α. ενσωματώνουν τις βασικές λειτουργίες στις σχετικές ιεραρχικές σχέσεις και την οργανωτική δομή, κατά τρόπο που εξασφαλίζει ότι κάθε βασική λειτουργία είναι ανεξάρτητη από επιρροές που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ικανότητα άσκησης των καθηκόντων με αντικειμενικό, δίκαιο και ανεξάρτητο τρόπο. Κάθε αρμοδιότητα ασκείται υπό την τελική ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου και με λογοδοσία σε αυτό.

Τα πρόσωπα που εκτελούν εργασίες που περιλαμβάνονται σε βασική λειτουργία μπορούν να επικοινωνούν με δική τους πρωτοβουλία με κάθε μέλος του προσωπικού και κάθε εξωτερικό πάροχο του Τ.Ε.Α. και διαθέτουν απεριόριστη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2. Τα Τ.Ε.Α. μπορούν να αναθέτουν την άσκηση περισσοτέρων από μία βασικών λειτουργιών σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή μια μεμονωμένη οργανωτική μονάδα, με εξαίρεση τη λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 39, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις άλλες βασικές λειτουργίες.

3. Τα πρόσωπα ή οι οργανωτικές μονάδες που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται σε μια βασική λειτουργία είναι διαφορετικά από εκείνα που ασκούν παρόμοιες εργασίες που περιλαμβάνονται σε βασική λειτουργία στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται σε κάποιο πρόσωπο ή οργανωτική μονάδα που ασκεί εργασίες που περιλαμβάνονται σε μια βασική λειτουργία της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, να ασκεί παρόμοιες εργασίες στο Τ.Ε.Α., κατόπιν έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής. Στο σχετικό αίτημα, το Τ.Ε.Α. αιτιολογεί επαρκώς τον τρόπο αποτροπής ή διαχείρισης πάσης φύσεως σύγκρουσης συμφερόντων με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση. Για την αξιολόγηση του αιτήματος του τρίτου εδαφίου, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του αιτούντος Τ.Ε.Α..

4. Τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που εντάσσονται στις βασικές λειτουργίες, αναφέρουν σημαντικά ευρήματα και συστάσεις σε σχέση με τον τομέα της αρμοδιότητάς τους στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α., που καθορίζει τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν.

5. Με την επιφύλαξη της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης, κάθε πρόσωπο που ασκεί εργασίες που περιλαμβάνονται σε βασική λειτουργία, ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή και το Εποπτικό Συμβούλιο, αν το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. δεν λαμβάνει κατάλληλα και έγκαιρα διορθωτικά μέτρα στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν το πρόσωπο ή η οργανωτική μονάδα που ασκεί τη βασική λειτουργία έχει εντοπίσει ουσιαστικό κίνδυνο μη συμμόρφωσης του Τ.Ε.Α. προς ουσιωδώς σημαντική κανονιστική απαίτηση και τον έχει αναφέρει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. και όταν αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων, ή

β) όταν το πρόσωπο ή η οργανωτική μονάδα που ασκεί εργασίες που περιλαμβάνονται σε βασική λειτουργία έχει παρατηρήσει σημαντικά ουσιαστική παράβαση της νομοθεσίας και των κανονισμών που εφαρμόζονται στο Τ.Ε.Α. και στις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της βασικής λειτουργίας που ασκεί το εν λόγω πρόσωπο ή η οργανωτική μονάδα και την έχει αναφέρει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α..

6. Απαγορεύονται κάθε είδους διακρίσεις ή κάθε άλλης μορφής άνιση ή αθέμιτη μεταχείριση σε βάρος προσώπου εξαιτίας της υποβολής αναφοράς σύμφωνα με το παρόν. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, παραβάσεις της εν λόγω απαγόρευσης αποτελούν ιδιωτικές διαφορές και κρίνονται αποκλειστικά από τα πολιτικά δικαστήρια.

Άρθρο 38
Διαχείριση κινδύνων (άρθρο 25 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν αποτελεσματική λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, κατά τρόπο ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Η εν λόγω λειτουργία είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων για το οποίο τα Τ.Ε.Α. εγκρίνουν στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά προς το διοικητικό συμβούλιο του Τ.Ε.Α., τακτικά, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους τα Τ.Ε.Α. και τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών, τα οποία αυτά διαχειρίζονται, είναι ή θα μπορούσαν να είναι εκτεθειμένα, και των αλληλεξαρτήσεών τους.

Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων είναι αποτελεσματικό και καλά ενσωματωμένο στην οργανωτική δομή και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων του Τ.Ε.Α..

2. Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει, κατά τρόπο ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωση των Τ.Ε.Α., καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, κινδύνους οι οποίοι μπορούν να εμφανιστούν στα Τ.Ε.Α. ή σε παρόχους υπηρεσιών στους οποίες έχουν ανατεθεί καθήκοντα ή δραστηριότητες ενός Τ.Ε.Α., τουλάχιστον στους ακόλουθους τομείς, κατά περίπτωση:

α) την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων και τον σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων,

β) τη διαχείριση ενεργητικού - παθητικού,

γ) τις επενδύσεις, ιδίως θέσεις σε παράγωγα, τιτλοποιήσεις και παρόμοιες υποχρεώσεις,

δ) τη διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης,

ε) τη διαχείριση λειτουργικού κινδύνου,

στ) την ασφάλιση και άλλες τεχνικές μετριασμού του κινδύνου,

ζ) τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και τη διαχείρισή του.

3. Αν, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν κινδύνους, το σύστημα διαχείρισης κινδύνων λαμβάνει, επίσης, υπόψη τους εν λόγω κινδύνους από την άποψη των μελών και των δικαιούχων.

Άρθρο 39
Λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (άρθρο 26 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν αποτελεσματική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου κατά τρόπο ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική τους οργάνωση, καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνει εκτίμηση της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και άλλων στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δραστηριοτήτων που ανατίθενται εξωτερικά.

2. Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από τις άλλες λειτουργίες του Τ.Ε.Α., καθώς και από την άσκηση της διοίκησης.

3. Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου αναφέρονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α., το οποίο καθορίζει τις συγκεκριμένες και κατάλληλες ενέργειες που πρέπει να αναληφθούν για κάθε μία εξ αυτών.

Άρθρο 40
Αναλογιστική λειτουργία (άρθρο 27 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία η οποία:

α) συντονίζει και εποπτεύει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

β) αξιολογεί και διασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, καθώς και των παραδοχών που γίνονται για τον σκοπό αυτό,

γ) αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

δ) συγκρίνει τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων με τις εμπειρικές παρατηρήσεις,

ε) ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. σχετικά με την αξιοπιστία και καταλληλότητα του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων,

στ) εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συνολική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων,

ζ) εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των ασφαλιστικών συμφωνιών, εφόσον το Τ.Ε.Α. διαθέτει τέτοιες συμφωνίες,

η) συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, και

θ) συντάσσει αναλογιστική έκθεση, τουλάχιστον ανά έτος, καθώς και μετά από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών που λειτουργεί το Τ.Ε.Α.. Η αναλογιστική έκθεση υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο.

2. Τα Τ.Ε.Α. ορίζουν τουλάχιστον ένα (1) ανεξάρτητο πρόσωπο, εντός ή εκτός του Τ.Ε.Α., υπεύθυνο για την αναλογιστική λειτουργία. Οι εργασίες που περιλαμβάνονται στην αναλογιστική λειτουργία εκτελούνται από πρόσωπα με εξειδικευμένη γνώση αναλογιστικών ή οικονομικών μαθηματικών και εμπειρία ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της δραστηριότητας του Τ.Ε.Α..

Άρθρο 41
Ιδία αξιολόγηση κινδύνων (άρθρο 28 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διενεργούν και τεκμηριώνουν την ιδία αξιολόγηση κινδύνων, κατά τρόπο ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική τους οργάνωση, καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

Η εν λόγω αξιολόγηση κινδύνων διενεργείται τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη ή χωρίς καθυστέρηση μετά από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά κινδύνου του Τ.Ε.Α. ή των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών τα οποία αυτό λειτουργεί. Όταν υπάρχει σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός συγκεκριμένου προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, η αξιολόγηση κινδύνων μπορεί να περιορίζεται στο εν λόγω πρόγραμμα.

2. Η αξιολόγηση κινδύνων, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και της εσωτερικής οργάνωσης του Τ.Ε.Α., καθώς και του μεγέθους, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α., περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η ιδία αξιολόγηση κινδύνων ενσωματώνεται στη διεργασία διαχείρισης και στις διεργασίες λήψης αποφάσεων του Τ.Ε.Α.,

β) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος διαχείρισης κινδύνων,

γ) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο το Τ.Ε.Α. αποτρέπει συγκρούσεις συμφερόντων με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση, όταν το Τ.Ε.Α. προβαίνει σε εξωτερική ανάθεση των βασικών λειτουργιών σε χρηματοδοτούσα επιχείρηση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 27,

δ) αξιολόγηση των συνολικών χρηματοδοτικών αναγκών του Τ.Ε.Α., περιλαμβανομένης περιγραφής του σχεδίου ανάκαμψης, κατά περίπτωση,

ε) αξιολόγηση των κινδύνων για τα μέλη και τους δικαιούχους σε σχέση με την καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών τους και την αποτελεσματικότητα τυχόν διορθωτικών μέτρων λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση: εα) των μηχανισμών αναπροσαρμογής,

εβ) των μηχανισμών μείωσης των παροχών, ιδίως, του βαθμού στον οποίο μπορούν να μειωθούν οι συσσωρευμένες συνταξιοδοτικές παροχές, των προϋποθέσεων της μείωσης και του αρμόδιου οργάνου λήψης της σχετικής απόφασης,

στ) την ποιοτική αξιολόγηση των μηχανισμών προστασίας των συνταξιοδοτικών παροχών, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, εγγυήσεων, συμφωνιών ή οποιουδήποτε άλλου είδους χρηματοδοτικής στήριξης από τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση, ασφάλισης ή αντασφάλισης από επιχείρηση που καλύπτεται από τον ν. 4364/2016 (Α' 13), όπως εκάστοτε ισχύει, ή κάλυψης από συνταξιοδοτικό σύστημα προστασίας, υπέρ του Τ.Ε.Α. ή των μελών και των δικαιούχων,

ζ) την ποιοτική αξιολόγηση των λειτουργικών κινδύνων,

η) όταν λαμβάνονται υπόψη στις επενδυτικές αποφάσεις περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και οι παράγοντες που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση, την αξιολόγηση νέων ή αναδυόμενων κινδύνων, περιλαμβανομένων των κινδύνων οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων και το περιβάλλον, των κοινωνικών κινδύνων και κινδύνων που σχετίζονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω αλλαγής στο ρυθμιστικό πλαίσιο,

θ) τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τα άρθρα 45 και 46 για τις τεχνικές προβλέψεις, ι) τα όρια ανοχής στους κινδύνους που είναι σύμφωνα με τη στρατηγική του Τ.Ε.Α. και έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο.

3. Για τους σκοπούς της παρ. 2, τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν μεθόδους προσδιορισμού και αξιολόγησης των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν στο πλαίσιο του βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού των δραστηριοτήτων τους και οι οποίοι μπορεί να έχουν αντίκτυπο στην ικανότητα του Τ.Ε.Α. να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Οι μέθοδοι αυτές είναι ανάλογες προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς στις δραστηριότητες του Τ.Ε.Α. Οι μέθοδοι περιγράφονται στην ιδία αξιολόγηση κινδύνων. Τα Τ.Ε.Α. ενημερώνουν την Αρμόδια Αρχή εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωσή της για τα αποτελέσματα της ιδίας αξιολόγησης των κινδύνων.

4. Η ιδία αξιολόγηση κινδύνων λαμβάνεται υπόψη στις στρατηγικές αποφάσεις του Τ.Ε.Α..

Άρθρο 42
Ετήσιοι λογαριασμοί και ετήσιες εκθέσεις (άρθρο 29 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. καταρτίζουν και δημοσιοποιούν ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Ειδικότερα, τα Τ.Ε.Α. που λειτουργούν περισσότερα του ενός προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών, καταρτίζουν και θέτουν στη διάθεση των σχετικών μελών και δικαιούχων ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις ξεχωριστά για κάθε ένα από τα εν λόγω προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών.

Οι εν λόγω λογαριασμοί και εκθέσεις παρουσιάζουν πραγματική και ακριβή εικόνα των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και της χρηματοοικονομικής θέσης του Τ.Ε.Α. και εκάστου προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, σε περίπτωση που το Τ.Ε.Α. λειτουργεί περισσότερα του ενός προγράμματα, και περιλαμβάνουν τη γνωστοποίηση και ανάλυση των σημαντικών επενδυτικών θέσεων. Οι ετήσιοι λογαριασμοί και οι πληροφορίες που περιέχονται στις εκθέσεις είναι συνεπείς, περιεκτικοί και ακριβείς.

Οι οικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή, δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Τ.Ε.Α., και υποβάλλονται στην Αρμόδια Αρχή μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου έτους από τη λήξη της εξεταζόμενης περιόδου.

2. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να απαιτεί την τροποποίηση ή αναμόρφωση δημοσιευμένων ή μη εκθέσεων, τη δημοσίευση ή γνωστοποίηση επιπρόσθετων πληροφοριών ή την ανάληψη από το Τ.Ε.Α. συγκεκριμένων ενεργειών για τη βελτίωση, αναμόρφωση, τροποποίηση ή ενίσχυση των πολιτικών, συστημάτων και υποδομών για την κατάρτιση των λογαριασμών και εκθέσεων της παρ. 1 εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

Άρθρο 43
Υποχρεώσεις των εξωτερικών εμπειρογνωμόνων και των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των Τ.Ε.Α. - Καθήκοντα ελεγκτώ
ν

1. Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών και εκθέσεων των Τ.Ε.Α. του άρθρου 42 ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, υποχρεούνται, αναφορικά με το Τ.Ε.Α. που ελέγχουν, να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια βραδύτητα στην Αρμόδια Αρχή κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν:

α) να αποτελεί ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση εργασιών επαγγελματικής ασφάλισης,

β) να θίξει τη συνέχεια της λειτουργίας του Τ.Ε.Α.,

γ) να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών της καταστάσεων ή σε διατύπωση επιφυλάξεων επ' αυτών,

δ) να οδηγήσει σε μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προβλέψεις,

ε) να οδηγήσει σε μη συμμόρφωση με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

2. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας που ασκείται από την Αρμόδια Αρχή με το παρόν Μέρος:

α) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι εταιρείες και κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν είτε τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών και εκθέσεων του προηγουμένου άρθρου των Τ.Ε.Α. είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή ενημερώνουν την Αρμόδια Αρχή, μετά από σχετική πρόσκληση αυτής που απευθύνεται και στο εν λόγω Τ.Ε.Α., σχετικά με τις κυριότερες διαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου τα οποία: αα) αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών του Τ.Ε.Α.,

αβ) αφορούν στην αποτελεσματικότητα και επάρκεια του συστήματος διακυβέρνησης του Τ.Ε.Α. σε σχέση με τη σύνταξη των ετήσιων λογαριασμών και εκθέσεων,

β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση της Αρμόδιας Αρχής, η ενημέρωση της περ. α) πραγματοποιείται εκτάκτως και σε διμερή βάση, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Αρμόδιας Αρχής και των ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, μετά από σχετική ενημέρωση του Τ.Ε.Α. στο οποίο αφορά ο έλεγχος.

3. Η καλόπιστη γνωστοποίηση στην Αρμόδια Αρχή γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 1 δεν αποτελεί παράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, ή διοικητική διάταξη, ούτε επιφέρει καμία ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά. Κάθε αντίθετη συμφωνία των μερών είναι άκυρη.

Άρθρο 44
Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. καταρτίζουν, διαθέτουν και εφαρμόζουν γραπτή Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής τους για κάθε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών που λειτουργούν. Η Δήλωση του πρώτου εδαφίου επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά τρία (3) έτη και αναθεωρείται αμελλητί μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής των Τ.Ε.Α..

2. Στη Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι μέθοδοι μέτρησης και οι εφαρμοζόμενες τεχνικές διαχείρισης του επενδυτικού κινδύνου, η στρατηγική κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού όσον αφορά στη φύση και τη διάρκεια των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής παράγοντες σχετικοί με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση.

3. Η αρχική Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής, καθώς και κάθε αναθεώρησή της, υποβάλλονται στην Αρμόδια Αρχή.

4. Η Δήλωση των Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής, όπως ισχύει κάθε φορά, δημοσιοποιείται στην ιστοσελίδα του Τ.Ε.Α..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ - ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 45
Τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 13 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα T.E.A. σχηματίζουν, σε συνεχή βάση, επαρκείς τεχνικές προβλέψεις, το ύψος των οποίων αντιστοιχεί στις οικονομικές δεσμεύσεις που απορρέουν από το χαρτοφυλάκιό τους, με βάση τα οριζόμενα στις σχετικές καταστατικές διατάξεις και την κείμενη νομοθεσία, για την κάλυψη του συνόλου των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών τους.

2. Όταν τα T.E.A. παρέχουν κάλυψη κατά των βιομετρικών κινδύνων ή εγγυώνται την απόδοση των επενδύσεων ή ένα συγκεκριμένο ύψος παροχών, σχηματίζουν επαρκείς τεχνικές προβλέψεις για το σύνολο των παροχών που προβλέπονται στα προγράμματά τους.

3. Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων πραγματοποιείται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.

4. Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων διενεργείται και βεβαιώνεται από αναλογιστή επί τη βάσει αναλογιστικών μεθόδων αναγνωρισμένων από την Αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

α) το ελάχιστο ύψος των τεχνικών προβλέψεων υπολογίζεται με επαρκώς συνετή αναλογιστική αποτίμηση, λαμβανομένων υπόψη όλων των δεσμεύσεων για παροχές και εισφορές σύμφωνα με τους όρους των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων των Τ.Ε.Α.. Το ποσό αυτό πρέπει να επαρκεί για να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις και λοιπές παροχές, και να αντικατοπτρίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα συσσωρευμένα δικαιώματα των μελών επί των συνταξιοδοτικών παροχών. Οι οικονομικές και αναλογιστικές υποθέσεις για την εκτίμηση των υποχρεώσεων επιλέγονται επίσης με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη, όπου αρμόζει, κατάλληλο περιθώριο ανεπιθύμητων αποκλίσεων.

β) τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια επιλέγονται επίσης με σύνεση. Για τον καθορισμό των επιτοκίων αυτών λαμβάνονται υπόψη:

βα) η απόδοση των αντίστοιχων με τις υποχρεώσεις περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α. και οι προβλεπόμενες μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων επί τη βάσει της Δήλωσης Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής και του προγράμματος συγχρονισμού περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων,

ββ) οι τρέχουσες αποδόσεις υψηλής ποιότητας ομολόγων, κρατικών ομολόγων, ομολόγων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ομολόγων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕΠ) ή ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας,

βγ) συνδυασμός των υποπερ. βα) και ββ), γ) οι βιομετρικοί πίνακες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων βασίζονται σε συνετές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τα βασικά χαρακτηριστικά των προς συνταξιοδότηση προσώπων αλλά και των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, ιδιαίτερα τις αναμενόμενες αλλαγές στους σχετικούς κινδύνους,

δ) η μέθοδος και η βάση υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων παραμένουν κατά κανόνα σταθερές σε κάθε οικονομικό έτος. Αλλαγές λόγω μεταβολής των νομικών, δημογραφικών ή οικονομικών δεδομένων, επί των οποίων βασίστηκαν οι υποθέσεις για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να τεκμηριώνονται επαρκώς από το Τ.Ε.Α..

5. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν εσωτερικές διαδικασίες που διασφαλίζουν την καταλληλότητα, την πληρότητα και την ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, καθώς και ότι το ύψος των τεχνικών προβλέψεων και οι παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός τους, συγκρίνονται με τα εμπειρικά δεδομένα σε περιοδική βάση. Αν από τη σύγκριση προκύπτει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των τεχνικών προβλέψεων, τα Τ.Ε.Α. προβαίνουν σε κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή των παραδοχών στις οποίες έχουν βασιστεί.

6. Τα Τ.Ε.Α. επικυρώνουν τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, ιδίως σε σύγκριση με βάση τα εμπειρικά δεδομένα τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο και όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα δεδομένα, οι παραδοχές ή οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό ή το επίπεδο των τεχνικών προβλέψεων δεν είναι πλέον κατάλληλα. Η επικύρωση καλύπτει τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την καταλληλότητα, την πληρότητα και την ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, β) τα διορθωτικά μέτρα για τους περιορισμούς των δεδομένων,

γ) την καταλληλότητα των προσεγγιστικών μεθόδων που τυχόν χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

δ) την καταλληλότητα και τον ρεαλισμό των παραδοχών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

ε) την επάρκεια, τη δυνατότητα εφαρμογής και τη συνάφεια των αναλογιστικών και στατιστικών μεθόδων που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

7. Τα Τ.Ε.Α. διατηρούν και θέτουν στη διάθεση της Αρμόδιας Αρχής:

α) κατάλογο των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, με προσδιορισμό της πηγής τους, των χαρακτηριστικών και της χρήσης τους,

β) τις προδιαγραφές για τη συλλογή, την επεξεργασία και την εφαρμογή των δεδομένων,

γ) όταν τα δεδομένα δεν χρησιμοποιούνται με διαχρονική συνέπεια στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, περιγραφή της ασυνεπούς χρήσης και αιτιολόγησή της,

δ) κατάλογο όλων των σχετικών παραδοχών στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων,

ε) αιτιολόγηση για την επιλογή της κάθε παραδοχής,

στ) περιγραφή των εισαγόμενων δεδομένων στα οποία βασίζεται η επιλογή της κάθε παραδοχής,

ζ) τους στόχους της επιλογής και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της καταλληλότητας αυτής της επιλογής,

η) κάθε σημαντικό περιορισμό στην πραγματοποιηθείσα επιλογή,

θ) περιγραφή των διαδικασιών που ακολουθούνται για την επανεξέταση της επιλογής των παραδοχών,

ι) αιτιολόγηση των διαχρονικών αλλαγών των παραδοχών και εκτίμηση του αντίκτυπου των σημαντικών αλλαγών.

8. Τα Τ.Ε.Α. πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν στην Αρμόδια Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των περιοδικών συγκρίσεων, με τα οποία να αποδεικνύεται η καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, η εφαρμοσιμότητα και η συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και η επάρκεια, καταλληλότητα, πληρότητα και ακρίβεια των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων. Στο βαθμό που δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του προηγούμενου εδαφίου, και η Αρμόδια Αρχή διαπιστώνει ότι ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων δεν συνάδει με τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο, δύναται να απαιτεί από τα Τ.Ε.Α. να προσαρμόζουν σχετικά το ποσό των τεχνικών προβλέψεων.

Άρθρο 46
Κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων (άρθρο 14 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν σε συνεχή βάση περιουσιακά στοιχεία κατάλληλα και επαρκή για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων που απαιτούνται για το σύνολο των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών τους.

2. Όταν το Τ.Ε.Α. δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, καταρτίζει υλοποιήσιμο σχέδιο ανάκαμψης που προβλέπει την ανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, ώστε να πληρούνται εκ νέου οι προϋποθέσεις της παρ. 1. Το σχέδιο αυτό υπόκειται στους ακόλουθους όρους:

α) το σχέδιο περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και τις πληροφορίες, με τα οποία αποδεικνύεται η αποκατάσταση της επάρκειας των περιουσιακών στοιχείων, ώστε να καλύπτονται πλήρως και εντός ευλόγου χρόνου οι τεχνικές προβλέψεις για κάθε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών του Τ.Ε.Α.. Το σχέδιο ανακοινώνεται στα μέλη και τους δικαιούχους και, όπου αυτό προβλέπεται, στους εκπροσώπους τους, και υποβάλλεται προς έγκριση στην Αρμόδια Αρχή,

β) στην κατάρτιση του σχεδίου λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του συγκεκριμένου Τ.Ε.Α. και ιδίως η διάρθρωση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων, το προφίλ κινδύνων, το σχέδιο ρευστότητας, η ηλικιακή διάρθρωση των μελών και των δικαιούχων παροχών, τα υπό έναρξη προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και εκείνα για τα οποία το σύστημα χρηματοδότησης μπορεί να μεταβληθεί από μηδενικό ή μερικό σε ολικό, γ) αν ληφθεί απόφαση τερματισμού συνταξιοδοτικού προγράμματος ή Τ.Ε.Α., που δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, το Τ.Ε.Α. καθορίζει διαδικασία μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του υπό εκκαθάριση προγράμματος ή Τ.Ε.Α. σε άλλο Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με τα σχετικώς οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία και ειδικότερα στο άρθρο 68, μετά από έγκριση της Αρμόδιας Αρχής. Γενική περιγραφή της διαδικασίας τίθεται επίσης στη διάθεση των μελών και, όπου αυτό προβλέπεται, των εκπροσώπων τους.

3. Οι τεχνικές προβλέψεις Τ.Ε.Α. που ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα πρέπει να είναι πλήρως χρηματοδοτημένες σε συνεχή βάση για το σύνολο των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών που λειτουργεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η Αρμόδια Αρχή επεμβαίνει αμελλητί και απαιτεί από το Τ.Ε.Α. να εφαρμόσει άμεσα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η προστασία μελών και δικαιούχων.

Άρθρο 47
Ίδια κεφάλαια για εποπτικούς σκοπούς (άρθρο 15 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α., όταν αναλαμβάνουν τα ίδια, αντί της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, την ευθύνη για την κάλυψη βιομετρικών κινδύνων ή εγγυώνται ορισμένη απόδοση των επενδύσεων ή ορισμένο ύψος παροχών, διαθέτουν σε μόνιμη βάση πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία, πέραν αυτών που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις, ως περιθώριο φερεγγυότητας. Το ύψος των επιπρόσθετων περιουσιακών στοιχείων είναι ανάλογο με το είδος των κινδύνων που αναλαμβάνει το Τ.Ε.Α. και του χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων που αντιστοιχούν στο πλήρες φάσμα των διαχειριζόμενων προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών.

Τα πρόσθετα αυτά περιουσιακά στοιχεία δεν καλύπτουν προβλεπόμενες υποχρεώσεις, αλλά χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο κινδύνου για την απορρόφηση τυχόν διαφορών μεταξύ των αναμενόμενων και πραγματικών δαπανών και κερδών.

2. Για τον υπολογισμό του ελάχιστου ύψους των επιπρόσθετων περιουσιακών στοιχείων, εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στα άρθρα 48 έως 50.

3. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες, προκειμένου να εντοπίζουν κάθε επιδείνωση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης και να ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή σε περίπτωση που συμβαίνει τέτοια επιδείνωση.

4. Τα Τ.Ε.Α. ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούν ή υπάρχει κίνδυνος να μην πληρούν, εντός του προσεχούς τριμήνου, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

Εντός δύο (2) μηνών από τη διαπίστωση της ως άνω μη συμμόρφωσής του, το Τ.Ε.Α. υποβάλλει προς έγκριση στην Αρμόδια Αρχή ρεαλιστικό σχέδιο χρηματοοικονομικής ανάκαμψης, το οποίο προσδιορίζει και περιέχει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα, ώστε το Τ.Ε.Α. να επιτυγχάνει την αποκατάσταση του επιπέδου διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή του προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

5. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και κάθε δικαιούχου παροχής σύμφωνα με το παρόν Μέρος, όπως να λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης των άρθρων 61 έως 69 και να απαγορεύει τη διασυνοριακή δραστηριοποίηση σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 48
Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας (άρθρο 16 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν σε διαρκή βάση επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, το οποίο αντιστοιχεί στην ελεύθερη από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί περιουσία τους και είναι τουλάχιστον ίσο προς τις απαιτήσεις των άρθρων 49 και 50, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας.

2. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας νοείται ως η διαφορά μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α. και κάθε προβλεπτής υποχρέωσης και κάθε άυλου περιουσιακού στοιχείου.

3. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας απαρτίζεται από τα εκ του νόμου επιβαλλόμενα ή ελεύθερα αποθεματικά, που δεν αντιστοιχούν σε ανειλημμένες υποχρεώσεις.

4. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να απαρτίζουν και δάνεια μειωμένης διασφάλισης, τα οποία μπορούν να περιληφθούν μόνο μέχρι ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης με καθορισμένη διάρκεια δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Η συμπερίληψη των δανείων μειωμένης διασφάλισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα επιτρέπεται μόνο εφόσον σε περίπτωση λύσης και εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες, βάσει των οποίων τα δάνεια αυτά κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων οφειλών που εκκρεμούν τη δεδομένη χρονική στιγμή, και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) εγκρίνονται από την Αρμόδια Αρχή,

β) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί,

γ) για δάνεια με καθορισμένη λήξη, η αρχική διάρκεια είναι τουλάχιστον πέντε (5) έτη. Ένα (1) έτος, το αργότερο, πριν από την ημερομηνία εξόφλησης, το Τ.Ε.Α. υποβάλλει προς έγκριση στην Αρμόδια Αρχή σχέδιο στο οποίο παρουσιάζεται πώς θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας στο απαιτούμενο επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός αν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε (5) τουλάχιστον έτη πριν από την ημερομηνία εξόφλησης. Η Αρμόδια Αρχή επιτρέπει την πρόωρη εξόφληση αυτών των δανείων, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από το Τ.Ε.Α. και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητάς του δεν μειώνεται κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο.

δ) τα δάνεια μη καθορισμένης λήξης εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση. To Τ.Ε.Α. ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο πριν όσο και μετά την εξόφληση αυτή. Η Αρμόδια Αρχή επιτρέπει την εξόφληση, μόνο αν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας του Τ.Ε.Α. δεν κινδυνεύει να υποχωρήσει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο,

ε) στη σύμβαση δανείου δεν συμπεριλαμβάνονται ρήτρες που να ορίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από την εκκαθάριση του Τ.Ε.Α., η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη,

στ) η δανειακή σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνο μετά από έγκριση της Αρμόδιας Αρχής.

5. Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του Τ.Ε.Α. και αφού δοθεί η σχετική έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται από υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού, εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις.

Άρθρο 49
Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για συνταξιοδοτικές παροχές καθώς και για συμπληρωματικές παροχές που χορηγούνται λόγω θανάτου από οποιαδήποτε αιτία (άρθρο 17 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις.

2. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για συνταξιοδοτικές παροχές που περιλαμβάνουν εγγυήσεις βιομετρικών ή επενδυτικών κινδύνων, ως προς το ύψος των παροχών, της επενδυτικής απόδοσης και της διατήρησης κεφαλαίου, εναλλακτικά ή σωρευτικά καθώς και για συμπληρωματικές παροχές που χορηγούνται λόγω θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο (2) αποτελεσμάτων:

α) του πρώτου αποτελέσματος, υπολογιζόμενου ως εξής:

Ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) των τεχνικών προβλέψεων που αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες, χωρίς να αφαιρεθούν οι τυχόν αντασφαλιστικές εκχωρήσεις, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία οικονομική χρήση λόγο του συνόλου των τεχνικών προβλέψεων, μετά από την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων προς τις ακαθάριστες συνολικές τεχνικές προβλέψεις πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%).

β) Του δεύτερου αποτελέσματος, υπολογιζόμενου ως εξής:

Για ασφαλιστικές υποχρεώσεις για τις οποίες υφίσταται κεφάλαιο κινδύνου και δεν είναι αρνητικό, ποσοστό τρία δέκατα τοις εκατό (0,3%) αυτού του κεφαλαίου, το οποίο έχει αναληφθεί από το Τ.Ε.Α., πολλαπλασιάζεται με τον, κατά την τελευταία χρήση, λόγο του συνολικού κεφαλαίου κινδύνου που παραμένει εις βάρος του Τ.Ε.Α. μετά από την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του πενήντα επί τοις εκατό (50%).

Για τις πρόσκαιρες ασφαλίσεις θανάτου ανώτατης διάρκειας τριών (3) ετών, το ποσοστό του κεφαλαίου κινδύνου είναι ένα δέκατο τοις εκατό (0,1%). Για τις ασφαλίσεις διάρκειας μεγαλύτερης των τριών (3) και μικρότερης των πέντε (5) ετών, το ποσοστό του κεφαλαίου κινδύνου είναι δεκαπέντε εκατοστά τοις εκατό (0,15 %).

3. Για τις συνταξιοδοτικές παροχές στις οποίες δεν προβλέπεται οποιουδήποτε είδους εγγύηση σχετικά με το ύψος των παροχών, τη διατήρηση του κεφαλαίου ή το ύψος της επενδυτικής απόδοσης, ήτοι για τις οποίες τα Τ.Ε.Α. δεν αναλαμβάνουν τον επενδυτικό και το βιομετρικό κίνδυνο, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με:

α) ποσοστό ένα τοις εκατό (1 %) των τεχνικών προβλέψεων, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 2, στην περίπτωση που το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών,

β) ποσό ισοδύναμο προς το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των λειτουργικών εξόδων της τελευταίας οικονομικής χρήσης που αφορούν στις εν λόγω ασφαλίσεις, στην περίπτωση που το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα δεν καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών,

γ) στην περίπτωση και για το μέρος που τα λειτουργικά έξοδα, ανεξαρτήτως ύψους και περιόδου, καλύπτονται από τον εργοδότη, δεν υπολογίζεται απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

Άρθρο 50
Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για πρόσθετες παροχές που παρέχονται συμπληρωματικά προς τις συνταξιοδοτικές παροχές και καλύπτουν τους ασφαλιστικούς κινδύνους της ανικανότητας για εργασία, αναπηρίας, ασθένειας ή ατυχήματος, θανάτου συνεπεία ατυχήματος και διακοπής της εργασίας (άρθρο 18 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για πρόσθετες παροχές που παρέχονται συμπληρωματικά προς τις συνταξιοδοτικές παροχές, και καλύπτουν τους ασφαλιστικούς κινδύνους της ανικανότητας για εργασία, αναπηρίας, ασθένειας ή ατυχήματος, θανάτου συνεπεία ατυχήματος και διακοπής της εργασίας καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των εισφορών, είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών (3) τελευταίων οικονομικών χρήσεων.

2. Το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο (2) αποτελέσματα που καθορίζονται στις παρ. 3 και 4.

3. Για τη βάση υπολογισμού των εισφορών επιλέγεται το μεγαλύτερο μεταξύ του ποσού των ακαθαρίστων δεδουλευμένων εισφορών και του ποσού των ακαθάριστων καταχωρηθεισών εισφορών όπως υπολογίζονται κατωτέρω.

Αθροίζονται οι εισφορές κατά την τελευταία οικονομική χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το συνολικό ποσό των εισφορών που ακυρώθηκαν κατά την τελευταία οικονομική χρήση. Το υπολογισθέν ποσό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο ανέρχεται μέχρι πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) του πρώτου μέρους και το δεκαέξι τοις εκατό (16%) του δεύτερου αθροίζονται. Στη συνέχεια το ποσό αυτό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία (3) οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των αποζημιώσεων σε βάρος του Τ.Ε.Α. μετά από την αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλίσεις και του ακαθάριστου ποσού των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από πενήντα τοις εκατό (50%).

4. Η βάση των αποζημιώσεων υπολογίζεται ως εξής:

Αθροίζονται τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται χωρίς αφαίρεση των σε βάρος των εκδοχέων αποζημιώσεων, κατά τις περιόδους που αναφέρονται στην παρ. 1. Στο άθροισμα αυτό, προστίθεται το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις, που πραγματοποιούνται στο τέλος της τελευταίας οικονομικής χρήσης. Από το άθροισμα που προκύπτει σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο αφαιρείται το ποσό ανακτήσεων που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των περιόδων που αναφέρονται στην παρ. 1.

Από το εναπομένον αυτό ποσό, αφαιρείται το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις, κατά την έναρξη της εξεταζόμενης τριετίας.

Το ένα τρίτο (1/3) των ποσών που προκύπτουν από τον ανωτέρω υπολογισμό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο ανέρχεται μέχρι τριάντα εκατομμυρίων (35.000.000) ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το είκοσι έξι τοις εκατό (26%) του πρώτου μέρους και το είκοσι τρία τοις εκατό (23%) του δεύτερου αθροίζονται. Στη συνέχεια το προκύπτον ποσό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία (3) οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των αποζημιώσεων σε βάρος του Τ.Ε.Α. μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλίσεις και του ακαθάριστου ποσού των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από πενήντα τοις εκατό (50%). 5. Αν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4, είναι μικρότερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας οικονομικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας οικονομικής χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντασφαλίσεις. Αυτός ο αριθμητικός λόγος δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από ένα (1).

Άρθρο 51
Επενδυτικοί κανόνες (άρθρο 19 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. επενδύουν σύμφωνα με τον κανόνα της «συνετής διαχείρισης» και ιδιαίτερα σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α) τα περιουσιακά στοιχεία επενδύονται με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του συνόλου των μελών και των δικαιούχων. Σε περίπτωση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, το Τ.Ε.Α. διασφαλίζει ότι η επένδυση πραγματοποιείται αποκλειστικά προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων,

β) τα Τ.Ε.Α. λαμβάνουν υπόψη τον δυνητικό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο κάθε επενδυτικής απόφασης σε παράγοντες σχετικούς με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση,

γ) τα περιουσιακά στοιχεία επενδύονται με γνώμονα την ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία του χαρτοφυλακίου στο σύνολό του,

δ) το περιουσιακά στοιχεία επενδύονται πρωτίστως σε ρυθμιζόμενες αγορές. Το τμήμα που επενδύεται σε στοιχεία μη εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες χρηματοοικονομικές αγορές πρέπει σε κάθε περίπτωση να παραμένει σε συνετά επίπεδα,

ε) επένδυση σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι δυνατή όταν αυτά τα μέσα συμβάλλουν στη μείωση των επενδυτικών κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Η αποτίμηση των παραγώγων πρέπει να γίνεται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη την υποκείμενη αξία του τίτλου και αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται στην αποτίμηση του ενεργητικού του Τ.Ε.Α.. Τα Τ.Ε.Α. αποφεύγουν επίσης την υπερβολική έκθεση στους κινδύνους του ενός και μοναδικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και άλλων πράξεων με αντικείμενο παράγωγα μέσα,

στ) τα περιουσιακά στοιχεία είναι προσηκόντως διαφοροποιημένα, ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού του εκδότη ή όμιλο επιχειρήσεων, αλλά και η συσσώρευση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο συνολικά. Οι επενδύσεις σε στοιχεία που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν πρέπει να εκθέτουν το Τ.Ε.Α. σε υπέρμετρη συγκέντρωση κινδύνων.

2. Η Αρμόδια Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των Τ.Ε.Α., παρακολουθεί την επάρκεια των διαδικασιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που εφαρμόζουν, αξιολογεί τη χρησιμοποίηση αναφορών σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας που εκδίδονται από οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (L 302), στο πλαίσιο των επενδυτικών πολιτικών τους και, όπου αρμόζει, ενθαρρύνει την άμβλυνση του αντίκτυπου των αναφορών αυτών, προκειμένου να μειωθεί η αποκλειστική και μηχανιστική στήριξη σε τέτοιες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.

3. Τα Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να δανείζονται, να δανείζουν, να ενεχυριάζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να ενεργούν ως εγγυητές υπέρ τρίτων. Κατ' εξαίρεση δύνανται να δανειοδοτηθούν μόνο για λόγους ρευστότητας και σε προσωρινή βάση, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού τους Συμβουλίου και σχετικής ενημέρωσης της Αρμόδιας Αρχής.

4. Η Αρμόδια Αρχή δεν απαιτεί από τα Τ.Ε.Α. να επενδύουν σε ιδιαίτερες κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού. Με την επιφύλαξη του άρθρου 44, τα Τ.Ε.Α. δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική γνωστοποίηση των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνουν.

5. Τηρουμένων των παρ. 1 έως 5, τα Τ.Ε.Α. τηρούν επιπρόσθετα τα ακόλουθα όρια:

α) επενδύουν μέχρι εβδομήντα τοις εκατό (70%) των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτει τις τεχνικές προβλέψεις ή το συνολικό χαρτοφυλάκιο για προγράμματα στα οποία τα μέλη φέρουν τον κίνδυνο επενδύσεων σε μετοχές, διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα εξομοιούμενα προς μετοχές και σε εταιρικά ομόλογα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές, ή μέσω Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) ή Μηχανισμού Οργανωμένης Διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ). Τα Τ.Ε.Α. αποφασίζουν για το μερίδιο των εν λόγω χρεογράφων στο επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιβάλλει χαμηλότερο όριο, πάντως όχι χαμηλότερο του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), στα Τ.Ε.Α. που διαχειρίζονται προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών με μακροπρόθεσμη εγγύηση επιτοκίου, φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο και παρέχουν τα ίδια την εγγύηση,

β) επενδύουν μέχρι τριάντα τοις εκατό (30 %) των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις σε περιουσιακά στοιχεία εκπεφρασμένα σε νομίσματα διαφορετικά από εκείνα στα οποία είναι εκπεφρασμένες οι υποχρεώσεις τους,

γ) επενδύουν μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των περιουσιακών στοιχείων σε μέσα τα οποία έχουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα και δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ ή ΜΟΔ. Ο περιορισμός αυτός δεν καταλαμβάνει την περ. ιε),

δ) οι επενδύσεις σε παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα με σκοπό την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου δεν υπερβαίνουν το πέντε τοις εκατό (5%) των περιουσιακών στοιχείων.

ε) οι επενδύσεις σε κινητές αξίες ή μέσα χρηματαγοράς του ίδιου εκδότη δεν υπερβαίνουν το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των περιουσιακών στοιχείων,

στ) κατά παρέκκλιση της περ. ε) επιτρέπεται η τοποθέτηση μέχρι τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των περιουσιακών στοιχείων των Τ.Ε.Α. σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς του ίδιου εκδότη, όταν οι κινητές αξίες ή τα μέσα χρηματαγοράς έχουν εκδοθεί ή είναι εγγυημένα από κράτος μέλος ή από τρίτα κράτη, σύμφωνα με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, ή από δημόσιο διεθνή οργανισμό στον οποίο συμμετέχουν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και όταν οι επενδύσεις αφορούν σε μέσα που εκδίδει ή εγγυάται η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, των Ευρωπαϊκών Μακροπρόθεσμων Επενδυτικών Κεφαλαίων, των Ευρωπαϊκών Ταμείων Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας και των Ευρωπαϊκών Εταιρειών Επιχειρηματικού Κεφαλαίου, ζ) το σύνολο των επενδύσεων σε κινητές αξίες και σε μέσα χρηματαγοράς της περ. στ) επιτρέπεται να αυξηθεί μέχρι το εκατό τοις εκατό (100%) των περιουσιακών στοιχείων των Τ.Ε.Α., εφόσον τα Τ.Ε.Α. έχουν επενδύσει σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς που ανήκουν σε τουλάχιστον έξι (6) διαφορετικές εκδόσεις και οι αξίες που ανήκουν σε κάθε έκδοση δεν υπερβαίνουν το τριάντα τοις εκατό (30%) του περιουσιακών στοιχείων του, η) κατά παρέκκλιση της περ. ε), επιτρέπεται η τοποθέτηση μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των περιουσιακών στοιχείων των Τ.Ε.Α., σε ομολογίες που εκδίδονται από πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπόκειται δια νόμου σε ειδικό καθεστώς δημόσιας εποπτείας για την προστασία των ομολογιούχων, η έκδοση των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα ποσά που προέρχονται από την έκδοση των ομολογιών αυτών επενδύονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία σε στοιχεία του ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύματος, τα οποία, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος των ομολογιών, είναι σε θέση να καλύψουν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις ομολογίες και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του εκδότη, θα χρησιμοποιηθούν κατά προτεραιότητα για την εξόφληση του αρχικού κεφαλαίου και την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων.

Οι επενδύσεις των Τ.Ε.Α. σε ομολογίες της παρούσας περίπτωσης, που ανά εκδότη είναι άνω του πέντε τοις εκατό (5%), δεν επιτρέπεται αθροιζόμενες να υπερβαίνουν το ογδόντα τοις εκατό (80%) των περιουσιακών στοιχείων τους, τηρουμένου του ορίου του εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) ανά εκδότη,

θ) εφόσον οι καταθέσεις των Τ.Ε.Α. σε πιστωτικά ιδρύματα υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των περιουσιακών τους στοιχείων, ανά πιστωτικό ίδρυμα,

ι) τα Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να συνδυάζουν, αθροιστικά, άνω του εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) των περιουσιακών στοιχείων τους σε:

i) επενδύσεις σε κινητές αξίες ή μέσα χρηματαγοράς που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο οργανισμό,

ii) καταθέσεις στον οργανισμό αυτό, ή και

ii) κινδύνους από πράξεις παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων με αντισυμβαλλόμενο τον οργανισμό αυτό,

ια) η αξία του συνόλου των ακινήτων των Τ.Ε.Α. δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) των περιουσιακών τους στοιχείων,

ιβ) τα Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να αποκτούν πολύτιμα μέταλλα ή παραστατικούς τίτλους αυτών και έργα τέχνης,

ιγ) τα Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να αποκτούν ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ενός εκδότη και ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των ομολογιών ενός εκδότη. Τ.Ε.Α. που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κατέχουν ήδη ποσοστά που υπερβαίνουν τα παραπάνω οριζόμενα δύνανται να διατηρήσουν τα ποσοστά αυτά στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την ίδια ημερομηνία. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η περαιτέρω αύξηση των ποσοστών του προηγούμενου εδαφίου, εκτός εάν αυτό ζητηθεί από την Εποπτική Αρχή της οντότητας στην οποία έχει επενδύσει Τ.Ε.Α., για λόγους κεφαλαιακής στήριξης, και κατόπιν σχετικής αξιολόγησης της Αρμόδιας Αρχής, εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν υφίσταται άλλο πρόσφορο και λιγότερο επαχθές μέσο για την επίτευξη του ιδίου σκοπού.

ιδ) η επένδυση στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α. και στην περίπτωση που η χρηματοδοτούσα επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, η επένδυση στις επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α..

Εάν το Τ.Ε.Α. χρηματοδοτείται από περισσότερες επιχειρήσεις, η επένδυση στις επιχειρήσεις αυτές γίνεται με σύνεση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για προσήκουσα διαφοροποίηση. Ειδικότερα, η συνολική επένδυση στις χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α.. Η συνολική επένδυση στις χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με αυτές δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α.

Οι απαιτήσεις της παρούσας περίπτωσης δεν εφαρμόζονται για επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα.

ιε) οι επενδύσεις σε επιχειρηματικά κεφάλαια μη εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές και αγορές τρίτων χωρών δεν υπερβαίνουν το πέντε τοις εκατό (5%) των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α.

ιστ) Με την επιφύλαξη της παρ. 7, τα Τ.Ε.Α. επιτρέπεται να επενδύουν χωρίς περιορισμούς σε μερίδια Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) εγκεκριμένων βάσει του ν. 4099/2012 (Α' 250) ή της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (L 302) ή σε μερίδια Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων, όπως ορίζονται στην περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 59 του ν. 4099/2012 (Α' 250). Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, τα Τ.Ε.Α. επιτρέπεται να επενδύουν έως ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του ενεργητικού σε μερίδια οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον η διαχειρίστρια εταιρεία έχει αδειοδοτηθεί βάσει του ν. 4209/2013 (Α' 253) ή της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174).

6. Οι επενδυτικοί κανόνες και περιορισμοί του παρόντος τηρούνται για κάθε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του Τ.Ε.Α. ξεχωριστά.

Για την εφαρμογή των επενδυτικών κανόνων και περιορισμών του παρόντος λαμβάνονται υπόψη οι επενδύσεις σε μερίδια των ΟΣΕΚΑ ή των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της περ. ιστ) της παρ. 5, στους οποίους έχει επενδύσει το Τ.Ε.Α. σύμφωνα με τη μέθοδο εξέτασης με βάση καθένα από τα υποκείμενα στοιχεία (look through approach).

7. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαιτεί την εφαρμογή αυστηρότερων επενδυτικών κανόνων ανά Τ.Ε.Α., αρκεί να δικαιολογούνται από πλευράς συνετής διαχείρισης, ιδίως ενόψει των υποχρεώσεων τις οποίες έχει αναλάβει το Τ.Ε.Α..

8. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 7, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για αντίκρισμα συνταξιοδοτικών παροχών, όπου ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από τα ίδια τα μέλη και τους δικαιούχους παροχών, εφαρμόζονται το δεύτερο και τρίτο εδάφια της παρούσας.

Τα Τ.Ε.Α. μπορούν να διαχειρίζονται προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών τα οποία είτε δίδουν τη δυνατότητα στα μέλη τους και στους δικαιούχους παροχών να επιλέγουν οι ίδιοι τις επενδύσεις που θα καλύπτουν τις συνταξιοδοτικές παροχές τους επιλέγοντας μέσα από ένα εύρος προσφερόμενων επενδυτικών επιλογών είτε συνδέουν τις παροχές τους με επενδύσεις βασισμένες στον κύκλο ζωής των μελών και δικαιούχων παροχών τους. Για τον σκοπό αυτό, τα Τ.Ε.Α. μπορούν να σχηματίζουν και να διαχειρίζονται ένα ή περισσότερα εσωτερικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια, που είτε θα προσφέρονται ως επενδυτικές επιλογές, με διαφορετικούς επενδυτικούς στόχους το κάθε ένα είτε θα αναπτύσσουν τα ίδια διαδικασίες ανακαθορισμού των επενδύσεων στη βάση του κύκλου ζωής των μελών και των δικαιούχων παροχών.

Αν τα Τ.Ε.Α. παρέχουν τη δυνατότητα στα μέλη τους και στους δικαιούχους παροχών να επιλέγουν οι ίδιοι τις επενδύσεις που θα καλύπτουν τις συνταξιοδοτικές παροχές τους μέσα από ένα εύρος προσφερόμενων επενδυτικών επιλογών, καθορίζουν μια επιλογή ως βασική, η οποία είναι η πλέον ενδεδειγμένη για τον μέσο ασφαλισμένο και στην οποία εντάσσονται αυτόματα τα νέα μέλη τους.

Όταν προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών συνδέονται με εσωτερικά κεφάλαια που τηρούνται από Τ.Ε.Α., οι περ. α) έως η) της παρ. 1 του άρθρου 5 όσον αφορά στον κανονισμό τους, οι παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 6 όσον αφορά τη διαίρεση σε μερίδια, οι περ. α) και γ) της παρ. 1 και η παρ. 3 του άρθρου 7 όσον αφορά τη διάθεση των μεριδίων, το άρθρο 8 όσον αφορά την εξαγορά μεριδίων και την αναστολή εξαγοράς, το άρθρο 11 όσον αφορά τους κανόνες αποτίμησης του ενεργητικού, το άρθρο 37 όσον αφορά την παροχή πληροφοριών, το άρθρο 38 όσον αφορά την ευθύνη, η παρ. 1, οι περ. β) και γ) της παρ. 2 και η παρ. 3 του άρθρου 75 όσον αφορά το ενημερωτικό δελτίο και τις περιοδικές εκθέσεις, και η παρ. 2 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012 εφαρμόζονται αναλόγως.

Οι προβλεπόμενες στα αναφερόμενα στην παρούσα άρθρα του ν. 4099/2012 κοινοποιήσεις, ενημερώσεις, υποβολές, άδειες, αποφάσεις και εποπτικές εξουσίες αφορούν στην Αρμόδια Αρχή.

9. Η Αρμόδια Αρχή δεν απαιτεί από Ι.Ε.Σ.Π άλλου κράτους μέλους που ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, επενδυτικούς κανόνες επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 6 για το μέρος των στοιχείων ενεργητικού που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις για τη διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΑΡΧΗΣ

Άρθρο 52
Κύριος σκοπός της εποπτείας (άρθρο 45 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Κύριος σκοπός της εποπτείας που ασκεί η Αρμόδια Αρχή, είναι η προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων και η διασφάλιση της σταθερότητας και της αξιοπιστίας των Τ.Ε.Α..

2. Η Αρμόδια Αρχή μεριμνά να διαθέτει σε συνεχή βάση επαρκές εξειδικευμένο και ικανό προσωπικό, καθώς και τα αναγκαία μέσα για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με το παρόν Μέρος και την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας σύμφωνα με την παρ. 1.

Άρθρο 53
Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας (άρθρο 46 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Η εποπτεία του άρθρου 52 για το σύνολο των δραστηριοτήτων των Τ.Ε.Α. περιλαμβάνει την εξακρίβωση των παρακάτω:

α) των προϋποθέσεων λειτουργίας,

β) των τεχνικών προβλέψεων,

γ) της χρηματοδότησης των τεχνικών προβλέψεων,

δ) των ρυθμιστικών ιδίων κεφαλαίων,

ε) του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας,

στ) του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας,

ζ) των επενδυτικών κανόνων,

η) της διαχείρισης επενδύσεων,

θ) του συστήματος διακυβέρνησης και

ι) των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στα μέλη και τους δικαιούχους.

Άρθρο 54
Γενικές αρχές εποπτείας (άρθρο 47 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή εποπτεύει την ορθή λειτουργία των εργασιών επαγγελματικής ασφάλισης και διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση των Τ.Ε.Α. με το παρόν Μέρος και την κείμενη νομοθεσία περί επαγγελματικής ασφάλισης κατά τη λειτουργία τους έως και την εκκαθάρισή τους, καθώς και κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτά. Η εποπτεία ασκείται στη βάση μακροχρόνιας, διερευνητικής και βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης, περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό εποπτικής δράσης εντός και εκτός των χώρων των Τ.Ε.Α. και είναι ανάλογη προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των κινδύνων που κάθε Τ.Ε.Α. αναλαμβάνει σύμφωνα με τις δραστηριότητές του.

2. Η Αρμόδια Αρχή ασκεί εποπτεία σε προληπτική βάση επί των Τ.Ε.Α., περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων που αυτά ασκούν διασυνοριακά σε άλλο κράτος μέλος.

3. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία διορθωτικά και κατασταλτικά μέτρα, ώστε αφενός οι δραστηριότητες των Τ.Ε.Α. να είναι σύμφωνες με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και αφετέρου να αποφεύγεται οτιδήποτε θα έθιγε τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων παροχών.

4. Η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπο κάθε εποπτικής πράξης στη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, ιδιαίτερα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει εκείνη τη χρονική στιγμή.

5. Αν η Αρμόδια Αρχή εισηγηθεί προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων του πλαισίου της επαγγελματικής ασφάλισης, συνοδεύει την εισήγηση αυτή υποχρεωτικά από σχετική γνωμοδότησή της.

Άρθρο 55
Εξουσίες παρέμβασης και καθήκοντα της Αρμόδιας Αρχής (άρθρο 48 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Τα Τ.Ε.Α. διαθέτουν και εφαρμόζουν ορθολογικές, διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και κατάλληλους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου.

2. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα για παραβάσεις του παρόντος Μέρους και να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα μέτρα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

3. Η Αρμόδια Αρχή, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της, διά των εντεταλμένων οργάνων της:

α) έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο υπό οποιαδήποτε μορφή, για το σύνολο των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α. εντός και εκτός της Ελλάδας και που τηρούνται είτε στα εποπτευόμενα Τ.Ε.Α. είτε σε άλλες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, ενδεικτικά που εκτελούν χρέη θεματοφύλακα της περιουσίας, και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του, ακόμη και εάν αυτό περιέχει απλά προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (L119, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων),

β) μπορεί να ζητά πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή,

γ) μπορεί να απαιτεί τη διακοπή κάθε δραστηριότητας ή πρακτικής που είναι αντίθετη με το Μέρος αυτό, την αντίστοιχη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του,

δ) μπορεί να απαγορεύει προσωρινά, για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, σε πρόσωπα την εξακολούθηση της άσκησης ή την ανάληψη καθηκόντων ως μελών διοίκησης σε ένα (1) ή περισσότερα Τ.Ε.Α.,

ε) μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, ενδεικτικά αναλογιστές και ελεγκτές των Τ.Ε.Α. και να αναθέτει εξακριβώσεις, μελέτες ή έρευνες σε ορκωτούς λογιστές, αναλογιστές και άλλους εμπειρογνώμονες,

στ) μπορεί να λαμβάνει κάθε πληροφορία σχετικά με συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τρίτους,

ζ) μπορεί να διενεργεί, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη, ελέγχους στα Τ.Ε.Α., καθώς και :

ζα) σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους αλλά, είτε του έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες του Τ.Ε.Α. σύμφωνα με το άρθρο 27, είτε είναι τρίτος με τον οποίον το Τ.Ε.Α. έχει πραγματοποιήσει συναλλαγή, ο έλεγχος του οποίου είναι αναγκαίος για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους, ζβ) σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο όμως στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί επαγγελματικής ασφάλισης και εφόσον ο έλεγχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω του Τ.Ε.Α.,

4. Κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 58, η Αρμόδια Αρχή μπορεί, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο, να αναπτύσσει, επιπλέον του υπολογισμού του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, πρόσθετα ποσοτικά εποπτικά εργαλεία, όπως διαγνωστικές ασκήσεις και ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, με τα οποία εξετάζεται η δυνατότητα των Τ.Ε.Α. να αντεπεξέρχονται σε πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές αλλαγές της οικονομικής συγκυρίας τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική χρηματοοικονομική τους θέση. Η εφαρμογή των ως άνω εποπτικών εργαλείων και ασκήσεων από τα Τ.Ε.Α. είναι υποχρεωτική.

5. Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Αρμόδια Αρχή ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του παρόντος Μέρους και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας περί άσκησης της εποπτείας, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή τη νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων ή άλλο απόρρητο έναντι της Αρμόδιας Αρχής ή των εξουσιοδοτημένων από αυτή για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων.

6. Η Αρμόδια Αρχή δημοσιοποιεί οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις ή λοιπά μέτρα που επιβάλλονται κατά των οποίων δεν έχει κατατεθεί προσφυγή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, περιλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται για αυτήν. Αν η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή της ταυτότητας ή των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, μετά από την κατά περίπτωση αξιολόγηση που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης των δεδομένων αυτών, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίσει να αναβάλει τη δημοσίευση, να μη δημοσιεύσει ή να δημοσιεύσει τις κυρώσεις ανώνυμα.

7. Οποιαδήποτε απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού των δραστηριοτήτων ενός Τ.Ε.Α. περιλαμβάνει λεπτομερές σκεπτικό και κοινοποιείται στο συγκεκριμένο Τ.Ε.Α.. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται επίσης στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ), η οποία τη γνωστοποιεί σε όλες τις αρμόδιες αρχές σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 11.

8. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί επίσης, να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων Τ.Ε.Α., όταν ιδίως:

α) το Τ.Ε.Α. δεν έχει συστήσει επαρκείς τεχνικές προβλέψεις όσον αφορά το σύνολο της δραστηριότητάς του ή δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει τις τεχνικές προβλέψεις,

β) το Τ.Ε.Α. δεν κατέχει τα ίδια κεφάλαια για εποπτικούς σκοπούς.

9. Η Αρμόδια Αρχή, μπορεί να αναθέσει, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων, εν μέρει ή πλήρως την άσκηση των αρμοδιοτήτων που διαθέτουν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία τα πρόσωπα που διοικούν το Τ.Ε.Α., σε Διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 63.

10. Η Αρμόδια Αρχή, μπορεί να απαγορεύσει ή να περιορίσει τις δραστηριότητες Τ.Ε.Α., καθώς και να επιβάλλει τη λύση και εκκαθάρισή του, αν το Τ.Ε.Α.:

α) δεν προστατεύει επαρκώς τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του προγράμματος,

β) δεν πληροί πλέον τους όρους λειτουργίας,

γ) αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κείμενη νομοθεσία, δ) σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, δεν τηρεί τις απαιτήσεις όσον αφορά την κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στον τομέα των προγραμμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

11. Οι αποφάσεις της Αρμόδιας Αρχής προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 56
Διοικητικές κυρώσεις

1. Ανεξαρτήτως των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 57 και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ στο Τ.Ε.Α., στα μέλη της διοίκησής του και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο, που αυτή διενεργεί σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, το παρόν Μέρος, τις κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεις του ή την κείμενη νομοθεσία για την επαγγελματική ασφάλιση.

2. Ανεξαρτήτως των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 57 και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να επιβάλλει στο Τ.Ε.Α., στα μέλη της διοίκησής του και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου αμέσου εφαρμογής, του παρόντος Μέρους, των κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη νομοθεσία για την επαγγελματική ασφάλιση, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους μέχρι δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.

3. Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων, λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία του χώρου της επαγγελματικής ασφάλισης, ο κίνδυνος διατάραξης της συστημικής σταθερότητας, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των ασφαλιζομένων, το ύψος της πραγματικά προκληθείσας ζημίας σε αυτούς ως και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Αρμόδια Αρχή κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ' υποτροπή τέλεση παραβάσεων του παρόντος Μέρους ή της λοιπής νομοθεσίας για την επαγγελματική ασφάλιση.

4. Τα πρόστιμα που επιβάλλει η Αρμόδια Αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α'190).

5. Τα όργανα διοίκησης της Αρμόδιας Αρχής, όπως και το προσωπικό αυτής δεν υπέχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης και στο πλαίσιο των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Αρμόδιας Αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός αν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο. Το πρώτο εδάφιο ισχύει και για τα εξουσιοδοτημένα όργανα της Αρμόδιας Αρχής, όπως και για τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης αυτής.

Άρθρο 57
Ποινικές κυρώσεις

1. Όποιος εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδείς αναφορές προς την Αρμόδια Αρχή με σκοπό να επιτύχει την έκδοση άδειας λειτουργίας Τ.Ε.Α., ή την παράταση της άδειας ή την έγκριση του καταστατικού του ή δραστηριοτήτων αυτού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή.

2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει του διαδίδει στο κοινό ή τα μέλη του μέσω έντυπων ή ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ψευδείς ισχυρισμούς, με σκοπό την παραπλάνησή τους σχετικά με στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη των αποφάσεών του σχετικά με τη συμμετοχή του σε Τ.Ε.Α. ή τη διενέργεια συναλλαγών με αυτό.

3. Όποιο από τα πρόσωπα που ασκούν άμεσα ή έμμεσα διοίκηση ή διαχείριση σε Τ.Ε.Α.: α) παραβιάζει τις διατάξεις περί υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων ή β) συντάσσει ή εγκρίνει ισολογισμό ή έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση κατά παράβαση του παρόντος Μέρους ή του καταστατικού του Τ.Ε.Α. τιμωρείται με την ποινή της παρ. 1.

4. Με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται και όποιος, άμεσα ή έμμεσα, κατά τη διάρκεια της εποπτικής αξιολόγησης ή κατά τον έλεγχο του ισολογισμού ή της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς δηλώσεις σχετικά με τα διαπιστούμενα στοιχεία.

5. Οι ποινικές κυρώσεις του παρόντος επιβάλλονται ανεξαρτήτως της επιβολής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος Μέρους και αν οι ανωτέρω πράξεις δεν τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη.

Άρθρο 58
Διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (άρθρο 49 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή εξετάζει και αξιολογεί σε τακτική βάση τις στρατηγικές, τις διεργασίες και τις διαδικασίες πληροφόρησης που εφαρμόζουν τα Τ.Ε.Α., προκειμένου να συμμορφωθούν προς διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Μέρους, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α..

Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις στις οποίες λειτουργούν τα Τ.Ε.Α. και, όπου συντρέχει περίπτωση, τους τρίτους που εκτελούν με εξωτερική ανάθεση εργασίες που περιλαμβάνονται σε λειτουργίες ή άλλες δραστηριότητες για λογαριασμό τους. Η εξέταση συνίσταται στα ακόλουθα:

α) αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων που σχετίζονται με το σύστημα διακυβέρνησης,

β) αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το Τ.Ε.Α.,

γ) αξιολόγηση της ικανότητας του Τ.Ε.Α. να εκτιμά και να διαχειρίζεται τους εν λόγω κινδύνους.

2. Η Αρμόδια Αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης:

α) αναπτύσσει και διατηρεί κατάλληλα εργαλεία, όπως ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που επιβάλλονται σε συγκεκριμένο Τ.Ε.Α., στατιστικούς δείκτες, διαγνωστικές ασκήσεις, δείκτες επιμέτρησης επικινδυνότητας, τα οποία της παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνει την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ενός Τ.Ε.Α. και να παρακολουθεί τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης,

β) απαιτεί από τα Τ.Ε.Α. να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.

3. Η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τα απαραίτητα εργαλεία της παρ. 2, τις διοικητικές ενέργειες στις οποίες μπορεί να προβαίνει για την εφαρμογή της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, την ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του συγκεκριμένου Τ.Ε.Α..

Άρθρο 59
Πληροφορίες που παρέχονται στην Αρμόδια Αρχή (άρθρο 50 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Τα Τ.Ε.Α. υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την άσκηση της εποπτείας, χωρίς τα Τ.Ε.Α. να δικαιούνται να αντιτάξουν οποιοδήποτε απόρρητο έναντι της Αρμόδιας Αρχής. Η Αρμόδια Αρχή:

α) απαιτεί από το Τ.Ε.Α., το Διοικητικό Συμβούλιο, τα λοιπά μέλη διοίκησης και των επιτροπών αυτού ή τα άτομα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, να παρέχουν πληροφορίες για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές τους ή οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο,

β) εποπτεύει τις σχέσεις μεταξύ του Τ.Ε.Α. και άλλων οντοτήτων, όταν τα Τ.Ε.Α. αναθέτουν εξωτερικά βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες σε αυτές τις άλλες οντότητες, συμπεριλαμβανομένης και κάθε επακόλουθης εκ νέου εξωτερικής ανάθεσης, που επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση του Τ.Ε.Α. ή που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αποτελεσματικότητα της εποπτείας,

γ) λαμβάνει την ιδία αξιολόγηση κινδύνων, τη δήλωση των αρχών της επενδυτικής πολιτικής, τους ετήσιους λογαριασμούς και την ετήσια έκθεση, καθώς και τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για την εποπτεία του Τ.Ε.Α.,

δ) καθορίζει τα έγγραφα που είναι αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά: δα) εσωτερικές ενδιάμεσες εκθέσεις,

δβ) αναλογιστικές αποτιμήσεις και λεπτομερείς υποθέσεις εργασίας, δγ) μελέτες στοιχείων ενεργητικού και παθητικού,

δδ) στοιχεία προς απόδειξη της συνοχής των αρχών της επενδυτικής πολιτικής,

δε) στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι οι εισφορές καταβλήθηκαν βάσει των κανόνων που διέπουν το Τ.Ε.Α.,

δστ) εκθέσεις των προσώπων που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42,

ε) προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του Τ.Ε.Α. και, εφόσον είναι απαραίτητο, ελέγχει τις εκχωρηθείσες σε τρίτους δραστηριότητες και όλες τις δραστηριότητες που στη συνέχεια ανατίθενται εκ νέου σε τρίτους, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι σχετικές εργασίες ασκούνται σύμφωνα με τους εποπτικούς κανόνες, στ) ζητά ανά πάσα στιγμή πληροφορίες από τα Τ.Ε.Α. σχετικά με τις εξωτερικά ανατιθέμενες δραστηριότητες και όλες τις δραστηριότητες που στη συνέχεια αποτελούν αντικείμενο εκ νέου εξωτερικής ανάθεσης.

Άρθρο 60
Διαφάνεια και λογοδοσία (άρθρο 51 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή ασκεί τα καθήκοντα που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος σύμφωνα με τις αρχές της εμπιστευτικότητας, της ανεξαρτησίας, της διαφάνειας και της ευθύνης, όπως αυτές προβλέπονται στις οικείες διατάξεις.

2. Στην ιστοσελίδα της Αρμόδιας Αρχής δημοσιεύονται οι ακόλουθες πληροφορίες: α) οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την επαγγελματική ασφάλιση, συμπεριλαμβανόμενου του παρόντος Μέρους, των οικείων αποφάσεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του και των ευρωπαϊκών νομοθετημάτων, καθώς και κάθε εγκύκλιος, οδηγία ή γενική σύσταση στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών,

β) οι πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 58,

γ) τα συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν βασικές πτυχές της εφαρμογής του πλαισίου προληπτικής εποπτείας,

δ) οι κύριοι στόχοι της προληπτικής εποπτείας και οι πληροφορίες σχετικά με τα κύρια καθήκοντα και τις δραστηριότητες της Αρμόδιας Αρχής,

ε) οι κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος. 3. Η Αρμόδια Αρχή συντάσσει και υποβάλλει στη Βουλή ετήσια έκθεση σχετικά με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται από το παρόν Μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ, ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 61
Λήψη μέτρων εξυγίανσης

1. Ως μέτρα εξυγίανσης νοούνται τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από την Αρμόδια Αρχή με σκοπό τη διαφύλαξη και αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του Τ.Ε.Α. και τα οποία είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώματα μελών ή δικαιούχων, καθώς και άλλων συμβαλλομένων μερών και λοιπών πιστωτών.

2. Αρμόδια να αποφασίζει για μέτρα εξυγίανσης στα Τ.Ε.Α. είναι η Αρμόδια Αρχή και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό. Τα μέτρα εξυγίανσης παράγουν τα αποτελέσματά τους ταυτοχρόνως στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό περαιτέρω διατύπωση, καθώς και έναντι τρίτων στα άλλα κράτη μέλη, ακόμα και αν το ισχύον δίκαιο στα κράτη μέλη υποδοχής δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται.

3. Τα μέτρα εξυγίανσης δεν εμποδίζουν την έναρξη διαδικασιών λύσης και εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., διατηρούνται σε ισχύ και παράγουν αποτελέσματα παράλληλα με τις διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης.

4. Ως μέτρα εξυγίανσης νοούνται:

α. ο ορισμός Διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 63,

β. ο τερματισμός ενός ή περισσοτέρων προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών που το Τ.Ε.Α. λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 66,

γ. η αναστολή δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α. σύμφωνα με το άρθρο 67,

δ. η υποχρεωτική μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών του άρθρου 68, και ε. η αναστολή πληρωμών του άρθρου 69.

5. Κατά τη διάρκεια ισχύος ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης, το Τ.Ε.Α. υποχρεούται να συμμορφώνεται πλήρως με τις υποχρεώσεις του.

Άρθρο 62
Προϋποθέσεις ενεργοποίησης των μέτρων εξυγίανσης

Η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει τα κατάλληλα, κατά την κρίση της, μέτρα για την εξυγίανση του Τ.Ε.Α., λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

α) τη διάρκεια και το μέγεθος της παράλειψης ή άρνησης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης να καταβάλλει τις εισφορές που οφείλει να καταβάλλει σύμφωνα με το καταστατικό και τους ειδικότερους όρους του προγράμματος,

β) τη μείωση του αριθμού των μελών του Τ.Ε.Α. κάτω από πενήντα (50),

γ) την αδυναμία του Τ.Ε.Α. να ανακάμψει,

δ) την αδυναμία ή απροθυμία λήψης από το Τ.Ε.Α. εναλλακτικών μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος εντός κατάλληλου χρόνου για την αποτροπή αφερεγγυότητάς του,

ε) την αδυναμία ή απροθυμία συμμόρφωσης του Τ.Ε.Α. με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους ή τις αποφάσεις της Αρμόδιας Αρχής,

στ) τις εκτιμώμενες συνέπειες της αδυναμίας πληρωμών Τ.Ε.Α. για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως:

στα) του είδους των δραστηριοτήτων και του ύψους των τεχνικών προβλέψεων του Τ.Ε.Α.,

στβ) του είδους και εύρους των υποχρεώσεων του Τ.Ε.Α. έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, και

στγ) των συμμετοχών του Τ.Ε.Α. στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών που ανήκουν στις κατηγορίες της υποπερ. στβ),

ζ) την ανάγκη να επωμιστούν τις τυχόν απώλειες από την εξυγίανση του Τ.Ε.Α. οι μη ενέγγυοι πιστωτές και, με την επιφύλαξη της ανάγκης προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τα μέλη και οι δικαιούχοι παροχών.

Άρθρο 63
Διαδικασία ορισμού Διαχειριστή

1. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να διορίσει σε Τ.Ε.Α. Διαχειριστή φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα επαγγελματικής ασφάλισης, ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων όταν συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:

α) το Τ.Ε.Α. παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Αρμόδια Αρχή,

β) το Τ.Ε.Α. προβαίνει σε σοβαρές ή κατ' εξακολούθηση παραβάσεις του παρόντος Μέρους ή του αμέσου εφαρμογής ενωσιακού δικαίου ή των αποφάσεων της Αρμόδιας Αρχής ή όταν η εν γένει πορεία δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη χρηστή και συνετή διαχείριση των υποθέσεων από τη διοίκησή του, με συνέπεια να τίθενται σε κίνδυνο η φερεγγυότητα του Τ.Ε.Α. ή τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων παροχών,

γ) διαφαίνεται ότι το Τ.Ε.Α. δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας ή ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του,

δ) διαπιστώνεται από την Αρμόδια Αρχή επιδείνωση της κατάστασης φερεγγυότητάς του,

ε) το Τ.Ε.Α. υποβάλλει σχετικό αίτημα στην Αρμόδια Αρχή,

στ) το Τ.Ε.Α. δεν έχει λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα που έχουν υποδειχθεί από την Αρμόδια Αρχή,

ζ) το Τ.Ε.Α. δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για υποχρεωτική μεταβίβαση προγράμματος σύμφωνα με το άρθρο 68,

η) το Τ.Ε.Α. δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για αναστολή πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69.

2. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για τον ορισμό Διαχειριστή κοινοποιείται στο Τ.Ε.Α.. Από την κοινοποίηση στο Τ.Ε.Α. της απόφασης ορισμού Διαχειριστή και εφεξής, κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση του Τ.Ε.Α. είναι ανίσχυρη χωρίς τη σύμπραξη του Διαχειριστή. Αν η Αρμόδια Αρχή, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Διαχειριστή ή και από άλλα στοιχεία και πληροφορίες που διαθέτει, κρίνει ότι οι εργασίες του Τ.Ε.Α. δεν δύνανται να συνεχίσουν υπό το υφιστάμενο Διοικητικό Συμβούλιο, αποφασίζει την ανάθεση της διοίκησής της στον Διαχειριστή. Η απόφαση του δεύτερου εδαφίου δύναται να ληφθεί παράλληλα με τον ορισμό του Διαχειριστή.

3. Ο Διαχειριστής ορίζεται για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. Το διάστημα του πρώτου εδαφίου μπορεί να παρατείνεται με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες κάθε φορά. Η συνολική περίοδος των παρατάσεων δεν μπορεί να υπερβεί τους τριάντα έξι (36) μήνες.

4. Με την απόφαση ορισμού Διαχειριστή δύναται να καθορίζονται θέματα για τα οποία απαιτείται απόφαση της Αρμόδιας Αρχής ή σχετική εκ μέρους της έγκριση. Επιπλέον, με την ως άνω απόφαση δύναται να απαιτείται από τον Διαχειριστή η λήψη συγκεκριμένων μέτρων ή η αποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών προς ικανοποίηση του σκοπού της παρ. 1 του άρθρου 61. Ο ορισμός Διαχειριστή δεν συνεπάγεται την ακύρωση, καταγγελία ή τροποποίηση των συνταξιοδοτικών ή συμπληρωματικών παροχών ή λοιπών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή έμμισθης εντολής, το ληξιπρόθεσμο οποιασδήποτε οφειλής του Τ.Ε.Α. ή την αναστολή των ατομικών διώξεων εναντίον του.

5. Όταν δυνάμει δικαστικής απόφασης προκύπτει άμεσα ή έμμεσα θέμα νομιμότητας ή εγκυρότητας της εκλογής, συγκρότησης, σύνθεσης ή λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α., η Αρμόδια Αρχή ορίζει Διαχειριστή, ο οποίος ασκεί τη διοίκηση του Τ.Ε.Α. σύμφωνα με το άρθρο 61, για διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών που μπορεί να παρατείνεται μέχρι τη συγκρότηση νέου Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 64
Καθήκοντα του Διαχειριστή

1. Ο Διαχειριστής αξιολογεί την οικονομική, διοικητική και οργανωτική κατάσταση του Τ.Ε.Α. και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του, με σκοπό είτε την ανάκαμψη του Τ.Ε.Α. είτε την προετοιμασία θέσης του Τ.Ε.Α. σε εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 74. Σε μεταβιβάσεις προγραμμάτων που διενεργούνται από Τ.Ε.Α. στο οποίο έχει οριστεί Διαχειριστής, το παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους δεν υπέχει ευθύνη έναντι των δανειστών ή πιστωτών του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α..

2. Ο Διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει στην Αρμόδια Αρχή έκθεση για τα ζητήματα που η Αρμόδια Αρχή του θέτει, ιδίως για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, τον σχηματισμό προβλέψεων, όπως ασφαλιστικών, για τους εργαζόμενους, τις επισφαλείς απαιτήσεις, την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, τα προγράμματα που λειτουργεί το Τ.Ε.Α. και την εν γένει οικονομική, διοικητική και οργανωτική κατάσταση του Τ.Ε.Α.. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει έναν επικαιροποιημένο ισολογισμό και μια εκτίμηση της ανάγκης λήψεως περαιτέρω μέτρων εξυγίανσης, καθώς και των ενδεχόμενων επιπτώσεων για τα μέλη και τους δικαιούχους παροχών και άλλων συμβαλλομένων μερών και λοιπών πιστωτών σε περίπτωση εκκαθάρισης.

Ο Διαχειριστής υποχρεούται να παρέχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή να υποβάλει οποιαδήποτε πρόσθετη έκθεση του ζητηθεί από την Αρμόδια Αρχή.

3. Τα μέλη διοίκησης και επιτροπών, οι εργαζόμενοι και οι συνεργάτες του Τ.Ε.Α. διευκολύνουν την άσκηση των καθηκόντων του Διαχειριστή και τού παρέχουν οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία τους ζητηθεί σχετικά με το Τ.Ε.Α..

4. Ο Διαχειριστής δύναται:

α) να προσλαμβάνει εξωτερικούς συμβούλους, καθώς και βοηθητικό προσωπικό και

β) να ασκεί στο όνομα του Τ.Ε.Α. κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο για την προάσπιση των συμφερόντων του, συμπεριλαμβανομένων αγωγών αποζημίωσης κατά προσώπων της διοίκησης ή του προσωπικού, εφόσον με πράξεις ή παραλείψεις τους ζημίωσαν το Τ.Ε.Α.. Τα σχετικά έξοδα βαρύνουν το Τ.Ε.Α..

5. Ο Διαχειριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής και ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Η αμοιβή και το κόστος που συνεπάγεται η άσκηση των καθηκόντων του Διαχειριστή καλύπτονται από το Τ.Ε.Α. στο οποίο έχει οριστεί. Τα ανωτέρω καθορίζονται με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής.

6. Ο Διαχειριστής μπορεί να εξουσιοδοτεί περαιτέρω πρόσωπα, νομικά ή φυσικά, για να τον επικουρούν ή να τον εκπροσωπούν σε άλλα κράτη μέλη και ειδικότερα για να διευκολύνονται τα μέλη και δικαιούχοι παροχής των άλλων κρατών μελών. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του σε άλλο κράτος μέλος, ο Διαχειριστής τηρεί τη νομοθεσία του κράτους μέλους. Επίσης, ο Διαχειριστής και κάθε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο μπορεί να ζητεί καταχώριση της απόφασης για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στα δημόσια βιβλία που τηρούνται στα άλλα κράτη μέλη. Τα έξοδα καταχώρισης λογίζονται ως έξοδα και δαπάνες της διαδικασίας.

Άρθρο 65
Λήξη θητείας ή παύση Διαχειριστή

1. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να αντικαθίσταται ο Διαχειριστής ή να τερματίζεται το έργο του.

Ο τερματισμός του έργου του Διαχειριστή πριν από τη λήξη της ορισθείσας θητείας επιτρέπεται, εφόσον η Αρμόδια Αρχή διαπιστώσει ότι:

α) το Τ.Ε.Α. δεν μπορεί να ανακάμψει ή να εξυγιανθεί,

β) οι λόγοι ορισμού δεν υφίστανται πλέον ή

γ) ο Διαχειριστής ασκεί πλημμελώς τα καθήκοντά του.

Στην περ. α), η Αρμόδια Αρχή δύναται να αποφασίζει τη λύση και θέση σε εκκαθάριση του Τ.Ε.Α.. Σε περίπτωση τερματισμού του έργου του Διαχειριστή που δεν σχετίζεται με τη θέση του Τ.Ε.Α. σε εκκαθάριση, η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να ορίσει ότι ο Διαχειριστής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι τον διορισμό ή την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου.

2. Ο Διαχειριστής δύναται να παραμένει στο Τ.Ε.Α., με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, και μετά τη θέση του σε εκκαθάριση και σε συνεργασία με τον εκκαθαριστή, να συνεχίσει ορισμένες δραστηριότητες του Τ.Ε.Α., εφόσον αυτό απαιτείται για τη διασφάλιση των μελών και δικαιούχων παροχών. Στην περίπτωση αυτή, δεν υφίστανται οι χρονικοί περιορισμοί της παρ. 3 του άρθρου 63.

Άρθρο 66
Τερματισμός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών

1. Η Αρμόδια Αρχή τερματίζει τη λειτουργία ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, στις εξής περιπτώσεις:

α) η χρηματοδοτούσα επιχείρηση παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει τις εισφορές που οφείλει,

β) η χρηματοδοτούσα επιχείρηση τερματίζει οριστικά τη λειτουργία της ή έχει υπαχθεί σε διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή

γ) η συνεχιζόμενη λειτουργία του προγράμματος μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

2. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί τερματισμού της λειτουργίας ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών κοινοποιείται στο Τ.Ε.Α., στην ή στις χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών του οποίου η λειτουργία τερματίζεται δεν δέχεται νέα μέλη, ενώ συνεχίζει την αποδοχή εισφορών και την καταβολή παροχών σύμφωνα με το πρόγραμμα παροχών. Στην απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί τερματισμού της λειτουργίας μπορεί να απαγορεύεται και η είσπραξη εισφορών.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο ή και ο Διαχειριστής του Τ.Ε.Α. μεριμνά για τη μεταβίβαση του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών του οποίου η λειτουργία έχει τερματιστεί σε άλλο Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Άρθρο 67
Αναστολή δραστηριοτήτων Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Η Αρμόδια Αρχή αναστέλλει τις δραστηριότητες ενός Τ.Ε.Α., στις εξής περιπτώσεις:

α) μία ή περισσότερες χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις παραλείπουν ή αρνούνται να καταβάλουν τις εισφορές που οφείλουν,

β) μία ή περισσότερες χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις τερματίζουν οριστικά τη λειτουργία τους ή έχουν τεθεί σε καθεστώς αφερεγγυότητας,

γ) η συνεχιζόμενη λειτουργία του Τ.Ε.Α. μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α., ή

δ) το Τ.Ε.Α. παραβιάζει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους ή του καταστατικού του, με κίνδυνο να προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

2. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί αναστολής λειτουργίας κοινοποιείται στο Τ.Ε.Α., στην ή στις χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Το Τ.Ε.Α., του οποίου η δραστηριότητα αναστέλλεται, δεν δέχεται νέα μέλη, ενώ συνεχίζει την αποδοχή εισφορών και την καταβολή παροχών σύμφωνα με το πρόγραμμα παροχών. Στην απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί αναστολής των δραστηριοτήτων μπορεί να απαγορεύεται στο Τ.Ε.Α. και η είσπραξη εισφορών.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο ή ο Διαχειριστής του Τ.Ε.Α., του οποίου η λειτουργία έχει ανασταλεί, μεριμνά για τη μεταβίβαση του συνόλου των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών σε άλλο ή άλλα Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Άρθρο 68
Υποχρεωτική μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών

1. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί, με απόφασή της, να υποχρεώσει Τ.Ε.Α. στη μεταβίβαση, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, πλήρως ή εν μέρει, των υποχρεώσεων, των τεχνικών προβλέψεων ενός ή περισσότερων προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, καθώς και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού. Το είδος των προς μεταβίβαση υποχρεώσεων, δεσμεύσεων, τεχνικών προβλέψεων και περιουσιακών στοιχείων προσδιορίζεται στην ως άνω απόφαση.

2. Η διαδικασία μεταβίβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 12. Στις μεταβιβάσεις του παρόντος άρθρου το παραλαμβάνον Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους δεν υπέχει ευθύνη έναντι των δανειστών ή πιστωτών του μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α..

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο ή ο Διαχειριστής που τυχόν έχει διοριστεί στο εν λόγω Τ.Ε.Α. προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την υλοποίηση της απόφασης της παρ. 1.

Άρθρο 69
Αναστολή πληρωμών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να αναστέλλει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την πληρωμή, μερικώς ή ολικώς, ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων από ασφάλιση ή υποχρεώσεων ενός Τ.Ε.Α. προς τα μέλη του και δικαιούχους παροχών είτε λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ή την καταβολή συγκεκριμένων παροχών προς τα μέλη του και τους δικαιούχους παροχών, καθώς και προς άλλα συμβαλλόμενα μέρη ή και προς λοιπούς πιστωτές, εξαιρουμένων των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από έμμισθη εντολή.

2. Η απόφαση της παρ. 1 καθορίζει το χρονικό διάστημα εφαρμογής της αναστολής και το εύρος εφαρμογής της αναστολής, η οποία αφορά είτε στο σύνολο των υποχρεώσεων του Τ.Ε.Α. είτε σε μέρος αυτών, όπως σε συγκεκριμένες παροχές ή συγκεκριμένα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών ή κατηγορίες δραστηριοτήτων ή συγκεκριμένες κατηγορίες πιστωτών ή αντισυμβαλλομένων.

3. Κατά τη διάρκεια της ως άνω αναστολής αναστέλλονται οι προθεσμίες και η άσκηση των διαδικαστικών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Τ.Ε.Α.. Το ίδιο ισχύει για τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που στρέφονται κατά της περιουσίας του Τ.Ε.Α..

4. Η αναστολή της παρ. 1 δεν ισχύει για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Τ.Ε.Α. που πηγάζουν από συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που συνάπτονται σε κεφαλαιαγορές και αγορές χρήματος.

Άρθρο 70
Δημοσίευση των αποφάσεων περί μέτρων εξυγίανσης

Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί λήψης μέτρων εξυγίανσης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην εν λόγω απόφαση αναγράφονται τα στοιχεία του Διαχειριστή που έχει διοριστεί. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 63 περί άμεσης ισχύος της απόφασης της Αρμόδιας Αρχής ως προς τα Τ.Ε.Α., τα μέτρα εξυγίανσης παράγουν πλήρη αποτελέσματα έναντι πάντων από την ως άνω δημοσίευση.

Άρθρο 71
Θέση σε εκκαθάριση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών

1. Πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών τίθεται σε εκκαθάριση είτε με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, είτε κατόπιν έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής μετά από αίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Α. ή και του Διαχειριστή του, εφόσον η Αρμόδια Αρχή κρίνει ότι η εκκαθάριση είναι προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων. Η προϋπόθεση προηγούμενης απόφασης ή έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής ισχύει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως αν στο πρόγραμμα παύσουν να γίνονται δεκτά νέα μέλη.

2. Η εκκαθάριση ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών διενεργείται σύμφωνα με το καταστατικό του Τ.Ε.Α.. Εφόσον το καταστατικό του Τ.Ε.Α. δεν ορίζει διαφορετικά, η εκκαθάριση διενεργείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. ή τον Διαχειριστή του. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να καθορίσει, στην απόφαση ή έγκρισή της για θέση σε εκκαθάριση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, διαφορετική διαδικασία εκκαθάρισης του προγράμματος.

3. Η προτεραιότητα κατά την οποία τα περιουσιακά στοιχεία του προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών διατίθενται για την ικανοποίηση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεών του και τα άλλα συναφή ζητήματα ρυθμίζονται στο καταστατικό του Τ.Ε.Α.. Η Αρμόδια Αρχή, στην απόφαση ή έγκρισή της για θέση σε εκκαθάριση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών. μπορεί να καθορίζει διαφορετική προτεραιότητα, καθώς και τις λεπτομέρειες εκκαθάρισης του προγράμματος.

4. Ο τερματισμός της εισδοχής νέων μελών και της χρηματοδότησης ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών ή ο τερματισμός λειτουργίας χρηματοδοτούσας επιχείρησης ή η λειτουργία χρηματοδοτούσας επιχείρησης για σκοπούς εκκαθάρισης γνωστοποιείται από το Διοικητικό Συμβούλιο ή τον Διαχειριστή του Τ.Ε.Α. στην Αρμόδια Αρχή, μαζί με τις λεπτομέρειες της σχετικής απόφασης.

Άρθρο 72
Ανάκληση άδειας Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Η Αρμόδια Αρχή είναι η αρμόδια να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας του Τ.Ε.Α.. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας του Τ.Ε.Α. εφόσον συντρέξει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις :

α) το Τ.Ε.Α. δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας του εντός δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της ή παραιτηθεί ρητά από αυτή ή παύσει τις δραστηριότητές του για διάρκεια μεγαλύτερη από έξι (6) μήνες,

β) το Τ.Ε.Α. απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον μη σύννομο τρόπο,

γ) το Τ.Ε.Α. δεν πληροί πλέον τους όρους χορήγησης της άδειας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που η χρηματοδοτούσα επιχείρηση τεθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας και απειλούνται τα συμφέροντα των μελών και δικαιούχων του Τ.Ε.Α.,

δ) το Τ.Ε.Α. παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει κατ' εφαρμογή του παρόντος και των κατ' εξουσιοδότησή του αποφάσεων και των λοιπών κανονιστικών ρυθμίσεων που το διέπουν ή και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ή του Καταστατικού του ή των αποφάσεων της Αρμόδιας Αρχής που το αφορούν. Ιδίως, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας του Τ.Ε.Α. αν αυτό δεν συμμορφώνεται προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, ή κρίνει ότι το υποβληθέν σχέδιο ανάκαμψης είναι ανεπαρκές, ή το Τ.Ε.Α. δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο σχέδιο εντός του χρονοδιαγράμματος για το οποίο δεσμεύθηκε να υλοποιήσει,

ε) μια ή περισσότερες χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις του Τ.Ε.Α. τερματίζουν οριστικά τη λειτουργία τους ή τίθενται σε καθεστώς αφερεγγυότητας, με κίνδυνο να προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

2. Στην περίπτωση που το Τ.Ε.Α. παραιτηθεί ρητά από την άδεια λειτουργίας του, υποβάλλει αίτημα ανάκλησής της στην Αρμόδια Αρχή. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί, αντί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του Τ.Ε.Α., να επιβάλει την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης των άρθρων 61 έως 69, εφόσον με τον τρόπο αυτόν προστατεύονται καλύτερα τα δικαιώματα των μελών και δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

Άρθρο 73
Συνέπειες ανάκλησης άδειας και εκκαθάριση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του Τ.Ε.Α. κατά το άρθρο 72 επέρχεται η λύση του και με την ίδια απόφαση τίθεται αυτό σε εκκαθάριση, εκτός αν άλλως ορίζεται στην ως άνω απόφαση της Αρμόδιας Αρχής. Για τους σκοπούς της εκκαθάρισης, το Τ.Ε.Α. θεωρείται ότι υπάρχει ως νομικό πρόσωπο έως τη λήξη της.

2. Κάθε απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του Τ.Ε.Α. και τη θέση του σε εκκαθάριση κοινοποιείται στο Τ.Ε.Α., στην ή στις χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ως άνω απόφαση παράγει τα αποτελέσματά της ταυτοχρόνως στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση από την ανωτέρω δημοσίευσή της, χωρίς περαιτέρω διατύπωση.

3. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας Τ.Ε.Α. που διατηρεί διασυνοριακή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει σχετικά την αντίστοιχη αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων. Αντίστοιχες αποφάσεις περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας και θέσεως σε εκκαθάριση από αρμόδιες αρχές για Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και εκδίδονται βάσει του δικαίου των εν λόγω κρατών μελών παράγουν αντίστοιχα αποτελέσματα και στην Ελλάδα.

Άρθρο 74
Ειδικά θέματα εκκαθάρισης Τ.Ε.Α.

1. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας και θέσης σε εκκαθάριση του Τ.Ε.Α. μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τη λήψη ή διατήρηση μέτρων εξυγίανσης.

2. Τα Τ.Ε.Α. δεν λύονται, ούτε τίθενται σε εκκαθάριση χωρίς προηγούμενη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής. Τα Τ.Ε.Α. δεν κηρύσσονται σε πτώχευση. Εφαρμοστέο δίκαιο στην εκκαθάριση του Τ.Ε.Α. είναι το ελληνικό.

Άρθρο 75
Διαδικασία εκκαθάρισης

1. Η εκκαθάριση Τ.Ε.Α. διενεργείται σύμφωνα με το καταστατικό του Τ.Ε.Α., εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού αποφάσεων. Στο καταστατικό ρυθμίζονται τα δικαιώματα ενημέρωσης των μελών και δικαιούχων του Τ.Ε.Α.

στο πλαίσιο της εκκαθάρισης και οι πέραν των προβλεπομένων στο παρόν υποχρεώσεις των οργάνων εκκαθάρισης και διαδικασίες.

2. Την εκκαθάριση διενεργεί, κατά τα οριζόμενα στη σχετική απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, είτε το προβλεπόμενο από το καταστατικό όργανο, ή άλλο πρόσωπο. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να παύσει από τα καθήκοντά τους τον ή τους εκκαθαριστές σε κάθε χρονική στιγμή για οποιονδήποτε λόγο.

3. Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 55 εξουσίες παρέμβασης της Αρμόδιας Αρχής ισχύουν και στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης.

4. Το ή τα όργανα εκκαθάρισης συντάσσουν εναρκτήριο ισολογισμό εντός των πρώτων τριών (3) μηνών από την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του Τ.Ε.Α. και απογράφουν την αξία των συσσωρευμένων δικαιωμάτων των μελών και δικαιούχων παροχών.

5. Επιτρέπεται, σύμφωνα με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, η μεταβίβαση προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών υπό εκκαθάριση Τ.Ε.Α., εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12.

Άρθρο 76
Προνομιακή μεταχείριση προγραμμάτων του υπό εκκαθάριση Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Το προϊόν της εκκαθάρισης, στο οποίο ανήκουν και οι εργοδοτικές εισφορές, διανέμεται μεταξύ των μελών και δικαιούχων παροχών ανάλογα με την ασφαλιστική προσδοκία εκάστου, όπως αυτή υπολογίζεται κατά την έναρξη της εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., και συμμέτρως, ανά πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών.

2. Οι απαιτήσεις των μελών και των δικαιούχων των προγραμμάτων του Τ.Ε.Α. έχουν απόλυτη προνομιακή μεταχείριση έναντι οποιασδήποτε άλλης απαίτησης κατά της εκκαθάρισης αυτού, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκκαθάρισης και οι αμοιβές των εκκαθαριστών, καθώς και οι απαιτήσεις των εργαζομένων του Τ.Ε.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρουμένων όσων ασκούσαν διοίκηση ή διαχείριση του Ταμείου πριν από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του.

Άρθρο 77
Αναστολή εκτέλεσης

1. Κατά το χρονικό διάστημα που το Τ.Ε.Α. βρίσκεται υπό εκκαθάριση, αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των μελών και δικαιούχων κατά του Τ.Ε.Α..

2. Κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α. στα χέρια του ίδιου ή τρίτου, δεν επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που το Τ.Ε.Α. βρίσκεται σε εκκαθάριση.

Άρθρο 78
Περάτωση και λήξη εκκαθάρισης Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Κατόπιν αιτήσεως του ή των εκκαθαριστών του Τ.Ε.Α ή των μελών ή δικαιούχων παροχών του υπό εκκαθάριση Τ.Ε.Α που αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών, ή με σχετική πρωτοβουλία της Αρμόδιας Αρχής, δύναται η τελευταία, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωσή του ή των εκκαθαριστών, περατωθεί η εκκαθάριση των προγραμμάτων του Τ.Ε.Α. ή έχει εξαντληθεί η περιουσία του, ή έχει καταστεί αυτή μη αξιοποιήσιμη, να κηρύξει με απόφασή της τη λήξη της εκκαθάρισης. Η ως άνω βεβαίωση εκδίδεται, εφόσον έχουν περατωθεί οι εκ του νόμου προβλεπόμενες εργασίες εκκαθάρισης των προγραμμάτων του Τ.Ε.Α., ανεξάρτητα αν έχει λάβει χώρα ή όχι έλεγχος της φορολογικής αρχής.

Μετά το πέρας της ως άνω διαδικασίας και εφόσον υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς διάθεση εφαρμόζονται τα άρθρα 72 ως 76 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164), περί της εκκαθάρισης νομικού προσώπου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη σχετική απόφαση της Αρμόδιας Αρχής που εκδίδεται βάσει της παρ. 4.

2. Αν η διάρκεια της εκκαθάρισης υπερβεί τα δύο (2) έτη, ο ή οι εκκαθαριστές υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή, εντός δύο (2) μηνών από την παρέλευση της διετίας, σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης.

3. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει έκθεση για τις μέχρι τότε εργασίες της εκκαθάρισης και τους λόγους της καθυστέρησης και πρόταση μέτρων για την ταχύτερη διεκπεραίωσή της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση του Τ.Ε.Α. από δικαιώματα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη αυτών δεν είναι σύμφωνη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων, όπως και σύναψη νέων. Εφόσον το σχέδιο εγκριθεί από την Αρμόδια Αρχή, η εκκαθάριση ολοκληρώνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 79
Επαγγελματικό απόρρητο (άρθρο 52 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή εργάστηκαν για την Αρμόδια Αρχή, καθώς και οι ελεγκτές και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος της Αρμόδιας Αρχής, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.

2. Τα πρόσωπα της παρ. 1 δεν δημοσιοποιούν εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιήλθαν σε γνώση τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σε κανένα πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο σε συνοπτική ή γενική μορφή που διασφαλίζει ότι δεν αναγνωρίζονται τα μεμονωμένα Τ.Ε.Α..

3. Η απαγόρευση της παρ. 1 αίρεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) στις περιπτώσεις που ζητούνται οι πληροφορίες στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από αρμόδια αρχή, ή

β) σε περίπτωση εκκαθάρισης ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο αστικών ή εμπορικών δικαστικών διαδικασιών, μετά από αιτιολογημένο αίτημα του ενδιαφερομένου, ή

γ) όταν οι παραπάνω πληροφορίες αναφέρονται στη διοικητική πράξη και σε κάθε άλλο έγγραφο της διαδικασίας επιβολής διοικητικών κυρώσεων από την Αρμόδια Αρχή. 3. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 80
Χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 52 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Η Αρμόδια Αρχή χρησιμοποιεί τις εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνει, μόνο στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων της και για τους ακόλουθους σκοπούς:

α) τον έλεγχο της τήρησης των προϋποθέσεων που διέπουν την ανάληψη δραστηριότητας επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών από τα Τ.Ε.Α. πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων τους,

β) τη διευκόλυνση της παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των Τ.Ε.Α., συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των τεχνικών προβλέψεων, της φερεγγυότητας, του συστήματος διακυβέρνησης και των πληροφοριών που παρέχονται στα μέλη και στους δικαιούχους παροχών,

γ) την επιβολή διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών κυρώσεων,

δ) τη δημοσίευση βασικών δεικτών επιδόσεων για κάθε Τ.Ε.Α., που μπορεί να βοηθούν τα μέλη και τους δικαιούχους κατά τη λήψη οικονομικής φύσεως αποφάσεων όσον αφορά τη σύνταξή τους,

ε) την άσκηση αιτήσεων ακύρωσης κατά αποφάσεων της Αρμόδιας Αρχής,

στ) τη χρήση στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που αφορούν στις κείμενες διατάξεις για την επαγγελματική ασφάλιση.

Άρθρο 81
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών (άρθρα 55, 56, 57 και 58 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ανταλλάσσει, με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο του άρθρου 79, που σύμφωνα με τις σχετικές ευρωπαϊκές διατάξεις, εφαρμόζεται και για τις λοιπές αρμόδιες αρχές.

Η Αρμόδια Αρχή μπορεί κατά την παροχή των πληροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή να ορίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνο ύστερα από τη ρητή συναίνεσή της.

2. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στις περ. α) και β) της παρ. 3, μόνο εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά στο επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του άρθρου 79. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί στις συμφωνίες του πρώτου εδαφίου να ορίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνο ύστερα από τη ρητή συναίνεσή της και να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έχει προηγουμένως δώσει τη συγκατάθεσή της.

Η ανταλλαγή πληροφοριών του πρώτου εδαφίου εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

Αν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος ή από τρίτο κράτος, η Αρμόδια Αρχή τις κοινοποιεί σε αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που τις διαβίβασε και, εάν προϋπάρχει σχετική πρόβλεψη, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησε η αρχή αυτή.

3. α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Αρμόδιας Αρχής και αφετέρου:

αα) του Εθνικού Συμβουλίου Συστημικής Σταθερότητας, του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και άλλων αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων τους,

αβ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά την εφαρμογή του άρθρου 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις εκχωρούμενες προς αυτό εξεταστικές αρμοδιότητες,

αγ) των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 144 ως 149 του Κανονισμού της Βουλής,

αδ) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης Τ.Ε.Α. ή προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και

αε) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων των Τ.Ε.Α., των αναλογιστών των Τ.Ε.Α., των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των ως άνω προσώπων και της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος, για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να γνωστοποιεί σε αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα με αυτά της περ. α), περιλαμβανομένων των αρμόδιων εποπτικών αρχών πιστωτικών ιδρυμάτων, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους, καθώς και σε οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

γ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Αρμόδιας Αρχής ως εποπτικής αρχής και αφετέρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, αν οι πληροφορίες είναι σχετικές με την επιτέλεση των καθηκόντων του, των κεντρικών τραπεζών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και άλλων οργανισμών, που είτε ασκούν τη νομισματική πολιτική και τη σχετική παροχή ρευστότητας σε άλλα κράτη μέλη, εποπτεύουν τα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και διασφαλίζουν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη αυτά είτε ως δημόσιες αρχές άλλων κρατών μελών ασκούν επίβλεψη επί των συστημάτων πληρωμών για την εκπλήρωση της αποστολής της Αρμόδιας Αρχής ως εποπτικής αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 80, και της αποστολής των ως άνω αρχών.

Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της οριζόμενης στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331), η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει πληροφορίες προς τις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, αν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων του.

δ) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες της παρ. 1 σε γραφείο συμψηφισμού ή παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών να παρέχει υπηρεσίες συμψηφισμού ή διακανονισμού συναλλαγών στις αγορές χρήματος, διαπραγματεύσιμων τίτλων ή παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, αν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε σχέση με αδυναμίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικές, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.

Στις περ. α), β), γ) και δ), οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις αρχές, τους οργανισμούς και τα πρόσωπα υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 79. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτείας ή του ελέγχου. Επίσης, οι πληροφορίες που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος δεν κοινολογούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται ή στις οποίες ο επιτόπιος έλεγχος έλαβε χώρα και εφόσον ενδείκνυται μόνο για τους σκοπούς που οι εποπτικές αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

4. Η Αρμόδια Αρχή γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. 3.

5. Η απαγόρευση της παρ. 1 του άρθρου 79 αίρεται μετά από ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης, ύστερα από σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα ή του Ανακριτή ή μετά από απόφαση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, εφόσον η παροχή αυτών είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση και την τιμωρία πλημμελήματος ή κακουργήματος.

Άρθρο 82
Εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως (άρθρο 59 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων έκθεση, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως, που αφορούν στην επαγγελματική ασφάλιση και οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εθνική κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 11.

2. Η Αρμόδια Αρχή επικαιροποιεί τις πληροφορίες αυτές τακτικά και τουλάχιστον ανά δύο (2) έτη.

Άρθρο 83
Συνεργασία μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (άρθρο 60 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή αναγνωρίζει σε όλες τις εργασίες και αποφάσεις της τον διττό ρόλο της τόσο ως αρμόδιας αρχής δυνάμει του παρόντος Μέρους όσο και ως μέλους της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331) και η μια ιδιότητα δεν παρεμποδίζει την άσκηση της άλλης.

2. Η Αρμόδια Αρχή εφαρμόζει το παρόν Μέρος, τις οικείες αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του και το ενωσιακό δίκαιο και ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα με τρόπο που να λαμβάνει στο μέγιστο δυνατό τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στους αντίστοιχους τομείς και λαμβάνει υπόψη της τα αντίστοιχα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί ή προτείνονται ως βέλτιστα από την ΕΑΑΕΣ.

3. Η Αρμόδια Αρχή συμμετέχει σε περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειριών με άλλα κράτη μέλη, σε εργασίες, δράσεις και δραστηριότητες, καθώς και σε αναγκαίες επιτροπές, υποεπιτροπές και ομάδες εργασίας της ΕΑΑΕΣ σχετικά με τις αρμοδιότητές της και συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διευκολυνθεί η εποπτεία της λειτουργίας των Ι.Ε.Σ.Π. σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4. Η Αρμόδια Αρχή συνεργάζεται με την ΕΑΑΕΣ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010, και της παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, όπως προσδιορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος και από το άρθρο 35 του Κανονισμού 1094/2010.

5. Η Αρμόδια Αρχή εξετάζει οποιαδήποτε σημαντική δυσκολία προκύψει από την εφαρμογή του παρόντος και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ.

6. Η Αρμόδια Αρχή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010, εκδίδει σχετικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αιτιολογεί στην ΕΑΑΕΣ μη συμμόρφωση.

Άρθρο 84
Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 61 Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος, τα T.E.A., οι εξωτερικοί πάροχοι και συνεργάτες τους καθώς και η Αρμόδια Αρχή εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (L119, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων).

Άρθρο 85
Αρμόδιες αρχές-Τροποποίηση περ. γ' παρ. 1 και περ. γ' παρ. 2 άρθρου 48 ν. 5042/2023

1. Στην περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 48 του ν. 5042/2023 (Α' 88), περί ορισμού αρμόδιων αρχών, οι λέξεις «όπως ορίζεται στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4680/2020 (Α' 72)» διαγράφονται, η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αντικαθίσταται από την αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) Όταν πάροχος ΡΕΡΡ είναι Ίδρυμα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.), με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., αρμόδια αρχή για την επικοινωνία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. και για την εκτέλεση σχετικών με αυτήν καθηκόντων, που προβλέπονται στον Κανονισμό, στους κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονισμούς και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεις, είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.».

2. Στην περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 5042/2023, περί ορισμού αρμόδιων αρχών, οι λέξεις «όπως ορίζεται στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4680/2020 (Α' 72)» διαγράφονται, η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αντικαθίσταται από την αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) όταν διανομέας ΡΕΡΡ είναι Ι.Ε.Σ.Π., με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., αρμόδια αρχή για την επικοινωνία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. και για την εκτέλεση των σχετικών με αυτήν καθηκόντων που προβλέπονται στον Κανονισμό, στους κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονισμούς και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεις, είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.».

Άρθρο 86
Αρμόδια αρχή παρακολούθησης συμμόρφωσης-Τροποποίηση άρθρου 99 ν. 4209/2013

Στο άρθρο 99 του ν. 4209/2013 (Α'253), περί αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται η αναφορά στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης ώστε να εμπίπτουν πλέον στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, β) η παρ. 3 καταργείται, γ) στην παρ. 4 διαγράφεται η αναφορά στο αρμόδιο Υπουργείο, δ) επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις, και το άρθρο 99 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 99
Αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Ανώνυμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ), των Ανώνυμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) και των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Κινητών Αξιών (ΟΣΕΚΑ) με έδρα την Ελλάδα, καθώς και των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ) που τους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ) οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή είναι εγγεγραμμένοι σύμφωνα με την Οδηγία 2011/61/ΕΕ, προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (Ε.Ε. L 201).

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων με έδρα την Ελλάδα, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα, των Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα καθώς και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.

3. Καταργείται.

4. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων κανονισμών και των εκτελεστικών κανονισμών για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και παρέχει η μία στην άλλη κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Επιτρέπεται η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.».

Άρθρο 87
Κυρώσεις Τράπεζας της Ελλάδος-Τροποποίηση άρθρου 103 ν. 4209/2013

Στο άρθρο 103 του ν. 4209/2013 (Α'253), περί κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α) στον τίτλο οι λοιπές αρμόδιες αρχές αντικαθίστανται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

β) στην παρ. 1 μετά τη φράση «και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα» προστίθεται η φράση «και Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης»,

γ) οι παρ. 2 και 3 καταργούνται,

δ) στην παρ. 4 η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης διαγράφεται,

ε) επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και το άρθρο 103 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 103 Κυρώσεις Τράπεζας της Ελλάδος

1. Αν παραβιασθούν τα άρθρα 4, 5 και 7 έως 9 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, συμπεριλαμβανομένων των οικείων κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθέντων Κανονισμών και των εκτελεστικών Κανονισμών για τον καθορισμό τεχνικών προτύπων, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλει επί Πιστωτικών Ιδρυμάτων με έδρα την Ελλάδα, Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα, Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα και Ταμείων Επαγγελματικών Ασφάλισης, με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου του άρθρου 55Α του Καταστατικού της, χρηματικό πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ. Τα ποσά των ανωτέρω προστίμων αποτελούν δημόσιο έσοδο, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190) και αναπροσαρμόζονται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου του άρθρου 55Α του Καταστατικού της.

Πλημμελής συνεργασία, άρνηση χορήγησης ή πλημμελής παροχή στοιχείων στο πλαίσιο άσκησης των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ 648/2012 αρμοδιοτήτων, τιμωρείται κατ' εφαρμογή των άρθρων 55Α και 55Γ του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά την επιμέτρηση των ως άνω κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 102.

2. Καταργείται.

3. Καταργείται.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοινώνει δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, των κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθέντων Κανονισμών και των εκτελεστικών Κανονισμών για τον καθορισμό τεχνικών προτύπων, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα μέρη.».

Άρθρο 88
Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402-Τροποποίηση περ. α' και β' παρ. 1 άρθρου 69 ν. 4706/2020

Στην παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4706/2020 (Α' 136), περί αρμόδιων αρχών για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α) στην περ. α) οι λέξεις «στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις παρ. 1, 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016», οι λέξεις «στις παρ. 3 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην περίπτωση των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.)», και το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται,

β) στην περ. β) οι λέξεις «καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 7 του ν. 3029/2002» διαγράφονται και επέρχεται νομοτεχνική βελτίωση και οι περ. α) και β) διαμορφώνονται ως εξής:

«α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), όταν εμπίπτουν στις περ. 1, 16 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014, στις παρ. 1, 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, καθώς και στην περίπτωση των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.).

β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) όταν εμπίπτουν στις περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 και στις περ. α', β', γ' της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4099/2012. Επίσης εποπτεύει τις ανάδοχες οντότητες που είναι επιχειρήσεις επενδύσεων.».

Άρθρο 89
Ρυθμίσεις περιπτώσεων μεταφοράς σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής ασφάλισης-Τροποποίηση άρθρου 7 ν. 4575/2018

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του ν. 4575/2018 (Α' 192), περί μεταφοράς δικαιωμάτων σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, διαγράφεται η αναφορά στη «με αριθμ. Φ.Επαγγ.Ασφ./43/13.11.2003 (Β' 1703) υπουργική απόφαση» και το άρθρο 7 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 7

Αν ο εργαζόμενος - ασφαλισμένος αλλάξει επαγγελματική δραστηριότητα και μεταφέρει τα δικαιώματά του σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, που λειτουργεί στο χώρο της νέας απασχόλησής του, εφαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει την επαγγελματική ασφάλιση και οι καταστατικές διατάξεις του κάθε Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης, όπως εκάστοτε ισχύουν. Αν ο ασφαλισμένος δεν ζητήσει τη μεταφορά των δικαιωμάτων του σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 5.».

Άρθρο 90
Αρμόδιες αρχές και συνεργασία μεταξύ αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365-Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 100 ν. 4514/2018

Στο άρθρο 100 του ν. 4514/2018 (Α' 14), περί αρμόδιων αρχών και συνεργασίας μεταξύ αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 οι λέξεις «των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) των άρθρων 7 και 8 του ν. 3029/2002, όπως ισχύουν,» διαγράφονται, β) στην παρ. 2, στο τέλος, προστίθεται η αναφορά στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) και επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 (EE L 23.12.2015) των Α.Ε.Π.Ε.Υ., των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα επιχειρήσεων επενδύσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με έδρα στην Ελλάδα, των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων με έδρα στην Ελλάδα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, των ΑΕΔΑΚ και των ΟΣΕΚΑ με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα ΑΕΔΑΚ και ΟΣΕΚΑ με έδρα σε τρίτη χώρα, καθώς και των ΟΕΕ που τους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ), οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή είναι εγγεγραμμένοι, σύμφωνα με την Οδηγία 2011/61/ΕΕ. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και των Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, των υποκαταστημάτων Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτη χώρα καθώς και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.).».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι'
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 91
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, προβλέπει το ειδικότερο περιεχόμενο του μητρώου της παρ. 7 του άρθρου 6 που αναρτάται στην ιστοσελίδα της και ρυθμίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ως προς τη λειτουργία αυτού.

2. Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με απόφασή της, να καθορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 7, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη διαδικασία και τον χρόνο υποβολής αυτών. Με όμοια απόφαση, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να καθορίζει τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η προσχώρηση χρηματοδοτούσας επιχείρησης σε Τ.Ε.Α. διενεργείται, χωρίς έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 7.

3. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να προσδιορίζει ειδικότερα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τις πληροφορίες του άρθρου 8, παρέχοντας σχετικά πρότυπα στο πλαίσιο αξιολόγησης της αίτησης κατά τις παρ. 2 και 6 του άρθρου 8.

4. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να μεταβάλλει το ελάχιστο περιεχόμενο του καταστατικού της παρ. 2 του άρθρου 9 ως προς τις υποπερ. ηα' έως ηθ' της περ. (η) και να προβλέπει την τήρηση από τα Τ.Ε.Α. εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, να καθορίζει το περιεχόμενό του και τον τρόπο και τη συχνότητα επικαιροποίησής του.

5. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να καθορίζονται πρόσθετα και ειδικότερα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος δραστηριότητας του άρθρου 10, όπως αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών και αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών προς τον σκοπό της πληρέστερης αποτύπωσης της βιωσιμότητας του Τ.Ε.Α..

6. Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με απόφασή της, να προβλέπει το ειδικότερο περιεχόμενο του Μητρώου της παρ. 8 του άρθρου 11 και να ρυθμίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια περί της λειτουργίας αυτού.

7. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται προς αυτή από το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. κατά την υποβολή της αίτησης της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 11 για τη διασυνοριακή δραστηριότητα, και την εφαρμογή από αυτήν των κριτηρίων αξιολόγησης της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 11, προσδιορίζονται ειδικότερα η σχετική διαδικασία και, όπου χρειάζεται, ο χρόνος υποβολής αυτών, το περιεχόμενο και ο τύπος των συνυποβαλλόμενων στοιχείων και συνοδευτικών εγγράφων, ο καθορισμός της γλώσσας αυτών στο πλαίσιο άσκησης προληπτικής εποπτείας κατά τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

8. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται από τα ενδιαφερόμενα Τ.Ε.Α., προς αυτήν, κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 12 για τη μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης και της διασυνοριακής μεταβίβασης, προσδιορίζοντας τις πληροφορίες που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις προληπτικής αξιολόγησης της περ. ε' της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, καθώς και τη σχετική διαδικασία και, όπου χρειάζεται, τον χρόνο υποβολής αυτών, το περιεχόμενο και τύπο των εν λόγω υποβαλλόμενων στοιχείων και συνοδευτικών εγγράφων καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 12.

9. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να καθορίζονται με ειδικότερο τρόπο οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος διαγραφής, για τον συνυπολογισμό του χρόνου επαγγελματικής ασφάλισης, τη μεταφορά δικαιωμάτων και το αρμόδιο για τη χορήγηση της παροχής Τ.Ε.Α., σε περίπτωση χρονικά διαδοχικής επαγγελματικής ασφάλισης σε περισσότερα Τ.Ε.Α., όπως και κάθε άλλο σχετικό αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 15.

10. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται ενιαίος μορφότυπος για την παροχή από Τ.Ε.Α. και τα Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους των πληροφοριών του άρθρου 16.

11. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να ορίζεται η υποχρέωση σύστασης μίας ή περισσότερων επιτροπών στα Τ.Ε.Α. και να προβλέπονται οι σχετικές αρμοδιότητές τους.

12. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται λεπτομέρειες για τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο τηρούνται διαθέσιμα για την κάλυψη τρεχόντων λειτουργικών εξόδων των Τ.Ε.Α., ο οποίος δεν φυλάσσεται από τον θεματοφύλακα σύμφωνα με το άρθρο 30, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

13. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής δύνανται να ορίζονται και άλλα καθήκοντα του θεματοφύλακα, πλέον αυτών που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 31.

14. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, για την εφαρμογή αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης σύμφωνα με το άρθρο 32, τίθενται κριτήρια ανεξαρτησίας και αποδεκτών σωρεύσεων αρμοδιοτήτων ή εργασιών σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή οργανωτικές μονάδες, εξειδικεύονται οι απαιτήσεις διακυβέρνησης, καθορίζεται το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων από τα Τ.Ε.Α. προς αυτήν πληροφοριών για την αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας, επιβάλλεται η εφαρμογή πρόσθετων πολιτικών, επιβάλλεται ο ορισμός και καθορίζονται οι αρμοδιότητες και τα κριτή ρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας ενός ή περισσότερων εσωτερικών υπευθύνων προσώπων για την αξιολόγηση των εργασιών βασικών λειτουργιών που έχουν ανατεθεί εξωτερικά, καθορίζονται πρόσθετα κριτήρια και απαιτήσεις σε περιπτώσεις εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, καθώς και σε παρόχους υπηρεσιών, οι οποίοι δεν παρέχουν μεν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους αλλά εξαρτώνται σημαντικά από υποδομές υπολογιστικού νέφους για την παροχή των υπηρεσιών τους, εξειδικεύεται το περιεχόμενο των εφαρμοζόμενων από τα Τ.Ε.Α. πολιτικών, όπως ενδεικτικά η πολιτική διαχείρισης κινδύνων, η πολιτική αξιολόγησης καταλληλότητας και αξιοπιστίας, η πολιτική διαχείρισης ασφαλιστικών κινδύνων και σχηματισμού τεχνικών προβλέψεων, η πολιτική διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου, η πολιτική αντασφάλισης και άλλων τεχνικών περιορισμού του κινδύνου, η πολιτική διαχείρισης συντονισμού περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, η πολιτική διαχείρισης επενδυτικού κινδύνου, η πολιτική διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας, η πολιτική εξωτερικής ανάθεσης, καθώς και το περιεχόμενο της διαχείρισης κινδύνων τεχνολογίας πληροφοριών/επικοινωνιών και ασφάλειας.

15. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να εξειδικεύονται τα προσόντα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου και να εξειδικεύονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση ή εξακρίβωση της καταλληλότητας και αξιοπιστίας των μελών διοίκησης του Τ.Ε.Α., να καθορίζονται τα έγγραφα και πιστοποιητικά που λαμβάνονται υπόψη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία υποβολής τους, το περιεχόμενο αυτών, τον τρόπο και χρόνο υποβολής, και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 33.

16. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τους εξεταζόμενους κινδύνους του άρθρου 38 και ιδίως αυτούς που αφορούν στον συγχρονισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και στο περιεχόμενο της αντίστοιχης έκθεσης, στο ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας, καθώς και σε κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

17. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να εξειδικεύονται οι εργασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου του άρθρου 39 και να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

18. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, μπορεί να καθορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο της αναλογιστικής έκθεσης, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων και δεδομένων, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση αναλογιστικών μεθόδων και παραδοχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 40.

19. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται περαιτέρω το περιεχόμενο της πολιτικής και της έκθεσης ίδιας αξιολόγησης κινδύνου, τα ειδικότερα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, ο χρονικός ορίζοντας της αξιολόγησης, οι έκτακτες συνθήκες που επιβάλλουν την επικαιροποίηση, οι απαιτήσεις τεκμηρίωσης και η διαδικασία υποβολής αυτής στην Αρμόδια Αρχή και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 41.

20. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, καθορίζονται τα εφαρμοζόμενα λογιστικά ή και εποπτικά πρότυπα, το περιεχόμενο και οι μέθοδοι αναφοράς των λογαριασμών και εκθέσεων, οι μέθοδοι αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το περιεχόμενο και ο τύπος των ετήσιων λογαριασμών και το ελάχιστο περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών και των Τ.Ε.Α., καθώς και το πεδίο και η συχνότητα του εξωτερικού ελέγχου της παρ. 1 του άρθρου 42 και ορίζονται τα μέσα και οι τρόποι δημοσιοποίησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

21. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να τίθενται πρόσθετες και λεπτομερέστερες απαιτήσεις σχετικά με τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων του άρθρου 45, προκειμένου να εξασφαλισθούν αρκούντως τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων και να καθορίζονται λεπτομέρειες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις και ιδίως τις αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης, τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια και τις λοιπές παραδοχές.

22. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται η ταξινόμηση των εργασιών των Τ.Ε.Α. σε κλάδους, να επιβάλλεται η τήρηση ξεχωριστών περιουσιακών στοιχείων ανά κλάδο, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 46.

23. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να τίθενται πρόσθετες απαιτήσεις για τα ίδια κεφάλαια για εποπτικούς σκοπούς πλέον αυτών που καθορίζονται στα άρθρα 49 και 50, να συνδέεται το απαιτούμενο ύψος τους με τους κινδύνους του Τ.Ε.Α., να καθορίζονται μέθοδοι ποσοτικοποίησης των κεφαλαίων και των κινδύνων και να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για το ύψος και την κάλυψη των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τεχνικά ζητήματα των άρθρων 47 έως 50. Περαιτέρω, με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας ανά κατηγορία δραστηριοτήτων ή κλάδων.

24. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να τίθενται πρόσθετες και λεπτομερέστερες προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο της αίτησης της παρ. 5 του άρθρου 48, τα συνυποβαλλόμενα στοιχεία, τη σχετική διαδικασία και τα εφαρμοζόμενα από την Αρμόδια Αρχή κριτήρια αξιολόγησης της αίτησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 48.

25. Με απόφασή της η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τις μεθόδους αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, το περιεχόμενο και το χρονικό διάστημα υποβολής από τα Τ.Ε.Α., θέτει επιμέρους όρια ή και περιορισμούς σε μία ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 51.

26. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα δεδομένα με τα οποία διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 54.

27. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται η φύση, η έκταση και η μορφή των πληροφοριών του άρθρου 59, ο χρόνος υποβολής τους, είτε σε προκαθορισμένες περιόδους, είτε κατά τον χρόνο προκαθορισμένων γεγονότων, είτε κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση ενός Τ.Ε.Α..

28. Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, καταρτίζει «Κανονισμό Εκκαθαρίσεων Τ.Ε.Α.» προβλέποντας ειδικές ρυθμίσεις για τα ακόλουθα: α) το περιεχόμενο και τη συχνότητα υποβολής από τον ή τους εκκαθαριστές αναφορών και εν γένει πληροφοριών για την πορεία της εκκαθάρισης, β) ειδικότερα ζητήματα για τη διενέργεια της εκκαθάρισης βάσει χρονοδιαγράμματος καθορίζοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αξιολόγηση του έργου του ή των εκκαθαριστών, γ) τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται από τα όργανα εκκαθάρισης για την περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης της εκκαθάρισης και εκποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εκκαθάρισης με φυσικά ή ηλεκτρονικά μέσα, δ) τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, ε) τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των δικαιούχων και μελών του Τ.Ε.Α, ορίζοντας για όσες περιπτώσεις απαιτείται τα αναγκαία κάθε φορά προσκομιζόμενα στοιχεία και πληροφορίες, παρέχοντας σχετικά πρότυπα και ρυθμίζοντας κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 75.

29. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής δύνανται να ρυθμίζονται λεπτομέρειες και ειδικότερες διαδικασίες σε σχέση με την περάτωση και κήρυξη της λήξης της εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., ιδίως αναφορικά με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της βεβαίωσης που προσκομίζεται από τον ή τους εκκαθαριστές σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 78, καθώς και τα υποβαλλόμενα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες από μέρους τους, παρέχοντας σχετικά πρότυπα και πίνακες. Στην ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζονται περαιτέρω υποχρεώσεις του ή των εκκαθαριστών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν στην εφαρμογή της περίπτωσης του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 78, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο να ρυθμιστεί αναφορικά με την εκκαθάριση των Τ.Ε.Α..

30. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζεται μηχανισμός για τη διευκόλυνση και ενθάρρυνση της υποβολής αναφορών από πρόσωπα που εμπλέκονται στη λειτουργία των Τ.Ε.Α., όπως μέλη οργάνων, προσωπικό, πάροχοι υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες του Τ.Ε.Α., σχετικά με επαπειλούμενες ή συντελεσμένες παραβάσεις των Τ.Ε.Α. που εντοπίζουν. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και τη διαχείριση αναφορών με αντικείμενο τις εν λόγω παραβάσεις.

31. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζεται η εισφορά των εποπτευομένων Τ.Ε.Α., για την εξασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την επιτέλεση του σκοπού της, σε ποσοστό μέχρι ενάμιση τοις χιλίοις (1,5%) επί των ακαθάριστων ετήσιων εισφορών εκάστου Τ.Ε.Α..

ΜΕΡΟΣ Β'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡ. 20 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ Ν. 3029/2002

Άρθρο 92
Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η προστασία των ασφαλισμένων και δικαιούχων παροχών και η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των Ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που έχουν ιδρυθεί και υπαχθεί στις διατάξεις περί επαγγελματικής ασφάλισης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (A' 41) (εφεξής Ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης), καθώς και των Ταμείων με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που προέκυψαν εκ μετατροπής από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σύμφωνα με την παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (A' 160) (εφεξής αλληλοβοηθητικά ταμεία).

Άρθρο 93
Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση, λειτουργία και εποπτεία των δραστηριοτήτων των ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης και των αλληλοβοηθητικών ταμείων μέσω της επιβολής αυξημένων απαιτήσεων διακυβέρνησης και εποπτείας, καθώς και της μετατροπής των αλληλοβοηθητικών ταμείων σε προαιρετικής ασφάλισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 94
Λειτουργία ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης

Η λειτουργία των ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που έχουν ιδρυθεί και υπαχθεί ρητώς στις διατάξεις περί επαγγελματικής ασφάλισης δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α' 41), διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρο 95
Εφαρμοστέες διατάξεις για τα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης

1. Στα ΤΕΑ υποχρεωτικής ασφάλισης εφαρμόζονται: οι παρ. 1 έως 8 του άρθρου 45 και οι παρ. 1, 2 α) και 2 β) του άρθρου 46 περί ποσοτικών απαιτήσεων, το άρθρο 51 περί επενδυτικών κανόνων, τα άρθρα 25 και 32 έως 44 περί συστήματος διακυβέρνησης, τα άρθρα 27 και 28 περί εξωτερικών αναθέσεων και διαχείρισης επενδύσεων, τα άρθρα 29, 30 και οι παρ. 1 έως 2 του άρθρου 31 περί Θεματοφύλακα και τα άρθρα 79 έως 81 καθώς και το άρθρο 84 περί επαγγελματικού απορρήτου και ανταλλαγής πληροφοριών.

2. Στην περίπτωση κατά την οποία ΤΕΑ υποχρεωτικής ασφάλισης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, το υποβαλλόμενο σχέδιο ανάκαμψης της παρ. 2 του άρθρου 46 δεν μπορεί να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.

Άρθρο 96
Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε μέλη και δικαιούχους

1. Τα Ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν στα μέλη και στους δικαιούχους τους για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών στο οποίο έχουν υπαχθεί, είναι επαρκείς. Για τον σκοπό αυτό:

α) επικαιροποιούνται τακτικά,

β) συντάσσονται με σαφήνεια, σε κατανοητή γλώσσα, χωρίς τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων,

γ) δεν είναι παραπλανητικές,

δ) παρουσιάζονται κατά τρόπο ευανάγνωστο,

ε) διατίθενται στα μέλη και τους δικαιούχους δωρεάν με ηλεκτρονικά μέσα, σε σταθερό μέσο ή σε ιστότοπο ή εγγράφως.

2. Τα ΤΕΑ υποχρεωτικής ασφάλισης έχουν υποχρέωση να χορηγούν ετησίως τουλάχιστον δωρεάν, βεβαίωση στους ασφαλισμένους για τις καταβληθείσες εισφορές και τα δικαιώματά τους για παροχές.

Άρθρο 97
Διαδικασία τροποποίησης καταστατικού

Το καταστατικό των ΤΕΑ υποχρεωτικής ασφάλισης τροποποιείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα αρμοδιότητάς τους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ

Άρθρο 98
Λειτουργία αλληλοβοηθητικών Ταμείων

1. Από 1η.1.2025 η υπαγωγή στην ασφάλιση των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων είναι προαιρετική.

2. Τα ταμεία της παρ. 1 υποβάλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μέχρι την 31η.12.2024 σχέδιο τροποποιημένου καταστατικού και αναλογιστική έκθεση.

3. Τα Ταμεία της παρ. 1 μετά από απόφαση των διοικητικών τους οργάνων υποβάλλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, πρόταση επιλογής είτε του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είτε του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC).

4. Το καταστατικό των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων τροποποιείται με έκδοση εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5. Τα Ταμεία της παρ. 1 υποβάλλουν υποχρεωτικά μέχρι το τέλους του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή αναλογιστικές εκθέσεις και οικονομικές καταστάσεις για τον έλεγχο της βιωσιμότητάς τους.

6. Για τις ποσοτικές απαιτήσεις εφαρμόζονται το άρθρο 28 περί διαχείρισης επενδύσεων, οι παρ. 1 έως 8 του άρθρου 45 περί τεχνικών προβλέψεων, οι παρ. 1, 2 α) και 2 β) του άρθρου 46 περί κάλυψης τεχνικών προβλέψεων και το άρθρο 51 περί επενδυτικών κανόνων του παρόντος εφόσον επιλέξουν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Άρθρο 99
Διακυβέρνηση και όροι λειτουργίας

1. Όργανο Διοίκησης των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων είναι το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο φέρει την τελική ευθύνη για τη λειτουργία του Ταμείου και την τήρηση της κείμενης νομοθεσίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο προβαίνει σε όλες τις ενέργειες και λαμβάνει όλα τα μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και δικαιούχων παροχών.

2. Τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία μπορούν να προβλέπουν επιπρόσθετα εξειδικευμένα εποπτικά ή διαχειριστικά όργανα με αρμοδιότητες που καθορίζονται στο καταστατικό τους.

3. H ανάθεση οποιασδήποτε αρμοδιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός ή εκτός του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου, δεν απαλλάσσει το Διοικητικό Συμβούλιο από την ευθύνη που προβλέπεται στην παρ. 1.

4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστης απέναντι στο Ταμείο.

5. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου δεν επιτρέπεται να είναι μέλη Διοικητικού Συμβουλίου σε εταιρείες, μετοχές ή μερίδια των οποίων κατέχει το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο, εφόσον η συμμετοχή του στις εταιρείες αυτές υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου τους.

6. Στα Ταμεία εφαρμόζονται κατ' αναλογία το άρθρο 27 περί εξωτερικής ανάθεσης, το άρθρο 29 περί ορισμού θεματοφύλακα, το άρθρο 30 περί φύλαξης στοιχείων ενεργητικού και ευθύνης θεματοφύλακα, το άρθρο 32 περί γενικών απαιτήσεων διακυβέρνησης, το άρθρο 33 περί απαιτήσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας, το άρθρο 34 περί πολιτικής αποδοχών, το άρθρο 35 περί διαχείρισης καταγγελιών, το άρθρο 36 περί σύγκρουσης συμφερόντων και πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων, το άρθρο 42 περί ετήσιων λογαριασμών και ετήσιων εκθέσεων, το άρθρο 43 περί υποχρεώσεων των εξωτερικών εμπειρογνωμόνων και των προσώπων που είναι επιφορτισμένοι με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, καθώς και περί καθηκόντων ελεγκτών και το άρθρο 44 περί δήλωσης των αρχών επενδυτικής πολιτικής.

Άρθρο 100
Δυνατότητα λειτουργίας των Ταμείων ως Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1. Τα Ταμεία δύνανται να υποβάλλουν αίτημα στην Αρμόδια Αρχή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 4 για τη λειτουργία τους ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) της περ. β της παρ. 1 του άρθρου 4.

2. Σε περίπτωση χορήγησης άδειας λειτουργίας από την Αρμόδια Αρχή, το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Ταμείων περιέρχεται, χωρίς την καταβολή φόρων, τελών και δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλου προσώπου στα νεοϊδρυθέντα Τ.Ε.Α. τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι και υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Εκκρεμείς δίκες με διάδικο τα Ταμεία συνεχίζονται στο όνομα των Τ.Ε.Α. χωρίς διακοπή.

3. Στα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 μεταφέρονται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και δικαιούχων και ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στο Ταμείο, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που αναγνωρίσθηκε και εξαγοράσθηκε ή συνεχίζεται η εξαγορά του. Ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του νέου φορέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Άρθρο 101
Εποπτεία

1. Όπου στις διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος αναφέρεται ως Αρμόδια Αρχή η Τράπεζα της Ελλάδος, για την εποπτεία των ΤΕΑ υποχρεωτικής ασφάλισης του Κεφαλαίου Α και των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β', νοούνται το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για ζητήματα τήρησης του νόμου και προστασίας των συμφερόντων των ασφαλισμένων, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή για τη βιωσιμότητα και φερεγγυότητά τους και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα που αφορούν τις επενδύσεις.

2. Οι εποπτικές αρχές της παρ. 1 εφαρμόζουν αναλογικά το άρθρο 52 περί κύριου σκοπού εποπτείας, το άρθρο 53 αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας, το άρθρο 54 περί γενικών αρχών εποπτείας, τις παρ. 1 έως 10 του άρθρου 55 περί εξουσιών παρέμβασης και καθηκόντων της αρμόδιας αρχής, το άρθρο 58 αναφορικά με τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης, το άρθρο 59 σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αρμόδια αρχή, καθώς και τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 60 αναφορικά με τη διαφάνεια και λογοδοσία.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, επιβάλει αναλογικά τις κυρώσεις που προβλέπονται στις παρ. 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (Α' 250), όπως ισχύει για παραβάσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

4. Οι εποπτικές αρχές δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο.

5. Οι εποπτικές αρχές δύνανται να ζητούν οποτεδήποτε από τα Ταμεία να προσκομίζουν οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, πληροφορίες, που κρίνουν αναγκαία, προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά τις εποπτικές τους αρμοδιότητες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 102
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα που αφορούν στην αξιολόγηση και εξακρίβωση της καταλληλότητας και αξιοπιστίας των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 33 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β, τα έγγραφα και πιστοποιητικά που λαμβάνονται υπόψη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία υποβολής τους, το περιεχόμενο αυτών, τον τρόπο και χρόνο υποβολής και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των άρθρων 25 και 32 έως 44 για τα ταμεία του κεφαλαίου Α του μέρους Β, καθώς και για την κατ' αναλογία εφαρμογή των άρθρων 32 έως 36 και 43 έως 44 για τα ταμεία του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β.

2. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται το ύψος των χρηματικών διαθεσίμων που προορίζονται για την κάλυψη τρεχόντων λειτουργικών εξόδων των ταμείων των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β και δεν φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 30.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδας, δύνανται να ορίζονται και άλλα καθήκοντα του θεματοφύλακα, πλέον αυτών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 31.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τους εξεταζόμενος κινδύνους και ιδίως αυτούς που αφορούν τον συγχρονισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και το περιεχόμενο της αντίστοιχης έκθεσης, το ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 38 από τα ταμεία του Κεφαλαίου Α του Μέρους Β.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο της αναλογιστικής έκθεσης, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων και δεδομένων, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση αναλογιστικών μεθόδων και παραδοχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 40 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται τα εφαρμοζόμενα λογιστικά ή και εποπτικά πρότυπα, το περιεχόμενο και οι μέθοδοι αναφοράς των λογαριασμών και εκθέσεων, οι μέθοδοι αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το περιεχόμενο και ο τύπος των ετήσιων λογαριασμών και το ελάχιστο περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 42 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β.

7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής καθορίζονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και κάθε άλλο ζήτημα σχετικά με τον υπολογισμό και την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων για την εφαρμογή των άρθρων 45 και 46 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β, εφόσον τα τελευταία ακολουθούν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, προκειμένου να εξασφαλισθούν αρκούντως τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων και καθορίζονται λεπτομέρειες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις και ιδίως τις αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης, τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια και τις λοιπές παραδοχές, καθώς και την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων με περιουσιακά στοιχεία.

8. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι μέθοδοι αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, το περιεχόμενο και το χρονικό διάστημα υποβολής από τα ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β, τίθενται επιμέρους όρια ή και περιορισμοί σε μία ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 51. Με όμοια απόφαση, καθορίζονται οι συγκεκριμένοι επενδυτικοί κανόνες και τίθενται επιμέρους όρια ή περιορισμοί σε μία ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων για Ταμεία του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β που ακολουθούν σύστημα νόητης κεφαλαιοποίησης (NDC).

9. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα ενημέρωσης του άρθρου 96 περί πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στα μέλη και τους δικαιούχους των Ταμείων του Κεφαλαίου Α του Μέρους Β.

10. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα που εμπίπτουν στις επιμέρους εποπτικές αρμοδιότητες τους, ως εποπτικές αρχές επί των ταμείων των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β σύμφωνα με το άρθρο 101.

11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τροποποιείται, συμπληρώνεται και κωδικοποιείται ο Κανονισμός Δεοντολογίας και Καλών Πρακτικών λειτουργίας των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης.

12. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δύναται να προβλέπεται η υποχρέωση σύστασης μίας ή περισσοτέρων επιτροπών για τη βελτίωση λειτουργίας των ταμείων των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β και να προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιτροπών αυτών.13. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι κυρώσεις, τα μέτρα και η διαδικασία επιβολής αυτών από τις τρεις εποπτικές αρχές, καθώς και κάθε άλλο σχετικό τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα.

14. Με αποφάσεις των παρ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11 και 13 δύνανται να ρυθμίζονται τα σχετικά ζητήματα για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1 β) του άρθρου 4, μέχρι τις 31.12.2024.

15. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται από τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1 β) του άρθρου 4, στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά την υποβολή της αίτησης για άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας και διασυνοριακής μεταφοράς, ο τρόπος εποπτείας των Ι.Ε.Σ.Π. που ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα στην ημεδαπή, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 11 και 12 έως την 31η.12.2024.

16. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για το ύψος και την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων για εποπτικούς σκοπούς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τεχνικά ζητήματα των άρθρων 47, 48 και 49 στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1 β) του άρθρου 4, έως την 31η.12.2024.

ΜΕΡΟΣ Γ'
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ

Άρθρο 103
Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι α) η ενίσχυση της προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, β) ο εξορθολογισμός της φορολόγησης των προϊόντων συλλογικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και ειδικότερα των εισφορών και παροχών των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και των ασφαλίστρων και ασφαλισμάτων των ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων με κανόνες φορολογικής δικαιοσύνης, καθώς και γ) η άρση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλούνται από την ύπαρξη διακριτών φορολογικών ρυθμίσεων μεταξύ των ανωτέρω προϊόντων.

Άρθρο 104
Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι α) η θέσπιση ανώτατου ορίου για τις εισφορές και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για συλλογικά συνταξιοδοτικά σχήματα προαιρετικής ασφάλισης, β) η απαλλαγή των εισφορών και των ασφαλίστρων από το εισόδημα των ασφαλισμένων μέχρι του ορίου αυτού και γ) ο καθορισμός των φορολογικών συντελεστών και της φορολογικής μεταχείρισης των παροχών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και άλλων ταμείων προαιρετικής ασφάλισης και των ασφαλισμάτων των ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων.

Άρθρο 105
Ανώτατο ποσό εισφορών και ασφαλίστρων

1. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν ο εργαζόμενος και ο εργοδότης υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και των ταμείων του άρθρου 94 για τις συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν ετησίως και σωρευτικά, είτε το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, είτε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, όπως αναπροσαρμόζεται κάθε έτος σύμφωνα με τον δείκτη τιμών καταναλωτή και διαμορφώνεται την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με βάση το μικρότερο ποσό. Για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του πρώτου εδαφίου δεν λαμβάνονται υπόψη ποσά, η καταβολή των οποίων επιβάλλεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής, στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ή διατίθενται για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών.

2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται για εισφορές που καταβάλλονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1ης.1.2024.

Άρθρο 106
Απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 14 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί απαλλαγών εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. δ) προστίθεται η αναφορά σε εισφορές εργαζομένου υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης υποχρεωτικής ασφάλισης, β) οι περ. ε), ι) και ια) αντικαθίστανται, γ) στην περ. στ) διαγράφεται η αναφορά σε επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται: α) η αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης και η ημερήσια αποζημίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόμενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη,

β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης για τη δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος για τη φόρτιση ατομικού ή εταιρικού οχήματος μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2/ χλμ., εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,

γ) το επίδομα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών,

δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών εργαζομένου υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης υποχρεωτικής ασφάλισης,

ε) οι ασφαλιστικές εισφορές για συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλει ο εργαζόμενος περιλαμβανομένων των εισφορών εργοδότη και εργαζομένου υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και υπέρ των ταμείων της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α' 160), εφόσον οι εισφορές του εργαζομένου δεν υπερβαίνουν είτε το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, είτε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως διαμορφώνεται την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, όποιο είναι μικρότερο,

στ) η εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή από ταμεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισμούς του Δημοσίου στους ασφαλισμένους και τα εξαρτώμενα μέλη του ασφαλισμένου,

ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα,

η) οι παροχές ασήμαντης αξίας μέχρι του ποσού των είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,

ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, εφόσον τα ασφάλιστρα του εργαζομένου δεν υπερβαίνουν είτε το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, είτε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, όπως αναπροσαρμόζεται κάθε έτος σύμφωνα με τον δείκτη τιμών καταναλωτή και διαμορφώνεται την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με βάση μικρότερο ποσό,

ια) οι εισφορές που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του εργαζομένου ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του, καθώς και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο.

ιβ) η αποζημίωση για αγορά μηνιαίων ή ετήσιων καρτών απεριορίστων διαδρομών μέσων μαζικής μεταφοράς,

ιγ) η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO-,/χλμ. και με Λ.Τ.Π.Φ. έως σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, προς έναν εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, με το υπόλοιπο της αξίας να θεωρείται φορολογητέο εισόδημα με βάση την κλίμακα των περ. α' έως στ' της παρ. 2 του άρθρου 13,

ιδ) η παροχή σε είδος με τη μορφή μετοχών που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ανεξαρτήτως, εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση, εφόσον ασκηθεί το δικαίωμα προαίρεσης και οι μετοχές που αποκτώνται, μεταβιβαστούν μετά από τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων (24) ή τριάντα έξι (36) μηνών από την απόκτησή τους ανάλογα με την περίπτωση κατ' αντιστοιχία με το άρθρο 42Α,

ιε) η ελεγκτική αποζημίωση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 70 του ν. 4647/2019 (Α' 204),

ιστ) το άνευ χρηματικού ανταλλάγματος κόστος φόρτισης επιβατικού αυτοκινήτου μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. ^2/χλμ. στις εγκαταστάσεις του εργοδότη,

ιζ) η παροχή σε είδος με τη μορφή μετοχών που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα στο πλαίσιο προγραμμάτων δωρεάν διάθεσης μετοχών στα οποία τίθεται ως προϋπόθεση η επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ή η επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διάθεση των μετοχών.

ιη) η αξία των διατακτικών εσωτερικού τουρισμού συνολικής αξίας έως τριακοσίων (300) ευρώ ετησίως για τα φορολογικά έτη 2020 και 2021.

ιθ) ανεξαρτήτως του φορέα που το χορηγεί, το εξωϊδρυματικό επίδομα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόμων με αναπηρίες.».

2. Η παρ. 1 ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η.1.2024.

Άρθρο 107
Φορολογική μεταχείριση παροχών ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικών Ταμείων -Τροποποίηση άρθρου 15 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1. Στο άρθρο 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α'167), περί φορολογικού συντελεστή, η παρ. 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«4α. Για ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων φορολογείται αυτοτελώς ως εξής:

(i) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(ii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έξι (6) έως δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(iii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε δεκαέξι (16) έως είκοσι πέντε (25) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(iv) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε είκοσι έξι (26) και περισσότερα έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. i προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης.

Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που:

(i) πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας του, ή

(ii) γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζόμενου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζόμενου ή πτώχευσης του εργοδότη, ή

(iii) πραγματοποιείται λόγω συμμετοχής του εργαζόμενου σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

4β. Οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α' 160) φορολογούνται αυτοτελώς ως εξής:

(i) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(ii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έξι (6) έως δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(iii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε δεκαέξι (16) έως είκοσι πέντε (25) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε εκατό (5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(iv) Για παροχές που αντιστοιχούν σε είκοσι έξι (26) και περισσότερα έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης ρευστοποίησης του ατομικού του λογαριασμού. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης ή σε ταμείο της παρ. 20 του άρθρου 6 ν. 3029/2002 μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. i προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης.».

2. Παροχές που καταβάλλονται σε ασφαλισμένους των ταμείων της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 φορολογούνται με τους συντελεστές της παρ. 4β του άρθρου 15 του ν. Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, κατά το μέρος της παροχής που αντιστοιχεί στην αναλογία των ετών ασφάλισης που διανύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος προς τα συνολικά έτη ασφάλισης στα ταμεία. Για τον υπολογισμό των παραπάνω φορολογικών συντελεστών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί στο ταμείο.

Άρθρο 108
Παρακράτηση φόρου επί ασφαλίσματος στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 62 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στο τέλος της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 62 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί πληρωμών υποκείμενων σε παρακράτηση, προστίθεται η αναφορά στις συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:

«ε) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, καθώς και οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α'160)».

Άρθρο 109
Συντελεστές παρακράτησης φόρου επί ασφαλίσματος στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 64 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Η περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί πληρωμών υποκείμενων σε παρακράτηση, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) για το ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων ως εξής:

(i) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(ii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έξι (6) έως δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(iii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε δεκαέξι (16) έως είκοσι πέντε (25) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

(iv) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε είκοσι έξι (26) και περισσότερα έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ.

Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. i προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης.

Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που:

(i) πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας του, ή

(ii) γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζόμενου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζόμενου ή πτώχευσης του εργοδότη, ή

(iii) πραγματοποιείται λόγω συμμετοχής του εργαζόμενου σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

Για συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 ως εξής:

(i) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έως πέντε ( 5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(ii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έξι (6) έως δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(iii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε δεκαέξι (16) έως είκοσι πέντε (25) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε εκατό (5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

(iv) Για παροχές που αντιστοιχούν σε είκοσι έξι (26) και περισσότερα έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ.

Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης ρευστοποίησης του ατομικού του λογαριασμού. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή σε ταμείο της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. i προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε ετών ασφάλισης.».

ΜΕΡΟΣ Δ'
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110
Μεταβατικές διατάξεις

1. Κάθε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας έως την έναρξη ισχύος του παρόντος θεωρείται αυτοδικαίως ότι έχει ιδρυθεί και κατέχει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος.

Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης του πρώτου εδαφίου υποχρεούνται μέχρι την 31η.12.2025 να προβούν σε όλες τις αναγκαίες προσαρμογές, περιλαμβανομένων των αναγκαίων τροποποιήσεων του καταστατικού τους, ώστε να συμμορφώνονται πλήρως προς τις απαιτήσεις λειτουργίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, δίχως να εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το άρθρο 13 για τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευσή του μέλη και δικαιούχους.

2. Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Εθνική Αναλογιστική Αρχή παραδίδουν στην Αρμόδια Αρχή, το αργότερο μέχρι την 31η.12.2024, κάθε αρχείο και φάκελο, ηλεκτρονικό ή φυσικό, καθώς και αντίγραφο κάθε διοικητικής, εγκριτικής, απορριπτικής ή άλλης πράξης που σχετίζεται με τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α', καθώς και το σχετικό μητρώο και συνεργάζονται με αυτήν για την ομαλή μεταβίβαση της εποπτικής αρμοδιότητας. Για κάθε παράδοση συντάσσεται Πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής με ελάχιστο περιεχόμενο το είδος των παραδιδόμενων αρχείων και το περιεχόμενο αυτών. Ελάχιστα παραδιδόμενα αρχεία είναι:

α) οι επωνυμίες και τα στοιχεία νομιμοποίησης των οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α',

β) το αρχικό καταστατικό αυτών και κάθε επικαιροποίησή του και

γ) τα υποβληθέντα από αυτές για εποπτικούς σκοπούς στοιχεία.

3. Όπου στις διατάξεις του Μέρους Α' αναφέρεται Αρμόδια Αρχή για την εποπτεία των ΤΕΑ της παρ. 1 β) του άρθρου 4, για το διάστημα από 01.01.2025 και εφεξής νοείται η Τράπεζα της Ελλάδος και για το διάστημα μέχρι 31.12.2024 νοούνται α) το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για ζητήματα τήρησης του νόμου και προστασίας των συμφερόντων των ασφαλισμένων, β) η Εθνική Αναλογιστική Αρχή για τη βιωσιμότητα και φερεγγυότητά τους και γ) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα που αφορούν στις επενδύσεις τους.

4. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από μέλη της Κυβέρνησης, Υφυπουργούς, ή αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με διατάξεις που καταργούνται με το παρόν ή σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί επαγγελματικής ασφάλισης που παρέχεται από τα Τ.Ε.Α., εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος ή της αμέσου εφαρμογής ενωσιακής νομοθεσίας, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες αποφάσεις, που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος.

Οι περιεχόμενες σε αυτές αναφορές σε Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή Εθνική Αναλογιστική Αρχή, στο βαθμό που αφορούν στα Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, νοούνται ως αναφορές στην Αρμόδια Αρχή.

6. Εκκρεμή αιτήματα των Ταμείων του Μέρους Α' και του Κεφαλαίου Α' του Μέρους Β' για τροποποίηση καταστατικών ή προς ίδρυση νέων Ταμείων εξετάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία ίδρυσης και τροποποίησης που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής τους, εφόσον το περιεχόμενο των καταστατικών τους δεν αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος.

7. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/103597/15.12.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 6155) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α του Μέρους Β' και για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β'.

8. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/26375/07.05.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 2007) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α του Μέρους Β' και για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β'.

9. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51010/οικ.1893/15/23.01.2015 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β' 178), για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α του Μέρους Β'. Για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β εφαρμόζονται τα άρθρα 1.1.β έως και 1.1.δ του Κεφαλαίου Δ της ως άνω υπουργικής απόφασης.

10. Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων των παρ. 6 και 7 του άρθρου 102 εφαρμόζονται αναλογικά η υπό στοιχεία Φ.51220/51546/1432/15.01.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 227) και η υπό στοιχεία Φ.51220/55418/27.07.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 3728) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α και του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β'.

11. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 13 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51010/1821/16/16.02.2004 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 370) περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων για τα Ταμεία των Κεφαλαίων Α και Β του Μέρους Β', καθώς και για τα Ταμεία της παρ. 1 β) του άρθρου 4, μέχρι την 31η.12.2024. Διαδικασίες που είναι σε εξέλιξη κατ' εφαρμογή της ανωτέρω απόφασης συνεχίζουν.

12. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος ή της αμέσου εφαρμογής ενωσιακής νομοθεσίας, διατηρούνται σε ισχύ για τα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 β) του άρθρου 4 μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος.

13. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 15 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51220/76359/07.10.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 5063).

14. Μέχρι της έκδοση της απόφασης της παρ. 16 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/26386/07.05.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 2007) για τα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 β) του άρθρου 4.

15. Τα σωρευμένα ποσά κατ' άτομο στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων μέχρι την έναρξη ισχύος της παρ. 1 του άρθρου 107 φορολογούνται σύμφωνα με το προϊσχύον καθεστώς. Για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί στα ποσά που σωρεύονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί στο πλαίσιο ομαδικού συμβολαίου ή σε ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης.

16. Τα σωρευμένα ποσά των ατομικών λογαριασμών των ασφαλισμένων των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης μέχρι την έναρξη ισχύος της παρ. 1 του άρθρου 107 φορολογούνται σύμφωνα με το προϊσχύον καθεστώς και καταβάλλονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ταμείων, όπως ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί στα ποσά που σωρεύονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί σε ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης ή στο πλαίσιο ομαδικού ασφαλιστήριου συνταξιοδοτικού συμβολαίου.

Άρθρο 111
Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται:

α. η παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α'160), περί της μετατροπής αυτοτελών κλάδων ή Τομέων Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα σε Ν.Π.Ι.Δ., εκτός από το έκτο έως το δέκατο εδάφιο, καθώς και τα άρθρα 7 και 8 του ιδίου νόμου περί Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης,

β. οι περ. Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ καθώς και οι υποπερ. β) και γ) της περ. Ζ της παρ. 1 του άρθρου 180 του ν. 4261/2014 (Α' 107) περί των επενδύσεων των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης,

γ. τα άρθρα 1 έως 60 του ν. 4680/2020 (Α' 72), περί της ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.).

ΕΝΟΤΗΤΑ Β'
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α'
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 112
Σκοπός

Σκοπός της παρούσας Ενότητας είναι α) η ενθάρρυνση συνταξιούχων για επανένταξη στην αγορά εργασίας και αύξηση του εισοδήματός τους χωρίς τη δημιουργία αντικινήτρων για τους νέους, β) η διευκόλυνση απονομής σύνταξης σε οφειλέτες του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, γ) η επιτάχυνση της απονομής επικουρικών συντάξεων, δ) η αύξηση του επιπέδου κοινωνικής προστασίας σε άτομα που εντάσσονται σε ιδιαίτερα ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ε) η προστασία των συντάξεων από τον πληθωρισμό, στ) ο εξορθολογισμός της υγειονομικής κάλυψης των ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, ζ) η παροχή δυνατότητας στους νέους να ενταχθούν στην επικουρική ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης και η) η ενίσχυση της προστασίας της μητρότητας.

Άρθρο 113
Αντικείμενο

Αντικείμενο της παρούσας Ενότητας είναι α) η αναμόρφωση πλαισίου απασχόλησης συνταξιούχων, β) η αύξηση του ορίου οφειλών για την καταβολή σύνταξης, γ) η ενοποίηση των προϋποθέσεων θεμελίωσης επικουρικής σύνταξης και η ένταξη όλων των επικουρικών συντάξεων στην ταχεία διαδικασία απονομής, δ) η ενιαία αντιμετώπιση των αμφοτεροπλεύρως ορφανών τέκνων με αναπηρία ως προς τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου γονέων, ε) η διευκόλυνση απονομής μειωμένης σύνταξης σε πρόσωπα που επλήγησαν από την πανδημία, στ) η χορήγηση έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης σε συνταξιούχους, ζ) η χρήση ενεργού Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης για την υγειονομική κάλυψη των ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, η) η παράταση της προθεσμίας προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης, θ) η επέκταση της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης σε όλες τις μισθωτές του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και ι) η θέσπιση ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας για ελεύθερες επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενες και αγρότισσες.

ΜΕΡΟΣ Β'
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ- ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 114
Κίνητρα απασχόλησης συνταξιούχων - Αντικατάσταση άρθρου 20 ν. 4387/2016

1. Το άρθρο 20 του ν. 4387/2016 (Α'85), περί απασχόλησης συνταξιούχων, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 20 Απασχόληση συνταξιούχων

1. Οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι του e-ΕΦΚΑ, λόγω γήρατος, λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας, επαγγελματική νόσο) και γήρατος λόγω αναπηρίας του ν. 612/1977 (Α' 164) και των νόμων που παραπέμπουν σε αυτόν, καθώς και του τετάρτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α'210), οι οποίοι αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλισή του απασχόληση, συνεχίζουν κατά τη διάρκεια αυτής να λαμβάνουν το σύνολο της κύριας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούνται από τον Φορέα.

2. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη γήρατος, κύρια και επικουρική, προσώπων που αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ απασχόληση σε Φορέα της Γενικής Κυβέρνησης αναστέλλεται για όσο διάστημα συνεχίζει αυτή, εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό δεύτερο (62ο) έτος της ηλικίας τους. Για το διάστημα της αναστολής δεν καταβάλλεται ο πόρος της παρ. 4. Το ηλικιακό όριο της αναστολής δύναται να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 3863/2010 (Α'115).

3. Στους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας, επαγγελματική νόσο) εφαρμόζονται οι περ. α', β' και γ' της παρ. 5 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και η παρ. 4 του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α' 1).

4. Για την ασφάλιση του απασχολούμενου συνταξιούχου καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με την ασφαλιστέα απασχόληση και επιπλέον πόρος μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ e-ΕΦΚΑ ως εξής:

α) οι μισθωτοί και οι καταβάλλοντες εισφορές σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39, καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 38, 41, 35 και 97 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, επιμεριζομένων μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου κατά την κείμενη νομοθεσία και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους 7,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και ύψους 2,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

β) οι μη μισθωτοί (ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοτελώς απασχολούμενοι) καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 39, 41, 35 και 97 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους πενήντα τοις εκατό (50%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον Κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης,

γ) οι αγρότες, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην παρ. 7, καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 40 και 41 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους πενήντα τοις εκατό (50%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης,

(δ) οι μισθωτοί μηχανικοί και έμμισθοι δικηγόροι καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 35, 38, 41 και 97 του παρόντος μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, επιμεριζομένων μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου κατά την κείμενη νομοθεσία και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους 7,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

ε) οι αμειβόμενοι με Παραστατικά Παρεχόμενων Υπηρεσιών (Π.Π.Υ.), εκτός των προσώπων της περ. γ της παρ. 7, καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές του άρθρου 55 του ν. 4509/2017 (Α' 201), μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους δέκα τοις εκατό (10%) επί της καθαρής αξίας του παραστατικού για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

(στ) οι αμειβόμενοι με εργόσημο του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3863/2010 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους 7,7% επί της αναγραφόμενης τιμής του εργοσήμου για τον Κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και ύψους 2,3% επί της αναγραφόμενης τιμής του εργοσήμου για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

(ζ) οι αμειβόμενοι με εργόσημο του π. ΟΓΑ καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3863/2010 (Α' 115) μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους δέκα τοις εκατό (10%) επί της αξίας των καταβαλλόμενων αμοιβών, για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο. Σε περίπτωση παράλληλης απασχόλησης, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 36 μόνο ως προς την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Το άρθρο 36 δεν εφαρμόζεται για την είσπραξη του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ. Σε περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης καταβάλλεται πόρος αυτοτελώς για κάθε ασφαλιστέα απασχόληση.

Για τη βεβαίωση και είσπραξη του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί βεβαίωσης και είσπραξης ασφαλιστικών εισφορών.

5. Το συνολικό επιβαλλόμενο ποσό του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ σε ετήσια βάση δεν μπορεί να υπερβαίνει το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7, όπως εκάστοτε ισχύει. Τυχόν επιπλέον ποσά επιστρέφονται στους ασφαλισμένους κατόπιν εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 104.

6. Από την καταβολή του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 4 εξαιρούνται: α. Οι ψυχικά ασθενείς του άρθρου 23 του ν. 4488/2017 (Α' 176).

β. Οι συνταξιούχοι του ν. 612/1977 (Α' 164) και των διατάξεων που παραπέμπουν σε αυτόν. γ. Οι συνταξιούχοι του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α' 210).

δ. Όσοι λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα ή το αντίστοιχο επίδομα του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007.

ε. Οι πολύτεκνοι, των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και έως τη συμπλήρωση του εικοστού τετάρτου (24ου) έτους της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία.

στ. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016 (Α' 85).

ζ. Οι συνταξιούχοι που αναφέρονται στην παρ. 3.

7. Δεν καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές, ούτε πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 4 και δεν αξιοποιείται ο χρόνος απασχόλησης σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου των κάτωθι κατηγοριών:

α. Οι συνταξιούχοι του π. ΟΓΑ, εφόσον ασκούν απασχόληση υπακτέα στην ασφάλιση του π. ΟΓΑ.

β. Οι συνταξιούχοι των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από απασχόληση στον αγροτικό τομέα ως αγροτών, μελισσοκόμων, κτηνοτρόφων, πτηνοτρόφων και αλιέων δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

γ. Οι συνταξιούχοι υπέρ των οποίων εκδίδεται Παραστατικό Παρεχόμενων Υπηρεσιών, οι οποίοι εξαιρούνται από την υποχρέωση ασφάλισης και καταβολής εισφορών σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 55 του ν. 4509/2017 (Α'201) και την παρ. 6 του άρθρου 243 του ν. 4957/2022 (Α'141).

8. Ο χρόνος ασφάλισης που δημιουργείται από την απασχόληση συνταξιούχου αξιοποιείται για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης (κύριας ή και επικουρικής) και για τη χορήγηση συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, κατόπιν αιτήσεως του απασχολούμενου συνταξιούχου, μετά τη διακοπή της απασχόλησης. Το ποσό της προσαύξησης για την κύρια σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές των άρθρων 8 και 28, και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης ως συνταξιούχου και τα οικονομικά αποτελέσματα της προσαύξησης εκκινούν από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης προσαύξησης. Για την επικουρική σύνταξη χορηγείται ποσό που προκύπτει με βάση τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 96. Ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ δεν είναι ανταποδοτικός και δεν αξιοποιείται για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης ή για τη χορήγηση δεύτερης σύνταξης με το άρθρο 30 ή αντίστοιχες διατάξεις.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής είναι η προσμέτρηση του πρόσθετου χρόνου ασφάλισης στην κύρια σύνταξη. Σε περίπτωση μη αξιοποίησης του χρόνου στην κύρια σύνταξη, εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 35.

9. Για τους απασχολούμενους συνταξιούχους την 12η.5.2016, οι οποίοι συνέχισαν απασχολούμενοι χωρίς διακοπή και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ο χρόνος εργασίας ή η αυτοαπασχόληση ή μέρος αυτού, οποτεδήποτε και εάν διανύθηκε, αξιοποιείται σύμφωνα με την παρ. 8, εφόσον από τις προϊσχύουσες του ν. 4387/2016 διατάξεις προβλέπεται αξιοποίηση του χρόνου απασχόλησης.

10. Ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 4 εφαρμόζεται και στα πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης στον e-ΕΦΚΑ. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης συνταξιοδότησης ή μεταγενέστερης έναρξης καταβολής της σύνταξης, το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ επιστρέφεται στον ασφαλισμένο. Τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι οφείλουν να ενημερώσουν για την ιδιότητά τους αυτή τον εργοδότη τους.

11. Οι συνταξιούχοι του e-ΕΦΚΑ εξ ιδίου δικαιώματος, υποχρεούνται, πριν αναλάβουν υπακτέα στον e-ΕΦΚΑ απασχόληση, να δηλώσουν τούτο στον Φορέα. Παράλειψη της δήλωσης επιφέρει χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα (12) μηνιαίες συντάξεις, κύριες και επικουρικές. Το ποσό της οφειλής δύναται να αποπληρωθεί με παρακράτηση έως ενός τετάρτου (%) από την κύρια σύνταξη και έως του ποσού του άρθρου 46 του ν. 4670/2020 (Α' 43) από την επικουρική. Άλλως, εισπράττεται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190). Η συνδρομή ιδιότητας που αποκλείει την επιβολή ασφαλιστικής εισφοράς ή και πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ δηλώνεται στο Φορέα.

12. Σε περίπτωση μη καταβολής των προβλεπομένων στις περ. (β) και (γ) της παρ. 4 ασφαλιστικών εισφορών και πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, οι οφειλές παρακρατούνται από το σύνολο των καταβαλλόμενων συντάξεων.»

Άρθρο 115
Αύξηση ορίου οφειλών συνταξιοδότησης - Προσθήκη παρ. 5 και 6, στο άρθρο 61 ν. 3863/2010

Στο άρθρο 61 του ν. 3863/2010 (Α'115), περί έναρξης καταβολής σύνταξης σε οφειλέτη, μετά την παρ. 4 προστίθενται παρ. 5 και 6 ως εξής:

«5. Τα ποσά οφειλών της παρ. 2 είναι δυνατό να υπερβούν τα ανωτέρω όρια και μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για οφειλές προς τον π. ΟΓΑ, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο υποψήφιος συνταξιούχος έχει συμπληρώσει το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας του, β) έχει καταβάλει εισφορές για χρόνο ασφάλισης τουλάχιστον είκοσι (20) ετών ή έξι χιλιάδων (6.000) ημερών και γ) οι τραπεζικές καταθέσεις του δεν ξεπερνούν το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ ή το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ αν είναι οφειλέτης προς τον π. ΟΓΑ.

Στην περίπτωση αυτή, το υπερβάλλον των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ή των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για τον π. ΟΓΑ, ποσό οφειλής, συμψηφίζεται με το εξήντα τοις εκατό (60%) του μηνιαίου ποσού των καταβαλλόμενων συντάξεων, μέχρι τον μηδενισμό του. Το μηνιαίως συμψηφιζόμενο ποσό δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της μηνιαίας δόσης που προκύπτει από την παρ. 3. Σε αντίθετη περίπτωση, το ως άνω ποσοστό παρακράτησης προσαρμόζεται αναλόγως.

Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ή των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για τον π. ΟΓΑ, παρακρατείται από τα ποσά των επόμενων συντάξεων, μετά τον μηδενισμό του υπερβάλλοντος, σε ίσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από εξήντα (60).

6. Για την υπαγωγή στην παρ. 5 απαιτείται η παροχή συγκατάθεσης από τον αιτούντα στους χρηματοδοτικούς φορείς και στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για κοινοποίηση στον e-ΕΦΚΑ των εγγράφων και των στοιχείων που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας. Η συγκατάθεση του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α'270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α'206). Ο έλεγχος εκπλήρωσης των κριτηρίων της παρ. 5 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα δηλωθέντα από τον αιτούντα στοιχεία και τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις ως προς αυτά.».

Άρθρο 116
Ενοποίηση της απονομής επικουρικών συντάξεων - Προσθήκη άρθρου 96Α στον ν. 4387/2016

1. Μετά το άρθρο 96 του ν. 4387/2016 (Α' 85) προστίθεται νέο άρθρο 96 Α ως εξής:

«Άρθρο 96Α

Ενοποίηση προϋποθέσεων απονομής επικουρικής σύνταξης 1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) δικαιούνται μηνιαία επικουρική σύνταξη γήρατος, εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη ή τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες ασφάλισης και συνταξιοδοτηθούν για την αυτή αιτία από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α.

2. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) δικαιούνται μηνιαία επικουρική σύνταξη λόγω αναπηρίας, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει και στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότησή τους λόγω αναπηρίας, και για όσο χρονικό διάστημα συνταξιοδοτούνται για την αυτή αιτία από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α..

3. Οι δικαιούχοι κύριας σύνταξης λόγω θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούνται μηνιαία επικουρική σύνταξη λόγω θανάτου από τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α., εφόσον ο θανών συνταξιούχος ή ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει και στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας και για όσο χρονικό διάστημα συνταξιοδοτούνται για την αυτή αιτία από τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α.

4. Η προϋπόθεση συμπλήρωσης δεκαπέντε (15) ετών της παρ. 1 δεν ισχύει για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σε κύρια σύνταξη με τη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μικρότερου των δεκαπέντε (15) ετών, και ιδίως για τους συνταξιούχους:

(α) του άρθρου 1 του ν. 91/1943 (Α'129), περί χορηγίας δημάρχων,

(β) της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4541/1966 (Α'176), περί υπαγωγής στο Ταμείο Ασφαλίσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων,

(γ) της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 293/1976 (Α'82), περί χορηγίας δημάρχων,

(δ) του ν. 612/1977 (Α'164) και των νόμων που παραπέμπουν σε αυτόν,

(ε) των παρ. 1 και 4 του άρθρου 9 του ν. 2703/1999 (Α'72), περί συνταξιοδότησης αιρετών νομαρχών,

(στ) που συνταξιοδοτήθηκαν με κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, η οποία προέβλεπε χορήγηση κύριας σύνταξης με λιγότερα από δεκαπέντε έτη ασφάλισης.».

Άρθρο 117
Επιτάχυνση της απονομής επικουρικών συντάξεων - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 48 και παρ. 1 άρθρου 49 ν. 4921/2022

1. Στο τέλος του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 48 του ν. 4921/2022 (Α'75), περί προθεσμίας και προϋποθέσεων για την εξέταση αιτήσεων συνταξιοδότησης και διαδικασίας ταχείας (fast-track) απονομής σύνταξης, οι λέξεις «εφόσον: α) έχουν ηλικία εξήντα επτά (67) ετών ή β) το σύνολο ή μέρος της επικουρικής τους ασφάλισης έχει διανυθεί στο πρώην Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) ή σε φορείς επικουρικής ασφάλισης που είχαν ενταχθεί σε αυτό» διαγράφονται, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Η πράξη απονομής επικουρικής σύνταξης εκδίδεται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία απονομής κύριας σύνταξης ή εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για την απονομή επικουρικής σύνταξης, αν αυτή υποβλήθηκε μεταγενέστερα από την αίτηση απονομής κύριας σύνταξης. Η απόφαση για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής εκδίδεται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης. Μετά την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών του πρώτου εδαφίου οι πράξεις απονομής της επικουρικής σύνταξης εκδίδονται από την αρμόδια υπηρεσία του φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού, στην οποία οι αιτούντες ασφαλισμένοι υπάγονται, λόγω ιδιότητας ή απασχόλησης, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος και ελέγχονται σύμφωνα με το άρθρο 49, όταν πρόκειται για ασφαλισμένους στους οποίους έχει απονεμηθεί κύρια σύνταξη και οι οποίοι έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες επικουρικής ασφάλισης.». 2. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4921/2022, περί ελέγχου μετά από την έκδοση της πράξης απονομής σύνταξης με την ταχεία διαδικασία, προστίθενται τρίτο και τέταρτο εδάφια και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Οι πράξεις απονομής σύνταξης που εκδίδονται με τη διαδικασία ταχείας απονομής σύνταξης των παρ. 2 και 3 του άρθρου 48 ελέγχονται εντός τριών (3) ετών από την έκδοσή τους. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχός τους αποκλείεται μετά από την πάροδο πέντε (5) ετών από την έκδοσή τους. Οι πράξεις απονομής επικουρικής σύνταξης που εκδίδονται με τη διαδικασία ταχείας απονομής σύνταξης της παρ. 4 του άρθρου 48 ελέγχονται εντός ενός (1) έτους από την έκδοσή τους. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχός τους αποκλείεται μετά από την πάροδο τριών (3) ετών από την έκδοσή τους.».

Άρθρο 118
Ενοποίηση διατάξεων υπολογισμού επικουρικής σύνταξης - Προσθήκη περ. γ) στην παρ. 5 άρθρου 42 ν. 4052/2012

Στην παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Α'41), περί καθορισμού ποσού σύνταξης, προστίθεται περ. γ) ως εξής:

«γ) Στις περιπτώσεις χορήγησης μειωμένης κύριας σύνταξης, εφαρμόζεται μείωση στο τμήμα της επικουρικής σύνταξης που αφορά χρόνο ασφάλισης μέχρι την 31η.12.2014, σε ποσοστό ίσο με αυτό που επιβλήθηκε στην κύρια σύνταξη λόγω μειωμένου ορίου ηλικίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016.».

Άρθρο 119
Σύνταξη λόγω θανάτου σε προστατευόμενα δικαιοδόχα τέκνα-Τροποποίηση περ. Β παρ. 1 και υποπερ. γ) της περ. Α της παρ. 4 άρθρου 12 ν.4387/2016

1. Στο άρθρο 12 του ν. 4387/2016 (Α'85), περί σύνταξης λόγω θανάτου, στην περ. Β της παρ. 1 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. α) προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφια, β) πριν την περ. β) τίθεται διαζευκτικό «ή» και η περ. Β διαμορφώνεται ως εξής:

«Β. Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα, τα υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά, με την προϋπόθεση ότι:

α) Είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας τους. Η προϋπόθεση αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις που ο θάνατος του συνταξιούχου ή του ασφαλισμένου έχει επέλθει πριν την 13η.5.2016. Σε περίπτωση διακοπής της σύνταξης πριν την έναρξη ισχύος του προηγούμενου εδαφίου, απαιτείται υποβολή νέας αίτησης επαναχορήγησης από τον δικαιούχο, και τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία της νέας αίτησης, ή

β) κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας.».

2. Στο άρθρο 12 του ν. 4387/2016, περί σύνταξης λόγω θανάτου, στην υποπερ. γ) της περ. Α της παρ. 4 α) στο τέλος του δεύτερου εδαφίου οι λέξεις «το ποσοστό διπλασιάζεται για κάθε σύνταξη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) από κάθε σύνταξη»,

β) προστίθενται τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο εδάφια και η υποπερ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

γ) Για κάθε παιδί ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της σύνταξης. Εάν πρόκειται για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς (αμφοτεροπλεύρως ορφανό), ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) από κάθε σύνταξη. Παιδί ορφανό και από τους δύο (2) γονείς δικαιούται το εκατό τοις εκατό (100%) της σύνταξης του θανόντος, εφόσον σωρευτικά: (γα) πάσχει από νοητική υστέρηση ή αυτισμό ή από πολλαπλές βαριές αναπηρίες ή από χρόνιες ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν μόνιμο ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω,

(γβ) οι ανωτέρω αναπηρίες έχουν επέλθει πριν τη συμπλήρωση του εικοστού τέταρτου (24ου) έτους της ηλικίας του τέκνου,

(γγ) δεν ασκεί υπακτέα στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ απασχόληση, και (γδ) δεν λαμβάνει σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος.

Αν το τέκνο με αναπηρία δικαιούται κύρια σύνταξη και από τον έτερο θανόντα γονέα, λαμβάνει το εκατό τοις εκατό (100%) της μεγαλύτερης σε ύψος σύνταξης και το πενήντα τοις εκατό (50%) της δεύτερης σύνταξης.

Αν υφίστανται περισσότερα του ενός τέκνα με τις ανωτέρω αναπηρίες, το ανωτέρω ποσοστό κατανέμεται ισομερώς.

Αν εκτός των αμφοτεροπλεύρως ορφανών τέκνων με αναπηρία συντρέχουν και δικαιοδόχα τέκνα χωρίς τις ανωτέρω αναπηρίες, το πλήρες ποσό της σύνταξης του θανόντος γονέα κατανέμεται ισομερώς και στα αμφοτεροπλεύρως ορφανά τέκνα με αναπηρία χορηγείται προσαύξηση είκοσι τοις εκατό (20%). Αν τα ποσά που προκύπτουν με βάση το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνουν το πλήρες ποσό της σύνταξης του θανόντος, τα ποσοστά των δικαιοδόχων παιδιών χωρίς αναπηρία μειώνονται ισομερώς.

Αν εκτός από τα δικαιοδόχα τέκνα με ή χωρίς αναπηρία, υπάρχει και επιζών σύζυγος ή και διαζευγμένος που δικαιούται σύνταξη, ο επιμερισμός του ποσού της κύριας σύνταξης γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περ. Α, Β και Γ.

Μετά τη διακοπή της σύνταξης των δικαιοδόχων τέκνων χωρίς αναπηρία το ποσοστό που τους αναλογεί προσαυξάνει τη σύνταξη των αμφοτεροπλεύρως ορφανών τέκνων με αναπηρία ισομερώς.».

Άρθρο 120
Χορήγηση επικουρικής σύνταξης π. Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 13 ν. 2556/1997

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2556/1997 (Α' 270), περί σωρευτικής χορήγησης επικουρικής σύνταξης και βασικής του π. ΟΓΑ, μετά τη φράση «Ασφάλισης Αρτοποιών» προστίθεται η φράση «και του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων», και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Το εδάφιο δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α') δεν έχει εφαρμογή για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών και του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τους συνταξιούχους του Ταμείου, των οποίων η σύνταξη ανεστάλη λόγω συνταξιοδοτήσεώς τους από τον ΟΓΑ, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ισχύ του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 121
Προϋποθέσεις ασφαλιστικού δεσμού μειωμένης σύνταξης για το έτος 2020

Για τους ασφαλισμένους πριν την 1η.1.1993, που υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης για τη λήψη μειωμένης σύνταξης, σε περίπτωση που δεν συμπληρώνουν εκατό (100) ημέρες ασφάλισης εντός του έτους 2020, η αναζήτηση της πενταετίας του ασφαλιστικού δεσμού εκτείνεται για ένα (1) επιπλέον έτος.

Άρθρο 122
Εφάπαξ κληρικών - Προσθήκη περ. ε) στην παρ. 3 άρθρου 35 ν. 4387/2016

Στην παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 (Α' 85), περί εφάπαξ παροχής, προστίθεται περ. ε) ως εξής:

«ε) Οι κληρικοί που είναι ασφαλισμένοι στο π. Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος έχουν δικαίωμα κατά τον χρόνο άσκησης του λειτουργήματός τους να αιτηθούν την καταβολή εφάπαξ παροχής για τα έτη ασφάλισής τους στον κλάδο εφάπαξ παροχών του e-ΕΦΚΑ, εφόσον κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης έχουν συμπληρώσει το εβδομηκοστό (70) έτος της ηλικίας τους.

Όσοι από τους ασφαλισμένους κληρικούς λάβουν την εφάπαξ παροχή σύμφωνα με την παρούσα δεν δικαιούνται συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και απαλλάσσονται της παρακράτησης και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για τον κλάδο εφάπαξ παροχών του e-ΕΦΚΑ από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης μέχρι τη συνταξιοδότησή τους από τον κλάδο κύριας ασφάλισης.

Αν δεν αποδειχθεί συντάξιμος στον κλάδο κύριας ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ χρόνος ασφάλισης που έχει ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της εφάπαξ παροχής σύμφωνα με την παρούσα, το αντίστοιχο ποσό της εφάπαξ παροχής που έχει αποδοθεί από τον e-ΕΦΚΑ στον ασφαλισμένο κληρικό, επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν στον κλάδο εφάπαξ παροχών του e-ΕΦΚΑ σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις με εντολή παρακράτησης από την κύρια σύνταξη. Το ποσό της εφάπαξ παροχής για τους κληρικούς που ασκούν το δικαίωμα της παρ. 1 υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή, ως ημερομηνία αποχώρησης για την εφαρμογή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, λογίζεται η ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 123
Προστασία των συντάξεων από τον πληθωρισμό του έτους 2024

1. Χορηγείται έκτακτη εφάπαξ οικονομική ενίσχυση σε συνταξιούχους του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), στους οποίους καταβλήθηκε κύρια σύνταξη γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου μηνός Οκτωβρίου 2023 και οι οποίοι κατά τον μήνα αυτό είχαν ποσό προσωπικής διαφοράς συντάξεων, συμψηφιστέας με την ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων, μεγαλύτερο των δέκα (10) ευρώ.

2. Η έκτακτη εφάπαξ οικονομική ενίσχυση ανέρχεται: α) σε διακόσια (200) ευρώ για συνταξιούχο του e-Ε.Φ.Κ.Α., στον οποίο καταβλήθηκαν κύριες συντάξεις γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου μηνός Οκτωβρίου 2023 αθροιστικώς συνολικού καθαρού προ φόρου ποσού έως και επτακόσια (700) ευρώ.

β) σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ για συνταξιούχο του e-Ε.Φ.Κ.Α., στον οποίο καταβλήθηκαν κύριες συντάξεις γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου μηνός Οκτωβρίου 2023 αθροιστικώς συνολικού καθαρού προ φόρου ποσού από επτακόσια ευρώ και ένα λεπτό (700,01) ευρώ έως και χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

γ) σε εκατό (100) ευρώ για συνταξιούχο του e-Ε.Φ.Κ.Α., στον οποίο καταβλήθηκαν κύριες συντάξεις γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου μηνός Οκτωβρίου 2023 αθροιστικώς συνολικού καθαρού προ φόρου ποσού από χίλια εκατό ευρώ και ένα λεπτό (1.100,01) ευρώ έως και χίλια εξακόσια (1.600) ευρώ. 3. Η έκτακτη εφάπαξ οικονομική ενίσχυση: α) καταβάλλεται μέχρι την 31η.12.2023,

β) είναι αφορολόγητη, ανεκχώρητη και ακατάσχετη, στα χέρια του δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς τη φορολογική διοίκηση και το δημόσιο εν γένει, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπά τους, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα, γ) δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε τέλος, εισφορά ή άλλη κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή του e-Ε.Φ.Κ.Α.,

δ) επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του e-Ε.Φ.Κ.Α., κατόπιν αντίστοιχης τροποποίησης του προϋπολογισμού του, με τη χρήση ταμειακών διαθεσίμων του.

Άρθρο 124
Υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων-Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 33 ν. 4368/2016

Στην παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 4368/2016 (Α' 21), περί υγειονομικής κάλυψης ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, πριν από τις λέξεις «Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ)» προστίθεται η λέξη «ενεργού» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για την παροχή των υπηρεσιών της παρούσας ρύθμισης προς τους δικαιούχους απαιτείται η κατοχή από αυτούς ενεργού Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ), με εξαίρεση τις κατηγορίες της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, για τους οποίους ο τρόπος διασφάλισης της πρόσβασης στις δημόσιες δομές υγείας καθορίζεται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 125
Ασφάλιση ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων δυναμικότητας έως δέκα δωματίων Τροποποίηση περ. β) παρ. 7 άρθρου 39, προσθήκη περ. ε) στην παρ. 5 άρθρου 40, τροποποίηση περ. β) παρ. 1 άρθρου 36 ν. 4387/2016

1. Στην περ. β) της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 (Α'85), περί εισφορών αυτοτελώς απασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών, στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α' 155), τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, καθώς και όλων των τουριστικών καταλυμάτων» διαγράφονται, στο τέλος του πρώτου εδαφίου οι λέξεις «με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1β) του άρθρου 36 του παρόντος» διαγράφονται, το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής:

β. Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων, τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς και το σύνολο των εταίρων σε περίπτωση ιδιοκτησίας ή εκμετάλλευσης τουριστικών καταλυμάτων από εταιρεία, οποιασδήποτε νομικής μορφής εκτός των ΙΚΕ, και σε περίπτωση Α.Ε. τα μέλη του Δ.Σ. των Α.Ε. που είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον. Ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για τους ασφαλισμένους της περ. ε' της παρ. 5 του άρθρου 40.».

2. Στην παρ. 5 του άρθρου 40 του ν. 4387/2016, περί εισφορών ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, προστίθεται περ. ε) ως εξής:

«ε) Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων σε ολόκληρη την Επικράτεια, τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, δυναμικότητας έως και δέκα (10) δωματίων, οι οποίοι είναι παράλληλα εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων.».

3. Χρόνος ασφάλισης έως την 31η.12.2019 ασφαλισμένων και συνταξιούχων του e-Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων σε ολόκληρη την Επικράτεια, που λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016 (Α'230), δυναμικότητας έως και δέκα (10) δωματίων, και οι οποίοι για τη δραστηριότητα των τουριστικών καταλυμάτων έχουν υπαχθεί καλόπιστα στον πρώην Ο.Γ.Α, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στον πρώην Ο.Γ.Α.. Οφειλές στον πρώην Ο.Α.Ε.Ε., βεβαιωμένες ή μη, που έχουν προκύψει για τις ανωτέρω περιπτώσεις ασφαλισμένων, διαγράφονται και δεν αναζητούνται. Ποσά που έχουν καταβληθεί έναντι των ανωτέρω οφειλών πριν από την ισχύ της παρούσας δεν αναζητούνται και προσμετρώνται κατά τον υπολογισμό της σύνταξης ως εισφορές στον πρώην Ο.Γ.Α..

4. Ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του e-Ε.Φ.Κ.Α., που είναι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων σε ολόκληρη την Επικράτεια, τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, δυναμικότητας έως και δέκα (10) δωματίων, και οι οποίοι για τη δραστηριότητα των τουριστικών καταλυμάτων έχουν υπαχθεί από 1ης.1.2017 καλόπιστα στην ασφάλιση του πρώην Ο.Γ.Α, βάσει βεβαίωσης εξαίρεσης που χορηγήθηκε από τον π. Ο.Α.Ε.Ε., εξακολουθούν να υπάγονται στην ασφάλιση π. Ο.Γ.Α. μέχρι τη λήξη της χορηγηθείσας απαλλαγής και πάντως όχι πέραν της 31ης.12.2023.

5. Στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν.4387/2016, περί καταβολής εισφορών επί παράλληλης απασχόλησης και τρόπου υπολογισμού της σύνταξης επί παράλληλης απασχόλησης, το τέταρτο και πέμπτο εδάφια διαγράφονται και η περ. β' διαμορφώνεται ως εξής:

«β) Σε περιπτώσεις αυτοτελώς απασχολουμένων που παράλληλα ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου μία ασφαλιστική εισφορά κύριας σύνταξης από τις προβλεπόμενες έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 39, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 39.

Σε περιπτώσεις αυτοτελώς απασχολουμένων που παράλληλα ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου μία ασφαλιστική εισφορά υγειονομικής περίθαλψης από τις προβλεπόμενες έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 3 ή της παραγράφου 6 του άρθρου 41 αντιστοίχως, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 41.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις και εφόσον υποχρεούται ο ασφαλισμένος σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης ή εφάπαξ παροχής, καταβάλλεται αντίστοιχα, με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου, μία ασφαλιστική εισφορά επικουρικής ασφάλισης από τις προβλεπόμενες τρεις (3) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 3 του άρθρου 97 σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του άρθρου 97 και μία ασφαλιστική εισφορά εφάπαξ παροχής από τις προβλεπόμενες τρεις (3) ασφαλιστικές κατηγορίες της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 35, σύμφωνα με τις περιπτώσεις γα' και γβ' της παραγράφου 2 του άρθρου 35.».

Άρθρο 126
Ασφάλιση φοιτητών κατά την πρακτική άσκηση - Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 69 ν. 4957/2022

Στην παρ. 6 του άρθρου 69 του ν. 4957/2022 (Α' 141), περί πρακτικής άσκησης φοιτητών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μέσω του» διαγράφονται, β) η φράση «σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 15 του ν. 3232/2004 (Α' 48)» αντικαθίσταται με τη φράση «σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2217/1994 (Α'83)», γ) η λέξη «κλάδο» αντικαθίσταται με τη λέξη «κίνδυνο», δ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Οι φοιτητές που διεξάγουν πρακτική άσκηση, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) (πρώην Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών - Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.) σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2217/1994 (Α'83) μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος, το κόστος της οποίας βαρύνει αποκλειστικά το φορέα υποδοχής. Για την ασφάλιση παροχών ασθενείας σε είδος, εφαρμόζεται η παρ. 10 του άρθρου 15 του ν. 3232/2004 (Α' 48).».

Άρθρο 127
Διακοπή ασφάλισης λόγω θέσης εταιρείας σε καθεστώς εκκαθάρισης

Η ασφαλιστική σχέση με τον e-ΕΦΚΑ προσώπων τα οποία έχουν την ιδιότητα εταίρου προσωπικής ή κεφαλαιουχικής εταιρείας ή μέλους διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας παύει την τελευταία ημέρα του μήνα που η εταιρεία τίθεται σε καθεστώς εκκαθάρισης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση προσώπων που έχουν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες και ταυτόχρονα την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρείας. Ο e-ΕΦΚΑ υποχρεούται να διακόψει την ασφαλιστική σχέση αυτεπάγγελτα. Η ασφαλιστική σχέση των ανωτέρω προσώπων με τον e-ΕΦΚΑ διατηρείται για την άλλη τους υπακτέα στην ασφάλιση απασχόληση.

Άρθρο 128
Ασφαλιστέες αποδοχές Προέδρων Δημοτικών συμβουλίων- Τροποποίηση περ. γ παρ. 1 άρθρου 22 ν. 4488/2017

Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4488/2017 (Α' 137), περί ασφάλισης αιρετών οργάνων α' και β' βαθμού, μετά τη φράση «του άρθρου 93» προστίθεται η φράση «του άρθρου 93Α», και η περ. γ διαμορφώνεται ως εξής:

«γ. Αιρετών οργάνων α' και β' βαθμού, πλην δημάρχων και περιφερειαρχών, καθώς και του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης και του Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93, του άρθρου 93Α και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή στις ρυθμίσεις του άρθρου 51 του ν. 4144/2013 (Α' 88). Ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων της παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 4144/2013. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 και ως αιρετά όργανα υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, τα αιρετά όργανα της παρούσας περίπτωσης που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης ή του ΙΚΑ ΕΤΑΜ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 51 παρ. 2 του ν. 4144/2013.».

Άρθρο 129
Τακτοποίηση χρόνου υπηρεσίας και ασφάλισης υπαλλήλων Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου

Ο χρόνος υπηρεσίας και ασφάλισης των υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, οι οποίοι διορίστηκαν με τις υπ' αρ. 37/3/31.05.1987 (Ν.Π.Δ.Δ. 160) και 4/30.04.1988 (Ν.Π.Δ.Δ. 121) αποφάσεις αντίστοιχα, του Προέδρου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού» και για τους οποίους δεν καταβλήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 1.9.1987 έως και 31.12.1988 και από 1.10.1988 έως και 31.12.1988 αντιστοίχως, οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές υπαλλήλου και εργοδότη για κύρια σύνταξη, επικουρική σύνταξη και εφάπαξ παροχή λογίζεται ως ενεργός χρόνος υπηρεσίας και ασφάλισης, με την προϋπόθεση ότι θα καταβληθεί από τον Δήμο Κορδελιού - Ευόσμου προς τον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης το σύνολο των μη καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες για την εφαρμογή του παρόντος λογίζονται ως μη παραγεγραμμένες. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του πρώτου εδαφίου γίνεται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 130
Ασφαλιστική εισφορά για τους ασφαλισμένους έμμισθους δικηγόρους, μισθωτούς μηχανικούς και υγειονομικούς των οικείων τομέων του κλάδου προνοίας του πρώην Ε.Τ.Α.Α. εφάπαξ για τα έτη 2017 και 2018 - Τροποποίηση περ. β παρ. 2 άρθρου 35 ν.4387/2016

Στην περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 (Α'85) περί κλάδου εφάπαξ παροχών, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο και η περ. β' διαμορφώνεται ως εξής:

«β. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, όπου προβλέπεται εργοδοτική εισφορά για τους μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένους μισθωτούς. Το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών των μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένων μισθωτών, προσδιορίζονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών προνοίας στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., με εξαίρεση τους μισθωτούς ασφαλισμένους στους τομείς πρόνοιας του πρώην ΕΤΑΠ - ΜΜΕ, των οποίων τα ποσοστά εισφορών υπολογίζονται επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 38. Για τους μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένους έμμισθους δικηγόρους, μισθωτούς μηχανικούς και υγειονομικούς των οικείων τομέων του κλάδου προνοίας του πρώην Ε.Τ.Α.Α., το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 31.12.2018 ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) υπολογιζόμενο επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονταν στα άρθρα 5 και 38 κατά τα έτη αυτά. Από την 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. των ασφαλισμένων από την 1.1.1993 και εφεξής μισθωτών ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 5 και 38.».

Άρθρο 131
Κατάργηση της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να έχει υποβληθεί αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών - Τροποποίηση παρ. 44 άρθρου 66 ν. 4646/2019

Στην παρ. 44 του άρθρου 66 του ν. 4646/2019 (Α' 201), περί της αλληλέγγυας ευθύνης για ασφαλιστικές εισφορές, πρόσθετα τέλη, τόκους, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α) στο τρίτο εδάφιο διαγράφεται η προθεσμία «μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2021» και

β) μετά από το τρίτο εδάφιο προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο και η παρ. 44 διαμορφώνεται ως εξής:

«44. H παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4321/2015 (A' 32), όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 64 του παρόντος και ισχύει από τη δημοσίευση του παρόντος, εφαρμόζεται και για οφειλές που είχαν βεβαιωθεί σε βάρος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος και για τις οποίες ευθύνονται αλληλεγγύως, προσωπικά και εις ολόκληρον τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 64, καθώς και για κάθε άλλη περίπτωση που είχαν βεβαιωθεί οφειλές κατ" εφαρμογή άλλης διάταξης, με την οποία θεσπίζεται αλληλέγγυα ευθύνη για ασφαλιστικές εισφορές, πρόσθετα τέλη, τόκους, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.

Τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4321/2015 (A' 32) δεν ευθύνονται για τις οφειλές αυτές, εφόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των περ. α), β) και γ) του άρθρου 64 του παρόντος και αίρονται τα σε βάρος τους ληφθέντα αναγκαστικά και άλλα μέτρα.

Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, υποβάλλεται αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), που είναι αρμόδιο για την επιδίωξη της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών.

Σε περίπτωση που δεν εκκρεμούν σε βάρος του αιτούντα ενεργές πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, η αίτηση του τρίτου εδαφίου υποβάλλεται στην αρμόδια Τοπική Διεύθυνση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ).

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και για εκκρεμείς υποθέσεις.

Η αρμόδια Υπηρεσία του ΚΕΑΟ εκδίδει πράξη, με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση.

Κατά της απορριπτικής απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης της αίτησης μπορεί να ασκηθεί προσφυγή του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Ποσά που έχουν εισπραχθεί από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4321/2015 (A' 32) δεν επιστρέφονται.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 132
Επιβολή κυρώσεων για την υποδηλωμένη εργασία από τους ελεγκτές των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 80 ν. 4144/2013

Στην παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 (Α' 88) περί καταχώρησης αλλαγής ωραρίου και υπερωριών, προστίθεται περ. στ' και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1.α. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταχωρεί στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, καθώς και τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση των εργαζομένων, το αργότερο έως και την ημέρα αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και σε κάθε περίπτωση πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τους εργαζομένους, καθώς και πριν την έναρξη της υπερωριακής απασχόλησης. Όταν διαπιστώνεται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή υπερωριακή απασχόληση, χωρίς αυτή να έχει καταχωρηθεί πριν από την έναρξη πραγματοποίησής της, επιβάλλονται με πράξη του αρμοδίου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011 (Α' 170).

β. Ο εργοδότης που απασχολεί οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων και τουριστικών λεωφορείων τα οποία είναι κατασκευασμένα ή διαμορφωμένα με μόνιμο τρόπο και κατάλληλα για τη μεταφορά άνω των εννέα ατόμων, καθώς και Υπεραστικά και Αστικά ΚΤΕΛ που απασχολούν οδηγούς λεωφορείων και έχουν Κανονισμό Εργασίας, που διέπονται από τους Κανονισμούς (Ε.Κ.) 561/2006 και (Ε.Κ.) 165/2014, υποχρεούνται να καταχωρούν κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, καθώς και τη νόμιμη κατά τη νομοθεσία υπερωριακή απασχόληση, στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ δεκαπέντε (15) ημέρες μετά το τέλος κάθε εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας. Όταν διαπιστώνεται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή υπερωριακή απασχόληση, χωρίς αυτή να έχει καταχωρηθεί στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ 15 ημέρες μετά το τέλος κάθε εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας, επιβάλλονται με πράξη του αρμοδίου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011.

βα. Οι εργοδότες, των οποίων οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις έχουν ενταχθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα μέτρησης του χρόνου εργασίας με τη χρήση της ψηφιακής κάρτας εργασίας για τους εργαζομένους τους με εξαρτημένη εργασία, δύνανται να μην καταχωρίζουν στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ» (Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ) τις αλλαγές ή την τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή την υπερωριακή απασχόληση πριν από την έναρξη πραγματοποίησής τους. Εφόσον πραγματοποιείται αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή υπερωριακή απασχόληση από τον εργαζόμενο και αυτή δεν ταυτοποιείται από τη σήμανση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, επιβάλλεται στον εργοδότη από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα πρόστιμο δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ ανά εργαζόμενο, στην ψηφιακή κάρτα του οποίου δεν είναι δυνατή η ανωτέρω ταυτοποίηση.

γ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται, η διαδικασία ελέγχου και επιβολής του προστίμου, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

δ. Η παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014 (Α' 258) καταργείται και οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου αναριθμούνται αντίστοιχα.

ε. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της περίπτωσης στ. Οι κυρώσεις των περ. α' και β' και το πρόστιμο της περ. βα' της παρ. 1 επιβάλλονται και από τους ελεγκτές των Περιφερειακών Κέντρων Ελέγχου Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α..».

Άρθρο 133
Αναστολή αύξησης επιτοκίου οφειλών προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης -Τροποποίηση άρθρου 34 ν. 5006/2022

Στο άρθρο 34 του ν. 5006/2022 (Α' 239), περί της αναστολής αύξησης επιτοκίων σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής και σε περίπτωση πάγιας ρύθμισης οφειλών προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) η καταληκτική ημερομηνία της 12ης.9.2023 αντικαθίσταται από την 12η.9.2025», και αβ) μετά από τη φράση «και την περ. 11 της υποπαρ. ΙΑ.2» διαγράφεται η φράση «αντίστοιχα, της παρ. ΙΑ», β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) διαγράφεται η φράση «σύμφωνα με την περ. 8 της υποπαρ. ΙΑ.1 και την περ. 11 της υποπαρ. ΙΑ.2, αντίστοιχα, της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013», ββ) η φράση «τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες» αντικαθίσταται από τη φράση «πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες», γ) προστίθεται τέταρτο εδάφιο, και το άρθρο 34 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 34

Αναστολή αύξησης επιτοκίων σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής και σε περίπτωση πάγιας ρύθμισης οφειλών προς ασφαλιστικούς οργανισμούς Ως επιτόκιο επί της κύριας οφειλής, με το οποίο επιβαρύνονται οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις των υποπαρ. ΙΑ.1 και ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107) από 13.9.2022 έως 12.9.2025, ορίζεται αυτό που ίσχυσε κατά την 13.9.2022 και προσδιορίσθηκε σύμφωνα με την περ. 8 της υποπαρ. ΙΑ.1 και την περ. 11 της υποπαρ. ΙΑ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013. Το επιτόκιο αυτό μεταβάλλεται και προσδιορίζεται εκ νέου, μόνο εάν μεταβληθεί το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σωρευτικά κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με αυτό που ίσχυε κατά την 1η.1.2014. Χρηματικά ποσά, τα οποία έχουν καταβληθεί με επιτόκιο που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αναζητούνται, στον βαθμό που υπερβαίνουν τα οφειλόμενα με βάση το επιτόκιο του πρώτου εδαφίου.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναπροσαρμόζεται το ανωτέρω επιτόκιο, και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.».

Άρθρο 134
Διαδικασία λήξης της ασφάλισης μη μισθωτών στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης - Τροποποίηση άρθρου 39Α ν. 4387/201
6

Στο άρθρο 39Α του ν. 4387/2016 (Α' 85), περί της διαδικασίας εγγραφής και υπαγωγής μη μισθωτών στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) διαγράφεται η φράση «και μέχρι την τελευταία ημέρα του μήνα διακοπής άσκησης της σχετικής δραστηριότητας στη Φορολογική Διοίκηση» και αβ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) στην παρ. 2 προστίθεται τρίτο εδάφιο, γ) στην παρ. 3 προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, δ) στην παρ. 4 προστίθεται δεύτερο εδάφιο και ε) στην παρ. 7 συμπληρώνεται το αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης με την προσθήκη του καθορισμού και κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας για τη διαδικασία της λήξης της ασφάλισης και το άρθρο 39Α διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 39 Α

Διαδικασία εγγραφής και υπαγωγής μη μισθωτών στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης

1. Οι μη μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοτελώς απασχολούμενοι και αγρότες, που αναλαμβάνουν υπακτέα στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) απασχόληση ή αποκτούν υπακτέα στον e-Ε.Φ.Κ.Α. ιδιότητα, για την οποία απαιτείται έναρξη εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του e-Ε.Φ.Κ.Α. από την πρώτη ημέρα του μήνα έναρξης ή μεταβολής εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση. Η ασφάλιση λήγει υποχρεωτικά την τελευταία ημέρα του μήνα διακοπής άσκησης της σχετικής δραστηριότητας στη Φορολογική Διοίκηση.

2. Η εγγραφή στον e-Ε.Φ.Κ.Α. διενεργείται μετά από την έναρξη ή μεταβολή εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση, με αίτηση του υπόχρεου και, σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης, αυτεπάγγελτα με πράξη του αρμόδιου ασφαλιστικού οργάνου. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει τον υπόχρεο μετά από την έναρξη ή τη μεταβολή εργασιών για την υποχρέωση ασφάλισης στον e-Ε.Φ.Κ.Α.. Η λήξη της ασφάλισης ολοκληρώνεται με τη διακοπή όλων των ασφαλιστέων δραστηριοτήτων στη Φορολογική Διοίκηση κατόπιν αίτησης του ασφαλισμένου.

3. Η αίτηση εγγραφής υποβάλλεται ηλεκτρονικά ή με φυσική παρουσία στον e-Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα έναρξης ή μεταβολής εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση. Η αίτηση λήξης της ασφάλισης υποβάλλεται ηλεκτρονικά ή με φυσική παρουσία στον e-ΕΦΚΑ μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από τη διακοπή εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση. Ο e-Ε.Φ.Κ.Α. αντλεί μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας (ΚΕ.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 47 του ν. 4623/2019 (Α' 134) και το άρθρο 84 του ν. 4727/2020 (Α' 184), και διασταυρώνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης.

4. Σε περίπτωση που ο υπακτέος στην ασφάλιση του e-Ε.Φ.Κ.Α. μη μισθωτός δεν υποβάλλει εμπρόθεσμα την αίτηση εγγραφής, το αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο του e-Ε.Φ.Κ.Α. προβαίνει σε αυτεπάγγελτη εγγραφή και ασφάλισή του ως εξής:

α) Αν τα διαθέσιμα στοιχεία, και ιδίως ο Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) που δηλώθηκε στη Φορολογική Διοίκηση, επαρκούν για την υπαγωγή στην ασφάλιση, ο υπόχρεος ασφαλίζεται στους πρώην φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς του e-Ε.Φ.Κ.Α., στους οποίους προκύπτει υπαγωγή, και καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται στον παρόντα, κατατασσόμενος στην πρώτη (1η) ασφαλιστική κατηγορία που αντιστοιχεί στην υπαγωγή του στην ασφάλιση.

β) Αν τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για την υπαγωγή στην ασφάλιση, ο υπόχρεος ασφαλίζεται στον πρώην Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), κατατασσόμενος στη δεύτερη (2η) ασφαλιστική κατηγορία των άρθρων 39 και 41. Αν ο μη μισθωτός ασφαλισμένος του e-ΕΦΚΑ δεν υποβάλει αίτηση για λήξη της ασφάλισης ή την υποβάλει εκπρόθεσμα, το αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο του e-ΕΦΚΑ προβαίνει σε αυτεπάγγελτη λήξη ασφάλισης σε όλους του τ. Φορείς, Τομείς, Κλάδους και Λογαριασμούς του e-ΕΦΚΑ στους οποίους είχε υπαχθεί ο ασφαλισμένος, σύμφωνα με τα στοιχεία που αντλούνται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας.

5. Ο ασφαλισμένος δύναται με την προσκόμιση στοιχείων στον e-Ε.Φ.Κ.Α. να ζητήσει την αναδρομική διόρθωση της υπαγωγής στην ασφάλιση που προέκυψε σύμφωνα με την παρ.4. Ως προς την αίτηση μεταβολής και το χρονικό σημείο μετάταξης σε διαφορετική ασφαλιστική κατηγορία εφαρμόζονται τα άρθρα 35, 39, 40, 41 και 97.

6. Οποιαδήποτε υποχρέωση απογραφικής δήλωσης στον e-Ε.Φ.Κ.Α. («προεγγραφής») ή προσκόμισης οποιουδήποτε εγγράφου, βεβαίωσης ή ασφαλιστικής ενημερότητας του e-Ε.Φ.Κ.Α., ως δικαιολογητικού για έναρξη ή μεταβολή εργασιών στη Φορολογική Διοίκηση, καταργείται.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία εγγραφής ή λήξης της ασφάλισης μη μισθωτών στον e-Ε.Φ.Κ.Α..».

Άρθρο 135
Παράταση προθεσμίας κατάρτισης ισολογισμών - Τροποποίηση άρθρου 70 ν. 4387/2016

Στην περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 4387/2016 (Α'85), περί περιουσίας, λογιστικής και οικονομικής λειτουργίας, προστίθενται τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο εδάφια και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. α. Από 1.1.2017 ο ισολογισμός έναρξης του e-Ε.Φ.Κ.Α. πραγματοποιείται με μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών αντιστοίχως, όπως αυτά εμφανίζονται στους ισολογισμούς τους, που συντάσσονται ειδικά για το σκοπό αυτό. Τα πρόσωπα που κατείχαν θέση μέλους Διοικητικού Συμβουλίου των τελευταίων κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης του παρόντος, διατηρούν την ευθύνη ως προς την περάτωση των ισολογισμών παρελθόντων ετών μέχρι την 31.12.2016.

Ο e-ΕΦΚΑ καταρτίζει το αργότερο μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2026 τους εκκρεμείς ισολογισμούς και τις οικονομικές καταστάσεις εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών έως το έτος 2016 και του e- ΕΦΚΑ έτους 2016 έως 2025. Οι ισολογισμοί και οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών για τις χρήσεις έως το έτος 2016 υπογράφονται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης και Δημοσιονομικών Αναφορών και από τον Προϊστάμενο του Λογιστηρίου.

Οι ισολογισμοί και οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του e-ΕΦΚΑ ετών 2016-2025 υπογράφονται από το Διοικητή του e-ΕΦΚΑ ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, από τον Προϊστάμενο της Οικονομικής Διαχείρισης και Δημοσιονομικών Αναφορών και από τον Προϊστάμενο του Λογιστηρίου.

Μετά την υπογραφή τους δεν υφίσταται η υποχρέωση τήρησης των διαδικασιών του άρθρου 60 του παρόντος, των διατάξεων του Κανονισμού Οργάνωσης και Λειτουργίας του e- ΕΦΚΑ αναφορικά με την έγκριση αυτών από το Διοικητικό Συμβούλιο του e-ΕΦΚΑ και της παρ. 4 του άρθρου 85 του ν. 2084/1992 (Α' 165). Οι υπογράφοντες και εγκρίνοντες τους ισολογισμούς σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων απαλλάσσονται από κάθε σχετική αστική, πειθαρχική και ποινική ευθύνη, πλην της ευθύνης από δόλο για την οποία ισχύουν οι γενικές διατάξεις.

Ο έλεγχος της διαχείρισης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας για τις οικονομικές χρήσεις ανατίθεται σε ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές σύμφωνα με το άρθρο 84 του ν. 2084/1992.

Από το έτος 2026 και για κάθε επόμενη χρήση οι ισολογισμοί του e- ΕΦΚΑ καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας του e- Ε.Φ.Κ.Α όπως εκάστοτε ισχύει.

β. Η περιουσία που είναι αναγκαία για την άσκηση των μη ασφαλιστικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες παραμένουν στους φορείς και μετά την ένταξή τους στον e-Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος, προσδιορίζεται και διαχωρίζεται από την περιουσία που περιέρχεται στον e-Ε.Φ.Κ.Α. με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από οικονομική μελέτη.

2. Στην παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 4387/2016, περί περιουσίας, λογιστικής και οικονομικής λειτουργίας, διαγράφεται η φράση «μέχρι στις 31.12.2016», και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Η απογραφή των περιουσιακών στοιχείων των εντασσομένων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, καθώς και η αποτίμηση της αξίας τους ενεργείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από τις οικονομικές υπηρεσίες τους ή από ορκωτούς λογιστές, μετά από ανάθεση.».

3. Η παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 4387/2016, όπως διαμορφώνεται με την παρ. 1 του παρόντος ισχύει αναλογικά και για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) κατά παρέκκλιση της προθεσμίας του άρθρου 28 του ν. 5006/2022 (Β'239). Αρμόδιο όργανο για την υπογραφή των ισολογισμών και των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων είναι ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης και ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 8 και 12 του π.δ. 913/1978 (Α' 220). Κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του άρθρου 82 σε συνδυασμό με την περ Γ' της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 913/1978 και της παρ. 13 του άρθρου 30 του ν. 4892/2022 (Α'28), δεν απαιτείται έγκριση αυτών από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΝΑΤ.

Άρθρο 136
Ανανέωση εξουσιοδότησης για ενιαίους κανονισμούς του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης-Τροποποίηση άρθρου 49 ν. 4670/2020

1. Στο άρθρο 49 του ν 4670/2020 (Α'43), περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, διαγράφεται η φράση «που εκδίδονται εντός δύο (2) ετών από τη έναρξη ισχύος του παρόντος,» και το άρθρο 49 διαμορφώνεται ως εξής:

«Με προεδρικά διατάγματα μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατόπιν γνώμης του Δ.Σ. του e-Ε.Φ.Κ.Α., καταρτίζεται Ενιαίος Κανονισμός ανά κλάδο για την Κύρια ασφάλιση, για την Επικουρική Ασφάλιση και για την Εφάπαξ Παροχή του e-Ε.Φ.Κ.Α., στους οποίους καθορίζονται θέματα υπαγωγής στην ασφάλιση, υπολογισμού και διαδικασίας χορήγησης των παροχών, προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση για παροχές ασθενείας σε είδος και σε χρήμα, η έκταση, το ύψος, οι δικαιούχοι, η διαδικασία χορήγησης των παροχών σε χρήμα, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα.».

Άρθρο 137
Επιβράβευση κλιμακίων εκκαθάρισης συντάξεων για το έτος 2023 - Τροποποίηση παρ. 11 άρθρου 21 ν. 4354/2015

Στην παρ. 11 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176), περί αμοιβών συλλογικών οργάνων και ειδικότερα περί αποζημίωσης του προσωπικού που συμμετέχει σε κλιμάκια εκκαθάρισης εκκρεμών συντάξεων, στους συμπράττοντες υπουργούς προστίθενται οι υπουργοί Εθνικής Άμυνας και Προστασίας του Πολίτη, στα δύο πρώτα εδάφια προστίθεται και η αναφορά στο έτος 2023 και η παρ. 11 διαμορφώνεται ως εξής:

«11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας και Προστασίας του Πολίτη στο προσωπικό που συμμετέχει στα κλιμάκια, ομάδες, υποομάδες εργασίας και στις ομάδες εργασίας που συστάθηκαν ή συστήνονται και λειτουργούν εντός των ετών 2021, 2022, και 2023 με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους για την εκκαθάριση των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης, τον κανονισμό και την πληρωμή συντάξεων του δημόσιου τομέα και όλων των πρώην ταμείων που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ, καθορίζεται αποζημίωση, εφόσον επιτευχθούν οι ποσοτικοί στόχοι, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο των επτά χιλιάδων διακοσίων (7.200) ευρώ το έτος, μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παρ. 3. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και στο προσωπικό του e-ΕΦΚΑ, το οποίο απασχολείται εντός των ετών 2021 ή 2022 ή 2023 με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους για την εξυπηρέτηση του κοινού μέσω του ενιαίου αριθμού εξυπηρέτησης πολιτών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το οποίο ορίζεται με απόφαση του Διοικητή. Με όμοια απόφαση ορίζονται η μεθοδολογία προσδιορισμού των ποσοτικών στόχων εξυπηρέτησης του κοινού μέσω του ενιαίου αριθμού εξυπηρέτησης πολιτών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο τρόπος παρακολούθησής τους και κάθε άλλο ειδικό θέμα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.»

Άρθρο 138
Αποζημίωση ελεγκτικών οργάνων των Περιφερειακών Κέντρων Κοινωνικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. - Τροποποίηση παρ. Δ άρθρου 2 του ν. 4336/2015

Στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 της υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ' του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α' 94), περί των εξόδων διανυκτέρευσης, μετά τη φράση «ελέγχων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» προστίθεται η φράση "ελέγχων των Περιφερειακών Κέντρων Κοινωνικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ", και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Το ποσό των εξόδων διανυκτέρευσης αναγνωρίζεται ανάλογα με την κατηγορία, στην οποία εντάσσονται οι δικαιούχοι βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 του παρόντος και βάσει του καταβληθέντος ποσού, και ορίζεται ως εξής: α. Κατηγορία Ι, μέχρι εκατό (100) ευρώ ανά διανυκτέρευση. β. Κατηγορία ΙΙ, μέχρι ογδόντα (80) ευρώ ανά διανυκτέρευση.

Τα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για διαμονή εντός των ορίων των δήμων Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Η ως άνω προσαύξηση ισχύει και για διαμονή στη νησιωτική χώρα από την 1η Μαΐου έως και την 30ή Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. Ειδικά για τη διενέργεια φορολογικών, τελωνειακών ελέγχων, ελέγχων της Διυπηρεσιακής Μονάδας Ελέγχου Αγοράς, ελέγχων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, ελέγχων των Περιφερειακών Κέντρων Κοινωνικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ και ελέγχων της Επιθεώρησης Εργασίας στη νησιωτική χώρα, από την 1η Μαΐου έως και την 30ή Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, καταβάλλεται σε υπαλλήλους ανεξαρτήτως κατηγορίας για τη μετακίνησή τους το ποσό των εξόδων διανυκτέρευσης της περ. α', με την προσαύξηση τριάντα τοις εκατό (30%) του τρίτου εδαφίου της παρούσας. Σε περίπτωση διανυκτέρευσης σε κατάλυμα κόστους υψηλότερου του οριζόμενου, ανά κατηγορία στην παρούσα παράγραφο, η δαπάνη αναγνωρίζεται μέχρι του οριζόμενου αυτού ποσού. Νόμοι και υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή τους μετά την 1η.1.2016 και καθορίζουν ποσά εξόδων διανυκτέρευσης διαφορετικά από αυτά της παρούσας, εξακολουθούν να ισχύουν.»

Άρθρο 139
Δυνατότητα παράτασης της παραμονής στην υπηρεσία των Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης

Οι Προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), καθώς και οι εκτελούντες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, χρέη αναπληρωτών στις εν λόγω θέσεις, των οποίων η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την 31η.12.2023, λόγω συμπλήρωσης του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας, δύνανται, κατόπιν αιτήματός τους, να παραμείνουν στην υπηρεσία τους έως την 31η.12.2024, κατά παρέκκλιση του άρθρου 155 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), περί της αυτοδίκαιης απόλυσης λόγω ορίου ηλικίας, με σκοπό τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των υπηρεσιών του e-Ε.Φ.Κ.Α. για την απονομή των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης, την πραγματοποίηση ελέγχων για την εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας, την υλοποίηση των προγραμματισμένων προσλήψεων προσωπικού και την εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 4892/2022 (Α' 28), περί της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων του e-Ε.Φ.Κ.Α..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 140
Ασφαλιστέα πρόσωπα στο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης -Τροποποίηση άρθρου 6 ν. 4826/2021

Στο άρθρο 6 του ν. 4826/2021 (Α' 126) αναφορικά με τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Κ.Α.), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) η παρ. 3 τροποποιείται, ώστε τα ηλικιακά όρια των προαιρετικά υπακτέων προσώπων της παραγράφου αυτής να εναρμονίζονται με τα ηλικιακά όρια της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, γ) στην παρ. 4, η καταληκτική ημερομηνία 31.12.2023 αντικαθίσταται με την ημερομηνία 31.12.2024, δ) η παρ. 5 τροποποιείται αντίστοιχα, σε αντιστοιχία προς την τροποποίηση της παρ. 3 και το άρθρο 6 διαμορφώνονται ως εξής:

«Άρθρο 6
Ασφαλιστέα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 37 του ν. 4052/2012

1. Στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Κ.Α.) υπάγονται υποχρεωτικά, με την επιφύλαξη των παρ. 2 και 3, όλα τα πρόσωπα που:

α) Ασφαλίζονται για πρώτη φορά από 1.1.2022 και εφεξής σε φορέα κύριας ασφάλισης ή

β) Έχουν γεννηθεί από 1.1.2004 και εφεξής,

εφόσον τα πρόσωπα αυτά αναλάβουν οποτεδήποτε από 1.1.2022 και εφεξής ασφαλιστέα εργασία-απασχόληση ή αποκτήσουν ασφαλιστέα ιδιότητα, για τις οποίες θα υπήρχε υποχρέωση υπαγωγής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.).

Για τα πρόσωπα της παρούσας παραγράφου η υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου λαμβάνει χώρα αντί της υπαγωγής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α.». β) Η ισχύς της παρούσας παραγράφου άρχεται από την 7.9.2021.

2. Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους, οι ήδη ασφαλισμένοι στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι έχουν γεννηθεί από 1ης.1.1987 και εξής. Τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Ταμείου παύουν αυτοδίκαια να υπάγονται στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α..

3. Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους εφόσον έχουν γεννηθεί από 1.1.1987 και εξής:

α) οι αυτοαπασχολούμενοι υγειονομικοί,

β) τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα που υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) και

γ) τα πρόσωπα που, βάσει ειδικής ή γενικής διάταξης, εξαιρούνται της υποχρεωτικής υπαγωγής στην ασφάλιση άλλων φορέων επικουρικής ασφάλισης.

δ) Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3655/2008 (Α' 58), καθώς και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που υπάγονταν στην ασφάλιση του πρ. Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) δυνάμει του π.δ. 284/1992 (Α'145).

4. Τα πρόσωπα της παρ. 2 μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου από 1ης.1.2023 έως τις 31.12.2024.

5. Τα πρόσωπα της παρ. 3 μπορούν να ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα από 1ης.1.2023 και εφεξής.

6. Η προαιρετική υπαγωγή στην ασφάλιση από την έναρξή της διέπεται από τους κανόνες της υποχρεωτικής ασφάλισης.

7. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 4052/2012 (Α' 41), προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Από την 1η.1.2021 στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους, οι αυτοαπασχολούμενοι υγειονομικοί, τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην Ο.Γ.Α., καθώς και τα πρόσωπα που βάσει ειδικής ή γενικής διάταξης νόμου εξαιρούνται της υποχρεωτικής υπαγωγής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.. Η προαιρετική υπαγωγή στην ασφάλιση από την έναρξή της διέπεται από τους κανόνες της υποχρεωτικής ασφάλισης. Από την 1η.1.2022 τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους, στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ, εφόσον έχουν συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος της ηλικίας τους κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής.».

Άρθρο 141
Προαιρετική υπαγωγή στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 37 ν.4052/2012

Στην παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 4052/2012 (Α' 41), περί ασφαλιστέων προσώπου του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών, τροποποιείται το τρίτο εδάφιο ώστε η δυνατότητα αίτησης προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση να συνδέεται με την ημερομηνία γέννησης και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Από την 1η.1.2021 στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους, οι αυτοαπασχολούμενοι υγειονομικοί, τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην Ο.Γ.Α., καθώς και τα πρόσωπα που βάσει ειδικής ή γενικής διάταξης νόμου εξαιρούνται της υποχρεωτικής υπαγωγής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.. Η προαιρετική υπαγωγή στην ασφάλιση από την έναρξή της διέπεται από τους κανόνες της υποχρεωτικής ασφάλισης. Από την 1η.1.2022 τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου υπάγονται προαιρετικά, μετά από αίτησή τους, στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ, εφόσον έχουν γεννηθεί έως και τις 31.12.1986.».

Άρθρο 142
Ρυθμίσεις ζητημάτων στελέχωσης του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) - Τροποποίηση παρ. 3 και 6 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 39 του ν. 4826/2021

Στο άρθρο 39 του ν. 4826/2021 (Α' 126), περί στελέχωσης του προσωπικού Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) το πρώτο εδάφιο της παρ. 3, περί του χρονικού διαστήματος κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων του Ταμείου κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης τροποποιείται ώστε το διάστημα να εκκινεί από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ταμείου, β) στην παρ. 6 : βα) το πρώτο εδάφιο τροποποιείται, προκειμένου να προβλεφθεί η δυνατότητα κατάληψης θέσης ευθύνης από το προσωπικό που προσλαμβάνεται σύμφωνα με αυτή, ββ) το τρίτο εδάφιο διαγράφεται, γ) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 39 Προσωπικό

1. Στο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Κ.Α.) συστήνονται εκατό (100) θέσεις προσωπικού, οι οποίες κατανέμονται ως εξής: είκοσι πέντε (25) θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού, σαράντα πέντε (45) θέσεις Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), δεκαπέντε (15) θέσεις Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), δέκα (10) θέσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, πέντε (5) θέσεις Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ).

2. Το Ταμείο στελεχώνεται από μόνιμους υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι διέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), καθώς και τις διατάξεις περί προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και καταλαμβάνουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις. Η πλήρωση των κενών θέσεων γίνεται με διορισμό ή πρόσληψη, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

3. Για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Κ.Α.), κάλυψη των κενών οργανικών του θέσεων δύναται, επίσης, να γίνεται κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, με μετάταξη ή απόσπαση προσωπικού από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (A 143), χωρίς να απαιτείται απόφαση ή σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Υπηρεσιακών Συμβουλίων του φορέα προέλευσης. Η απόσπαση ή η μετάταξη πραγματοποιείται με κοινή απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ταμείου και του οργάνου διορισμού στον φορέα προέλευσης του αποσπώμενου ή μετατασσόμενου υπαλλήλου, ύστερα από προκήρυξη του Δ.Σ. του Ταμείου.

4. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος υπηρεσίας στην οργανική τους θέση. Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται στα τρία (3) έτη με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης μέχρι δύο (2) φορές, με μόνη απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου.

5. Μετάταξη υπαλλήλου δύναται να πραγματοποιηθεί και μετά την ολοκλήρωση τριών (3) ετών απόσπασης στο Ταμείο, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και θετική εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου, κατά παρέκκλιση του ν. 4440/2016 (Α' 224).

6. Μέχρι την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος, το Τ.Ε.Κ.Α. μπορεί να προσλαμβάνει και να τοποθετεί, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης, σε θέσεις ευθύνης, προσωπικό με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου θητείας τριών (3) ετών, με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης, για τις θέσεις που απαιτούν επιστημονική εξειδίκευση, σε σχέση με την επενδυτική και αναλογιστική λειτουργία. Για την πρόσληψη του εν λόγω προσωπικού, ισχύει το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α'133).

Για τις προσλήψεις αυτές, εκδίδεται προκήρυξη από το Τ.Ε.Κ.Α. μετά από έλεγχο νομιμότητας που διενεργεί το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) και περιλαμβάνει τον αριθμό ανά ειδικότητα του προσωπικού που θα προσληφθεί, καθώς και σύντομη περιγραφή των απαιτήσεων.

Η προκήρυξη δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες του Τ.Ε.Κ.Α., του ΑΣΕΠ και του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του Τ.Ε.Κ.Α, καθορίζονται: α) τα απαιτούμενα ανά ειδικότητα προσόντα (κύρια, πρόσθετα ή επικουρικά) β) τα κριτήρια κατάταξης, γ) η προθεσμία υποβολής αιτήσεων των υποψηφίων και ο τρόπος υποβολής τους, δ) τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ε) καθώς και κάθε θέμα σχετικό με τα ανωτέρω. Οι υποψήφιοι υποβάλλουν τις αιτήσεις τους στο Τ.Ε.Κ.Α., το οποίο τις αξιολογεί και συντάσσει προσωρινούς πίνακες αποκλειομένων, πίνακες κατάταξης και πίνακες επιλεγομένων, τους οποίους δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του, αποστέλλοντας ταυτόχρονα στο ΑΣΕΠ τους σχετικούς πίνακες για έλεγχο νομιμότητας. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση, οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν ένσταση στο ΑΣΕΠ κατά των προσωρινών πινάκων. Το ΑΣΕΠ διενεργεί τον έλεγχο νομιμότητας, καθώς και τον κατ' ένσταση έλεγχο των πινάκων μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής των πινάκων και εν συνεχεία ενημερώνει το Τ.Ε.Κ.Α., προκειμένου να καταρτίσει τον οριστικό πίνακα προσληπτέων.

7. Μέχρι την πλήρωση των θέσεων της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4826/2021 (Α' 126), σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, στις θέσεις ευθύνης που προβλέπονται από τον Οργανισμό του Ταμείου, δύνανται να προΐστανται και αποσπασμένοι υπάλληλοι.».

Άρθρο 143
Παράταση της διάρκειας λειτουργίας της Μονάδας Υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης - Τροποποίηση παρ. 11 άρθρου 69 ν. 4826/2021

Στην παρ. 11 του άρθρου 69 του ν. 4826/2021 (Α' 126), περί της Μονάδας Υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το πρώτο εδάφιο, τροποποιείται ώστε η διάρκεια λειτουργίας της Μονάδας να συνεχίσει μεταβατικά τη λειτουργία της έως την 30η.6.2025 και β) από το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται η λέξη «αυτοδικαίως» και η παρ. 11 διαμορφώνεται ως εξής:

«11. Η Μονάδα Υποστήριξης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής συνεχίζει μεταβατικά τη λειτουργία της για διάστημα έως και τις 30.6.2025, μετονομαζόμενη εφεξής σε Μονάδα Υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου. Η θητεία των ήδη υπηρετούντων στη Μονάδα Υποστήριξης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής παρατείνεται για το ως άνω διάστημα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και σχετική αίτηση των ενδιαφερόμενων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η παρ. 9.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Άρθρο 144
Καταβολή δικαιώματος εγγραφής υπέρ Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων -Τροποποίηση άρθρου 25 π.δ. 422/1981

Το άρθρο 25 του π.δ. 422/1981 (Α' 114), περί δικαιώματος εγγραφής των δημοσίων υπαλλήλων στο Μετοχικό Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων, αντικαθίστανται και διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Κάθε δημόσιος υπάλληλος που μετέχει υποχρεωτικά ή προαιρετικά στο Μ.Τ.Π.Υ., αμέσως μετά τον διορισμό του, οφείλει να καταβάλει για δικαίωμα εγγραφής ποσό ίσο με τις ακαθάριστες αποδοχές του πρώτου μήνα της μισθοδοσίας του. Το ποσό αυτό εξοφλείται σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται υποχρεωτικά από τις αποδοχές του. Το ποσό του δικαιώματος εγγραφής που δεν εξοφλήθηκε για οποιονδήποτε λόγο εντός του πρώτου έτους από τον διορισμό, υπολογίζεται στο σύνολο του ισχύοντος μηνιαίου ακαθαρίστου μισθού κατά τον χρόνο της εξόφλησης.

2. Σε περίπτωση αναδρομικής αναπροσαρμογής των αποδοχών του μήνα υπολογισμού του δικαιώματος εγγραφής, ο μέτοχος υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά σε δώδεκα (12) άτοκες μηνιαίες δόσεις, με παρακράτηση από τη μισθοδοσία του. Το δικαίωμα εγγραφής δεν επιστρέφεται σε καμία περίπτωση.».

Άρθρο 145
Διαλειτουργικότητα του Δημοσίου κατά την απονομή μερισμάτων από το Μετοχικό Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων - Τροποποίηση άρθρου 17 ν. 4670/2020

1. Στο άρθρο 17 του ν. 4670/2020 (Α' 43), περί Ψηφιακού μετασχηματισμού διαδικασίας απονομής σύνταξης ΑΤΛΑΣ, προστίθενται παρ. 7α και 8α ως εξής:

«7α. Οι αποφάσεις απονομής μερίσματος του Μετοχικού Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων εκδίδονται ηλεκτρονικά βάσει των δεδομένων του πληροφοριακού συστήματος του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (Κ.Ε.Π.Α.).»

«8α. Η απόφαση κανονισμού ή μεταβίβασης μερίσματος αναρτάται στην προσωποποιημένη ατομική πληροφόρηση του δικαιούχου μερίσματος. Ο αιτών ειδοποιείται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για την ανάρτηση αυτής στην ηλεκτρονική διεύθυνση που έχει δηλώσει στο Δελτίο Ατομικής Υπηρεσιακής Κατάστασης (ΔΑΥΚ) ή στην αίτησή του και δεν απαιτείται κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου. Mετά από την παρέλευση είκοσι (20) ημερών από την ειδοποίηση ανάρτησης της απόφασης του πρώτου εδαφίου, τεκμαίρεται η κοινοποίησή της στον αιτούντα.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ

Άρθρο 146
Σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 30 ν. 4892/2022

Στην παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 4892/2022 (Α' 28), περί Διοικητικού Συμβουλίου του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: , α) στο πέμπτο εδάφιο η φράση «των περ. γ) και δ) της παρ. 1» αντικαθίσταται από τη φράση «της περ. γ) και ο συνταξιούχος ναυτικός της περ. δ) της παρ. 1» και η φράση «από τριπλάσιο αριθμό εφοπλιστών και ναυτικών, εν ενεργεία και συνταξιούχων» αντικαθίσταται από τη φράση «από τριπλάσιο αριθμό εφοπλιστών και συνταξιούχων ναυτικών του Ν.Α.Τ., αντιστοίχως,», β) προστίθεται νέο έκτο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Το μέλος της περ. α) της παρ. 1 επιλέγεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Το μέλος της περ. β) της παρ. 1 προτείνεται από συνέλευση των εργαζομένων, η οποία συγκαλείται από τον σύλλογο των εργαζομένων στο Ν.Α.Τ.. Η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρίστανται τουλάχιστον οι μισοί από το σύνολο των εργαζομένων στο Ν.Α.Τ.. Η ψηφοφορία είναι μυστική και για την εκλογή απαιτείται σχετική πλειοψηφία. Τα μέλη της περ. γ) και ο συνταξιούχος ναυτικός της περ. δ) της παρ. 1 επιλέγονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από τριπλάσιο αριθμό εφοπλιστών και συνταξιούχων ναυτικών του Ν.Α.Τ., αντιστοίχως, οι οποίοι υποδεικνύονται από τις οικείες και κατά την κρίση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μάλλον αντιπροσωπευτικές οργανώσεις. Τα τρία μέλη από τους εν ενεργεία ναυτικούς της περ. δ) της παρ. 1 επιλέγονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από τριπλάσιο αριθμό εν ενεργεία ναυτικών του Ν.Α.Τ., οι οποίοι υποδεικνύονται από τις οικείες και κατά την κρίση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μάλλον αντιπροσωπευτικές δευτεροβάθμιες οργανώσεις και, ελλείψει αυτών, πρωτοβάθμιες οργανώσεις. Τα μέλη της περ. γ) της παρ. 1, τα οποία προτείνονται από την οργάνωση των εφοπλιστών για την επιλογή του μέλους το οποίο εκπροσωπεί συγχρόνως και τα πλοία ξηρού και υγρού φορτίου ολικής χωρητικότητας μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) κόρων, υποδεικνύονται κατόπιν συνεννόησης με την, κατά την κρίση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μάλλον αντιπροσωπευτική των πλοίων της εν λόγω κατηγορίας οργάνωση. Σε περίπτωση παράλειψης υπόδειξης των μελών των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 από τις οικείες οργανώσεις εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη διαβίβαση σχετικού αιτήματος από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, τα μέλη επιλέγονται και ορίζονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης χωρίς αυτή.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΚΩΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Άρθρο 147
Επέκταση ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης σε όλες τις μισθωτές του e-ΕΦΚΑ - Τροποποίηση άρθρου 228 π.δ. 80/2022

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 228 του π.δ. 80/2022 (Α'222), περί χορήγησης ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η αναφορά σε «ΙΚΑ-ΕΤΑΜ» και «π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ» αντικαθίσταται από την αναφορά σε «Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)» και η αναφορά σε ΟΑΕΔ αντικαθίσταται από την αναφορά σε «Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ)», β) στην παρ. 1, βα) μετά τη φράση «σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις» προστίθεται η φράση «ή ως έμμισθη δικηγόρος της παρ. 11 του άρθρου 32 του ν. 4387/2016 (Α' 85), περί των παροχών ασθενείας σε χρήμα, μη θιγομένης της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4808/2021 (Α' 101),», ββ) μετά τη φράση «εννέα (9) μηνών» προστίθεται η φράση «από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), εφόσον έχει λάβει επιδότηση για κυοφορία και λοχεία από οποιοδήποτε ενταχθέντα στον e-ΕΦΚΑ Φορέα, Τομέα, Κλάδο ή Λογαριασμό ασφάλισης μισθωτών», γ) στο πέμπτο εδάφιο, η φράση «ΟΑΕΔ» αντικαθίστανται με τη φράση «Δ.ΥΠ.Α.», δ) στο έκτο εδάφιο, μετά τη φράση «σε είδος και σε χρήμα» προστίθεται η φράση «των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών» και το άρθρο 142 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 142

Ειδική παροχή προστασίας μητρότητας «1. Η μητέρα που είναι ασφαλισμένη στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και εργάζεται με σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή ως έμμισθη δικηγόρος της παρ. 11 του άρθρου 32 του ν. 4387/2016 (Α' 85), περί των παροχών ασθενείας σε χρήμα, μη θιγομένης της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4808/2021 (Α' 101), μετά τη λήξη της άδειας λοχείας και της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 9 της ΕΓΣΣΕ των ετών 2004-2005, δικαιούται να λάβει ειδική άδεια προστασίας μητρότητας εννέα (9) μηνών, από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), εφόσον έχει λάβει επιδότηση για κυοφορία και λοχεία από οποιοδήποτε ενταχθέντα στον e-ΕΦΚΑ Φορέα, Τομέα, Κλάδο ή Λογαριασμό ασφάλισης μισθωτών ή άλλο φορέα ασφάλισης ασθένειας μισθωτών.

Αν δεν κάνει χρήση της προβλεπόμενης από την ως άνω ΕΓΣΣΕ ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, η μητέρα δικαιούται αμέσως μετά τη λήξη της άδειας λοχείας την ως άνω ειδική άδεια προστασίας της μητρότητας, στη συνέχεια δε και το μειωμένο ωράριο που προβλέπεται από το άρθρο 9 της ΕΓΣΣΕ του έτους 1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Κατά τη διάρκεια της ως άνω ειδικής άδειας, η ΔΥΠΑ υποχρεούται να καταβάλλει στην εργαζόμενη μητέρα μηνιαίως ποσό ίσο με τον κατώτατο μισθό, όπως κάθε φορά καθορίζεται, καθώς και αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας με βάση το προαναφερόμενο ποσό. Σε περίπτωση απασχόλησης μέχρι και τέσσερις (4) ώρες ημερησίως ή μέχρι δεκατρείς (13) ημέρες το μήνα, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, που προηγείται της άδειας κυοφορίας, το καταβαλλόμενο από τη ΔΥΠΑ ποσό ισούται με το μισό του καθοριζόμενου ανωτέρω. Ο χρόνος της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους κλάδους κύριας σύνταξης και ασθένειας του e-ΕΦΚΑ, καθώς και στους οικείους φορείς επικουρικής ασφάλισης, οι δε προβλεπόμενες εισφορές υπολογίζονται επί του κατά περίπτωση αναφερόμενου παραπάνω ποσού, από το οποίο η ΔΥΠΑ παρακρατεί την προβλεπόμενη εισφορά ασφαλισμένου και την αποδίδει στους αρμόδιους φορείς μαζί με την προβλεπόμενη εισφορά εργοδότη που βαρύνει τη ΔΥΠΑ. Ο χρόνος ασφάλισης, που έχει διανυθεί από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου, θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον Κλάδο Ασθένειας σε είδος και σε χρήμα των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών ή στον οικείο φορέα ασφάλισης ασθένειας.

Κατά τη διάρκεια της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3227/2004 (Α' 31) και η 30874/23.4.2004 (Β' 1023) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Την ειδική παροχή προστασίας μητρότητας, σύμφωνα με το παρόν, δικαιούνται και η τεκμαιρόμενη μητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα, που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας και η εργαζόμενη, που υιοθετεί τέκνο από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου:

α) ως «εργαζόμενη που υιοθετεί τέκνο» νοείται η εργαζόμενη γυναίκα, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων και μετά από απόφαση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας παραλαμβάνει, για φροντίδα και ανατροφή με σκοπό την υιοθεσία, παιδί από κοινωνική υπηρεσία της κατά περίπτωση Μονάδας Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας ή άλλου φορέα που έχει υπό την προστασία του το παιδί ή από τον φυσικό γονέα ή τους φυσικούς γονείς του παιδιού ακόμη και πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης υιοθεσίας, και

β) ως «ένταξη του παιδιού στην οικογένεια» νοείται: βα) η ημερομηνία φυσικής παράδοσης, για φροντίδα και ανατροφή με σκοπό την υιοθεσία, του παιδιού στην «εργαζόμενη που υιοθετεί τέκνο» από την κατά περίπτωση Μονάδα Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας ή από όποιον άλλον φορέα έχει υπό την προστασία του το παιδί, όπως αποδεικνύεται από σχετικό έγγραφο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ή από τον φυσικό γονέα ή τους φυσικούς γονείς του παιδιού ακόμη και πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης υιοθεσίας, όπως αποδεικνύεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που συνάπτει η «εργαζόμενη που υιοθετεί τέκνο» με τον φυσικό γονέα ή τους φυσικούς γονείς του παιδιού, ή

ββ) η ημερομηνία, κατά την οποία καθίσταται τελεσίδικη η δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει αλλοδαπή απόφαση υιοθεσίας από την εργαζόμενη που υιοθετεί τέκνο. 2. Η μητέρα δικαιούται να μεταβιβάσει έως επτά (7) μήνες από την ειδική άδεια προστασίας μητρότητας της παρ. 1 προς τον πατέρα, ανεξαρτήτως αν αυτός εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή αυτοαπασχολούμενος ή αγρότης. Για όσο χρόνο ο πατέρας λαμβάνει την άδεια που του έχει μεταβιβάσει η μητέρα, δικαιούται τις ανωτέρω παροχές και επιδοτείται με βάση το ασφαλιστικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται. τις συνέπειες ως προς την ασφαλιστική κάλυψη της παρ. 1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη μεταβίβαση της ειδικής άδειας προστασίας μητρότητας, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.».

2. Δικαιούχοι των επιδομάτων κύησης και λοχείας, εφόσον η εγκριτική απόφαση εκδόθηκε από οποιονδήποτε ενταγμένο στον e-ΕΦΚΑ Φορέα, Τομέα, Κλάδο ή Λογαριασμό ασφάλισης μισθωτών ή άλλο φορέα ασφάλισης ασθένεια μετά από την έναρξη ισχύος του άρθρου 43 του ν. 4997/2022 (Α' 219) υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν. 3655/2008.

Άρθρο 148
Θέσπιση ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας για ελεύθερες επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενες και αγρότισσες

1. Η μητέρα ασφαλισμένη του e-ΕΦΚΑ, ελεύθερη επαγγελματίας, αυτοαπασχολούμενη ή αγρότισσα, δικαιούται ειδική παροχή προστασίας μητρότητας διάρκειας εννέα (9) μηνών, η οποία εκκινεί μετά τη λήξη του επιδόματος μητρότητας του e-ΕΦΚΑ, βάσει του άρθρου 6 του ν. 4097/2012 (Α' 235), και συγκεκριμένα μετά το πέρας δεκατεσσάρων (14) εβδομάδων από την επομένη του τοκετού. Η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) καταβάλλει στις δικαιούχους μηνιαίως ποσό ίσο με τον εκάστοτε ισχύοντα κατώτατο μισθό, κατόπιν ελέγχου ασφαλιστικής ενημερότητας.

2. Την ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας μη μισθωτών δικαιούνται και η τεκμαιρόμενη μητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα, που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας και η μη μισθωτή, που υιοθετεί τέκνο από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου για τις έννοιες «εργαζόμενη που υιοθετεί τέκνο» και «ένταξη του παιδιού στην οικογένεια» ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 228 του π.δ. 80/2022 (Α' 222).

3. Η μητέρα δικαιούται να μεταβιβάσει έως επτά (7) μήνες από την ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας της παρ. 1 στον πατέρα, ανεξαρτήτως αν αυτός εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή αυτοαπασχολούμενος ή αγρότης. Για όσο χρόνο ο πατέρας λαμβάνει την άδεια που του έχει μεταβιβάσει η μητέρα, δικαιούται τις παροχές της παρ. 1, εφόσον είναι ασφαλιστικά ενήμερος.

4. Η καταβολή της παροχής της παρ. 1 στις αγρότισσες χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Για τις ελεύθερες επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενες μητέρες αξιοποιείται ο Ειδικός Λογαριασμός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολουμένων της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152). Από 1ης.1.2024 στους σκοπούς του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού προστίθεται η προστασία της μητρότητας των αυτοαπασχολούμενων και των ανεξαρτήτως απασχολούμενων μέσω της ειδικής παροχής της παρ. 1 και αυτός μετονομάζεται σε Ειδικό Λογαριασμό υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολούμενων.

5. Την ειδική παροχή προστασίας μητρότητας δικαιούνται και όσες μητέρες απέκτησαν τέκνο έως και δεκατέσσερις (14) εβδομάδες πριν από τη λήξη του έτους 2023 και ειδικότερα έως και την 24/09/2023.».

Άρθρο 149
Προπληρωμένη κάρτα πληρωμής επιδομάτων

1. Τα επιδόματα, βοηθήματα, ενισχύσεις και κάθε είδους παροχές της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) και του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.), πλην αυτών της παρ. 4 , καταβάλλονται σε λογαριασμούς των δικαιούχων που κινούνται αποκλειστικά με τη χρήση ειδικής προπληρωμένης κάρτας («προπληρωμένη κάρτα»). Σε κάθε δικαιούχο αντιστοιχεί ένας και μοναδικός λογαριασμός της παρούσας.

2. Η προπληρωμένη κάρτα εκδίδεται από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών της περ. δ) του άρθρου 62 του ν. 4446/2016 (Α'240) που λειτουργούν στην Ελλάδα και στους οποίους οι δικαιούχοι διατηρούν ενεργό λογαριασμό πληρωμών. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών χορηγούν την προπληρωμένη κάρτα και παρέχουν την αντίστοιχη υπηρεσία λειτουργίας της προς τους δικαιούχους χωρίς αντάλλαγμα.

3. Το ήμισυ (1/2) του καταβαλλόμενου ποσού κάθε επιδόματος, βοηθήματος, παροχής ή ενίσχυσης δαπανάται αποκλειστικά μέσω χρήσης της προπληρωμένης κάρτας του δικαιούχου για αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών, (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών αγορών), ή πληρωμές χωρίς επιβάρυνση του δικαιούχου με έξοδα κόστους συναλλαγών τραπεζικής συναλλαγής. Ο χρήστης της κάρτας δικαιούται να αναλαμβάνει ποσό σε μετρητά από τον λογαριασμό του που δεν υπερβαίνει το ήμισυ (1/2) των επιδομάτων που έχει λάβει. Η χρήση της προπληρωμένης κάρτας επιτρέπεται για συναλλαγές που πραγματοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. Επιδόματα, βοηθήματα και παροχές που δεν καταβάλλονται σε λογαριασμούς της παρ. 1 μέσω της προπληρωμένης κάρτας είναι τα εξής:

α) Για επιδόματα, βοηθήματα και παροχές που χορηγεί ο Ο.Π.Ε.Κ.Α.:

αα) Το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης ανασφάλιστων υπερηλίκων του άρθρου 93 του ν. 4387/2016 (Α' 85),

αβ) τα αναπηρικά επιδόματα,

αγ) το επίδομα ομογενών προσφύγων του άρθρου 5 του ν.δ. 57/1973 (Α' 149),

αδ) το επίδομα στέγασης του άρθρου 3 του ν. 4472/2017 (Α' 74),

αε) η εισοδηματική ενίσχυση οικογενειών ορεινών και μειονεκτικών περιοχών της παρ. 2 του άρθρου 27 του ν.3016/2002 (Α'30),

αστ) τα έξοδα κηδείας σε περίπτωση θανάτου ανασφάλιστου υπερήλικα του ν. 1296/1982 (Α' 128),

αζ) το επίδομα στεγαστικής συνδρομής σε ανασφάλιστους υπερήλικες της υποπερ. αα) της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4520/2018 (Α' 30),

αη) η μηνιαία οικονομική ενίσχυση με τη μορφή επιδόματος προς τα προστατευόμενα τέκνα θανόντων από τις πυρκαγιές που έπληξαν περιοχές της Περιφέρειας Αττικής στις 23 και 24 Ιουλίου 2018 του άρθρου 2 της από 26.7.2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 138), που κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4576/2018 (Α' 196),

αθ) η μηνιαία οικονομική ενίσχυση με τη μορφή επιδόματος προς κάθε ανήλικο τέκνο των θανόντων κατά τη διάρκεια και εξαιτίας των πλημμυρικών φαινομένων που έπληξαν την Κρήτη κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2019 του άρθρου 244 του ν. 4610/2019 (Α' 70), ι) η μηνιαία οικονομική ενίσχυση της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2768/1999 (Α'273), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 του ν. 5043/2023 (Α'91), προς τα προστατευόμενα τέκνα και αδέλφια θανόντων κατά τη διάρκεια και εξαιτίας των πυρκαγιών που έπληξαν την περιοχή Βαρυμπόμπης Δήμου Αχαρνών την 3η Αυγούστου 2021 και εξαιτίας του σεισμού της 30ής Οκτωβρίου 2020 στη Σάμο.

β) Για επιδόματα, βοηθήματα και παροχές που χορηγεί η Δ.ΥΠ.Α.:

βα) Το επίδομα λόγω αφερεγγυότητας εργοδότη του άρθρου 16 του ν. 1836/1989 (Α' 79),

ββ) Το επίδομα διαθεσιμότητας του τρίτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197)

βγ) έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις που καταβάλει η Δ.ΥΠ.Α.,

5. Τα άτομα με οπτική αναπηρία σε ποσοστό άνω του ογδόντα τοις εκατό (80%) που έχουν πιστοποιηθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης εξαιρούνται από την καταβολή μέσω προπληρωμένης κάρτας.

6. Συναλλαγές για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών που πραγματοποιούνται με τη χρήση της προπληρωμένης κάρτας λαμβάνονται υπόψη για συμμετοχή των δικαιούχων της παρ. 1 σε ειδικό πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων (Λοταρίες), μέσω του οποίου χορηγούνται στους κληρωθέντες χρηματικά ή άλλα έπαθλα. Τα χρηματικά έπαθλα είναι ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Το συνολικό διανεμόμενο χρηματικό ποσό για τις δημόσιες κληρώσεις που θα διενεργηθούν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2025, δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (8.500.000) ευρώ. Το ποσό αυτό χρηματοδοτείται από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

7. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών γνωστοποιούν στους δικαιούχους της παρ. 1 και στα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας τα προγράμματα με τα οποία επιβραβεύουν τους χρήστες της προπληρωμένης κάρτας για τις συναλλαγές αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών που οι τελευταίοι πραγματοποιούν με τη χρήση της.

8. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2024, ο χρόνος έναρξης καταβολής κάθε επιδόματος, βοηθήματος και παροχής σε λογαριασμούς, οι οποίοι κινούνται αποκλειστικά μέσω ειδικής προπληρωμένης κάρτας ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Από την 30η Σεπτεμβρίου 2024 το σύνολο των παροχών της παρ. 1, με την επιφύλαξη της παρ. 4, καταβάλλονται μέσω της προπληρωμένης κάρτας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΔΑ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 150
Ρυθμίσεις για την εύρυθμη λειτουργία της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικών Υποθέσεων - Τροποποίηση παρ. 9 και παρ. 11 και προσθήκη παρ. 6Α στο άρθρο 80 του ν. 4826/2021

1. Στο άρθρο 80 του ν. 4826/2021 (Α'160), περί σύστασης Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.), μετά από την παρ. 6 προστίθεται παρ. 6 Α ως εξής:

«6Α. Το ωράριο των υπαλλήλων της Μ.Ε.Κ.Υ. σύμφωνα με τον ν. 1157/1981 (Α' 126) χαρακτηρίζεται ως ευέλικτο, προσαρμοζόμενο στις επαυξημένες συμβουλευτικές και γνωμοδοτικές ανάγκες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, αρμόδιος για τον έλεγχο της τήρησης του ωραρίου, καθώς επίσης και για τη βεβαίωση των υπερωριών του προσωπικού της Μ.Ε.Κ.Υ., είναι ο επικεφαλής της Μ.Ε.Κ.Υ.».

2. Στην παρ. 9 του άρθρου 80 του ν. 4826/2021, περί σύστασης Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.), προστίθεται τελευταίο εδάφιο και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:

«9. Ο επικεφαλής και οι Ειδικοί Εμπειρογνώμονες της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Κοινωνικών Υποθέσεων λαμβάνουν τις αποδοχές, που καθορίζονται με την υπουργική απόφαση του πρώτου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 47 του ν. 4484/2017 (Α' 110). Το προσωπικό που αποσπάται στη Μ.Ε.Κ.Υ., μπορεί να επιλέγει είτε τις αποδοχές της θέσης προέλευσης είτε τις αποδοχές που ορίζονται για τους Ειδικούς Εμπειρογνώμονες της Μ.Ε.Κ.Υ., εφόσον πληροί τα προσόντα πρόσληψης ως Ειδικός Εμπειρογνώμων. Εάν ο επικεφαλής της Μ.Ε.Κ.Υ. ή οι Ειδικοί Εμπειρογνώμονες είναι υπάλληλοι ή λειτουργοί του δημοσίου τομέα, μπορούν να επιλέξουν τη διενέργεια της καταβολής των αποδοχών τους είτε από την υπηρεσία προέλευσής τους είτε από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Ο επικεφαλής της Μ.Ε.Κ.Υ. υπάγεται για τις μετακινήσεις του σε εσωτερικό και εξωτερικό στην ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ι του άρθρου 5, του Κεφ. Α, της υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α' 94).».

3. Στην παρ. 11 του άρθρου 80 του ν. 4826/2021, περί σύστασης Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.), στο δεύτερο εδάφιο προστίθεται η φράση «ιδίως στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και κάθε μετεξέλιξή του», προστίθενται δύο τελευταία εδάφια και η παρ. 11 διαμορφώνεται ως εξής:

«11. Η Μ.Ε.Κ.Υ. μπορεί να συνάπτει μνημόνια συνεργασίας με φορείς του δημοσίου τομέα, όπως ιδίως, την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, καθώς και με την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με αντικείμενο την παροχή πληροφοριών και στοιχείων προς επεξεργασία. Για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της, παρέχεται στη Μ.Ε.Κ.Υ. απευθείας πρόσβαση ή πρόσβαση κατόπιν αιτήματος, εφόσον δεν είναι δυνατή η απευθείας πρόσβαση, στα συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία που τηρούνται, αφενός σε επίπεδο Α.Φ.Μ. (μικροδεδομένα), στο Σύστημα Διοικητικής Πληροφόρησης (Management Information System MIS) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), αφετέρου σε επίπεδο Α.Μ.Κ.Α. στον Ηλεκτρονικό Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) ή σε οποιοδήποτε άλλο πληροφοριακό σύστημα, ιδίως στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και κάθε μετεξέλιξή του, σε επίπεδο εφαρμογής μετά από διαδικασία ψευδωνυμοποίησής τους, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 105 του ν. 4446/2016 (Α' 240). Η σύζευξη και η ψευδωνυμοποίηση των ανωτέρω δεδομένων, όπου αυτή προβλέπεται, δύναται να εκτελείται με τη συνδρομή της Μ.Ε.Κ.Υ. μετά από συμφωνία της με τον συνεργαζόμενο φορέα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να ορίζεται η διαδικασία ψευδωνυμοποίησης, τα πρόσωπα που την εκτελούν και κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ - ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 151
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι και η διαδικασία είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ, η διαδικασία διασταύρωσης και ελέγχου των στοιχείων που αφορούν στη σύνταξη και τις αμοιβές από την υπακτέα στην ασφάλιση απασχόληση, ο χρόνος έναρξης και ο τρόπος είσπραξης του πόρου μέσω εργοσήμου, η διαδικασία ελέγχου των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 114, η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τη δήλωση της απασχόλησης της παρ. 11 του άρθρου 114 και τη διαπίστωση της συνδρομής των εξαιρέσεων των παρ. 6 και 7 του άρθρου 114, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 114.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες διασταύρωσης και οι έλεγχοι για την πλήρωση των κριτηρίων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 115, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 115.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζεται η διαδικασία καταβολής της έκτακτης εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 123.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται η διαδικασία, ο τρόπος, οι λοιπές προϋποθέσεις καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 146

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται η διαδικασία και ο τρόπος καταβολής της παροχής, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ e-ΕΦΚΑ και Δ.ΥΠ.Α., η λήψη και η μεταβίβαση της ειδικής άδειας προστασίας μητρότητας, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 148. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ρυθμίζονται:

α) η διαδικασία, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής, οι εξαιρούμενες συναλλαγές προς κατηγορίες επιχειρήσεων, η υπαγωγή των επιδομάτων, βοηθημάτων, ενισχύσεων και παροχών που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 149 στην διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 149, η προθεσμία και διαδικασία δήλωσης του μοναδικού τραπεζικού λογαριασμού της παρ. 1 του άρθρου 149, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα αναφορικά με την καταβολή των παροχών στους ως άνω λογαριασμούς και

β) κάθε τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα αναφορικά με το πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων της παρ. 6 του άρθρου 149 όπως η διάρκεια αυτού, η διαδικασία και η συχνότητα των κληρώσεων, τα κριτήρια και η διαδικασία συμμετοχής, τα μέσα καταχώρισης των συναλλαγών που συμμετέχουν στις κληρώσεις, καθώς και ο καθορισμός των χρηματικών ή άλλων επάθλων του άρθρου 149.

Άρθρο 152
Μεταβατικές διατάξεις

1. Τα άρθρα 116 και 117 καταλαμβάνουν τις αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αιτήσεις που βρίσκονται στη διαδικασία ελέγχου του άρθρου 49 του ν. 4921/2022, καθώς και όσες εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, των οποίων τα οικονομικά αποτελέσματα ανατρέχουν στην ημερομηνία της αρχικής αίτησης συνταξιοδότησης. Αιτήσεις, που έχουν απορριφθεί, επανεξετάζονται κατόπιν νέας αίτησης του ασφαλισμένου, και τα οικονομικά τους αποτελέσματα εκκινούν από την ημερομηνία υποβολής της νέας αίτησης.

2.Το άρθρο 120 εφαρμόζεται και για τους συνταξιούχους του Ταμείου, των οποίων η σύνταξη ανεστάλη λόγω συνταξιοδοτήσεώς τους από τον π. Ο.Γ.Α., τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ισχύ του άρθρου 120.

3. Στο άρθρο 147 υπάγονται από την έναρξη ισχύος του άρθρου 43 του ν. 4997/2022 (Α'219) και οι δικαιούχοι των επιδομάτων κύησης και λοχείας, εφόσον η εγκριτική απόφαση εκδόθηκε από οποιονδήποτε ενταγμένο στον e-ΕΦΚΑ Φορέα, Τομέα, Κλάδο ή Λογαριασμό ασφάλισης μισθωτών ή άλλο φορέα ασφάλισης ασθένειας.

Άρθρο 153
Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:

α) το άρθρο 41 του ν. 4052/2012 (Α'41), περί προϋποθέσεων συνταξιοδότησης του πρώην Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (π. ΕΤΕΑ), και κάθε διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 107 του ν. 4387/2016, περί πρόσβασης του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών της πρώην Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών,

β) η παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 3846/2010 (Α'66), περί θεμάτων Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (OAEE)- Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ),

γ) το άρθρο 58 του ν. 4144/2023 (Α'88), περί ασφάλισης ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων,

δ) η παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4075/2012 (Α'89), περί ρυθμίσεων ΟΑΕΕ,

ε) η παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3050/2002 (Α'214), περί θεμάτων ΟΑΕΕ, ΟΓΑ και ασφάλισης σύμβασης έργου,

στ) η παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 3232/2004 (Α'48), περί υπαγωγής στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α.,

ζ) η παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 3518/2006 (Α'272), περί οριοθέτησης υπαγωγής στην ασφάλιση ΟΑΕΕ και ΟΓΑ.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ'
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.) ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ A'
ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 154
Σκοπός

Σκοπός της παρούσας Ενότητας είναι: α) η παροχή ποιοτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών και η αναβάθμιση των μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και η κάλυψη των λειτουργικών κενών στις θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), β) η βελτίωση της επιχειρησιακής λειτουργίας της Δ.ΥΠ.Α. και η απλούστευση και επιτάχυνση της διαδικασίας πρόσληψης των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α., γ) η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των μαθητευόμενων και η ομαλή λειτουργία των προγραμμάτων μάθησης σε εργασιακό χώρο, δ) η αποτελεσματική επίτευξη των σκοπών και των αρμοδιοτήτων με τις οποίες είναι επιφορτισμένη η Δ.ΥΠ.Α. και η εύρυθμη λειτουργία της.

Άρθρο 155
Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος είναι ιδίως: α) η θέσπιση ενός συστήματος διορισμού και προσλήψεων μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δ.ΥΠ.Α., ώστε να διασφαλίζονται η επιλογή των καταλληλότερων για τις προκηρυσσόμενες θέσεις υποψηφίων, β) η δημιουργία ενός μητρώου προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α., γ) η ρύθμιση ζητημάτων σχετικών με τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., τις παροχές και τα προγράμματα της Δ.ΥΠ.Α., δ) η απρόσκοπτη καταβολή των επιδομάτων, η επιτάχυνση των διαδικασιών και η διοικητική αποφόρτιση καθώς και η καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας, ε) η διατήρηση του προσωπικού στη Δ.ΥΠ.Α. ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική υλοποίηση των έργων που αναλαμβάνει.

ΜΕΡΟΣ Β'
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Άρθρο 156
Επιλογή εκπαιδευτικών της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης με σειρά προτεραιότητας

Οι κενές οργανικές θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) καλύπτονται με επιλογή προσωπικού που διενεργείται από τη Δ.ΥΠ.Α. και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), βάσει σειράς προτεραιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου και σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α' 133).

Άρθρο 157
Προκήρυξη - τυπικά προσόντα υποψηφίων - κριτήρια επιλογής

1. Για την πλήρωση των κενών θέσεων μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η Δ.ΥΠ.Α., με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, τηρώντας τις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της ισότητας, εκδίδει σχετική προκήρυξη, η οποία εγκρίνεται από το Α.Σ.Ε.Π. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η προκήρυξη και η συνακόλουθη διαδικασία κατάταξης με σειρά προτεραιότητας, κατά κλάδο και ειδικότητα, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. Με την προκήρυξη καθορίζονται ο αριθμός των προς πλήρωση θέσεων, η περιγραφή αντικειμένου των προκηρυσσόμενων θέσεων (περίγραμμα), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διεξαγωγή της διαδικασίας και για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου.

2. Στη διαδικασία επιλογής μπορούν να συμμετέχουν όσοι εκπαιδευτικοί διαθέτουν, πέραν των γενικών προσόντων διορισμού που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α' του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α' 26), τα τυπικά προσόντα διορισμού, δηλαδή όσοι διαθέτουν α) για θέσεις της κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης ή Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.), της ημεδαπής ή ακαδημαϊκά ισοδύναμο ή ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) για θέσεις της κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), πτυχίο ή δίπλωμα Επαγγελματικού Λυκείου (ΕΠΑ.Λ.) ή πτυχίου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε.) Β' κύκλου, Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου (Τ.Ε.Λ.) ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου ή Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και γ) για θέσεις της κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), πτυχίο ή δίπλωμα ή απολυτήριο τίτλο Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε.) Α' κύκλου, Επαγγελματικής Σχολής Μαθητείας (ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας), Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής (Τ.Ε.Σ.) ή Σχολής Μαθητείας του ν. 1566/1985 (Α' 167) ή Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας εκπαιδευτικών δομών της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και με τριετή (3ετή) εργασιακή εμπειρία μετά την κτήση του βασικού τίτλου. Στην περίπτωση που λόγω της φύσης της ειδικότητας, οι υποψήφιοι κατηγορίας ΔΕ δεν διαθέτουν απολυτήριο ή πτυχίο της προκηρυσσόμενης ειδικότητας, απαιτείται να διαθέτουν εμπειρία έξι (6) ετών στο αντικείμενο της προς κάλυψη θέσης μετά την περάτωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Για όσους κλάδους και ειδικότητες απαιτείται κατά τις κείμενες διατάξεις άδεια άσκησης του αντίστοιχου επαγγέλματος ή ταυτότητα μέλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου σωματειακής μορφής, απαιτείται για τον διορισμό ή την πρόσληψη η εν λόγω άδεια ή η ταυτότητα μέλους.

3. Πρόσθετα προσόντα πλήρωσης των κενών θέσεων εκπαιδευτικών αποτελούν η γνώση πληροφορικής ή χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και η γνώση ξένης γλώσσας, για την απόδειξη των οποίων εφαρμόζονται τα άρθρα 9 και 10 του π.δ. 85/2022 (Α' 232), καθώς και η παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, η οποία πιστοποιείται είτε πριν από τον διορισμό, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 54 του ν. 4589/2019 (Α' 13), είτε μετά τον διορισμό, μέσω επιτυχούς παρακολούθησης ειδικών επιμορφωτικών προγραμμάτων. Οι υποψήφιοι, οι οποίοι διαθέτουν πιστοποιημένη παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων υποψηφιότητας, προτάσσονται των υποψηφίων που δεν τη διαθέτουν στους αξιολογικούς πίνακες κατάταξης. Ειδικά για τις θέσεις της κατηγορίας ΠΕ, πρόσθετα προσόντα αποτελούν η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και η κατοχή διδακτορικού διπλώματος, τα οποία μοριοδοτούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 159.

4. Επιπλέον προσόν το οποίο συνιστά βαθμολογούμενο κριτήριο κατάταξης είναι η εμπειρία, η οποία διακρίνεται σε διδακτική και εργασιακή.

5. Με την προκήρυξη της παρ. 1 είναι δυνατόν να ζητούνται, για κλάδους και ειδικότητες, πρόσθετα ειδικά προσόντα. Ειδικά για την προκήρυξη θέσεων αναφορικά με την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ατόμων με αναπηρία, απαιτείται η εξειδίκευση των υποψηφίων στην ειδική αγωγή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3699/2008 (Α' 199).

6. Για την πλήρωση των κενών θέσεων εκπαιδευτικών λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο αριθμός τέκνων του υποψηφίου, τα οποία μοριοδοτούνται σύμφωνα με το άρθρο 159.

7. Επιπλέον, μοριοδοτούμενο κριτήριο, σύμφωνα με το άρθρο 159, αποτελεί και η αναπηρία, όπως διαπιστώνεται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω του υποψηφίου ή του/της συζύγου, εφόσον ο έγγαμος βίος έχει διάρκεια τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη, ή τέκνου. Σε περίπτωση αναπηρίας περισσότερων προσώπων του πρώτου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη μόνο το ανώτερο ποσοστό αναπηρίας του ενός εξ αυτών. Η αναπηρία του υποψηφίου μοριοδοτείται εφόσον δεν οφείλεται κατά κανένα ποσοστό σε ψυχικές παθήσεις.

8. Για τη διακρίβωση της εν γένει καταλληλότητας του υποψηφίου για τα καθήκοντα της προκηρυσσόμενης θέσης, διενεργείται και ατομική δομημένη συνέντευξη.

Άρθρο 158
Υποβολή αιτήσεων συμμετοχής και απαιτούμενων δικαιολογητικών

1. Οι αιτήσεις συμμετοχής των υποψηφίων υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της δημόσιας διοίκησης (Ε.Ψ.Π.- gov.gr), σύμφωνα με τον τρόπο και τις προθεσμίες που ορίζονται στη σχετική προκήρυξη. Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων ορίζεται στην οικεία προκήρυξη. Οι αιτήσεις συμμετοχής υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης και οι υποψήφιοι έχουν την αποκλειστική ευθύνη ορθής συμπλήρωσής τους.

2. Κάθε υποψήφιος έχει δικαίωμα να υποβάλει μία (1) μόνο αίτηση για την ίδια προκήρυξη και για θέσεις μίας (1) μόνο κατηγορίας προσωπικού. Στην αίτησή του ο υποψήφιος δηλώνει και τη σειρά των προτιμήσεών του για τις θέσεις κατά κλάδο ή ειδικότητα και Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφερειακή Διεύθυνση της Δ.ΥΠ.Α. ή άλλη ειδικότερη περιοχή σύμφωνα με την προκήρυξη, στις οποίες επιθυμεί να διορισθεί. Η υποβολή περισσότερων της μιας (1) αιτήσεων για θέσεις της ίδιας προκήρυξης ή η σώρευση στην αίτηση θέσεων διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού, συνεπάγεται αυτοδικαίως τον αποκλεισμό του υποψηφίου από την περαιτέρω διαδικασία.

3. Με τις αιτήσεις συμμετοχής συνυποβάλλονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται αναλυτικά στην οικεία προκήρυξη, με τα οποία αποδεικνύονται τα προσόντα και τα κριτήρια που επικαλούνται οι υποψήφιοι. Η υποβολή των δικαιολογητικών διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, εκτός αν με την προκήρυξη ορισθεί κατ' εξαίρεση άλλος τρόπος υποβολής. Δικαιολογητικά που δεν έχουν καταχωρηθεί, δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν αξιολογούνται, ακόμη και αν τα προσόντα ή κριτήρια στα οποία αφορούν έχουν δηλωθεί στην αντίστοιχη αίτηση. Δικαιολογητικά που προσκομίζονται εκπροθέσμως, ακόμη και αν συμπληρώνουν ή διευκρινίζουν αυτά που έχουν κατατεθεί εμπροθέσμως, δεν γίνονται δεκτά. Η προσκόμιση ψευδών δικαιολογητικών που επηρεάζουν την κατάταξη του υποψηφίου, πέραν των ποινικών κυρώσεων, επιφέρει την αποβολή του υποψηφίου από τη διαδικασία.

4. Οι τίτλοι σπουδών οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδας της αλλοδαπής γίνονται δεκτοί μόνον εφόσον είναι αρμοδίως αναγνωρισμένοι.

Άρθρο 159
Κριτήρια κατάταξης

1. Κάθε υποψήφιος, εφόσον κατέχει τα γενικά και απαιτούμενα προσόντα διορισμού/συμμετοχής, κατατάσσεται σε πίνακες κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας ανά κλάδο/ειδικότητα, όπως αυτή προκύπτει από την αθροιστική βαθμολόγηση των προσόντων και των κριτηρίων του άρθρου 157, ως ακολούθως: α) Ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία για τους κλάδους της κατηγορίας ΠΕ μοριοδοτούνται με χίλιες τριακόσιες σαράντα (1340) μονάδες κατ' ανώτατο όριο, οι οποίες αναλύονται ως εξής: αα) βαθμός του βασικού τίτλου σπουδών, εφόσον είναι αντίστοιχης ειδικότητας με αυτήν που προκηρύσσεται και ο οποίος για πτυχία Α.Ε.Ι. με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως δέκα (10), υπολογίζεται ως το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή δέκα μονάδων (10) και με ανώτατο όριο τις εκατό (100) μονάδες. Σε περίπτωση που η κλίμακα είναι διαφορετική, ο βαθμός υπολογίζεται με αναγωγή στην κλίμακα αυτή.

αβ) Δεύτερο πτυχίο Α.Ε.Ι., το οποίο υπολογίζεται με εβδομήντα (70) μονάδες.

αγ) Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους ή ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master) κατά το άρθρο 78 του ν. 4957/2022 (Α' 141) και την παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 4485/2017 (Α' 114), ο οποίος υπολογίζεται με διακόσιες (200) μονάδες.

αδ) Δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους, ο οποίος υπολογίζεται με ογδόντα (80) μονάδες.

αε) Διδακτορικό δίπλωμα το οποίο υπολογίζεται με τετρακόσιες (400) μονάδες.

αστ) Άριστη γνώση ξένης γλώσσας υπολογίζεται με ογδόντα (80) μονάδες.

αζ) Πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας υπολογίζεται με εξήντα (60) μονάδες.

αη) Καλή γνώση ξένης γλώσσας υπολογίζεται με σαράντα (40) μονάδες.

αθ) Πιστοποιημένη γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή Α' επιπέδου (ενότητες Επεξεργασία Κειμένου, Υπολογιστικά Φύλλα και Υπηρεσίες Διαδικτύου) υπολογίζεται με ογδόντα (80) μονάδες.

αι) Πιστοποιημένη επιμόρφωση φορέα στο πλαίσιο προγραμμάτων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ή από άλλο δημόσιο φορέα με σχετική αρμοδιότητα, η οποία υπολογίζεται με πέντε δέκατα της μονάδας ανά ώρα επιμόρφωσης (0,5 μονάδα/ώρα) και με ανώτατο όριο τις πενήντα (50) μονάδες.

αια) Πιστοποιημένη παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, η οποία υπολογίζεται με διακόσιες (200) μονάδες.

β) Ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία για τους κλάδους της κατηγορίας ΤΕ μοριοδοτούνται με εξακόσιες σαράντα (640) μονάδες κατ' ανώτατο όριο, οι οποίες αναλύονται ως εξής:

βα) βαθμός του πτυχίου Επαγγελματικού Λυκείου (ΕΠΑ.Λ.) ή πτυχίου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε.) Β' κύκλου, Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου (Τ.Ε.Λ.) ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου, ο οποίος για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως είκοσι (20), υπολογίζεται ως το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή πέντε (5) μονάδων και με ανώτατο όριο τις εκατό (100) μονάδες.

ββ) βαθμός πτυχίου ή διπλώματος Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), ο οποίος για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως είκοσι (20), υπολογίζεται ως το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή επτά (7) μονάδων και με ανώτατο όριο τις εκατό σαράντα (140) μονάδες.

Σε περίπτωση που η κλίμακα είναι διαφορετική, ο βαθμός υπολογίζεται με αναγωγή στην κλίμακα αυτή.

βγ) Δεύτερος τίτλος σπουδών των υποπερ. βα) και ββ) υπολογίζεται με δέκα (10) μονάδες.

βδ) Οι υποπερ. αστ) έως αια) της περ. α) εφαρμόζονται ομοίως και στην παρούσα. γ) Ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία για τους κλάδους της κατηγορίας ΔΕ μοριοδοτούνται με εξακόσιες σαράντα (640) μονάδες κατ' ανώτατο όριο, οι οποίες αναλύονται ως εξής:

γα) Βαθμός πτυχίου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε.) Α' κύκλου, Επαγγελματικής Σχολής Μαθητείας (ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας), Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής (Τ.Ε.Σ.) ή Σχολής Μαθητείας του ν. 1566/1985 (Α' 167), ο οποίος για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως είκοσι (20), υπολογίζεται ως το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή πέντε (5) μονάδων και με ανώτατο όριο τις εκατό (100) μονάδες.

γβ) Βαθμός πτυχίου ή διπλώματος Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), ο οποίος για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως είκοσι (20), υπολογίζεται ως το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή επτά (7) μονάδων και με ανώτατο όριο τις εκατό σαράντα (140) μονάδες.

Σε περίπτωση που η κλίμακα είναι διαφορετική, ο βαθμός υπολογίζεται με αναγωγή στην κλίμακα αυτή.

γγ) Δεύτερος τίτλος σπουδών των υποπερ. γα) και γβ) υπολογίζεται με δέκα (10) μονάδες. γδ) Οι υποπερ. αστ) έως αια) της περ. α) εφαρμόζονται ομοίως και στην παρούσα.

δ) Εμπειρία η οποία μοριοδοτείται ως εξής:

δα) Διδακτική εμπειρία, η οποία υπολογίζεται με δέκα (10) μονάδες ανά μήνα πραγματικής εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας έως κατ' ανώτατο όριο εκατόν είκοσι (120) μήνες. Στην περίπτωση που η προϋπηρεσία έχει πραγματοποιηθεί σε φορείς που εφαρμόζουν το δυϊκό σύστημα εκπαίδευσης, σύμφωνα με την περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4763/2020 (Α' 254), ο υπολογισμός των μονάδων προσαυξάνεται κατά δύο (2) μονάδες, οπότε και υπολογίζεται με δώδεκα (12) μονάδες ανά μήνα πραγματικής εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας έως κατ' ανώτατο όριο εκατόν είκοσι (120) μήνες.

δβ) Εργασιακή εμπειρία, η οποία υπολογίζεται με δεκαπέντε (15) μονάδες ανά μήνα πραγματικής προϋπηρεσίας έως κατ' ανώτατο όριο εκατόν είκοσι (120) μήνες.

ε) Κοινωνικά κριτήρια τα οποία μοριοδοτούνται ως εξής:

εα) Αναπηρία: το γινόμενο των μονάδων το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσοστού αναπηρίας με συντελεστή τεσσάρων δεκάτων (0,4) της μονάδας.

εβ) Αριθμός τέκνων: τρεις (3) μονάδες για κάθε ανήλικο τέκνο για το οποίο ο υποψήφιος έχει τη γονική μέριμνα και επιμέλεια ή άγαμο τέκνο που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό τρίτο (23ο) έτος της ηλικίας ή που σπουδάζει σε Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή σε ομοταγές ίδρυμα της αλλοδαπής ή εκπληρώνει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του.

στ) Ατομική συνέντευξη η οποία βαθμολογείται κατ' ανώτατο όριο με διακόσιες (200) μονάδες.

2. Για την κατάταξη των υποψηφίων στους αξιολογικούς πίνακες, σύμφωνα με τα κριτήρια του παρόντος:

α) Ως πτυχίο Α.Ε.Ι. νοείται το πτυχίο ιδρύματος του πανεπιστημιακού ή του τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης. Ως δεύτερο πτυχίο Α.Ε.Ι. ή ως δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών νοείται το πτυχίο ή ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, αντίστοιχα, ο οποίος δεν αποτελεί τυπικό προσόν διορισμού για τον κλάδο για τον οποίο τίθεται υποψηφιότητα. Αξιολογείται ένας (1) τίτλος διδακτορικού διπλώματος.

β) Το πτυχίο ή δίπλωμα των Ι.Ε.Κ. μοριοδοτείται, εφόσον είναι αντίστοιχης ειδικότητας με αυτήν που προκηρύσσεται. Ο βαθμός του αναγράφεται στη βεβαίωση του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.) ή του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.).

γ) Τα πτυχία ΕΠΑ.Λ. ή Τ.Ε.Ε. Β' κύκλου, Τ.Ε.Λ. ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου, ή Τ.Ε.Ε. Α' κύκλου ή ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας ή Τ.Ε.Σ. ή Σχολής Μαθητείας του ν. 1566/1985 λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται εφόσον είναι αντίστοιχης ειδικότητας με αυτήν που προκηρύσσεται.

δ) Μοριοδοτούνται μέχρι δύο (2) ξένες γλώσσες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εκάστοτε προκήρυξη. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός τίτλων της ίδιας ξένης γλώσσας μοριοδοτείται μόνο ο ανώτερος. Η γνώση της γαλλικής, αγγλικής, γερμανικής, ιταλικής και ισπανικής γλώσσας δεν μοριοδοτείται στους αξιολογικούς πίνακες των κλάδων ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ34 και ΠΕ40, αντίστοιχα.

ε) Η γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν μοριοδοτείται για τους εκπαιδευτικούς που ανήκουν στον κλάδο ΠΕ86 ή στην ειδικότητα ΤΕ01.13.

στ) Η μοριοδότηση πιστοποιημένης επιμόρφωσης μπορεί να αφορά και παραπάνω από μία (1) επιμορφώσεις υπό την προϋπόθεση ότι το ανώτατο όριο μονάδων ανέρχεται στις πενήντα (50). Για να μοριοδοτηθούν οι επιμορφώσεις είναι απαραίτητο να είναι πιστοποιημένες από ανεξάρτητους φορείς.

ζ) Η διδακτική εμπειρία αφορά πραγματική διδακτική προϋπηρεσία που έχει πραγματοποιηθεί σε δευτεροβάθμια, μεταδευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα σε κλάδο της ίδιας εκπαιδευτικής κατηγορίας (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) με τον κλάδο για τον οποίο τίθεται η υποψηφιότητα και σε μαθήματα των ειδικοτήτων που αντιστοιχούν στον βασικό τίτλο σπουδών με τον οποίο είναι κάποιος υποψήφιος και οπωσδήποτε μετά την απόκτηση του τίτλου αυτού.

η) Ως εργασιακή εμπειρία νοείται η απασχόληση με σχέση εργασίας ή σύμβαση έργου στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, ή άσκηση επαγγέλματος σε καθήκοντα ή έργα συναφή με το αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης, όπως αυτό περιγράφεται στην προκήρυξη, μετά από την απόκτηση του βασικού τίτλου σπουδών με τον οποίο ο υποψήφιος μετέχει στη διαδικασία επιλογής και, αν απαιτείται άδεια άσκησης επαγγέλματος, μετά από τη λήψη της άδειας. Ως εργασιακή εμπειρία δεν λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία που σχετίζεται με διδακτικό έργο, η οποία λογίζεται και μοριοδοτείται ως διδακτική εμπειρία, καθώς και η προϋπηρεσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας ή που αποκτήθηκε από συμμετοχή σε προγράμματα προεργασίας, απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ή πρακτικής άσκησης.

3. Σε περίπτωση ισοβαθμίας των υποψηφίων, προηγείται κατά σειρά ο υποψήφιος ο οποίος έχει περισσότερες μονάδες στα ακαδημαϊκά κριτήρια και, αν και αυτές συμπίπτουν, ο υποψήφιος με τον μεγαλύτερο βαθμό πτυχίου ή διπλώματος. Αν και σε αυτό συμπίπτουν, τότε προηγείται ο υποψήφιος με τη μεγαλύτερη εργασιακή εμπειρία. Εφόσον δεν καταστεί δυνατή η επιλογή με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, προηγείται ο υποψήφιος ο οποίος λαμβάνει περισσότερες μονάδες στη συνέντευξη του άρθρου 161.

Άρθρο 160
Όργανο επιλογής και αρχικοί προσωρινοί πίνακες κατάταξης

1. Οι διαδικασίες πλήρωσης των προκηρυσσόμενων θέσεων διεξάγονται από τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α. και αποτελείται από έναν (1) Πρόεδρο, μέλος του Α.Σ.Ε.Π. που υποδεικνύεται από το Α.Σ.Ε.Π. και δύο (2) μέλη από το προσωπικό της Δ.ΥΠ.Α. με την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία. Με την ίδια απόφαση ορίζονται και οι αναπληρωτές τους.

2. Η επιτροπή διενεργεί τον έλεγχο των αιτήσεων και των δικαιολογητικών των υποψηφίων και, με αιτιολογημένη απόφασή της, καταρτίζει αρχικούς προσωρινούς πίνακες συμμετεχόντων κατά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί για τη συμμετοχή στη διαδικασία, καθώς και πίνακα υποψηφίων που αποκλείονται από τη διαδικασία για τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 163. Οι πίνακες αποκλειομένων αναρτώνται στον διαδικτυακό τόπο της Δ.ΥΠ.Α. και περιλαμβάνουν σχετική αιτιολογία αποκλεισμού των υποψηφίων, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Άρθρο 161
Διενέργεια ατομικής δομημένης συνέντευξης

1. Οι υποψήφιοι, των οποίων οι αιτήσεις έγιναν δεκτές σύμφωνα με τους αρχικούς προσωρινούς πίνακες κατάταξης του άρθρου 160, καλούνται σε ατομική δομημένη συνέντευξη από μία (1) ή περισσότερες τριμελείς Επιτροπές, οι οποίες συγκροτούνται με απόφαση του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α. και αποτελούνται από έναν (1) Πρόεδρο, μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και υποδεικνύεται από το Α.Σ.Ε.Π. και δύο (2) μέλη από το προσωπικό της Δ.ΥΠ.Α., με τους αναπληρωτές τους, που διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία. Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του κάθε υποψηφίου για τα καθήκοντα της προκηρυσσόμενης θέσης, καθώς και η επικοινωνιακή τους ικανότητα.

2. Η Επιτροπή καλεί σε συνέντευξη μόνο εκείνους τους υποψηφίους, που, σύμφωνα με τα δηλούμενα στην αίτησή τους στοιχεία, προηγούνται στη σειρά στον πίνακα κατάταξης και σε αριθμό τουλάχιστον διπλάσιο από τον αριθμό των προκηρυχθεισών θέσεων.

3. Η δομημένη συνέντευξη περιλαμβάνει δύο (2) θεματικές ενότητες ως εξής:

α) Δομημένη συζήτηση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο του φορέα και της προκηρυσσόμενης θέσης σε συνάρτηση με το γνωστικό αντικείμενο, την εμπειρία και τα λοιπά προσόντα του υποψηφίου.

β) Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ή διδακτικού ενδιαφέροντος που έχει, ιδίως, ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ή εκπαιδευτικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να διδάσκει, να μεταδίδει γνώσεις, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις.

4. Για τη μοριοδότηση λαμβάνονται, επίσης, υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία του, οι επικοινωνιακές του δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, καθώς και τα χαρακτηριστικά ηγεσίας, ιδίως, υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων ατόμων και η δημιουργικότητά του.

5. Κάθε σκέλος της συνέντευξης μοριοδοτείται κατ' ανώτατο όριο με εκατό (100) μονάδες. Το σύνολο των μονάδων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις διακόσιες (200) μονάδες. Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από τον μέσο όρο των βαθμών των μελών της Επιτροπής. Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό της Επιτροπής, το οποίο είναι στη διάθεση όλων των υποψηφίων, και η μοριοδότηση για τον εκάστοτε υποψήφιο αιτιολογείται συνοπτικά από κάθε μέλος ως προς κάθε ένα από τα δύο σκέλη της συνέντευξης.

6. Στην περίπτωση που οι υποψήφιοι που καλούνται σε συνέντευξη είναι άτομα με αναπηρία, αυτή διενεργείται από την Επιτροπή της παρ. 1, με πρόβλεψη της αναγκαίας βοήθειας, ενδεικτικά διερμηνέων νοηματικής, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

Άρθρο 162
Κατάρτιση τελικών προσωρινών και οριστικών πινάκων κατάταξης - Ενστάσεις

1. Μετά το πέρας της δομημένης συνέντευξης, η Επιτροπή του άρθρου 160 συντάσσει τους τελικούς προσωρινούς πίνακες κατάταξης, διοριστέων/προσληπτέων και αποκλειομένων για τυπικούς λόγους. Οι πίνακες διοριστέων/προσληπτέων συντάσσονται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, σύμφωνα με τη σχετική προκήρυξη και κατά σειρά αξιολόγησης με βάση τον συνολικό αριθμό μονάδων κάθε υποψηφίου. Στους πίνακες αποκλειομένων για τυπικούς λόγους περιλαμβάνονται πλέον και οι υποψήφιοι οι οποίοι, ενώ προσκλήθηκαν, δεν προσήλθαν σε συνέντευξη. Όλοι οι πίνακες αναρτώνται στους διαδικτυακούς τόπους της Δ.ΥΠ.Α. και του Α.Σ.Ε.Π..

2. Κατά των ανωτέρω πινάκων οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ασκήσουν ένσταση ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ανάρτησης των πινάκων στον διαδικτυακό τόπο του Α.Σ.Ε.Π. και ορίζεται ρητώς στην οικεία ανάρτηση. Για να εξεταστούν οι υποβληθείσες ενστάσεις, είναι απαραίτητο να έχουν υποβληθεί μέσα στην προβλεπόμενη χρονική προθεσμία και να περιλαμβάνουν τα πλήρη στοιχεία του υποψηφίου, την ειδικότητα για την οποία ήταν υποψήφιος και τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ενίσταται αναλυτικά. Κανένα νέο δικαιολογητικό δεν λαμβάνεται υπόψη μετά τη λήξη υποβολής των αιτήσεων.

3. Το Α.Σ.Ε.Π. αποφαίνεται επ' αυτών εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών και ενημερώνεται ο ενιστάμενος. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η ένσταση θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

4. Η Επιτροπή του άρθρου 160 προβαίνει, αν απαιτείται, στις αναγκαίες διορθώσεις, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. επί των ενστάσεων και καταρτίζει τους οριστικούς πίνακες κατάταξης και απορριπτέων, οι οποίοι αναρτώνται στους διαδικτυακούς τόπους του Α.Σ.Ε.Π., της Δ.ΥΠ.Α. και του προγράμματος «Διαύγεια», εφαρμοζομένου αναλογικά του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 160 και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την περ. ιε) της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3469/2006 (Α'131). Οι πίνακες κατάταξης δεν μπορούν να περιλαμβάνουν αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερο του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν.

5. Αν, κατόπιν της εξέτασης ενστάσεων επέρχεται μεταβολή της σειράς του υποψηφίου στον πίνακα κατάταξης, είτε διότι διαγράφεται είτε διότι τίθεται σε σειρά κατώτερη εκείνης που είχε ήδη, δύναται να ασκήσει ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. την προβλεπόμενη από την παρ. 1 του άρθρου 24 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α' 45), αίτηση θεραπείας, εντός της οριζόμενης από αυτό προθεσμίας, αρχομένης από την επομένη της δημοσίευσης των οριστικών πινάκων κατάταξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ομοίως, αίτηση θεραπείας, εντός οριζόμενης προθεσμίας, αρχομένης από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της σχετικής απόφασης, μπορεί να υποβάλει και ο υποψήφιος που θίγεται κατόπιν αποδοχής αίτησης θεραπείας άλλου υποψηφίου. Η υποβολή της ως άνω αίτησης θεραπείας διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος.

6. Οι οριστικοί πίνακες κατάταξης ισχύουν έως τη λήξη του τρίτου σχολικού έτους που έπεται της λήξης του σχολικού έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά τη διάρκεια ισχύος τους, οι οριστικοί πίνακες κατάταξης δεν τροφοδοτούνται με νέα στοιχεία.

Άρθρο 163
Αποκλεισμός από τη διαδικασία επιλογής

1. Από τη διαδικασία επιλογής, αρχικά, αποκλείονται όσοι εκπαιδευτικοί διαθέτουν τα κωλύματα διορισμού που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α' του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α' 26).

2. Επιπλέον, αποκλείονται όσοι:

α) Δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα σύμφωνα με την αντίστοιχη προκήρυξη κλάδων και ειδικοτήτων.

β) Δεν έχουν προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται στην οικεία προκήρυξη.

γ) Υποβάλλουν εκπρόθεσμα αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά ή διαπιστώνεται ότι τα υποβληθέντα δικαιολογητικά είναι μη γνήσια.

δ) Δεν έχουν υποβάλλει αναγνώριση του βασικού τίτλου σπουδών αλλοδαπής από τα σχετικά αρμόδια όργανα (Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης, Συμβούλιο Ισοτιμιών και τυχόν λοιπά αρμόδια προς τούτο όργανα). ε) Υποβάλλουν περισσότερες της μιας αιτήσεις για θέσεις της ίδιας προκήρυξης ή σωρεύουν στην αίτηση θέσεις διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού.

στ) Δεν προσέρχονται στη συνέντευξη του άρθρου 161, παρότι προσκλήθηκαν. ζ) Κατέχουν δεύτερη θέση σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

Άρθρο 164
Διορισμός/πρόσληψη εκπαιδευτικών

1. Οι υποψήφιοι που εντάσσονται στους οριστικούς πίνακες κατάταξης μπορούν να διορίζονται ή να προσλαμβάνονται κατά τη διάρκεια της ισχύος τους, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών, εφόσον πληρούν τα γενικά προσόντα διορισμού και δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους κωλύματα διορισμού στο Δημόσιο. Ο διορισμός/πρόσληψη τους είναι υποχρεωτικός/-ή και διενεργείται με απόφαση του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α., βάσει της σειράς κατάταξής τους στους οριστικούς πίνακες της παρ. 4 του άρθρου 162, καθώς και των δηλωθεισών προτιμήσεων, έως την εξάντληση των κενών θέσεων.

2. Περίληψη της πράξης διορισμού ή πρόσληψης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κοινοποιείται στον διοριζόμενο το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση.

3. Η κοινοποίηση στον διοριζόμενο/προσληπτέο γίνεται με έγγραφο της Δ.ΥΠ.Α., στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη της πράξης διορισμού ή πρόσληψης και το οποίο επιδίδεται επί αποδείξει στην κατοικία του είτε στον ίδιο είτε σε πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν. Με το έγγραφο αυτό τάσσεται και εύλογη προθεσμία έως τριάντα (30) ημερών για ορκωμοσία του διοριζομένου/προσληπτέου και ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν καθορίζεται τέτοια προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία τριάντα (30) ημερών.

4. Μετά από την έκδοση πράξης διορισμού ή πρόσληψης, η Δ.ΥΠ.Α. υποχρεούται να διενεργήσει εντός τριών (3) μηνών αυτεπάγγελτο έλεγχο της γνησιότητας των δικαιολογητικών που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και είναι απαραίτητα για τον διορισμό του, ή επηρεάζουν την κατάταξή του κατά τη διαδικασία διορισμού ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του μετά από τον διορισμό.

5. Σε περίπτωση κωλύματος διορισμού, ή μη γνησιότητας δικαιολογητικών διορισμού, ή μη αποδοχής του διορισμού ή παραίτησης ή θανάτου υποψηφίου, ακολουθεί ο διορισμός/πρόσληψη του πρώτου κατά σειρά από τους υποψηφίους που δεν έχουν διορισθεί, υπό την επιφύλαξη ότι οι οριστικοί πίνακες κατάταξης από τους οποίους αντλείται είναι σε ισχύ.

6. Η πλήρωση νέων θέσεων είναι δυνατό να πραγματοποιείται χωρίς νέα προκήρυξη από πίνακα επιλαχόντων προηγούμενου διαγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες προς κάλυψη θέσεις αφορούν σε όμοιους κλάδους και ειδικότητες και πρόσθετα προσόντα και ότι δεν έχει παρέλθει η ισχύς των αντίστοιχων πινάκων διοριστέων/προσληπτέων σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 162. Η επιλογή των διοριστέων/προσληπτέων στις νέες θέσεις από τους επιλαχόντες γίνεται κατόπιν ελέγχου των προσόντων των επιλαχόντων υποψηφίων που βρίσκονται στους πίνακες κατάταξης των αντίστοιχων κλάδων και ειδικοτήτων.

7. Ο υποψήφιος που επιλέγεται για διορισμό/πρόσληψη διαγράφεται από τους πίνακες κατάταξης διοριστέων, ανεξάρτητα αν αποδεχθεί ή όχι τον διορισμό του ή κωλυθεί ο διορισμός του λόγω έλλειψης νόμιμης προϋπόθεσης. Οι πίνακες με τους εναπομείναντες υποψηφίους κατά σειρά κατάταξης αναρτώνται στο πρόγραμμα «Διαύγεια». Δεν απαιτείται δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συμπληρωματικού πίνακα διοριστέων/προσληπτέων.

8. Οι νεοδιοριζόμενοι υπηρετούν επί δύο (2) έτη ως δόκιμοι. Με τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας οι νεοδιοριζόμενοι μονιμοποιούνται αυτοδίκαια, με εξαίρεση εκείνους στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή για τους οποίους υφίσταται πειθαρχική εκκρεμότητα ή υπάρχει δυσμενής έκθεση αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, για τη μονιμοποίηση ή μη αποφαίνεται το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας. Για την αυτοδίκαιη μονιμοποίηση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για τον διορισμό.

Άρθρο 165
Θέματα υπηρεσιακής κατάστασης Εκπαιδευτικών Δ.ΥΠ.Α.

1. Οι εκπαιδευτικοί που διορίζονται στη Δ.ΥΠ.Α. επιτρέπεται να μετατίθενται είτε μετά από αίτησή τους είτε αυτεπαγγέλτως από την υπηρεσία, μόνο όταν υπάρχει κενή θέση. Η μετάθεση διενεργείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου διοίκησης, μέσα στον μήνα Ιούνιο εκάστου έτους, με την επιφύλαξη της παρ. 4. Με το έγγραφο, με το οποίο ανακοινώνεται στον εκπαιδευτικό η μετάθεσή του, τάσσεται ανάλογα με την απόσταση, η αναγκαία προθεσμία για τη μετάβαση στη νέα του θέση. Η μετάθεση δεν είναι δυνατή πριν από τη συμπλήρωση δύο (2) ετών από τον διορισμό τους. Μετάθεση πριν από την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση είτε σε περίπτωση αμοιβαίας αίτησης εκπαιδευτικών είτε για σοβαρούς υπηρεσιακούς ή προσωπικούς λόγους.

2. Οι μεταθέσεις των εκπαιδευτικών πραγματοποιούνται:

α) για την κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών ή των μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α. και την επίτευξη της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους. Η μετάθεση σε άλλη περιφερειακή ενότητα γίνεται με δαπάνη της υπηρεσίας, με την εξαίρεση των περιφερειακών ενοτήτων που βρίσκονται εντός των Περιφερειών Αττικής και Θεσσαλονίκης,

β) σε περίπτωση που είναι υπεράριθμοι στις μονάδες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της εκάστοτε Περιφερειακής Διεύθυνσης της Δ.ΥΠ.Α. και με δαπάνη της υπηρεσίας,

γ) κατόπιν αίτησής τους και χωρίς δαπάνη της υπηρεσίας, εφόσον εξυπηρετείται και το συμφέρον της Δ.ΥΠ.Α.. Η μετά από αίτησή του μετάθεσή του σε παραμεθόρια περιοχή με σκοπό τη συνυπηρέτηση συζύγων είναι υποχρεωτική.

δ) Κατόπιν αίτησής τους και χωρίς δαπάνη της υπηρεσίας, για αμοιβαία μετάθεση που επιτρέπεται αν κανένας από τους αιτούντες δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία τριάντα (30) ετών.

3. Για τη διενέργεια των μεταθέσεων λαμβάνονται υπόψη, παράλληλα με τις ανάγκες τις υπηρεσίας, τα κριτήρια του συνολικού χρόνου υπηρεσίας του εκπαιδευτικού, του χρόνου υπηρεσίας κατά περιοχή, της οικογενειακής του κατάστασης, της ηλικίας, της συνυπηρέτησης και της εντοπιότητας.

4. Μεταθέσεις κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους επιτρέπονται, μόνο κατ' εξαίρεση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) για τοποθέτηση διευθυντών και υποδιευθυντών μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α. και β) για ανάγκες της υπηρεσίας, κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης της αρμόδιας οργανικής μονάδας της Δ.ΥΠ.Α.

5. Κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών μπορούν να καλύπτονται με μετατάξεις. Για την κάλυψη των θέσεων αυτών εκδίδεται σχετική πρόσκληση για μετάταξη στην οποία ορίζονται τα τυπικά προσόντα ανά κλάδο και ειδικότητα. Η πρόσκληση μετάταξης μπορεί να απευθύνεται είτε σε εκπαιδευτικούς άλλων φορέων είτε σε υφιστάμενο προσωπικό της Δ.ΥΠ.Α. άλλου κλάδου. Μετατάξεις εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α. σε κενές οργανικές θέσεις άλλου κλάδου ή άλλου φορέα, για τις οποίες έχουν αποκτήσει τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού, είναι επιτρεπτές, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι έχουν συμπληρώσει πέντε (5) έτη εκπαιδευτικής υπηρεσίας στον κλάδο που υπηρετούν και με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Διεύθυνσης που εποπτεύει την εκάστοτε μονάδα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α. Οι μετατάξεις διενεργούνται κατόπιν της διαδικασίας των μεταθέσεων των εκπαιδευτικών. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται το άρθρο 68 του ν. 3996/2011 (Α' 170) και τα άρθρα 69, 70 και 73 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α' 26).

6. Απόσπαση εκπαιδευτικού της Δ.ΥΠ.Α. από την οργανική μονάδα στην οποία ανήκει η οργανική του θέση σε άλλη οργανική μονάδα της Δ.ΥΠ.Α. είναι δυνατή για ορισμένο χρονικό διάστημα, εφόσον διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση στην οποία αποσπάται και εφόσον ανακύπτει ανάγκη κάλυψης εξαιρετικών ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών. Το χρονικό όριο των αποσπάσεων ορίζεται σε δύο (2) μήνες. Με απόφαση του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α. που εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, είναι δυνατή η παράταση της απόσπασης αυτής ή ο καθορισμός της απόσπασης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών και μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους. Αντίστοιχα, μπορούν να αποσπαστούν και προσωρινοί αναπληρωτές στις μονάδες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της ίδιας περιφερειακής διεύθυνσης της Δ.ΥΠ.Α., εφόσον δεν υπάρχουν κατά τον χρόνο της απόσπασης οι λόγοι που επέβαλαν την πρόσληψή τους στη μονάδα που υπηρετούν. Μετά το πέρας των τιθέμενων χρονικών ορίων η απόσπαση παύει αυτοδικαίως και ο εκπαιδευτικός επανέρχεται υποχρεωτικά στη θέση του χωρίς άλλη διατύπωση. Η απόσπαση μπορεί να παύει οποτεδήποτε και πριν από τη λήξη των ανωτέρω χρονικών ορίων για λόγους αναγόμενους στην υπηρεσία. Η απόσπαση δεν είναι δυνατή στις κάτωθι περιπτώσεις:

α) πριν από τη συμπλήρωση δύο (2) ετών από τον διορισμό τους,

β) στις περιπτώσεις που αφορούν προϊστάμενο οργανικής μονάδας, εκτός εάν πρόκειται για αμοιβαίες αποσπάσεις,

γ) πριν την πάροδο δύο (2) ετών από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης, με εξαίρεση την απόσπαση για συνυπηρέτηση συζύγων και την απόσπαση σε υπηρεσία απομακρυσμένης-παραμεθόριας περιοχής.

7. Κατά τα λοιπά, για τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών που διορίζονται στη Δ.ΥΠ.Α., τα οποία δεν ρυθμίζονται με το παρόν, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 16 του ν. 1566/1985 (Α'167), σύμφωνα και με τις παρ. 4, 6 και 7 του άρθρου 94 του ν. 1566/1985.

8. Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3687/2008 (Α' 159), σχετικά με την αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας, εφαρμόζονται αναλογικά και για τους εκπαιδευτικούς της Δ.ΥΠ.Α.

Άρθρο 166
Μητρώο προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α.

1. Για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών των μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α. σε έκτακτο προσωπικό, είτε επειδή για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από τις ανωτέρω μονάδες εκπαιδευτικοί, είτε επειδή δημιουργούνται έκτακτα λειτουργικά κενά κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, η Δ.ΥΠ.Α. δύναται να προσλαμβάνει προσωρινούς αναπληρωτές πλήρους ή μειωμένου ωραρίου ή ωρομισθίους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας έως ενός (1) διδακτικού έτους. Για την πρόσληψη του ανωτέρω έκτακτου προσωπικού συγκροτείται στη Δ.ΥΠ.Α. «Μητρώο Προσωρινών Αναπληρωτών και Ωρομίσθιων Εκπαιδευτικών» (εφεξής Μητρώο), στο οποίο δύνανται να εντάσσονται όσοι εκπαιδευτικοί διαθέτουν τα προσόντα και πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 157 και 159.

2. Για την εγγραφή του έκτακτου προσωπικού στο Μητρώο, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης της Δ.ΥΠ.Α., αίτηση ένταξης συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Ο ενδιαφερόμενος, με την αίτηση, η οποία υποβάλλεται μία (1) φορά και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α' 75) για τα στοιχεία που διαλαμβάνονται σε αυτήν, συναινεί για τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, με την αίτησή του ο υποψήφιος δηλώνει και τη σειρά των προτιμήσεών του για τις θέσεις κατά κλάδο ή ειδικότητα και Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφερειακή Διεύθυνση της Δ.ΥΠ.Α. ή άλλη ειδικότερη περιοχή σύμφωνα με την πρόσκληση, στις οποίες επιθυμεί να απορροφηθεί.

3. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση ένταξης στο Μητρώο οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Οι αιτήσεις συλλέγονται και προωθούνται με μέριμνα της αρμόδιας οργανικής μονάδας της Δ.ΥΠ.Α. προς τριμελή Επιτροπή αξιολόγησης, η οποία συγκροτείται κατ' αναλογία του άρθρου 160, εντός του μηνός Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Η Επιτροπή αξιολόγησης εξετάζει τις αιτήσεις και τα σχετικά δικαιολογητικά και έχει τη δυνατότητα να ζητά από τους ενδιαφερόμενους περαιτέρω διευκρινίσεις και δικαιολογητικά για την τεκμηρίωση της αίτησης.

4. Ακολούθως, όσοι εκ των αιτούντων διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα και πληρούν τα κριτήρια που τίθενται με το παρόν, καλούνται σε ατομική δομημένη συνέντευξη από την Επιτροπή αξιολόγησης, ώστε να κριθεί η καταλληλότητα των υποψηφίων για την ένταξη τους στο Μητρώο. Για τη δομημένη συνέντευξη του παρόντος εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 161. Κατόπιν της διενέργειας της συνέντευξης, η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους σε πίνακες κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και κατά σειρά βαθμολογίας καθώς και Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφερειακή Διεύθυνση της Δ.ΥΠ.Α., στη βάση του συνολικού αριθμού μονάδων που συλλέγουν.

5. Κατόπιν τούτων, η Επιτροπή εισηγείται την ένταξη ή μη των ενδιαφερόμενων στο Μητρώο στο Διοικητικό Συμβούλιο της Δ.ΥΠ.Α., το οποίο και λαμβάνει τη σχετική απόφαση. Τα ενταγμένα στο Μητρώο μέλη λαμβάνουν έναν μοναδικό αριθμό μητρώου, με τον οποίο μπορούν να παρακολουθούν τη σειρά κατάταξης την οποία κατέχουν, καθώς και να ενημερώνουν για τη διαθεσιμότητά τους για τις προς πλήρωση κάθε φορά θέσεις. Οι ενδιαφερόμενοι των οποίων οι αιτήσεις απορρίπτονται, έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν εκ νέου αίτηση ένταξης στο Μητρώο.

6. Με αποφάσεις του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α. ορίζεται για κάθε διδακτικό έτος ο αριθμός ανά μονάδα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των απασχολούμενων αναπληρωτών ή ωρομίσθιων εκπαιδευτικών. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Μαρτίου εκάστου έτους, καθώς και όποτε κρίνεται αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, η Δ.ΥΠ.Α. αντλεί από το Μητρώο, τόσα μέλη όσα και οι προς κάλυψη θέσεις, αντίστοιχων κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων με τις αυτές που απαιτούνται για την εκάστοτε θέση, και τους καλεί να παρουσιαστούν εντός ταχθείσας προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της πρόσκλησης στους ενδιαφερόμενους. Στην περίπτωση κωλύματος ή μη αποδοχής της θέσης, ή παραίτησης ή θανάτου υποψηφίου, αποστέλλεται πρόσκληση στον επόμενο κατά σειρά κατάταξης υποψήφιο που πληροί τις προϋποθέσεις για την προς πλήρωση θέση. Αν ο αριθμός των υποψηφίων αυτών έχει εξαντληθεί, δημοσιοποιείται εκ νέου σχετική πρόσκληση για ένταξη στο Μητρώο και επαναλαμβάνεται η σχετική διαδικασία.

7. Οι προσωρινοί αναπληρωτές και οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία διαρκεί από την ημερομηνία πρόσληψής τους μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους.

8. Τα μέλη που είναι ενταγμένα στο Μητρώο, έχουν τη δυνατότητα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους: α) να επικαιροποιούν τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξή τους στο Μητρώο, β) να επικαιροποιούν τα λοιπά προσωπικά στοιχεία. Η αρμόδια οργανική μονάδα της Δ.ΥΠ.Α. επικυρώνει τα υποβληθέντα στοιχεία και εισηγείται προς το Δ.Σ. την επικαιροποιημένη κατάταξη των μελών του Μητρώου. Με την απόφαση του Δ.Σ. της Δ.ΥΠ.Α. οριστικοποιούνται οι αλλαγές στο Μητρώο.

9. Για την αξιοποίηση των εκπαιδευτικών που είναι ενταγμένοι στο Μητρώο και έχουν ήδη επιλεγεί μια (1) τουλάχιστον φορά, δύναται να λαμβάνεται υπόψη η αρχική και συνεχής αξιολόγησή τους από την υπηρεσία. Η αξιολόγηση πραγματοποιείται μετά το πέρας της ανάθεσης έργου και τα αποτελέσματα αυτής, λαμβάνονται υπόψη τόσο για την εκ νέου επιλογή τους, όσο και για την παραμονή τους στο Μητρώο.

10. Η υπηρεσία που προσφέρθηκε με την ιδιότητα του αναπληρωτή ή του ωρομισθίου λογίζεται ως πραγματική δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μετά τον μόνιμο διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση για κάθε συνέπεια.

11. Το ωράριο διδασκαλίας των αναπληρωτών πλήρους ωραρίου ορίζεται ίδιο με αυτό του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού. Το ωράριο διδασκαλίας των αναπληρωτών μειωμένου ωραρίου ορίζεται από εννέα (9) έως δεκαπέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

12. Η απασχόληση των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών που εντάσσονται στο Μητρώο εκκινεί από το διδακτικό έτος 2024 - 2025.

Άρθρο 167
Λόγοι απένταξης από το Μητρώο και λόγοι προσωρινού αποκλεισμού από την πρόσληψη

1. Οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι είναι ενταγμένοι στο Μητρώο του άρθρου 166, διαγράφονται και απεντάσσονται από αυτό, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α., στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εφόσον παύουν να πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξής τους όπως ορίζονται στο άρθρο 166,

β) εφόσον διαπιστωθεί πλημμελής εκτέλεση του έργου που έχουν αναλάβει, το οποίο αποδεικνύεται τόσο από την αξιολόγησή τους, όσο και από σχετική εισήγηση του Διευθυντή της μονάδας επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην οποία υπηρετούν,

γ) μετά από σχετική αίτησή τους στην αρμόδια οργανική μονάδα της Δ.ΥΠ.Α., δ) εφόσον έχουν προβεί σε σοβαρή παραβίαση των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους, όπως εξειδικεύονται στον Κανονισμό Λειτουργίας της εκάστοτε μονάδας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης στην οποία υπηρετούν,

ε) εφόσον επιδεικνύουν αποδεδειγμένα ανάρμοστη συμπεριφορά ή έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη,

στ) εφόσον έχουν προσκληθεί τρεις (3) φορές για κάλυψη θέσης και δεν έχουν αποδεχθεί καμία.

2. Εκπαιδευτικοί οι οποίοι προσλαμβάνονται ως προσωρινοί αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και για οποιονδήποτε λόγο δεν αναλαμβάνουν υπηρεσία εντός πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία που ορίζεται στην ανακοίνωση της πρόσληψης ή αναλαμβάνουν υπηρεσία και στη συνέχεια παραιτούνται, αποκλείονται από τις προσλήψεις κατά το διδακτικό έτος που διανύεται κατά την ανακοίνωση της πρόσληψης, καθώς και κατά το επόμενο διδακτικό έτος, με εξαίρεση όσους αποχωρούν λόγω κύησης ή λοχείας ή ασθένειας δικής τους ή συζύγου/μέρους συμφώνου συμβίωσης ή συγγενών α' βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Λοιπές διατάξεις

Άρθρο 168
Ρυθμίσεις για τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. - Τροποποίηση άρθρων 9, 11 Α, 15, προσθήκη άρθρου 11Β στον ν. 4763/2020

1. Στο άρθρο 9 του ν. 4763/2020 (Α' 254), περί του σκοπού των Επαγγελματικών Σχολών Μαθητείας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) Στον τίτλο και στην παρ. 1 επικαιροποιείται η αναφορά στο αρμόδιο όργανο, β) η περ. δ) της παρ. 2 τροποποιείται ώστε να εμπλουτιστεί ο σκοπός των Επαγγελματικών Σχολών Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. και το άρθρο 9 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 9

Σκοπός των Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης και των Επαγγελματικών Σχολών Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α.

1. Η μεταγυμνασιακή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, επιπέδου τρία (3), παρέχεται από τις Ε.Σ.Κ. και τις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α.

2. Σκοπός των ανωτέρω σχολών είναι:

α) η παροχή υπηρεσιών αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης σε αποφοίτους με τίτλο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή τίτλο ισότιμο προς αυτόν,

β) η αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής, η αναβάθμιση των βασικών δεξιοτήτων των κατόχων τίτλων υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή ισότιμων προς αυτούς και η ένταξή τους στην αγορά εργασίας και

γ) η μέριμνα για την ένταξη στην επαγγελματική ζωή ευπαθών και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων σε ό,τι αφορά στις Ε.Σ.Κ.,

δ) ειδικότερα, οι ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. παρέχουν μεταγυμνασιακή επαγγελματική εκπαίδευση επιπέδου τρία (3), εφαρμόζοντας το δυικό σύστημα, που συνδυάζει τη θεωρητική και εργαστηριακή εκπαίδευση στην τάξη με την μαθητεία σε εργασιακό χώρο, μεριμνώντας για την ανταπόκριση των επαγγελματικών ειδικοτήτων στις ανάγκες της αγοράς εργασίας με στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων.».

2. Στο άρθρο 11Α του ν. 4763/2020, περί των ειδικοτήτων των Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) ο τίτλος τροποποιείται, ώστε να αναφέρεται και στις Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., β) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο σχετικά με τις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. και το άρθρο 11Α διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο11Α

Ειδικότητες των Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης και των Επαγγελματικών Σχολών Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α.

Στις Ε.Σ.Κ. παρέχονται ειδικότητες, οι οποίες καθορίζονται με βάση τις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας και τις αναπτυξιακές προτεραιότητες της εθνικής οικονομίας, σύμφωνα με την παρ. 19 του άρθρου 15. Ομοίως, παρέχονται και οι ειδικότητες στις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., σύμφωνα με την παρ. 20 του άρθρου 15. Με την ίδια διαδικασία, δύναται να παρέχονται πειραματικές ειδικότητες ή ειδικότητες με πιλοτικό πρόγραμμα για την ικανοποίηση εστιασμένων αναγκών της οικονομίας ή την εφαρμογή καινοτομικών μεθόδων ή πιλοτικών θεματικών ενοτήτων.».

3. Στον ν. 4763/2020, μετά από το άρθρο 11Α προστίθεται άρθρο 11Β, ως εξής:

«Άρθρο 11Β

Οργάνωση και λειτουργία ξενόγλωσσων τμημάτων στις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. Στις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. είναι δυνατόν να οργανώνονται και να λειτουργούν ξενόγλωσσα τμήματα που απευθύνονται σε αλλοδαπούς πολίτες χωρών εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 21 του άρθρου 15.».

4. Στο άρθρο 15 του ν. 4763/2020 περί των εξουσιοδοτικών διατάξεων του Κεφαλαίου Γ' του Μέρους Α' του νόμου αυτού, προστίθενται παρ. 20 και 21, ως εξής:

«20. Με απόφαση του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α., η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Κ.Σ.Ε.Ε.Κ., καθορίζονται, προστίθενται, τροποποιούνται, αντιστοιχίζονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται οι ειδικότητες που παρέχονται από τις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α.. 21. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται κατόπιν γνώμης του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α., δύνανται να καθορίζονται οι ειδικότητες και ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της εκπαίδευσης στα ξενόγλωσσα τμήματα του άρθρου 11Β, καθώς και η γλώσσα διδασκαλίας, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εγγραφής, τα κριτήρια επιλογής, τα δικαιολογητικά εγγραφής των μαθητευόμενων, το ύψος των διδάκτρων φοίτησης, ο προϋπολογισμός του προγράμματος και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα.».

Άρθρο 169
Αρμοδιότητα ελέγχου των προγραμμάτων μάθησης σε εργασιακό χώρο

Αρμόδια για τον έλεγχο και την τήρηση των όρων υλοποίησης των προγραμμάτων μάθησης σε εργασιακό χώρο τα οποία διέπονται από τον ν. 4763/2020 (Α' 254), ήτοι α) του Μεταλυκειακού Έτους - Τάξη Μαθητείας των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.), β) των Επαγγελματικών Σχολών (ΕΠΑ.Σ.) και των Πειραματικών Επαγγελματικών Σχολών (Π.ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α. και γ) των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ) και των Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης (ΕΣΚ) εφόσον η επαγγελματική κατάρτιση παρέχεται με τη μεθοδολογία της μαθητείας σε εργασιακό χώρο, καθώς και για τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων των εργοδοτών στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών, ορίζεται η Επιθεώρηση Εργασίας. Για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου η Επιθεώρηση Εργασίας ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 103 του ν. 4808/2021 (Α' 101).

Άρθρο 170
Καταχώρηση των συμμετεχόντων στο Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας και στο Πρόγραμμα «Προεργασία» στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ» - Προσθήκη περ. η) στην παρ. 5 άρθρου 79 ν. 4808/2021

1. Οι εργοδότες/πάροχοι θέσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και οι εργοδότες/πάροχοι θέσεων «προεργασίας», υποχρεούνται να καταχωρούν στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ II» τα στοιχεία και τα συμφωνητικά συνεργασίας των ωφελουμένων/ασκούμενων που συμμετέχουν στα Προγράμματα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας του άρθρου 83 του ν. 4368/2016 (Α' 21) και στα Προγράμματα «Προεργασία» του άρθρου 51 του ν. 3693/2008 (Α' 174), καθώς και κάθε μεταβολή των στοιχείων αυτών και τυχόν τροποποιήσεις των συμφωνητικών συνεργασίας, πριν την έναρξη πραγματοποίησης τους ή μεταβολής τους.

2. Στην παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 4808/2021 (Α' 101), περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται περ. η) ως εξής:

«η) η διαδικασία καταχώρησης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την υποβολή των στοιχείων και των συμφωνητικών συνεργασίας, και των μεταβολών και τροποποιήσεων αυτών, που αφορούν στους ωφελούμενους/ασκούμενους που συμμετέχουν στα Προγράμματα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας του άρθρου 83 του ν. 4368/2016 (Α' 21) και στα Προγράμματα «Προεργασία» του άρθρου 51 του ν. 3693/2008 (Α'174), από τους εργοδότες/παρόχους τους.».

Άρθρο 171
Καταβολή συμπληρωματικής παροχής μητρότητας - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 4 π.δ. 776/1977

Η παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 776/1977 (Α' 250), περί διαδικασίας για την καταβολή συμπληρωματικών παροχών μητρότητας, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ως αρμόδια Υπηρεσία της Δ.ΥΠ.Α. για την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής της παρ. 1 ορίζεται το Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης (ΚΠΑ2) του τόπου κατοικίας της δικαιούχου.».

Άρθρο 172
Ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για επιδότηση ανεργίας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 27 ν.δ. 2961/1954

Η παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), περί της διαδικασίας εξασφάλισης αξίωσης προς επιδότηση ανεργίας, τροποποιείται προκειμένου να αφαιρεθεί η δυνατότητα υποβολής αίτησης για επιδότηση ανεργίας από νομίμως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Για να επιδοτηθεί ο άνεργος, υποβάλλει αίτηση για επιδότηση στην αρμόδια υπηρεσία της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, ήτοι στο Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης (ΚΠΑ2) του τόπου κατοικίας του, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η αίτηση υποβάλλεται αυτοπροσώπως στο αρμόδιο κατάστημα ή ηλεκτρονικά.».

Άρθρο 173
Εισοδηματικές προϋποθέσεις για παροχές προς ανέργους και αναζητούντες εργασία - Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 4921/2022

Στο τέλος του άρθρου 19 του ν. 4921/2022 (Α' 75), περί εισοδηματικών προϋποθέσεων για τις παροχές προς ανέργους και αναζητούντες εργασία, προστίθεται πέμπτο εδάφιο και το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 19

Εισοδηματικές προϋποθέσεις για παροχές προς ανέργους και αναζητούντες εργασία

Μετά από την έκδοση της απόφασης της παρ. 8 του άρθρου 18, με την οποία διαπιστώνεται η έναρξη λειτουργίας του Ψηφιακού Μητρώου Δ.ΥΠ.Α., κάθε επίδομα, παροχή, βοήθημα ή διευκόλυνση που χορηγείται σύμφωνα με τη νομοθεσία σε ανέργους και αναζητούντες εργασία, οι οποίοι δεν είναι ήδη εργαζόμενοι, πλην των επιδομάτων και χρηματικών ενισχύσεων προς ανέργους που προβλέπονται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 20, χορηγείται σε αναζητούντες εργασία που είναι εγγεγραμμένοι στο Ψηφιακό Μητρώο Δ.ΥΠ.Α., εφόσον πληρούν τα εισοδηματικά κριτήρια που θέτει η υπουργική απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4756/2020 (Α' 235), περί χορήγησης επιδόματος θέρμανσης, όπως εκάστοτε ισχύει. Τα περιουσιακά κριτήρια που θέτει η υπουργική απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4756/2020 δεν λαμβάνονται υπόψη. Τα κριτήρια της υπουργικής απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4756/2020 δεν απαιτείται να συντρέχουν για όσους είναι εγγεγραμμένοι στο Ψηφιακό Μητρώο Δ.ΥΠ.Α. για χρονικό διάστημα μέχρι δώδεκα (12) μήνες. Πόροι που εξοικονομούνται από την εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος κατευθύνονται υποχρεωτικά σε άλλες δράσεις προστασίας των αναζητούντων εργασία. Στην έννοια της διευκόλυνσης του πρώτου εδαφίου εμπίπτει, μεταξύ άλλων, και η μοριοδότηση του κριτηρίου της ανεργίας για διορισμό ή πρόσληψη στο δημόσιο τομέα μέσω των διαδικασιών επιλογής του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), σύμφωνα με τον ν. 4765/2021 (Α'6).».

Άρθρο 174
Εξαιρέσεις στο δηλούμενο εισόδημα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος -Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 235 του ν. 4389/2016

1. Το δωδέκατο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 (Α' 94), περί κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης, τροποποιείται ώστε να προστεθεί στις εξαιρέσεις από το δηλούμενο εισόδημα, που υπολογίζεται για την ένταξη στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το ειδικό βοήθημα της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 (Α' 79), το οποίο χορηγείται σε όσους εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας τους, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Ως Ωφελούμενες Μονάδες ορίζονται οι κάτωθι κατηγορίες:

α. Μονοπρόσωπο νοικοκυριό: κάθε ενήλικο άτομο, το οποίο διαμένει μόνο του σε κατοικία και δεν εμπίπτει στην κατηγορία ενηλίκων έως είκοσι πέντε (25) ετών, που φοιτούν σε πανεπιστημιακές σχολές ή σχολεία ή ινστιτούτα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης της ημεδαπής ή αλλοδαπής.

β. Πολυπρόσωπο νοικοκυριό: όλα τα άτομα, τα οποία διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Δύναται να απαρτίζεται και από φιλοξενούμενα άτομα ή φιλοξενούμενη οικογένεια, υπό την προϋπόθεση ότι η φιλοξενία έχει δηλωθεί στην τελευταία εκκαθαρισμένη φορολογική δήλωση. Στο πολυπρόσωπο νοικοκυριό εντάσσονται και τα ενήλικα τέκνα έως είκοσι πέντε (25) ετών που φοιτούν σε πανεπιστημιακές σχολές ή σχολεία ή ινστιτούτα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής τους.

γ. Άστεγοι: τα άτομα που διαβιούν στον δρόμο ή σε ακατάλληλα καταλύματα, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταγραφεί από τις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων ή των Κέντρων Κοινότητας ή κάνουν χρήση υπνωτηρίων, ξενώνων μεταβατικής φιλοξενίας και ξενώνων γυναικών θυμάτων βίας που λειτουργούν στους Δήμους, δύναται να είναι δικαιούχοι του προγράμματος.

Ως ανήλικα μέλη ορίζονται τα μέλη της ωφελούμενης μονάδας έως δεκαοκτώ (18) ετών. Ως εισοδηματική ενίσχυση ορίζεται η διαφορά μεταξύ του εγγυημένου ποσού και του εισοδήματος, όπως αυτό υπολογίζεται στο πλαίσιο του Προγράμματος του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης για τους σκοπούς της επιλεξιμότητας, διαιρούμενου δια του αριθμού των μηνών που αυτό αφορά, δηλαδή δια του έξι (6).

Ως εγγυημένο ποσό ορίζεται το ποσό, που εγγυάται το πρόγραμμα για κάθε νοικοκυριό, ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των μελών του, μετά και την καταβολή της εισοδηματικής ενίσχυσης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος.

Ως κατώφλι εισοδήματος ορίζεται το εισοδηματικό κριτήριο για ένταξη στο Πρόγραμμα και ισούται με το εγγυημένο ποσό.

Ως δηλούμενο εισόδημα ορίζεται το δηλούμενο από τους αιτούντες συνολικό εισόδημα από κάθε πηγή ημεδαπής και αλλοδαπής προέλευσης προ φόρων, μετά την αφαίρεση των εισφορών για κοινωνική ας7φάλιση που έλαβαν όλα τα μέλη της ωφελούμενης μονάδας τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στο Πρόγραμμα του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης. Στο συνολικό δηλωθέν εισόδημα συμπεριλαμβάνονται και το σύνολο των επιδομάτων και άλλων ενισχύσεων, καθώς και το απαλλασσόμενο εισόδημα ή το φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα, με τις εξαιρέσεις, όπως διαλαμβάνονται στο παρακάτω εδάφιο.

Το δηλούμενο εισόδημα δεν περιλαμβάνει το επίδομα αναδοχής του άρθρου 9 του ν. 2082/1992 (Α' 158), τα μη ανταποδοτικά επιδόματα αναπηρίας που χορηγούνται από το κράτος, την οικονομική ενίσχυση που χορηγείται κατά την περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 57/1973 (Α' 149) σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών, το ειδικό βοήθημα της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 (Α' 79) που χορηγείται σε όσους εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας τους, καθώς και το επίδομα που καταβάλλεται σε ανέργους δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4144/2013 (Α' 88). Επίσης, στις περιπτώσεις αυτονόμησης φιλοξενούμενων σε ξενώνες μεταβατικής φιλοξενίας, ξενώνες γυναικών θυμάτων βίας και σε υπνωτήρια, λόγω ένταξης στην αγορά εργασίας, το συνολικό δηλούμενο εισόδημα δεν περιλαμβάνει το σύνολο του καθαρού εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, προγράμματα κοινωφελούς εργασίας ή από οποιοδήποτε άλλο πρόγραμμα εργασίας για δύο (2) περιόδους ενίσχυσης. Ως μη δυνάμενοι για εργασία θεωρούνται οι δικαιούχοι του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, που εμπίπτουν στις κάτωθι κατηγορίες: α. Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ), τα οποία σύμφωνα με τη γνωμάτευση της Επιτροπής Πιστοποίησης Αναπηρίας έχουν κριθεί «ανίκανα για εργασία». Σε περίπτωση που άτομο με αναπηρία δεν έχει την ως άνω γνωμάτευση, αλλά ισχυρίζεται ότι είναι ανίκανο για εργασία, προσκομίζει σχετική υπεύθυνη δήλωση και πιστοποιητικό του ποσοστού αναπηρίας από την Επιτροπή Πιστοποίησης Αναπηρίας. β. Φοιτητές πλήρους απασχόλησης, μαθητευόμενοι των επαγγελματικών σχολών ή όσοι εξασκούνται πρακτικά στο πλαίσιο επαγγελματικού εκπαιδευτικού προγράμματος χωρίς εργασιακή σχέση.

Ως δυνάμενοι για εργασία νοούνται οι δικαιούχοι του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης ηλικίας δεκαοκτώ (18) έως εξήντα πέντε (65) ετών, που δεν υπάγονται στις ως άνω κατηγορίες, όπως διαλαμβάνονται στο προηγούμενο εδάφιο.». 2. Η ισχύς της παρ. 1 αρχίζει την 1η.1.2023.

Άρθρο 175
Ρυθμίσεις για τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης

1. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) για την αποπληρωμή των παρόχων που συμμετέχουν στα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής, όπως αυτοί καταγράφονται στα αντίστοιχα «Μητρώα Παρόχων» που τηρούν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Δ.ΥΠ.Α., είναι ανεκχώρητα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες, καθώς και τα νομικά πρόσωπα των ως άνω φορέων, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα.

2. Η παράβαση των όρων των προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής από τους παρόχους της παρ. 1 ή από τους δικαιούχους αυτών, επιφέρει κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται στην απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που εκδίδεται για το εκάστοτε Πρόγραμμα, σύμφωνα με την υποπερ. εε) της περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 34 του ν. 4144/2013 (Α' 88), και επιβάλλονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α.

Άρθρο 176
Ακατάσχετο και αφορολόγητο κοινωνικοασφαλιστικών παροχών Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης- Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 67 ν. 4756/2020

Στην παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4756/2020 (Α'235), περί ακατάσχετου και αφορολόγητου κοινωνικοασφαλιστικών παροχών Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, α) επικαιροποιείται η επωνυμία του αρμόδιου οργάνου, β) πριν από τις λέξεις «του ν. 1836/1989 (Α' 79)» προστίθενται οι λέξεις «και 22», γ) προστίθεται η παροχή της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152), επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Οι παροχές που καταβάλλονται από τη Δ.ΥΠ.Α., δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), των άρθρων 16 και 22 του ν. 1836/1989 (Α' 79), του άρθρου 142 του ν. 3655/2008 (Α' 58), της υποπερ. εε' της περ. β' της παρ. 6 του άρθρου 34 του ν. 4144/2013 (Α' 88), της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152), καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων, απαλλάσσονται από φόρους, τέλη, κρατήσεις και εισφορές, είναι ανεκχώρητες και ακατάσχετες στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 (Α' 167), δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη στη Φορολογική Διοίκηση, στο Δημόσιο, στα ασφαλιστικά ταμεία ή στα πιστωτικά ιδρύματα για το δημόσιο και για τρίτους.».

Άρθρο 177
Ρύθμιση ανεξόφλητων οικονομικών αξιώσεων - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 87 ν. 4706/2020

Στην παρ. 2 του άρθρου 87 του ν. 4706/2020 (Α' 136), περί ρύθμισης ανεξόφλητων οικονομικών αξιώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) επικαιροποιείται η επωνυμία του αρμόδιου οργάνου, β) στην περ. γ) προστίθενται νέο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, γ) στο τελευταίο εδάφιο επικαιροποιείται η αναφορά στο αρμόδιο όργανο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. α) Οι ανεξόφλητες απαιτήσεις των δικαιούχων μέχρι τις 31.12.2015, που απορρέουν από το άρθρο 21 του ν. 1767/1988 (A' 63), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του παρόντος, αποσβέννυνται με τη χορήγηση στους δικαιούχους ισόποσης έκπτωσης από οφειλές τους στη φορολογική διοίκηση και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αναγνώρισης των προς απόσβεση ανεξόφλητων απαιτήσεων των δικαιούχων σε βάρος της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) και έως την απόσβεσή τους, οι οικείες οφειλές των δικαιούχων, προς τη φορολογική διοίκηση και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, δεν επιβαρύνονται με τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

β) Από την έκπτωση εξαιρούνται οφειλές των δικαιούχων υπέρ αλλοδαπού δημοσίου, καθώς και οφειλές του από δασμούς ή από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, λόγω παράβασης της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90 [Κ.Ε.Δ.Ε.]). γ) Εφόσον για τη διεκδίκηση απαίτησης των δικαιούχων έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα ή μέσο, με το οποίο διεκδικείται χρηματικό ποσό για τα έτη 2010 έως και 2015 και το οποίο εκκρεμεί σε οιοδήποτε στάδιο, η χορήγηση της έκπτωσης τελεί υπό την αίρεση της παραιτήσεως του δικαιούχου, που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή μέσο από αυτό. Αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο από τη Δ.ΥΠ.Α. ή το Ελληνικό Δημόσιο, η χορήγηση της έκπτωσης τελεί υπό την αίρεση της παραιτήσεως του δικαιούχου από το ένδικο βοήθημα, επί του οποίου εξεδόθη η προσβαλλόμενη με το ένδικο μέσο απόφαση. Κατόπιν της πλήρωσης της αίρεσης ακολουθεί και η παραίτηση της Δ.ΥΠ.Α. ή του Ελληνικού Δημοσίου από το ασκηθέν ένδικο μέσο και η ένδικη διαφορά καταργείται στο σύνολό της. Οι υποχρεώσεις της Δ.ΥΠ.Α. και του Ελληνικού Δημοσίου εξαντλούνται κατά τα οριζόμενα στην παρούσα.».

Άρθρο 178
Σποραδική απασχόληση τακτικώς επιδοτούμενων ανέργων

Η περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), περί αναστολής της επιδότησης, δεν εφαρμόζονται σε επιδοτούμενους κατά τα άρθρα 4 και 5 του ν. 1545/1985 (Α' 91), στην περίπτωση απασχόλησης με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μίας (1) ημέρας που αναγγέλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.δ 2656/1953 (Α' 299) και της υπό στοιχεία 40331/Δ1.13521/19.9.2019 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β' 3520), στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ», εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει σωρευτικά τις τρεις (3) ημέρες εβδομαδιαίως και τις δώδεκα (12) ημέρες μηνιαίως. Στην περίπτωση αυτή από την τακτική επιδότηση ανεργίας αφαιρείται αριθμός ημερήσιων επιδομάτων που ισοδυναμεί με τις ημέρες απασχόλησης.

Άρθρο 179
Κατάταξη - Εκπαίδευση Αξιωματικών ειδικότητας Ιατρών Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 3 ν. 3079/2002

Το ηλικιακό όριο του πρώτου εδαφίου της υποπερ. ββ) της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3079/2002 (Α' 311), αυξάνεται, και η υποπερ. ββ) διαμορφώνεται ως εξής: «ββ) Από ιδιώτες ιατρούς πτυχιούχους Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ισότιμων και αντίστοιχων της αλλοδαπής, με ειδικότητα και ηλικία μέχρι και σαράντα δύο (42) ετών. Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν εκπληρώσει ή να εκπληρώνουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να βρίσκονται νόμιμα εκτός στρατεύματος. Οι επιτυχόντες κατατάσσονται απευθείας στο Σώμα με το βαθμό του Ανθυποπλοιάρχου Λ.Σ. ειδικότητας Υγειονομικού, με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και παρακολουθούν ταχύρρυθμη βασική εκπαίδευση, η διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καθορίζονται οι απαιτούμενες, κατά περίπτωση, ιατρικές ειδικότητες και τα λοιπά προσόντα των υποψηφίων κατά ειδικότητα, η διαδικασία επιλογής, τα θέματα που αφορούν τη διεξαγωγή του διαγωνισμού ή της πρόσληψης με μοριοδότηση, που προκηρύσσεται, με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την κατάταξη και εκπαίδευσή τους. Η διεξαγωγή του διαγωνισμού ή της πρόσληψης με μοριοδότηση προκηρύσσεται με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.».

ΜΕΡΟΣ Γ'
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 180
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π., μπορεί να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα της διαδικασίας επιλογής προσωπικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Β' της Ενότητας Γ'.

2. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α., είναι δυνατό να καθορίζονται εξειδικευμένες μέθοδοι και πρότυπα καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 161.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εσωτερικών και Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού είναι δυνατό να καθορίζονται ειδικότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα κριτήρια, τη διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διενέργεια των μεταθέσεων και των μετατάξεων των εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α. δυνάμει του άρθρου 165.

4. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α., καθορίζεται ο Κανονισμός Διαχείρισης του Μητρώου του άρθρου 166, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα τεχνικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα ή σχετικό με τους κλάδους και τις ειδικότητες, την πρόσληψη και την αξιολόγηση των αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να προσδιορίζεται το ανώτατο όριο ωρών που μπορεί να ανατεθεί στους ενταγμένους στο Μητρώο του άρθρου 166 εκπαιδευτικούς και το ύψος της ωριαίας αντιμισθίας με την οποία αμείβονται.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται στους εργοδότες από την Επιθεώρηση Εργασίας, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 169, και εξειδικεύονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιβολής τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 181
Καταργούμενες διατάξεις

Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται:

α) η παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1346/1983 (Α' 46), περί ρύθμισης θεμάτων του εκπαιδευτικού προσωπικού του ΟΑΕΔ,

β) η περ. 1 της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2336/1995 (Α' 189), περί κριτηρίων πρόσληψης των εκπαιδευτικών του ΟΑΕΔ,

γ) η παρ. 4 του άρθρου 67 του ν. 3518/2006 (Α' 272), περί της κάλυψης των αναγκών των εκπαιδευτικών μονάδων του ΟΑΕΔ σε έκτακτο προσωπικό,

δ) το άρθρο 58 του ν. 4430/2016 (Α' 205), περί ερμηνευτικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 67 του ν. 3518/2006 (Α' 272),

ε) η παρ. 3 του άρθρου 29Α του ν. 4521/2018 (Α' 38), περί των προσόντων και των κριτηρίων διορισμού των εκπαιδευτικών του ΟΑΕΔ.

στ) κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του παρόντος.

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ'
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 182
Έναρξη ισχύος

1. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις επόμενες παραγράφους.

2. Η παρ. 1 του άρθρου 105 εφαρμόζεται για εισφορές που καταβάλλονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1ης.1.2024.

3. Η παρ. 1 του άρθρου 106 ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η.1.2024.

4. Η ισχύς της παρ. 1 του άρθρου 174 αρχίζει την 1η.1.2023.

______________________________________________________________________________________________________

Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης
ΤΙΤΛΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΟΥΜΕΝΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
«Αναμόρφωση επαγγελματικής ασφάλισης, εξορθολογισμός ασφαλιστικής νομοθεσίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, σύστημα διορισμού και προσλήψεων των εκπαιδευτικών της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης και λοιπές διατάξεις.»

ΕΝΟΤΗΤΑ Α’
Αναμόρφωση Επαγγελματικής Ασφάλισης και λοιπές διατάξεις

Αιτιολογική έκθεση


Η «ταυτότητα» της αξιολογούμενης ρύθμισης

Ποιο ζήτημα αντιμετωπίζει η αξιολογούμενη ρύθμιση;

Με το Μέρος Α’ του νομοσχεδίου, επιχειρείται μία συνολική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την επαγγελματική ασφάλιση προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες να αναπτυχθεί περαιτέρω ο δεύτερος πυλώνας ασφαλιστικής προστασίας, να ενισχυθεί το εισόδημα των μελλοντικών συνταξιούχων με συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές παροχές, και ταυτόχρονα να καλλιεργηθεί η κουλτούρα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης στους ασφαλισμένους, προς όφελος των ιδίων και, συνολικά, της εθνικής οικονομίας.
Στο νέο θεσμικό πλαίσιο:

Α) Εντάσσονται κατά τρόπο συνεκτικό, τόσο οι ειδικές διατάξεις για τη λειτουργία των εθνικών επαγγελματικών ταμείων (Τ.Ε.Α.) όσο και οι σχετικές ενωσιακές ρυθμίσεις (Οδηγία 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ί. 354) (γνωστή ως ΙΟΚΡ II)).

Β) Αναβαθμίζεται η εποπτεία των Τ.Ε.Α. με τη μεταφορά του συνόλου των σχετικών αρμοδιοτήτων στην Τράπεζα της Ελλάδος και καταργείται το ισχύον σύστημα τριμερούς εποπτείας των φορέων αυτών (Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εθνική Αναλογιστική Αρχή και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς). Η μεταφορά της εποπτείας στην Τράπεζα της Ελλάδας αποτελεί κομβικής σημασίας διαρθρωτική μεταρρύθμιση και έχει ως στόχο τη συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων ελέγχου και εποπτείας της επαγγελματικής ασφάλισης, προκειμένου η χώρα να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις που τάσσονται από την Οδηγία 2016/2341 για τα Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών, και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των μελών τους. Με τον τρόπο αυτό, παύει ο κατακερματισμός της εποπτείας της επαγγελματικής ασφάλισης και καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων από ενιαίο φορέα, ο οποίος διαθέτει υψηλή τεχνογνωσία ως προς την εποπτεία κεφαλαιοποιητικών συστημάτων.

Γ) Εκσυγχρονίζεται παράλληλα ο θεσμός της επαγγελματικής ασφάλισης μέσω μίας σειράς δομικών αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας των Τ.Ε.Α. ώστε να αρθούν οι περιορισμοί που έχουν λειτουργήσει ως τροχοπέδη για την ανάπτυξή τους. Ειδικότερα, διευρύνονται και απλοποιούνται οι προϋποθέσεις ίδρυσής τους, στα πρότυπα των ευρωπαϊκών φορέων επαγγελματικής ασφάλισης, και αναβαθμίζονται οι κανόνες λειτουργίας τους.

Δ) Ενισχύεται το επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και εισάγονται συγκεκριμένες απαιτήσεις παροχής ενημέρωσης προς τους ασφαλισμένους και τα υποψήφια μέλη, ώστε να μπορούν να προβούν στον προσωπικό τους χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Ειδικότερα, οι νέες ρυθμίσεις έχουν ως επιμέρους στόχους:
- την απλοποίηση των διαδικασιών σύστασης των Τ.Ε.Α.,
- την καθιέρωση ενός πρότυπου καταστατικού,
- τη  διευκόλυνση  ίδρυσης Τ.Ε.Α. από περισσότερους εργοδότες (πολυεργοδοτικά Τ.Ε.Α.), χωρίς να απαιτείται κλαδική/επαγγελματική συνάφεια μεταξύ τους, ώστε να δίνεται η δυνατότητα και σε μικρότερες επιχειρήσεις να εντάσσουν τους εργαζομένους τους,
- τη θέσπιση κανόνων χρηστής διακυβέρνησης, για την επίτευξη καλύτερων αποδόσεων και την αύξηση της εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων προς τα Τ.Ε.Α.,
- την ενίσχυση της διαφάνειας της δράσης των Τ.Ε.Α. και την καλύτερη ενημέρωση των ασφαλισμένων,
- την αναβάθμιση της εποπτείας των Τ.Ε.Α., η οποία από την 1η.1.2025 ανατίθεται στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να διασφαλιστεί η οργανωτική και επιχειρηματική επάρκεια των Τ.Ε.Α., να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων στον θεσμό και να συγκεντρωθεί η εποπτεία σε μία ενιαία αρχή κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Με το Μέρος Β', εισάγονται ρυθμίσεις για τον εξορθολογισμό του κανονιστικού πλαισίου των Ταμείων Υποχρεωτικής Επαγγελματικής Ασφάλισης και των εκ μετατροπής Ταμείων της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α' 160) (εφεξής αλληλοβοηθητικά ταμεία), με αναλογική εφαρμογή διατάξεων για τη χρηστή διακυβέρνηση και άλλων συναφών ρυθμίσεων του νέου θεσμικού πλαισίου που θεσπίζεται για τα Τ.Ε.Α., δυνάμει της Οδηγίας 2016/2341. Επιπλέον, ορίζεται ρητά ότι τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία λειτουργούν σε προαιρετική βάση. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται μία συνολική αντιμετώπιση φορέων, που, αν και λειτουργούν στη βάση της ιδιωτικής βούλησης και ιδρύθηκαν με σκοπό να χορηγούν συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές παροχές, δεν εμπίπτουν σε κανονιστικό πλαίσιο ανάλογο με αυτό που ισχύει για τους λοιπούς αυστηρά ρυθμιζόμενους φορείς που χορηγούν αντίστοιχες παροχές.

Με το Μέρος Γ', εισάγονται ρυθμίσεις με στόχο την ομοιόμορφη φορολογική αντιμετώπιση των προϊόντων της προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης (παροχές Τ.Ε.Α. και ομαδικά ασφαλιστήρια συνταξιοδοτικά συμβόλαια (ΟΑΣΣ)), με ταυτόχρονο σεβασμό στις ιδιαιτερότητες κάθε προϊόντος. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύγονται διαστρεβλώσεις του ανταγωνισμού που οφείλονται αποκλειστικά στη διακριτή αυτή φορολογική αντιμετώπιση, ενώ διατηρούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, προς όφελος των ασφαλισμένων, οι οποίοι μπορούν να απολαύουν των διαφοροποιημένων πλεονεκτημάτων κάθε ενός εξ αυτών. Παρά τη φορολογική εξομοίωση, διατηρούνται σημαντικά φορολογικά κίνητρα και ευνοϊκοί φορολογικοί συντελεστές για την επιλογή της αποταμίευσης μέσω συλλογικών συνταξιοδοτικών προϊόντων για τους ασφαλισμένους των Τ.Ε.Α. ή των ΟΑΣΣ. Παράλληλα, όμως, διασφαλίζεται ότι τα κίνητρα αυτά είναι λελογισμένα, ώστε να μην αποβαίνουν σε βάρος των λοιπών φορολογουμένων.
Ειδικότερα, προβλέπεται κλιμακωτή φορολόγηση των παροχών των Τ.Ε.Α. και των ασφαλισμάτων των ΟΑΣΣ, ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης κάθε ασφαλισμένου. Όσο περισσότερος χρόνος έχει διανυθεί, τόσο μικρότερος είναι ο συντελεστής φορολόγησης, ώστε να ενισχύεται η μακροπρόθεσμη αποταμίευση, η οποία μπορεί να αποφέρει ικανοποιητικά εισοδήματα κατά τη συνταξιοδότηση. Επιπλέον, παρέχονται επιπρόσθετα φορολογικά κίνητρα για την καταβολή περιοδικών παροχών μέσω των οποίων διασφαλίζεται πραγματικό συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση, παρέχοντας μονιμότερη ασφάλεια του εισοδήματος μακροπρόθεσμα.

Γιατί αποτελεί πρόβλημα;

Μέρος Α’: Το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει στη χώρα μας από το 2002 δεν οδήγησε στην εδραίωση του θεσμού των Επαγγελματικών Ταμείων για λόγους που σχετίζονται με τις οικονομικές συνθήκες, καθώς και με το γραφειοκρατικό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας τους.
Η επιστροφή της χώρας σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 4,4 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2019-2023, δημιουργεί κίνητρα για την αποταμίευση με σκοπό την παροχή συμπληρωματικών συντάξεων, ενώ οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις, που προβλέπονται με το παρόν νομοσχέδιο (απλοποίηση κανόνων ίδρυσης, εισαγωγή προϋποθέσεων χρηστής διακυβέρνησης, μεταφορά της εποπτείας στην Τράπεζα της Ελλάδος) προωθούν την ίδρυση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, και επιτρέπουν τη δημιουργία κεφαλαίων συνταξιοδοτικής αποταμίευσης στα πρότυπα των υπόλοιπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η χώρα μας, είκοσι (20) χρόνια μετά την εισαγωγή του θεσμού των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης, βρίσκεται σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με 28 Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, που έχουν συσταθεί κατά κύριο λόγο από εργοδότες-μεγάλες επιχειρήσεις, περίπου τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) ευρώ κεφάλαια διαχείρισης και τη συμμετοχή πενήντα χιλιάδων (50.000) περίπου ασφαλισμένων ήτοι περίπου 2,2% του συνόλου των ενεργών ασφαλισμένων.
Η περιορισμένη αξιοποίηση του θεσμού δεν ευνοεί τη διασπορά κινδύνου και την απόκτηση υψηλών συμπληρωματικών συντάξεων, πέραν αυτών που χορηγούνται στο πλαίσιο της δημόσιας υποχρεωτικής ασφάλισης. Επιπλέον η τριμερής εποπτεία επί των ταμείων καθιστά δυσκίνητη και χρονοβόρα τη διαδικασία εποπτείας.
Υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων και είκοσι (20) χρόνια από την εισαγωγή του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης, είναι σαφές ότι η ανάπτυξή του απαιτεί την κατάλληλη προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας και εποπτείας του. Πράγματι, το νομοθετικό πλαίσιο που ορίζει τα ζητήματα λειτουργίας της επαγγελματικής ασφάλισης, το οποίο είναι κυρίως ευρωπαϊκό (Οδηγία ΙΟΚΡ II), εξελίσσεται συνεχώς, προκειμένου να εξυπηρετήσει την ανάπτυξη του θεσμού και τις νέες ανάγκες που παρουσιάζονται. Απαιτείται, λοιπόν, όχι μόνο αναμόρφωση και εκσυγχρονισμός του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης, με βάση την εμπειρία και την εξέλιξη των τελευταίων ετών, αλλά και συγκεκριμένες παρεμβάσεις ως προς την εποπτική λειτουργία, οι οποίες υλοποιούνται με το παρόν νομοσχέδιο.

Μέρος Β’: Τα 4 Τ.Ε.Α. Υποχρεωτικής Ασφάλισης που προέρχονται εκ μετατροπής από επικουρικά ταμεία βάσει της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α' 41) (εφεξής Ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης) υπήχθησαν μεν κατά τη μετατροπή τους στο θεσμικό πλαίσιο των Τ.Ε.Α., χωρίς όμως στη συνέχεια να υπαχθούν και στον ν. 4680/2020 (Α'72), δυνάμει του οποίου ενισχύθηκε το σχετικό πλαίσιο εποπτείας. Ως εκ τούτου, λειτουργούσαν με βάση αποσπασματικές διατάξεις, οι οποίες μάλιστα είχαν καταργηθεί στο μεταξύ για τα υπόλοιπα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των Τ.Ε.Α. και η κατάργηση των προγενέστερων παρωχημένων διατάξεων αποτελεί τη βάση για τον εκσυγχρονισμό του αντίστοιχου πλαισίου των 4 Τ.Ε.Α. Υποχρεωτικής Ασφάλισης, τα οποία πλέον θα υπόκεινται σε αυξημένες απαιτήσεις διακυβέρνησης και εποπτείας, κατά παραπομπή στις σχετικές διατάξεις των Τ.Ε.Α.. Ταυτόχρονα, ο υποχρεωτικός τους χαρακτήρας καθώς και η διατήρηση του τριμερούς σχήματος εποπτείας τους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Εθνική Αναλογιστική Αρχή επιβάλλει διακριτή αντιμετώπιση και ορισμένες προσαρμογές στις ανωτέρω διατάξεις, τα οποία αποτυπώνονται στο οικείο μέρος του νομοσχεδίου.
Όσον αφορά τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία, αυτά λειτουργούν υπό αναχρονιστικούς κανόνες εποπτείας, που δεν ανταποκρίνονται στην ανάγκη διασφάλισης της οικονομικής τους βιωσιμότητας και προστασίας των συμφερόντων των ασφαλισμένων τους, επιτάσσοντας έτσι την άμεση παρέμβαση του νομοθέτη για τον εκσυγχρονισμό του σχετικού πλαισίου και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων.

Μέρος Γ': Η διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται σε ομοειδή προϊόντα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης δημιουργεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Επιπλέον, με το ισχύον φορολογικό σύστημα, δεν φορολογούνται ούτε οι εισφορές, ούτε οι εφάπαξ παροχές των Τ.Ε.Α., σε αντίθεση με τις πρακτικές που ακολουθούνται διεθνώς. Η φορολόγηση των Τ.Ε.Α. είναι ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης, ώστε να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην παροχή κινήτρων για την ανάπτυξη του θεσμού και την προώθηση της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης από τη μία μεριά, και την αποφυγή καταστρατηγήσεων από την άλλη.

Κατ’ άρθρο ανάλυση αξιολογούμενης ρύθμισης

Σύνοψη στόχων κάθε άρθρου

Άρθρο-Στόχος

1 Με το άρθρο 1 ορίζεται ο σκοπός του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.

2 Με το άρθρο 2 ορίζεται το αντικείμενο του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.

3 Με το άρθρο 3 προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Συγκεκριμένα εφαρμόζεται στα Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.) με έδρα στην Ελλάδα τα οποία καλούνται «Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.)» καθώς και στα Ι.Ε.Σ.Π. με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος.
Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας αφορά ιδρύματα που διαχειρίζονται καθεστώτα επαγγελματικής συνταξιοδότησης, ήτοι τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης κατά το εθνικό δίκαιο, ή όπως αυτά ορίζονται από τα κράτη μέλη. Εξαιρούνται τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης του πρώτου πυλώνα, τα οποία καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (L 166) και τον Κανονισμό (ΕΚ) 987/2009 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (L 284). Επίσης, εξαιρούνται φορείς που ρυθμίζονται δυνάμει άλλων ενωσιακών κειμένων, όπως οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, οι εταιρείες διαχείρισης, οι ασφαλιστικές εταιρείες και αντασφαλιστικές εταιρείες, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Επιπλέον, οι διατάξεις της Οδηγίας δεν εφαρμόζονται σε ιδρύματα που λειτουργούν σε διανεμητική βάση, σε ιδρύματα όπου οι υπάλληλοι της χρηματοδοτούσας επιχείρησης δεν έχουν εκ του νόμου δικαιώματα στα οφέλη και όπου η χρηματοδοτούσα επιχείρηση μπορεί να αποδεσμεύσει σε οποιαδήποτε στιγμή τα στοιχεία του ενεργητικού και να μην ανταποκριθεί κατ' ανάγκη στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και στις επιχειρήσεις οι οποίες για την καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών στους υπαλλήλους τους προσφεύγουν στη σύσταση αποθεματικών στον ισολογισμό. Τέλος, για όρους σαφήνειας, προβλέπεται ότι στα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που ιδρύθηκαν δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 και λειτουργούν σε υποκατάσταση της υποχρεωτικής εκ του νόμου επικουρικής ασφάλισης, ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’.
Με δεδομένο ότι Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών μπορούν να δραστηριοποιούνται διασυνοριακά στη χώρα μας, με το άρθρο 3 προβλέπεται ότι Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών, τα οποία διαχειρίζονται τόσο καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης όσο και επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα, διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους για τις μη υποχρεωτικές δραστηριότητές τους στον τομέα της επαγγελματικής συνταξιοδότησης, ήτοι για τις δραστηριότητες που μπορούν να ασκήσουν διασυνοριακά. Επίσης, προβλέπεται η χωριστή διαχείριση των στοιχείων του παθητικού και των αντίστοιχων στοιχείων του ενεργητικού που αφορούν στις δραστηριότητες αυτές και η μη δυνατότητα μεταφοράς τους στα συστήματα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, τα οποία θεωρούνται ως καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης, ή αντιστρόφως.

4 Στο άρθρο 4 παρατίθενται οι ορισμοί των εννοιών που αναφέρονται στις διατάξεις του σχεδίου νόμου. Ειδικά ως προς τα Τ.Ε.Α., προβλέπεται ότι αυτά αποτελούν, για το εθνικό δίκαιο, τα Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών κατά την έννοια των διατάξεων της ενσωματούμενης Οδηγίας. Συγκεκριμένα, τα Τ.Ε.Α. είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και διαθέτουν νομική προσωπικότητα. Ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των Τ.Ε.Α συναρτάται με τον κοινωνικό τους σκοπό, τον οποίο ο εθνικός νομοθέτης προωθεί, μεταξύ άλλων, και μέσω της νομικής μορφής που τους προσδίδει. Επιπλέον, προβλέπεται ρητά ότι ως Αρμόδια Αρχή για την εποπτεία των Τ.Ε.Α. ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται από την 1η.1.2025 το σχετικό έργο, βάσει των διατάξεων του παρόντος Μέρους και του Καταστατικού της.

5 Με το άρθρο 5 ορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η κατ’ επάγγελμα χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και προβλέπονται οι αντίστοιχες κυρώσεις, στην περίπτωση παράβασης των προϋποθέσεων αυτών, για λόγους προστασίας των ασφαλισμένων.
Με την παρ. 1, ορίζεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών η προηγούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α. από την Αρμόδια Αρχή, με την  επιφύλαξη  του  άρθρου  13 που αφορά στη δραστηριοποίηση Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών στην Ελλάδα.
Με την παρ. 2, ορίζεται ότι η κατ’ επάγγελμα χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών επιτρέπεται μόνο στα ιδρύματα που ανήκουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος καθώς και σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που μπορούν να παρέχουν συνταξιοδοτικές παροχές που ταξινομούνται στους κλάδους Ι, ΙΙΙ και VII του άρθρου 5 του ν. 4364/2016.
Τέλος, με την παρ. 3, προβλέπεται ποινική κύρωση για την κατ’ επάγγελμα χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών κατά παράβαση της παρ. 2. Επιπλέον, ορίζεται ότι, σε περίπτωση που η εν λόγω δραστηριότητα ασκείται από νομικό πρόσωπο, η ποινική κύρωση επιβάλλεται στα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση ή διαχείριση στο νομικό πρόσωπο.

6 Με το άρθρο 6 προβλέπονται η μορφή, ο τρόπος και οι προϋποθέσεις  ίδρυσης  των  Ταμείων  Επαγγελματικής Ασφάλισης, τα οποία αποτελούν τους φορείς επαγγελματικής ασφάλισης κατά τις διατάξεις του εθνικού μας δικαίου. Επιπλέον, προβλέπεται ρητά ότι αυτά τελούν υπό την εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής, η οποία από 1η.1.2025 είναι η Τράπεζα της Ελλάδας, σύμφωνα με τους σχετικούς ορισμούς. Πιο συγκεκριμένα, με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου διατηρούνται τα βασικά χαρακτηριστικά των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, όπως αυτά εισήχθησαν ως θεσμός με τον ν. 3029/2002 και περιγράφονται στον σχετικό ορισμό, παράλληλα όμως, διευρύνονται οι προϋποθέσεις ίδρυσής τους, στα πρότυπα των ευρωπαϊκών φορέων επαγγελματικής ασφάλισης, ώστε να αρθούν οι περιορισμοί που κρίθηκαν ως
τροχοπέδη για την ανάπτυξη του θεσμού. Αποσυνδέεται για πρώτη φορά η προϋπόθεση της επαγγελματικής συνάφειας μεταξύ των εργοδοτών και των ασφαλισμένων, ώστε να ενισχυθεί ο θεσμός των πολυεργοδοτικών και άρα μεγαλύτερων ΙΕΣΠ-ΤΕΑ.
Στην παρ. 1, προβλέπονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την πρωτοβουλία για την ίδρυση ενός Τ.Ε.Α.. Πιο συγκεκριμένα, εργοδότες και εργαζόμενοι  μπορούν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να συμφωνήσουν ως προς την ίδρυση Τ.Ε.Α., προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία αδειοδότησης που προβλέπεται στα επόμενα άρθρα.
Για τη διευκόλυνση ίδρυσης πολυεργοδοτικών Τ.Ε.Α., ορίζεται ρητώς ότι δεν είναι απαραίτητη η επαγγελματική κλαδική συνάφεια των συμβαλλόμενων επιχειρήσεων ή ασφαλισμένων. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή η σύμπραξη εργοδοτών, εργαζομένων και ελεύθερων επαγγελματιών διαφορετικών επαγγελματικών κλάδων, που δεν σχετίζονται μεταξύ τους, προκειμένου να ιδρύσουν ενιαία Τ.Ε.Α., επιτυγχάνοντας οικονομίες κλίμακας. Επιπλέον, ορίζεται ότι η επωνυμία των Τ.Ε.Α. περιλαμβάνει την ένδειξη «Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Ν.Π.Ι.Δ».
Στην παρ. 2 θεσπίζεται ο νομικός διαχωρισμός μεταξύ του Τ.Ε.Α. και της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων σε περίπτωση πτώχευσης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης. Η απαίτηση αυτή εξυπηρετείται, μεταξύ άλλων, και από τη νομική προσωπικότητα των Τ.Ε.Α., τα οποία δεν μπορούν έτσι να ταυτίζονται με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση.
Στην παρ. 3 ορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων που συνδέονται με συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς και δραστηριοτήτων που απορρέουν από τις παροχές αυτές, με στόχο τη μεγαλύτερη προστασία των μελών και των δικαιούχων.
Στην παρ. 4 ορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. θα πρέπει, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της δίκαιης κατανομής κινδύνων και οφελών μεταξύ γενεών στις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές.
Στην παρ. 5 παρέχεται η δυνατότητα των Τ.Ε.Α. να παρέχουν περισσότερα του  ενός προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών για διακριτές κατηγορίες μελών μόνον εφόσον υπάρχει σχετική καταστατική πρόβλεψη, προκειμένου να εξυπηρετούνται αποτελεσματικά τα συμφέροντα διακριτών κατηγοριών ασφαλισμένων, δεδομένου ότι η ασφάλιση περισσότερων εργαζομένων ή/και αυτοαπασχολουμένων, οι οποίοι έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, σε ένα ενιαίο Τ.Ε.Α., μπορεί να μην εξυπηρετείται από ένα μεμονωμένο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Προβλέπεται, επίσης, ο διαχωρισμός των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, ενώ απαγορεύεται η μεταφορά τους μεταξύ προγραμμάτων, για λόγους προστασίας των συμφερόντων των ασφαλισμένων.
Στην παρ. 6, παρέχεται η δυνατότητα στα Τ.Ε.Α. να συστήνουν ενώσεις και ομοσπονδίες ενώσεων για τη συλλογική τους εκπροσώπηση.
Στην παρ. 7, προβλέπεται η υποχρέωση της Αρμόδιας Αρχής να τηρεί μητρώο των Τ.Ε.Α., προσβάσιμο στο κοινό, το οποίο περιλαμβάνει  και  στοιχεία  για τυχόν  διασυνοριακή δραστηριότητα των Τ.Ε.Α., για λόγους δημοσιότητας και διαφάνειας.
Στην παρ. 8, ορίζεται υποχρέωση της Αρμόδιας Αρχής να κοινοποιεί στην ΕΑΑΕΣ την επωνυμία των Τ.Ε.Α. που περιλαμβάνονται στο μητρώο, καθώς τις αποφάσεις της σχετικά με τη χορήγηση και την ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α..

7 Στο άρθρο 7 προβλέπεται η δυνατότητα προσχώρησης χρηματοδοτούσας επιχείρησης σε υφιστάμενο Τ.Ε.Α. ώστε οι ασφαλισμένοι του να μπορούν να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα ενός μεγαλύτερου ΙΕΣΠ-ΤΕΑ και ορίζονται οι σχετικές προϋποθέσεις, με στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών του Τ.Ε.Α. και της βιωσιμότητας του Ταμείου, κατ’ αντιστοιχία των προβλέψεων για την ίδρυση πολυεργοδοτικών Τ.Ε.Α..

8 Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται η διαδικασία και οι όροι χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α. από την Αρμόδια Αρχή. Στο πλαίσιο της απλοποίησης των διαδικασιών και της μείωσης του διοικητικού βάρους για την ίδρυση ενός Τ.Ε.Α., προβλέπονται (α) η δυνατότητα υπογραφής του καταστατικού από τουλάχιστον είκοσι (20) ιδρυτικά μέλη, εκ του ελαχίστου ορίου των εκατό (100) μελών, και η προσκόμιση υπεύθυνων δηλώσεων με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής από τα υπόλοιπα, τουλάχιστον ογδόντα (80), υποψήφια μέλη, η οποία μπορεί να χορηγείται ψηφιακά ή ηλεκτρονικά και (β) η δυνατότητα χρήσης πρότυπου ιδρυτικού καταστατικού, που παρέχεται από την Αρμόδια Αρχή, με συνακόλουθη μείωση του χρόνου έγκρισης του καταστατικού στο μισό (από 6 μήνες σε 3).
Στην παρ. 2, ορίζονται τα στοιχεία και οι προϋποθέσεις που συνοδεύουν την αίτηση και αποδεικνύουν τη δυνατότητα συμμόρφωσης του υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. με τις απαιτήσεις φερεγγυότητας, διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων της κείμενης νομοθεσίας. Ορίζεται, επίσης, ότι για την κάλυψη του ελάχιστου ορίου των εκατό (100) μελών για την ίδρυση Τ.Ε.Α., τουλάχιστον τα είκοσι (20) χρειάζεται να υπογράφουν το καταστατικό ως ιδρυτικά μέλη ενώ τα υπόλοιπα δηλώνουν την αποδοχή του καταστατικού με υπεύθυνες δηλώσεις που υποβάλλονται. Με την παρ. 3, δίνεται η δυνατότητα στην Αρμόδια Αρχή να ζητήσει οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο για να εκτιμήσει αν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης.
Στην παρ. 4, τίθεται προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους φακέλου, εντός της οποίας η Αρμόδια Αρχή οφείλει να αποφασίσει για την έγκριση ή μη της αίτησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α. και ορίζονται οι έννομες συνέπειες της παρέλευσης της προθεσμίας. Η έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας από την υποβολή πλήρους φακέλου τίθεται, προκειμένου τα υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. να έχουν τη δυνατότητα να συμπληρώνουν τυχόν ελλείψεις της αίτησής τους, αφού σε διαφορετική περίπτωση η παρέλευση της 6μηνης προθεσμίας από την αρχική αίτηση θα απέβαινε αναγκαστικά σε απόρριψη της αίτησης, χωρίς να έχει καταστεί αυτή πλήρης.
Στην παρ. 5, προβλέπεται η δημοσιότητα του εγκεκριμένου καταστατικού του Τ.Ε.Α. για λόγους ασφάλειας δικαίου, μέσω της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, χρονικό σημείο κατά το οποίο αποκτά νομική προσωπικότητα το Τ.Ε.Α..
Στην παρ. 6, προβλέπεται η δυνατότητα συγχώνευσης ή διάσπασης Τ.Ε.Α. με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, και ορίζεται ότι στην περίπτωση της συγχώνευσης δεν απαιτείται να πληρούται η προϋπόθεση του ελάχιστου αριθμού μελών. Η πρόβλεψη αυτή κρίνεται αναγκαία ώστε Τ.Ε.Α. των οποίων τα μέλη μειώθηκαν σε κάποια χρονική περίοδο κάτω του ελαχίστου ορίου, παραμένοντας όμως βιώσιμα, να μπορούν να συνενωθούν μεταξύ τους, δεδομένου ότι η συνένωση μικρότερων Τ.Ε.Α. είναι κατά κανόνα ωφέλιμη για τη γενικότερη ανάπτυξη του θεσμού.
Στην παρ. 7 ορίζεται ότι η περιγραφόμενη διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας εφαρμόζονται στην περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού Τ.Ε.Α. ή της μετατροπής άλλου νομικού προσώπου σε Τ.Ε.Α.. Με τον τρόπο αυτό  διασφαλίζεται  ότι  οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση καταστατικού Τ.Ε.Α. δεν οδηγεί σε μείωση των εχεγγύων που έχουν ελεγχθεί κατά την ίδρυσή του. Αντίστοιχα, σε περίπτωση μετατροπής άλλων φορέων σε Τ.Ε.Α., πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία των Τ.Ε.Α. και να αδειοδοτηθούν σχετικά από την Αρμόδια Αρχή.
Στην παρ. 8, προβλέπεται η δημιουργία πρότυπου ιδρυτικού καταστατικού, διαθέσιμου και διαδικτυακά, η χρήση του οποίου μειώνει την προθεσμία έγκρισης της παρ. 4 από έξι (6) σε τρεις (3) μήνες, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την ίδρυση νέων Τ.Ε.Α.. Η χρήση πρότυπου καταστατικού κρίνεται ότι μπορεί να επιταχύνει τον έλεγχο των προϋποθέσεων ίδρυσης, οι οποίες εξάλλου προβλέπονται ρητά στις διατάξεις του παρόντος, ενώ μέσω αυτού μπορούν να προωθηθούν καλές πρακτικές ως προς την εξειδίκευση των σχετικών στοιχείων (σε ζητήματα διακυβέρνησης, τις βασικές λειτουργίες κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση, η χρήση πρότυπου καταστατικού αποτελεί ευχέρεια και όχι υποχρέωση των υπό ίδρυση Τ.Ε.Α., τα οποία μπορούν να υποβάλουν και διαφοροποιημένα καταστατικά, σύμφωνα με τις ειδικότερες ανάγκες τους, και πάντοτε κατά τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία.
9 Με το προτεινόμενο άρθρο, ορίζεται ως τύπος του καταστατικού για την ίδρυση Τ.Ε.Α. το συμβολαιογραφικό έγγραφο  και προβλέπεται το ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο, με όλους τους αναγκαίους όρους και κανόνες λειτουργίας του Τ.Ε.Α. που πρέπει να γνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι καθώς και τα υποψήφια μέλη. Ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου αποτελεί κατά τεκμήριο έγγραφο που παράγει αυξημένη ασφάλεια δικαίου, είναι δε κατάλληλο να εξυπηρετήσει τους σημαντικούς σκοπούς που προωθούνται μέσω των Τ.Ε.Α, τα οποία διαχειρίζονται μεγάλα κεφάλαια προς όφελος των μελλοντικών συνταξιούχων.
Με την παρ. 2 ορίζονται αναλυτικά τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να περιέχει το καταστατικό του Τ.Ε.Α., το οποίο υποβάλλεται στην Αρμόδια Αρχή από τους συμβαλλόμενους ιδρυτές του.
Με την παρ. 3 ορίζεται ρητά ότι στα καταστατικά των Τ.Ε.Α. δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται αρχές που έρχονται σε αντίθεση με βασικές αρχές της επαγγελματικής ασφάλισης, και απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τον κοινωνικό τους σκοπό, τη συλλογική τους βάση, την αλληλεγγύη, την απαγόρευση διακρίσεων κ.ά. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι απαγορεύεται να συμπεριληφθούν σε καταστατικά των Τ.Ε.Α. διατάξεις, με τις οποίες αποκλείεται η ασφάλιση προσώπων που έχουν δικαίωμα υπαγωγής στο Τ.Ε.Α. ή σε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.
Επίσης, δεν επιτρέπεται να αποτελεί προαπαιτούμενο η συμμετοχή του υποψηφίου μέλους σε συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση για την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α. Έτσι, και στην περίπτωση που ιδρυτής ενός Τ.Ε.Α. είναι μία συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση, δικαιούνται και μη μέλη αυτών των οργανώσεων να υπάγονται στην ασφάλισή του. Παράλληλα, θεσπίζεται απαγόρευση αποκλεισμού ή διακρίσεων των προσώπων που έχουν δικαίωμα υπαγωγής με βάση ενδεικτικά το φύλο ή τη θρησκεία. Επιπλέον, απαγορεύονται διατάξεις που δεν επιτρέπουν σε μέλος του Τ.Ε.Α. να υπαχθεί και σε άλλο Τ.Ε.Α. ή καθιστούν υποχρεωτική την υπαγωγή σε ένα Τ.Ε.Α..
Στην παρ. 4 προβλέπεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των Τ.Ε.Α. είναι η υποχρεωτική υπαγωγή όλων των ασφαλισμένων σε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, ενώ προαιρετικά μπορούν να παρέχουν και συμπληρωματικές παροχές, δεδομένου ότι τα Τ.Ε.Α. έχουν πρώτιστο σκοπό την παροχή συνταξιοδοτικών παροχών. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι κάθε μέλος των Τ.Ε.Α. είναι ασφαλισμένο τουλάχιστον για τη βασική συνταξιοδοτική παροχή, ενώ προαιρετικά μπορεί να είναι ασφαλισμένο και για άλλες συμπληρωματικές παροχές.

10 Με το προτεινόμενο άρθρο, ορίζεται το απαραίτητο περιεχόμενο του  προγράμματος  δραστηριοτήτων που υποβάλλεται κατά το στάδιο της αίτησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Τ.Ε.Α. και το οποίο περιγράφει βασικά στοιχεία που αφορούν στην αξιολόγηση της οικονομικής βιωσιμότητας και φερεγγυότητας του υπό ίδρυση Ταμείου από την Αρμόδια Αρχή, ιδίως τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία, τη φύση των κινδύνων και των παροχών, καθώς και τη Δήλωση Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής του άρθρου 44. Η υποβολή προγράμματος δραστηριοτήτων έχει κριθεί απαραίτητη από την εμπειρία λειτουργίας του θεσμού στη χώρα μας, αφού μέσω αυτού αποτυπώνονται οι τρόποι που το υπό ίδρυση Τ.Ε.Α. σχεδιάζει να ανταποκριθεί στις νομικές του υποχρεώσεις, γίνονται αντιληπτοί οι στόχοι του και τα μέσα που διαθέτει, και εξυπηρετούνται τελικώς τόσο τα συμφέροντα των ίδιων των συμβαλλομένων όσο και οι σκοποί της αποτελεσματικής εποπτείας. Στην παρ. 2, προβλέπεται επιπλέον περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων για τις τρεις πρώτες οικονομικές χρήσεις.

11 Με το προτεινόμενο άρθρο ρυθμίζονται η διαδικασία και οι ειδικότερες προϋποθέσεις της διασυνοριακής δραστηριότητας, η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην εθνική νομοθεσία με το άρθρο 22 του ν. 3846/2010 (Α’66), στο πλαίσιο ενσωμάτωσης του άρθρου 20 της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (1 235). Με την υπό ενσωμάτωση Οδηγία, επικαιροποιείται η σχετική νομοθεσία, ώστε να αποτυπώνεται η εξέλιξη του θεσμού. Καταδεικνύεται έτσι, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ενωσιακού νομοθέτη για ενίσχυση της διασυνοριακής δραστηριότητας, η οποία δύναται να συμβάλει στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου και στη διευκόλυνση της κινητικότητας των εργαζομένων.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 της Οδηγίας 2016/2341 προβλέπεται ότι επιχειρήσεις δύνανται να χρηματοδοτούν, εκτός από Ι.Ε.Σ.Π. που είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος, και Ι.Ε.Σ.Π. που έχουν εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ ή του ΕΟΧ. Το κράτος εγκατάστασης του Ι.Ε.Σ.Π. που δέχεται τη χρηματοδότηση είναι το κράτος-μέλος καταγωγής, σύμφωνα με τους ορισμούς της Οδηγίας, και είναι αυτό οι αρμόδιες αρχές του οποίου είναι επιφορτισμένες με τις κύριες αρμοδιότητες εποπτείας στο πλαίσιο της διασυνοριακής δραστηριότητας. Αντιθέτως, η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους του οποίου οι διατάξεις   της   εργατικής   και   κοινωνικοασφαλιστικής
νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση διέπουν τις σχέσεις μεταξύ χρηματοδοτούσας επιχείρησης και μελών ή δικαιούχων (κράτος μέλος υποδοχής) είναι υπεύθυνη για τον συνεχή έλεγχο ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, καθώς και των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών.
Πιο συγκεκριμένα, το ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα Ι.Ε.Σ.Π. υπόκειται τόσο στην εποπτεία του κράτους μέλους καταγωγής, σύμφωνα με τις εκάστοτε εθνικές διατάξεις του τελευταίου, όσο και στην εποπτεία του κράτους μέλους υποδοχής, αποκλειστικά για τις διατάξεις της εργατικής και κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση και τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών.
Τα παραπάνω εξειδικεύονται με το παρόν άρθρο, ώστε να καθίστανται σαφείς οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Ι.Ε.Σ.Π άλλων κρατών μελών και των Τ.Ε.Α. αντίστοιχα που ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα, αλλά και το εύρος εποπτείας της Αρμόδιας Αρχής, αναλόγως με το εάν η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής ή κράτος μέλος καταγωγής.
Ειδικότερα, με την παρ. 1, προβλέπεται η δυνατότητα σε Τ.Ε.Α. να δέχονται χρηματοδότηση από επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., υπό την επιφύλαξη τήρησης της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση του κράτους μέλους υποδοχής, δεδομένου ότι σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα είναι το κράτος καταγωγής.
Αντίστοιχα, προβλέπεται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να χρηματοδοτούν Ι.Ε.Σ.Π. που είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε., τα οποία στην περίπτωση αυτή πρέπει να εφαρμόζουν τις διατάξεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος υποδοχής.
Με τις παρ. 2 και 3 περιγράφονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας από Τ.Ε.Α., τα υποβαλλόμενα στοιχεία εκ μέρους του και οι ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί η Αρμόδια Αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής (Ελλάδα). Ειδικότερα, με την παρ. 2 ορίζονται οι πλη ροφορίες που οφείλει να υποβάλει κάθε Τ.Ε.Α. που προτίθεται να δραστηριοποιηθεί διασυνοριακά. Επιπλέον, προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από το αιτούν την άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας Τ.Ε.Α. προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ειδοποιεί σχετικά το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α., εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών, από τη λήψη της αίτησης, καθώς η εν λόγω κοινοποίηση επέχει θέση έγκρισης της διασυνοριακής δραστηριότητας στο άλλο κράτος - μέλος. Αντιθέτως, η Αρμόδια Αρχή δεν ανακοινώνει τις παραπάνω πληροφορίες εάν εντός της ίδιας προθεσμίας εκδώσει απόφαση μη έγκρισης της αιτούμενης διασυνοριακής δραστηριότητας. Η αρνητική αυτή απόφαση εκδίδεται σε περίπτωση που τα αξιολογούμενα στοιχεία δεν είναι συμβατά με την ως άνω δραστηριότητα. Τα αντικείμενα της αξιολόγησης, τα οποία εμπίπτουν ούτως ή άλλως στην εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής, ελέγχονται εν προκειμένω υπό το πρίσμα της διασυνοριακής δραστηριότητας. Για
παράδειγμα, η οικονομική κατάσταση του Τ.Ε.Α., επανελέγχεται, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι είναι επαρκής για την ανάληψη διασυνοριακής δραστηριότητας, η οποία ενδέχεται να απαιτεί αυξημένες οικονομικές δυνατότητες, πιο εξειδικευμένα εργαλεία κ.λπ.
Η απορριπτική απόφαση γνωστοποιείται στο ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. εντός της ίδιας τρίμηνης προθεσμίας της παρ. 4 και υπόκειται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Επιπλέον, προβλέπεται ότι, όταν η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στο αιτούν τη διασυνοριακή δραστηριότητα Τ.Ε.Α. τις πληροφορίες της παρ. 7 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/2341 που λαμβάνει από το κράτος μέλος υποδοχής, όπως η διάταξη αυτή έχει ενσωματωθεί αντίστοιχα στο τελευταίο κράτος, εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το Τ.Ε.Α. μπορεί να αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στο άλλο κράτος μέλος τηρώντας τις διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλισης του άλλου κράτους μέλους.
Στην παρ. 3 προβλέπονται οι ενέργειες της Αρμόδιας Αρχής, στην περίπτωση κατά την οποία ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ότι το ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα Τ.Ε.Α. παραβιάζει τις διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, οπότε και συνεργάζεται με την ομόλογη αρχή για να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των δύο αρχών κατά την άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας στην περίπτωση παραβίασης διατάξεων κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας και παροχής πληροφοριών, αφού η άσκηση εποπτείας ως προς τις συγκεκριμένες διατάξεις υπάγεται στην αρμόδια αρχή του μέλους υποδοχής, σε αντίθεση με την εποπτεία όλων των λοιπών δραστηριοτήτων του Ι.Ε.Σ.Π ή Τ.Ε.Α. κατά περίπτωση, που αποτελεί αρμοδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής.
Στις παρ. 4, 5, 6 και 7 προβλέπονται οι αντίστοιχες ενέργειες και οι υποχρεώσεις της Αρμόδιας Αρχής όταν η Ελλάδα αποτελεί κράτος μέλος υποδοχής, ώστε να διασφαλίζεται η εκ μέρους του Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους (κράτος μέλος καταγωγής) τήρηση των διατάξεων της ελληνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση.
Με την παρ. 4 προβλέπεται, ειδικότερα, η υποχρέωση της Αρμόδιας Αρχής να ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π για τις διατάξεις της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση. Στη συνέχεια, όταν το Ι.Ε.Σ.Π. λάβει τις σχετικές πληροφορίες από την αρμόδια αρχή που το εποπτεύει (αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής), οι οποίες της έχουν διαβιβαστεί αντίστοιχα από την Αρμόδια Αρχή, ή εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των έξι εβδομάδων εντός της οποίας η Αρμόδια Αρχή οφείλει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για τις απαιτήσεις της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας και για τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, το Ι.Ε.Σ.Π. μπορεί να αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα, εφαρμόζοντας όμως τις εν λόγω διατάξεις, όπως και στην περίπτωση που θα του είχαν κοινοποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι ακόμα και αν το κράτος υποδοχής αδρανήσει, δεν κωλύεται η έναρξη διασυνοριακής δραστηριότητας, ωστόσο αυτή πρέπει να ασκείται υπό τους ίδιους όρους, ώστε να προστατεύονται επαρκώς τα δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων.
Με την παρ. 5, ορίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής για κάθε σημαντική μεταβολή των διατάξεων της ελληνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά τη διαχείριση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος που χρηματοδοτείται από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα και για τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών. Για λόγους σαφήνειας, διευκρινίζεται ότι η ίδια διαδικασία ακολουθείται από την Αρμόδια Αρχή, στην περίπτωση που η Ελλάδα είναι κράτος μέλος καταγωγής, δηλαδή  αυτή ενημερώνει αντίστοιχα το Τ.Ε.Α. που δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέλος.
Με την παρ. 6 ορίζεται ότι το ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα Ι.Ε.Σ.Π. υπόκειται σε συνεχή εποπτεία από την Αρμόδια Αρχή όσον αφορά στη συμμόρφωση των δραστηριοτήτων του με τις συγκεκριμένες διατάξεις, η οποία, εφόσον κατά την εποπτεία αυτή προκύπτει μη ορθή τήρηση της εφαρμοστέας νομοθεσίας, οφείλει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, η οποία λαμβάνει, σε συντονισμό με την ελληνική Αρμόδια Αρχή, τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το Ι.Ε.Σ.Π. θα παύσει την παραβίαση.
Με την παρ. 7 προβλέπεται ότι, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης σε διαπιστωθείσα παράβαση της ελληνικής εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας και των διατάξεων παροχής πληροφοριών από το Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 55 ενημερώνοντας την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, δύναται δε να παύσει τη λειτουργία του Ι.Ε.Σ.Π. για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης.
Στην παρ. 8 προβλέπεται η τήρηση μητρώου Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών με διασυνοριακή δραστηριότητα στην Ελλάδα, με σκοπό τη διατήρηση πλήρων στοιχείων από την Αρμόδια Αρχή αλλά και την ενημέρωση των ενδιαφερομένων μερών.

12 Με το άρθρο 12 ρυθμίζεται ο θεσμός της μεταβίβασης προγραμμάτων   συνταξιοδοτικών  παροχών. Κατά τη μεταβίβαση πλήρως ή εν μέρει, συνταξιοδοτικού προγράμματος, αρμόδιος για όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με το μεταβιβασθέν πρόγραμμα ή μέρος αυτού καθίσταται ο φορέας που το παραλαμβάνει (Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. κατά περίπτωση), και αντίστοιχα αρμόδια εποπτική αρχή για τη σχετική έγκριση είναι η αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του συγκεκριμένου φορέα. Η μεταβίβαση προϋποθέτει μία σειρά ενεργειών, τόσο από μέρους του μεταβιβάζοντος  φορέα,  όσο  και  από  μέρους  του παραλαμβάνοντος φορέα και της αρμόδιας αρχής του παραλαμβάνοντος.
Τούτων δοθέντων, με την παρ. 1 προβλέπεται ότι η από μέρους ενός Τ.Ε.Α. ή ενός Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους μεταβίβαση, πλήρως ή εν μέρει, των υποχρεώσεων, των τεχνικών προβλέψεων ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, καθώς και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού, σε Τ.Ε.Α. επιτρέπεται κατόπιν έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής σύμφωνα με τους όρους του παρόντος.
Ειδικότερα, με την περ. α’ διευκρινίζεται ότι κάθε κόστος, άμεσο ή έμμεσο, που συνδέεται με τη μεταφορά, όπως είναι ενδεικτικά το διοικητικό κόστος, βαρύνει αποκλειστικά τα μέλη και τους δικαιούχους του μεταφερόμενου προγράμματος και δεν μπορεί να μετακυλιστεί με οποιονδήποτε τρόπο στα μέλη και τους δικαιούχους που δεν σχετίζονται με αυτό. Στην περ. β προβλέπεται ότι η μεταφορά υπόκειται σε έγκριση από την πλειοψηφία των μελών και δικαιούχων που αφορά, και η οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να προηγείται της αίτησης μεταφοράς,  αφού  αποτελεί αναγκαίο συστατικό της τελευταίας. Η έγκαιρη ενημέρωση παρέχεται πριν τα ενδιαφερόμενα μέλη και δικαιούχοι λάβουν την απόφαση έγκρισης και αποσκοπεί στην κατοχή εκ μέρους τους όλων των απαραίτητων πληροφοριών, προκειμένου να είναι σε θέση να κρίνουν για τα βέλτιστα συμφέροντά τους. Επίσης, προβλέπεται ότι η μεταφορά υπόκειται σε έγκριση της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, εφόσον υφίσταται τέτοια. Σε περίπτωση που υφίστανται  περισσότερες  της  μίας  χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις απαιτείται η έγκριση όλων των επιχειρήσεων.
Στην περ. γ’ προβλέπονται η διαδικασία και οι προθεσμίες για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ορίζεται σαφώς ότι η μεταβίβαση από Τ.Ε.Α. ή από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, σε Τ.Ε.Α. υπόκειται σε έγκριση από την Αρμόδια Αρχή κατόπιν αίτησης του παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α.. Ειδικά δε για την περίπτωση μεταβίβασης από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους σε Τ.Ε.Α. (διασυνοριακή μεταβίβαση), προκειμένου να χορηγηθεί η παραπάνω έγκριση απαιτείται επιπλέον και προηγούμενη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π.. Στην περ. δ’ περιγράφονται τα αναγκαία στοιχεία και οι πληροφορίες που πρέπει να περιέχει η αίτηση παραλαμβάνοντος Τ.Ε.Α στην Αρμόδια Αρχή και στην περ. ε’ αντίστοιχα το αντικείμενο αξιολόγησης εκ μέρους της Αρμόδιας Αρχής. Για τη δε ειδικότερη περίπτωση μεταβίβασης μεταξύ δύο Τ.Ε.Α., δηλαδή φορέων που εμπίπτουν αμφότεροι στην εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής, προβλέπονται στην περ. στ τα επιπρόσθετα στοιχεία που ελέγχει η Αρμόδια Αρχή ως προς το μεταβιβάζον Τ.Ε.Α. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το μη μεταβιβαζόμενο πρόγραμμα θα εξακολουθεί  να  βρίσκεται  υπό  τη  διαχείριση  του
μεταβιβάζοντος Τ.Ε.Α., και επομένως υπό την εποπτεία της Αρμόδιας Αρχής, με τη ρύθμιση αυτή διευκρινίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή οφείλει να διασφαλίσει την επαρκή προστασία των εν λόγω μελών και δικαιούχων. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ισοδύναμη προστασία τόσο των μελών και δικαιούχων του μεταβιβαζόμενου μέρους του προγράμματος, όσο και των μελών και δικαιούχων του μη μεταβιβαζόμενου μέρους.
Με την περ. ζ’ προβλέπονται ειδικότερα ζητήματα σε περίπτωση που η Αρμόδια Αρχή δεν εγκρίνει τη μεταβίβαση από Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους σε Τ.Ε.Α., κατά τα οριζόμενα στην υπό κρίση παράγραφο, αλλά αντιθέτως εκδώσει ρητή ή απορριπτική απόφαση. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση υπόκειται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Με την περ. η' περιγράφεται η διαδικασία που ακολουθείται για την ειδικότερη περίπτωση της μεταβίβασης από Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους σε Τ.Ε.Α. η οποία καταλήγει ταυτόχρονα σε διασυνοριακή δραστηριότητα, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή προβλέπεται και συγκατάθεση της Αρμόδιας Αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του μεταβιβάζοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους.
Με την παρ. 2 ρυθμίζεται οι ενέργειες και το αντικείμενο αξιολόγησης της Αρμόδιας Αρχής για την περίπτωση διασυνοριακής μεταβίβασης από Τ.Ε.Α. προς Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, οπότε και η Αρμόδια Αρχή χορηγεί στην αρμόδια αρχή του  κράτους μέλους καταγωγής του
παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. τη συγκατάθεσή της. Ειδικότερα, η από μέρους ενός Τ.Ε.Α. μεταβίβαση, πλήρως ή εν μέρει, των υποχρεώσεων, των τεχνικών προβλέψεων ενός προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών και άλλων δεσμεύσεων και δικαιωμάτων,  καθώς  και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού, σε Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους επιτρέπεται κατόπιν προηγούμενης συγκατάθεσης της Αρμόδιας Αρχής σύμφωνα με τους όρους της παρούσας παραγράφου και της εν συνεχεία έγκρισης της αρμόδιας αρχής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π..
Στο πλαίσιο αυτό, η Αρμόδια Αρχή ελέγχει αν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του μέρους του προγράμματος που δεν μεταβιβάζεται, είναι επαρκώς προστατευμένα. Στη συνέχεια, η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί κατά πόσον τα ατομικά δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων είναι τουλάχιστον τα ίδια μετά τη μεταβίβαση. Έτσι διασφαλίζεται ότι η μεταβίβαση δεν επιφέρει καμία δυσμενή συνέπεια για τα ατομικά δικαιώματα των συγκεκριμένων προσώπων. Τέλος, η Αρμόδια Αρχή ελέγχει εάν τα περιουσιακά στοιχεία που πρόκειται να μεταβιβαστούν είναι επαρκή και κατάλληλα για να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, τις λοιπές υποχρεώσεις και κάθε είδους δεσμεύσεις και δικαιώματα προς μεταβίβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Ακολούθως, η Αρμόδια Αρχή γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στην αντίστοιχη αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π., εντός οκτώ (8) εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης, προκειμένου η τελευταία να λάβει την τελική απόφαση έγκρισης.
Με την περ. γ’ προβλέπονται οι υποχρεώσεις της Αρμόδιας Αρχής για την περίπτωση μεταβίβασης από Τ.Ε.Α. σε Ι.Ε.Σ.Π άλλου κράτους μέλους (παραλαμβάνον Ι.Ε.Σ.Π), η οποία μεταβίβαση καταλήγει ταυτόχρονα και σε διασυνοριακή δραστηριότητα. Στην περίπτωση αυτή ισχύουν τα προβλεπόμενα για την άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας όταν η Ελλάδα αποτελεί το κράτος μέλος υποδοχής, οπότε υφίσταται υποχρέωση της Αρμόδιας Αρχής να ενημερώσει την αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. για τις εθνικές διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση. Στην περ. δ’ προβλέπεται ότι στην περίπτωση διασυνοριακής μεταβίβασης, το Ι.Ε.Σ.Π άλλου κράτους μέλους μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί το  μεταβιβασθέν
συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αφού λάβει την έγκριση του κράτους μέλους καταγωγής του.
Στην παρ. 3 αναφέρονται οι διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραλαμβάνοντος Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που ασκεί ταυτόχρονα και διασυνοριακή δραστηριότητα, με παραπομπή στις αντίστοιχες ρυθμίσεις του άρθρου 11.
Στην παρ. 4, η  Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) ορίζεται ως μη δεσμευτικός μεσολαβητής προς επίλυση διαφωνιών σχετικά με την τήρηση της διαδικασίας της διασυνοριακής μεταβίβασης.

13 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζονται οι ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης συνταξιοδοτικής παροχής από Τ.Ε.Α., ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία των φορέων αυτών σύμφωνα με τον σκοπό που επιτελούν ως προς την χορήγηση παροχών με γνώμονα τη συνταξιοδότηση. Με βάση την παραδοχή αυτή, ως ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης της παροχής είτε με τη μορφή εφάπαξ είτε με τη μορφή σύνταξης βάσει του καταστατικού, ορίζονται: α) η συνταξιοδότηση από τον κύριο φορέα ανεξαρτήτως του χρόνου ασφάλισης στο Τ.Ε.Α., β) η συμπλήρωση του 62ου έτους ηλικίας ανεξαρτήτως των ετών ασφάλισης στο Τ.Ε.Α., όπως το όριο αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον κύριο φορέα ασφάλισης, γ) η συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας με τουλάχιστον είκοσι (20) έτη ασφάλισης ή ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισης σε περίπτωση που η εργασιακή σχέση τερματίζεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου ή λόγω της συμμετοχής του σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.
Σκοπό της προτεινόμενης ρύθμισης αποτελεί η δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου καταβολών, το οποίο μακροπρόθεσμα θα είναι ικανό να αποδώσει στους δικαιούχους ένα σημαντικό εισόδημα. Τα Τ.Ε.Α., εφόσον επιθυμούν, μπορούν να προβλέπουν και άλλες αυστηρότερες προϋποθέσεις λήψης της παροχής.
Με βάση τα παραπάνω, εκτός από τη συνταξιοδότηση από τον κύριο φορέα ασφάλισης, προβλέπονται και δύο επιπρόσθετες δυνατότητες λήψης παροχής από Τ.Ε.Α, οι οποίες συναρτώνται επίσης με συνταξιοδοτικής φύσης χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, το ηλικιακό όριο των εξήντα δύο (62) ετών, το οποίο προβλέπεται και ως το ελάχιστο όριο για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον κύριο φορέα ασφάλισης, αποτελεί κατά τεκμήριο προϋπόθεση που συνδέεται με την εγγύτητα στη συνταξιοδότηση και συνεπώς η συμπλήρωσή του δύναται να ενεργοποιεί τη δυνατότητα λήψης της παροχής από Τ.Ε.Α., ανεξαρτήτως των ετών ασφάλισης στο Τ.Ε.Α. και ανεξαρτήτως αν το μέλος συνταξιοδοτείται και από τον κύριο φορέα. Συναφώς προβλέπεται ότι το ηλικιακό όριο αυτό αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση που στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα τροποποιηθεί αντίστοιχα η ελάχιστη ηλικία για τη λήψη πλήρους σύνταξης. Στο ίδιο πλαίσιο, προβλέπεται και η έτερη προϋπόθεση, ήτοι το ηλικιακό όριο των 55 ετών, με είκοσι (20) έτη ασφάλισης, η οποία διαμορφώνει ένα θεμιτό πλαίσιο ασφάλισης, λαμβάνοντας υπόψη ένα λογικό όριο αποχώρησης ασφαλισμένων από ένα Τ.Ε.Α, έχοντας διανύσει εικοσαετή απασχόληση, ικανό να αποδώσει ένα σημαντικό ποσό. Κατ’ εξαίρεση, προβλέπεται ότι στην περίπτωση που η εργασιακή σχέση τερματιστεί, χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση απόλυσης ή πτώχευσης του εργοδότη, ή και στην περίπτωση  συμμετοχής  εργαζομένου  σε  πρόγραμμα
εθελουσίας εξόδου, αυτός μπορεί να λάβει την παροχή από το Τ.Ε.Α., αφού και πάλι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εγγύτητας στη συνταξιοδότηση, και μάλιστα σε συνθήκες που καθιστούν θεμιτή τη λήψη συμπληρωματικής παροχής προς ενίσχυση του εργαζομένου.
Παράλληλα και προς περαιτέρω ενίσχυση του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης αλλά και αξιοποίηση του ήδη σωρευμένου ποσού, στην παρ. 2 δίνεται επιπλέον η δυνατότητα στους ασφαλισμένους που συνεχίζουν να απασχολούνται, πληρούν όμως τις λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 1, να λάβουν ως προκαταβολή το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας του λογαριασμού τους, για προγράμματα καθορισμένων εισφορών. Δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις λήψης της παροχής, είναι σαφές ότι η χρήση της σχετικής δυνατότητας δεν αποτελεί πρόωρη λήψη της παροχής για κάθε σκοπό, όπως για τη φορολογική αντιμετώπιση αυτής.
Στην παρ. 3 ορίζεται ότι με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 4575/2018 (Α’192), με το οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/50/ΕΕ και αφορά στη διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και συγκεκριμένα τη δυνατότητα των φορέων επαγγελματικής συνταξιοδότησης να καταβάλλουν στον αποχωρούντα εργαζόμενο εφάπαξ ποσό ισοδύναμο με την αξία των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, στον βαθμό που η αξία των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, καθώς και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου που θέτουν ελάχιστες προϋποθέσεις για την προκαταβολή ποσού και την πρόωρη λήψη συνταξιοδοτικής παροχής, δεν επιτρέπεται η με άλλο τρόπο λήψη δανείου, προκαταβολή ή πρόωρη λήψη της συνταξιοδοτικής παροχής, πριν τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το καταστατικό προϋποθέσεων χορήγησής της.
Με την παρ. 4, προβλέπεται επιπλέον ότι δεν επιτρέπεται, ούτε δυνάμει καταστατικής πρόβλεψης, η εκχώρηση, ενεχυρίαση, ή η με άλλο τρόπο διάθεση, της συνταξιοδοτικής παροχής των μελών και δικαιούχων του Τ.Ε.Α. με σκοπό τη διαφύλαξη υπέρ του ασφαλισμένου του σωρευμένου ποσού και τη διασφάλιση της λειτουργίας του Ταμείου.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 5 παρέχεται η καταστατική δυνατότητα πρόωρης, δηλαδή χωρίς να έχουν συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις της παρ. 2, λήψης της συνταξιοδοτικής παροχής με δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης χωρίς ηλικιακή προϋπόθεση. Σε περίπτωση προγραμμάτων προκαθορισμένων εισφορών, προβλέπεται λήψη άπαξ έως του 50% της αξίας του λογαριασμού του μέλους κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια των εισφορών των μελών και να χρησιμοποιηθούν αυτές για τον κύριο σκοπό της συνταξιοδότησης. Η πρόβλεψη αυτή σκοπό έχει την οικονομική στήριξη του ασφαλισμένου προκειμένου να αντιμετωπίσει έκτακτα γεγονότα, όπως για παράδειγμα προβλήματα υγείας.
Στην περίπτωση των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, η σχετική δυνατότητα πρέπει να προβλέπεται στο καταστατικό με τρόπο που να εξυπηρετείται ο σκοπός της ασφαλούς και μακροχρόνιας αποταμίευσης.
Με την παρ. 6 προβλέπεται ότι χρόνος που έχει διανυθεί παράλληλα σε περισσότερα Τ.Ε.Α. υπολογίζεται αυτοτελώς για κάθε Τ.Ε.Α., προκειμένου να καθίσταται σαφές ότι χρόνοι που διανύονται ταυτόχρονα σε περισσότερα Τ.Ε.Α. δεν αθροίζονται αλλά υπολογίζονται άπαξ.
Στην παρ. 7 ορίζεται ρητά η ισχύς των ρυθμίσεων του παρόντος άρθρου και για συνταξιοδοτικά προγράμματα που τα λειτουργούν Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασυνοριακά στην Ελλάδα ως κράτος μέλος υποδοχής.

14 Με τις διατάξεις του προτεινόμενου άρθρου ρυθμίζονται τα σχετικά με την υποχρέωση και την προθεσμία καταβολής εισφορών προς τα Τ.Ε.Α., ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτές καταβάλλονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο καταστατικό. Η συνεπής και εμπρόθεσμη καταβολή των εισφορών εκ μέρους των υπόχρεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία των Τ.Ε.Α., για τον λόγο αυτό πρέπει να παρακολουθείται και να ελέγχεται δεόντως. Στο πλαίσιο αυτό, με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1 προβλέπεται ότι η χρηματοδοτούσα επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλλει την οριζόμενη στο καταστατικό του Τ.Ε.Α. εισφορά, καθώς επίσης και το ποσό που έλαβε ή παρακράτησε ως εισφορά του μέλους.
Αντίστοιχα, στην παρ. 2 ορίζεται η διαδικασία καταβολής της εισφοράς από το ίδιο το μέλος.
Στις παρ. 4 και 5 αναφέρεται η υποχρέωση του Διοικητικού Συμβουλίου να μεριμνά κάθε τι αναγκαίο για την είσπραξη καθυστερημένων εισφορών καθώς και να ενημερώνει αναλυτικά, σε περίπτωση τρίμηνης και πλέον καθυστέρησης καταβολής, την Αρμόδια Αρχή η οποία μπορεί να λάβει τα μέτρα των άρθρων 61-69.
Με την παρ. 6 ορίζεται η δυνατότητα πρόβλεψης στο καταστατικό των Τ.Ε.Α. πρόσθετης εισφοράς επί των καθυστερούμενων εισφορών, με επιτόκιο ίσο προς το νόμιμο τόκο από τη λήξη της προς καταβολή των εισφορών προθεσμίας.

15 Με την προτεινόμενη ρύθμιση δίνεται η δυνατότητα οικειοθελούς διαγραφής του μέλους είτε από το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών, είτε και από το ίδιο το Τ.Ε.Α. οποτεδήποτε με δήλωση.
Με τη δεύτερη παράγραφο ρυθμίζονται οι όροι απόκτησης δικαιωμάτων σε συνταξιοδοτική παροχή και σε περιπτώσεις αποχώρησης μελών με ευθεία εφαρμογή των άρθρων 4 έως 7 του ν. 4575/2018 (Α’192), που αφορούν στους όρους απόκτησης δικαιωμάτων σε συνταξιοδοτική παροχή, στη διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, στην ενημέρωση των ενεργών μελών και των εν αναμονή δικαιούχων και στη μεταφορά δικαιωμάτων σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης. Ορίζεται σε ένα (1) έτος η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου για τη θεμελίωση απόκτησης δικαιώματος.
Με την παρ. 3 ορίζεται η ημερομηνία υποβολής του αιτήματος διαγραφής ως ημερομηνία παύσης των υποχρεώσεων του αιτούντος-μέλους και η αντιμετώπιση των υφιστάμενων έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης οφειλών του. Για λόγους σαφήνειας, διευκρινίζεται ότι τυχόν οφειλόμενες εισφορές του μέλους έως την ημερομηνία της αίτησης διαγραφής εξακολουθούν να οφείλονται.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 4 τα προγράμματα συνταξιοδοτικών και συμπληρωματικών παροχών αντιμετωπίζονται ενιαία σχετικά με την απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου, με διακοπή τους μετά την απώλεια. Καθίσταται, έτσι, σαφές ότι μέλος που διαγράφεται από την ασφάλιση στη βασική συνταξιοδοτική παροχή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ασφαλίζεται σε τυχόν συμπληρωματικές παροχές, συνέπεια που απορρέει, εξάλλου, από τα οριζόμενα στο άρθρο 9 περί υποχρέωσης ασφάλισης όλων των μελών τουλάχιστον για τη βασική συνταξιοδοτική παροχή.
Στην παρ. 5 ορίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. τήρησης μητρώου μελών και δικαιούχων παροχών.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 6 εφόσον το μέλος επιλέξει να αποχωρήσει πριν την ελάχιστη περίοδο του ενός (1) έτους της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, λαμβάνει, για συστήματα προκαθορισμένων εισφορών κατά την αποχώρησή του το μικρότερο ποσό μεταξύ της ονομαστικής αξίας και της σωρευμένης αξίας των επενδύσεων των καταβληθεισών εισφορών του που αφορούν στην παροχή συνταξιοδότησης.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 7, στο πλαίσιο της προαιρετικότητας, με καταστατική πρόβλεψη δίνεται η δυνατότητα συνέχισης της ασφάλισης και μετά την απώλεια της βασικής ιδιότητας του μέλους με την καταβολή ορισμένου ποσού εισφορών για διάστημα μέχρι τριών ετών, σε συνδυασμό με μία εκ των ελάχιστων προϋποθέσεων καταβολής της παροχής. Το διάστημα αυτό, το οποίο ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εγγύτητας με ενεργή επαγγελματική δραστηριότητα, κρίνεται κατάλληλο για να καλύψει περιπτώσεις μικρών κενών διαστημάτων ασφάλισης, μεταξύ π.χ. της απώλειας και της ανάληψης νέας επαγγελματικής δραστηριότητας, ή διαστήματα πριν τη συνταξιοδότηση, προς μέγιστη διασφάλιση των δικαιωμάτων των μελλοντικών δικαιούχων.
Στην παρ. 8 ορίζεται ρητά η ισχύς των ρυθμίσεων του παρόντος άρθρου και για συνταξιοδοτικά προγράμματα που τα λειτουργούν Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασυνοριακά στην Ελλάδα ως κράτος μέλος υποδοχής..

16 Με την προτεινόμενη διάταξη περιγράφονται οι γενικές αρχές που προβλέπονται για τη γνωστοποίηση πληροφοριών και ο τρόπος με τον οποίο διασφαλίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους. Οι σχετικές προβλέψεις καταλαμβάνουν και τα Ι.Ε.Σ.Π. άλλων κρατών μελών, καθότι σε περίπτωση  διασυνοριακής δραστηριότητας των τελευταίων στη χώρα μας, τα υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχοι παροχών πρέπει να απολαύουν όμοια δικαιώματα πληροφόρησης.

17 Με την προτεινόμενη διάταξη, και πιο συγκεκριμένα στις παρ. 1 και 4, προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους διασφαλίζουν ότι τα μέλη και δικαιούχοι τους είναι επαρκώς πληροφορημένοι για το πρόγραμμα των συνταξιοδοτικών τους παροχών, όπως για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τα επενδυτικά χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, τις επιβαρύνσεις, τους μηχανισμούς προστασίας και άλλα.
Συναφώς, στην παρ. 2 ορίζεται ότι για τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών όπου τα μέλη τους φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο και τα οποία παρέχουν περισσότερες από μία επενδυτικές επιλογές, τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους ενημερώνουν τα μέλη για τους όρους των επενδυτικών επιλογών, καθώς και την προεπιλεγμένη επιλογή καθώς και για τους κανόνες που διέπουν την καθεμία από αυτές, βάσει των οποίων εντάσσονται τα μέλη σε κάθε μία από αυτές.
Με την παρ. 3 διασφαλίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. και τα Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους ενημερώνουν τα μέλη και τους δικαιούχους ή, κατά περίπτωση, τους εκπρόσωπους τους, για οποιαδήποτε πληροφορία σχετική  με αλλαγές των κανόνων του συνταξιοδοτικού προγράμματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, καθώς και ότι οφείλουν να εξηγούν επαρκώς στα μέλη και τους δικαιούχους τις επιπτώσεις των σημαντικών μεταβολών των τεχνικών προβλέψεων.

18 Με την προτεινόμενη διάταξη θεσπίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους να συντάσσουν Δήλωση Συνταξιοδοτικών Παροχών, η οποία περιέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις  ιδιαιτερότητες του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος και της σχετικής εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας. Η Δήλωση Συνταξιοδοτικών Παροχών ορίζεται ότι πρέπει να είναι σαφής και κατανοητή και να περιλαμβάνει σχετικές και κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των μελών διαχρονικά και μεταξύ συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Οι πληροφορίες παρέχονται χωρίς χρέωση με ηλεκτρονικά μέσα, μεταξύ άλλων σε σταθερό μέσο ή σε ιστοσελίδα ή γραπτώς, τουλάχιστον σε ετήσια βάση σε κάθε μέλος.

19 Με την προτεινόμενη διάταξη θεσπίζονται αναλυτικά οι βασικές πληροφορίες που παρέχονται στα μέλη των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων σχετικά με τη Δήλωση Συνταξιοδοτικών Παροχών.
Ειδικότερα, στη παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους πρέπει να παρέχουν στα μέλη πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, τις εισφορές που κατέβαλαν στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα η χρηματοδοτούσα επιχείρηση και το μέλος τουλάχιστον κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις, τις επιβαρύνσεις και τα έξοδα, πληροφορίες για το επίπεδο χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού προγράμματος συνολικά, προβολές σχετικά με τις συνταξιοδοτικές παροχές και δήλωση επιφύλαξης σχετικά με πιθανή διαφοροποίηση των προβολών, καθώς και τον τρόπο πρόσβασης σε περαιτέρω συναφείς πληροφορίες, εφόσον διατίθενται τέτοιες. Όταν τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών βασίζονται σε οικονομικά σενάρια, οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν ένα βέλτιστο και ένα δυσμενές σενάριο. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ και τις προηγούμενες επιδόσεις είναι επίσης καθοριστικής σημασίας.
Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι πρέπει, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 του παρόντος, να υπάρχει συνεργασία μεταξύ των Αρμοδίων Αρχών των κρατών μελών προκειμένου να ανταλλάσσονται βέλτιστες πρακτικές για τη μορφή και το περιεχόμενο της Δήλωσης Συνταξιοδοτικών Παροχών.

20 Με τη προτεινόμενη διάταξη ορίζονται οι συμπληρωματικές πληροφορίες της Δήλωσης Συνταξιοδοτικών Παροχών που μπορεί να λαμβάνουν τα μέλη συνταξιοδοτικού προγράμματος. Στη παρ. 1 προβλέπεται ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες αφορούν πρόσθετες πρακτικές πληροφορίες για τις προσφερόμενες στο μέλος επιλογές δυνάμει του συνταξιοδοτικού προγράμματος, πληροφορίες για τους ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις, για τη δήλωση των αρχών  επενδυτικής πολιτικής, όπου απαιτείται, πληροφορίες σχετικά με παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν, ιδίως όσον αφορά τη ράντα με βάση την οποία προσδιορίζεται η ετήσια πρόσοδος, τον τύπο του παρόχου και τη διάρκεια για την οποία θα καταβάλλεται η ετήσια πρόσοδος, καθώς και πληροφορίες για το επίπεδο των παροχών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης.
Στη παρ. 2 ορίζεται ότι στα συνταξιοδοτικά προγράμματα, στα οποία τα μέλη φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο και στα οποία μία επενδυτική επιλογή επιβάλλεται στο μέλος μέσω ειδικού κανόνα ο οποίος προσδιορίζεται στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ότι στη Δήλωση Συνταξιοδοτικών Παροχών πρέπει να αναφέρεται πού διατίθενται πρόσθετες πληροφορίες.

21 Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε υποψήφια μέλη τα οποία είτε εγγράφονται αυτόματα σε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών είτε δεν εγγράφονται αυτόματα προκειμένου να έχουν πλήρη γνώση σχετικά με τις διατιθέμενες σε αυτούς επιλογές, τα χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού προγράμματος, περιλαμβανομένου του είδους των παροχών, για το αν και με ποιο τρόπο λαμβάνονται υπόψη στην επενδυτική πολιτική παράγοντες σχετικοί με το περιβάλλον, το κλίμα, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση και τον τρόπο που παρέχονται επιπλέον πληροφορίες κατά την έννοια των δυο προηγούμενων άρθρων.
Στη παρ. 2 προβλέπεται ότι όταν τα υποψήφια μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, ή έχουν τη δυνατότητα επενδυτικών επιλογών, πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες επιδόσεις των επενδύσεων που σχετίζονται με το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα για τουλάχιστον πέντε έτη ή για όλα τα έτη λειτουργίας του προγράμματος, όταν η περίοδος λειτουργίας του είναι μικρότερη των πέντε ετών, καθώς και πληροφορίες για τη διάρθρωση των επιβαρύνσεων και των εξόδων που αναλογούν στα μέλη και στους δικαιούχους.

22 Με το προτεινόμενο άρθρο προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους πρέπει να ενημερώνουν τα μέλη τους εγκαίρως και τουλάχιστον ένα έτος πριν από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων χορήγησης της παροχής, όπως αυτή προσδιορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 19, σχετικά με τις επιλογές που υφίστανται όσον αφορά τον τρόπο καταβολής της παροχής, ή κατόπιν αίτησης του μέλους.

23 Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται στους δικαιούχους κατά την περίοδο καταβολής της παροχής η πληροφόρηση σχετικά με τις επιδόσεις των επενδύσεων και τις προβλέψεις για τη μελλοντική εξέλιξή τους, που έχει ιδιαίτερη σημασία όταν οι δικαιούχοι φέρουν σημαντικό επίπεδο επενδυτικού κινδύνου κατά την περίοδο καταβολής της παροχής.
Στην παρ. 1 προβλέπεται ότι κατά την περίοδο καταβολής των συνταξιοδοτικών παροχών, οι δικαιούχοι πρέπει να συνεχίζουν να λαμβάνουν πληροφορίες από τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους σχετικά με τις παροχές και τις αντίστοιχες επιλογές που διατίθενται για την καταβολή της υπολειπόμενης παροχής.
Στην παρ. 2 προβλέπεται ότι οι δικαιούχοι πρέπει να ενημερώνονται άμεσα, για τη λήψη απόφασης για μείωση του ύψους των δικαιούμενων παροχών, τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την εφαρμογή της.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι απαιτείται κατάλληλη πληροφόρηση των δικαιούχων που φέρουν σημαντικό επίπεδο επενδυτικού κινδύνου κατά την περίοδο καταβολής της παροχής τους.

24 Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι οι πρόσθετες πληροφορίες που μπορεί να παρέχουν τα Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους στα μέλη και στους δικαιούχους αφορούν τους ετήσιους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις του Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους που αναφέρονται στο άρθρο 34 ή, στην περίπτωση που το Τ.Ε.Α. και Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους είναι υπεύθυνο για περισσότερα συνταξιοδοτικά προγράμματα, τους λογαριασμούς και τις εκθέσεις που αφορούν το συγκεκριμένο συνταξιοδοτικό πρόγραμμά του, τη δήλωση αρχών επενδυτικής πολιτικής του συνταξιοδοτικού προγράμματος, καθώς και περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των προβολών, εφόσον αυτές παρουσιάζονται στη Δήλωση Συνταξιοδοτικών Παροχών.

25 Με τις διατάξεις του άρθρου 22 ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το Διοικητικό Συμβούλιο των Τ.Ε.Α., το οποίο θεσπίζεται ως το όργανο διοίκησής τους με εκτελεστικές αρμοδιότητες. Ειδικότερα:
Με την παρ. 1 ορίζεται ρητά ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έχει την τελική ευθύνη για την τήρηση του συνόλου των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων που εφαρμόζονται σε αυτά και οφείλει να ενεργεί με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων παροχών.
Με την παρ. 2 οριοθετείται η έννοια των μελών διοίκησης στα οποία υπάγονται, εκτός από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα στο Τ.Ε.Α. και το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί στο Διοικητικό Συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση του Ταμείου, περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δραστηριότητά του.
Με την παρ. 3 προβλέπεται ότι η ανάθεση οποιασδήποτε αρμοδιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός ή εκτός του Τ.Ε.Α., δεν αναιρεί την ευθύνη του οργάνου που προβλέπεται στην παρ. 1.
Με την παρ. 4 διασφαλίζεται ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του, έχουν υποχρέωση πίστης απέναντι στο Τ.Ε.Α..
Με την παρ. 6 δίνεται η δυνατότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. να ορίζει επιτροπές, εφόσον κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία και διαχείριση του ταμείου. Περαιτέρω προβλέπεται ότι τα μέλη των εν λόγω επιτροπών οφείλουν να πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας του άρθρου 25.

26 Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 26, προβλέπεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να διαθέτουν Εποπτικό Συμβούλιο, προσδιορίζονται οι αρμοδιότητές του, ο αριθμός των μελών που το απαρτίζουν, και τα λοιπά αναγκαία στοιχεία για τη λειτουργία του. Η πρόβλεψη του Εποπτικού Συμβουλίου αποτελεί νεότευκτη ρύθμιση και εντάσσεται στην εφαρμογή της αρχής του διπλού μοντέλου διοίκησης (two-tier governance system), ως καλή πρακτική σε σχέση με τη διοίκηση των φορέων επαγγελματικής ασφάλισης. Μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου είναι τουλάχιστον τρία (3) μέλη του Τ.Ε.Α. δηλαδή ενεργοί ασφαλισμένοι ή εν αναμονή δικαιούχοι, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα άμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα εποπτεύουν και ελέγχουν τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου και την τήρηση των διατάξεων της νομοθεσίας και του καταστατικού. Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει εποπτικό ρόλο, ο οποίος είναι διακριτός σε σχέση με τον διοικητικό ρόλο του Διοικητικού Συμβουλίου, για τον λόγο δε αυτό ορίζεται ρητά ότι τα μέλη του είναι ανεξάρτητα από τα μέλη του Διοικητικού Συμβούλιου. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται ότι το Εποπτικό Συμβούλιο συντάσσει ετησίως έκθεση για την οικονομική διαχείριση του Διοικητικού Συμβουλίου την οποία υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο και τη θέτει στη διάθεση των μελών και των δικαιούχων του Τ.Ε.Α..

27 Το άρθρο 27 θεσπίζει τους κανόνες για την ανάθεση από τα Τ.Ε.Α. δραστηριοτήτων σε τρίτους (εξωτερική ανάθεση).
Με την παρ. 1 του άρθρου δίνεται η δυνατότητα στα Τ.Ε.Α. να αναθέτουν δραστηριότητες στις οποίες περιλαμβάνονται βασικές λειτουργίες ή η διαχείρισή τους εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, εφόσον τεκμηριώνουν επαρκώς την αναγκαιότητα της ανάθεσης.
Ωστόσο σύμφωνα, με την παρ. 2, ακόμα και όταν τα Τ.Ε.Α. αναθέτουν εξωτερικά βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες, παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος και την κείμενη νομοθεσία.
Με την παρ. 3, αναφέρεται ρητά ότι η εξωτερική ανάθεση βασικών λειτουργιών ή άλλων δραστηριοτήτων δεν θα πρέπει να επιφέρει επιπτώσεις στην ποιότητα του συστήματος διακυβέρνησης του Τ.Ε.Α., στον λειτουργικό κίνδυνο, στην ικανότητα εποπτείας της Αρμόδιας Αρχής και στην παροχή υπηρεσιών στα μέλη και στους δικαιούχους.
Με την παρ. 4 προβλέπεται ότι για την επιλογή παρόχου υπηρεσιών, τα Τ.Ε.Α. οφείλουν να εφαρμόζουν διαφανείς διαδικασίες και να διασφαλίζουν την ορθή λειτουργία των εξωτερικά ανατιθέμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διαδικασία της εξωτερικής ανάθεσης, καθώς και να παρακολουθούν συνεχώς την παροχή των υπηρεσιών.
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την παρ. 5, τα Τ.Ε.Α. πρέπει να συνάπτουν έγγραφη συμφωνία με τον πάροχο υπηρεσιών, στην οποία να προσδιορίζονται σαφώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των Τ.Ε.Α. και του παρόχου υπηρεσιών και οι προτεινόμενες διατάξεις περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις της σύμβασης.
Στην παρ. 6, καθορίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. για ενημέρωση της Αρμόδιας Αρχής για κάθε εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων τους. Ειδικά για την ανάθεση βασικών λειτουργιών ή διαχείρισης, τα Τ.Ε.Α. υποχρεούνται να ενημερώνουν την Αρμόδια Αρχή πριν την έναρξη της σχετικής συμφωνίας.
Με την παρ. 7, δίνεται η δυνατότητα στην Αρμόδια Αρχή να ζητά τόσο από τα Τ.Ε.Α. όσο και από τους παρόχους υπηρεσιών, πληροφορίες σχετικά με τις εξωτερικά ανατιθέμενες βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες και με την παρ. 8 να απαγορεύει την ανάθεση εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν οι λόγοι της παρ.3 του παρόντος άρθρου.

28 Στο άρθρο 28 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. αναθέτουν τη διαχείριση επενδύσεων σε διαχειριστή ή διαχειριστές επενδύσεων, ο οποίος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με τα Τ.Ε.Α., καθώς και σύμφωνα με την επενδυτική πολιτική.
Για λόγους προληπτικής εποπτείας, τα στοιχεία ορισμού διαχειριστή επενδύσεων, καθώς και η λύση ή η τροποποίηση της σύμβασης μεταξύ αυτού και του κάθε Τ.Ε.Α., υποβάλλονται στην Αρμόδια Αρχή εντός πέντε (5) ημερών από τον ορισμό του ή τη λύση της σύμβασης.
Σε περίπτωση διαχείρισης των επενδύσεων από τα ίδια τα Τ.Ε.Α. απαιτείται η έγκριση της Αρμόδιας Αρχής.
Για λόγους προστασίας των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων των Τ.Ε.Α. απαιτείται ο διαχειριστής επενδύσεων να διαθέτει άδεια παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία,  και  σε  περίπτωση  επιλογής  διαχειριστή
επενδύσεων, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, αυτός πρέπει να διαθέτει την άδεια που προβλέπεται βάσει των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ.
Προβλέπεται υποχρέωση αποτύπωσης σε έγγραφη πολιτική του Τ.Ε.Α. της εφαρμοζόμενης διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης του διαχειριστή επενδύσεων, καθώς και των προϋποθέσεων λύσης της σχετικής σύμβασης.
Προκειμένου να δίδεται η δυνατότητα εκχώρησης της ανάθεσης, κατά την κρίση του διαχειριστή, της διαχείρισης μέρους των επενδύσεων σε τρίτους διαχειριστές, που διαθέτουν σε κάθε περίπτωση τη σχετική επαγγελματική άδεια που προβλέπεται για τον κύριο διαχειριστή επενδύσεων, θεσπίζεται η μη απαλλαγή του διαχειριστή επενδύσεων από τις ευθύνες της διαχείρισης των συνολικών επενδύσεων κάθε Τ.Ε.Α..

29 Στην παρ. 1 του άρθρου 29 θεσπίζεται ρητή υποχρέωση διορισμού από τα Τ.Ε.Α. θεματοφύλακα ως υπεύθυνου φύλαξης των περιουσιακών του στοιχείων, προκειμένου να διασφαλίζονται στο μέγιστο δυνατό τα δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων των Τ.Ε.Α., καθώς και για λόγους προληπτικής εποπτείας. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει τόσο τα Τ.Ε.Α. των οποίων τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, όσο και τα Τ.Ε.Α. των οποίων τα μέλη και οι δικαιούχοι δεν φέρουν επενδυτικό κίνδυνο.
Ο θεματοφύλακας ασκεί εποπτικά καθήκοντα, όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 30 και 31 του παρόντος και υποχρεούται να συμμορφώνεται με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία των Τ.Ε.Α. καθώς και την επενδυτική πολιτική που αυτά εφαρμόζουν.
Σε περίπτωση άσκησης διασυνοριακής δραστηριότητας από ΙΕΣΠ που η χώρα καταγωγής τους είναι άλλο κράτος μέλος, απαιτείται από αυτά να ορίζουν θεματοφύλακα, τόσο για τη φύλαξη των περιουσιακών τους στοιχείων, όσο για την άσκηση εποπτικών καθηκόντων, όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 30 και 31 του παρόντος.
Ορίζεται επίσης ότι η τηρούμενη διαδικασία επιλογής, αξιολόγησης και λύσης της σύμβασης του θεματοφύλακα, πρέπει να αποτυπώνεται σε έγγραφη πολιτική του Τ.Ε.Α..
Με τις παρ. 2 και 3 ορίζονται τα νομικά πρόσωπα που μπορούν να ενεργούν ως θεματοφύλακες.
Στην παρ. 4 ορίζεται το δικαίωμα της κατά περίπτωση εποπτεύουσας   αρχής   θεματοφύλακα   που    είναι
εγκατεστημένος στην Ελλάδα, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που αυτός κατέχει, εάν τούτο αποτελέσει αίτημα της Αρμόδιας Αρχής ή της αρμόδιας αρχής ΙΕΣΠ άλλου κράτους μέλους καταγωγής.
Στην παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση σύναψης έγγραφης σύμβασης μεταξύ του Τ.Ε.Α. και του θεματοφύλακα. Στην παρ. 6 ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο οφείλει ο θεματοφύλακας να εκτελεί τα καθήκοντά του, όπως αυτά προβλέπονται στα άρθρα 40 και 41 του παρόντος.
Στην παρ. 7 προβλέπεται η υποχρέωση του θεματοφύλακα να μην ασκεί δραστηριότητες σε σχέση με το Τ.Ε.Α. οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του Τ.Ε.Α., των μελών και των δικαιούχων του προγράμματος και του ιδίου, οι ενέργειες στις οποίες υποχρεούται να προβεί σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατή η εξάλειψη τέτοιων περιπτώσεων και η υποχρέωση γνωστοποίησης των ενεργειών στη Διοίκηση του Τ.Ε.Α., στα μέλη και τους δικαιούχους.

30 Στην παρ. 1 του άρθρου 30 προβλέπεται υποχρέωση φύλαξης από τον θεματοφύλακα κάθε περιουσιακού στοιχείου των Τ.Ε.Α. του άρθρου 51 που σχετίζεται με συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Επιπλέον, εισάγεται απαίτηση διαχωρισμού, προκειμένου τα χρηματοπιστωτικά μέσα που φυλάσσονται για λογαριασμό ενός Τ.Ε.Α. να είναι καταχωρισμένα στα βιβλία του θεματοφύλακα και διακριτά από τα ίδια στοιχεία ενεργητικού του θεματοφύλακα, ώστε να είναι δυνατή ανά πάσα στιγμή η αναγνώρισή τους ως ανήκοντα στο συγκεκριμένο Τ.Ε.Α.. Στόχος της απαίτησης αυτής είναι η πρόβλεψη ενός ακόμη επιπέδου προστασίας για τα μέλη και τους δικαιούχους του Τ.Ε.Α. σε περίπτωση πτώχευσης του θεματοφύλακα.
Στην παρ. 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπονται καθήκοντα επαλήθευσης της κυριότητας των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως τα ακίνητα.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ρητά ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Τ.Ε.Α. που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν.
Στις παρ. 4 και 5 προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα έναντι του Τ.Ε.Α. για κάθε ζημία που προκαλείται από αδικαιολόγητη παράλειψη ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων φύλαξης, η οποία παραμένει ακέραια αν εμπιστευτεί σε τρίτο το σύνολο ή τμήμα των καθηκόντων θεματοφυλακής του.

31 Στην παρ. 1 του άρθρου 31 προβλέπεται ρητά η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να εφαρμόζουν διαδικασίες για τη δέουσα άσκηση καθηκόντων επίβλεψης τα οποία περιλαμβάνουν τη διασφάλιση ότι το αντάλλαγμα από συναλλαγές στοιχείων ενεργητικού λαμβάνεται από το Τ.Ε.Α. μέσα στις συνήθεις προθεσμίες καθώς και τη διασφάλιση ότι τα έσοδα των στοιχείων ενεργητικού του Τ.Ε.Α. διατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες του.
Ωστόσο με την παρ. 2 δίνεται η δυνατότητα στο Τ.Ε.Α. να αναθέτει τα καθήκοντα επίβλεψης, που αναφέρονται, στον θεματοφύλακα.

32 Με το άρθρο 32 θεσπίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. για αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο αποτελεί θεμελιώδη παράμετρο της χρηστής και συνετής διαχείρισής τους. Το σύστημα διακυβέρνησης πρέπει να ανταποκρίνεται στο μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και τη πολυπλοκότητα των εργασιών των Τ.Ε.Α., ώστε να διασφαλίζεται ότι οι απαιτήσεις διακυβέρνησης δεν είναι υπερβολικά επαχθείς, για παράδειγμα, για τα μικρού μεγέθους Ταμεία.
Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τρεις βασικές λειτουργίες: τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, την αναλογιστική λειτουργία και τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Επίσης, περιλαμβάνει διαφανή οργανωτική δομή, αποτελεσματικούς μηχανισμούς για τη διαβίβαση πληροφοριών εντός του Τ.Ε.Α. ενώ προβλέπει τη διάθεση γραπτών πολιτικών, εγκεκριμένων από το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α., οι οποίες αφορούν στις βασικές λειτουργίες, στις εξωτερικές αναθέσεις, στη διαχείριση καταγγελιών και στη σύγκρουση συμφερόντων.
Στο πλαίσιο της διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας τους, καθορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου, να καταρτίζουν εκθέσεις και σχέδια έκτακτης ανάγκης, αξιοποιώντας εργαλεία, όπως είναι συστήματα, πόροι και διαδικασίες.
Επιπροσθέτως διασφαλίζεται η επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των δραστηριοτήτων των Τ.Ε.Α. έναντι των κινδύνων τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και η συνεπής εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 στα Τ.Ε.Α., σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα.
Όσον αφορά τη διοίκηση των Τ.Ε.Α., προβλέπεται ότι τουλάχιστον δύο φυσικά πρόσωπα ασκούν την πραγματική διοίκηση των δραστηριοτήτων τους, ή κατ’ εξαίρεση ένα πρόσωπο, εφόσον έχει υποβληθεί αιτιολογημένη σχετική πρόταση στην Αρμόδια Αρχή και έχει αξιολογηθεί από αυτήν λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη γενικότερη διαχείριση του Τ.Ε.Α., καθώς επίσης και το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του.
Τέλος, προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή επαληθεύει το σύστημα  διακυβέρνησης που εφαρμόζει το Τ.Ε.Α., αξιολογώντας τους αναδυόμενους κινδύνους, όπως αυτοί έχουν εντοπιστεί από το ίδιο το Ταμείο και δύναται να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που αναφέρονται στην προτεινόμενη διάταξη καθώς και σε κάθε πρόσφορο μέτρο, για τη συμμόρφωσή του με τις υποχρεώσεις διακυβέρνησης που θεσπίζονται με το παρόν σχέδιο νόμου.

33 Με το άρθρο 33 προβλέπεται ότι, τόσο τα μέλη της Διοίκησης και των επιτροπών του Τ.Ε.Α. και κάθε πρόσωπο που ασκεί εργασίες που εμπίπτουν στις βασικές λειτουργίες, πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας που θέτουν οι συγκεκριμένες διατάξεις.
Περαιτέρω τα Τ.Ε.Α. υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Αρμόδια Αρχή τα στοιχεία των ανωτέρω προσώπων καθώς και κάθε μεταβολή στα πρόσωπα και να την ενημερώνουν σε περίπτωση μη πλήρωσης από κάποιο πρόσωπο των προϋποθέσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας.

34 Με το άρθρο 34 ορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν χρηστή πολιτική αποδοχών και να δημοσιοποιούν συχνά τις σχετικές πληροφορίες, ώστε αυτές να είναι σε γνώση των ενδιαφερομένων.
Η πολιτική αποδοχών αφορά υποχρεωτικά όλα τα μέλη της Διοίκησης, τα πρόσωπα που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, αλλά και άλλα σημαντικά πρόσωπα και κατηγορίες προσωπικού, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη επίπτωση στο προφίλ κινδύνου, αφού τα τελευταία εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και συστήματα διακυβέρνησης κάθε Ταμείου. Σε κάθε περίπτωση, προβλέπεται ότι η χρηστή πολιτική αποδοχών προϋποθέτει να λαμβάνονται πάντα υπόψη το μέγεθος, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των εργασιών του Τ.Ε.Α..
Οι αρχές στις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα Τ.Ε.Α., κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών, περιγράφονται στην παρ. 3.

35 Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 35 εισάγεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν πολιτική διαχείρισης καταγγελιών.
Οριοθετείται ένα αντικειμενικό και αμερόληπτο πλαίσιο αξιολόγησης, με σκοπό την άμεση και διαφανή διαχείριση των καταγγελιών που υποβάλλονται από μέλη, υποψήφια μέλη ή δικαιούχους.
Θεσπίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να τηρούν σχετικό αρχείο, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την αξιοποίηση των καταγγελιών ως πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων αλλά και τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τα μέλη, υποψήφια μέλη και δικαιούχους.
Περαιτέρω τα Τ.Ε.Α. υποχρεούνται να αποστέλλουν στην Αρμόδια Αρχή πληροφορίες σχετικά με τις υποβαλλόμενες καταγγελίες και τον χειρισμό τους, ώστε να αξιολογούνται από πλευράς της στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.

36 Με το προτεινόμενο άρθρο εισάγεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία αποτελεί σημαντικό λειτουργικό εργαλείο για τα μέλη της διοίκησης του Τ.Ε.Α. και γενικά τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη λειτουργία του, όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διαχείριση καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων.
Ως σύγκρουση συμφερόντων νοείται η ύπαρξη κατά την άσκηση των καθηκόντων, οποιαδήποτε κατάστασης, ικανής να επηρεάσει αντικειμενικά την αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων των εμπλεκομένων προσώπων.
Περαιτέρω επιβάλλεται για τα πρόσωπα της παρ. 2 η υποχρέωση άσκησης των καθηκόντων τους με αμεροληψία, αντικειμενικότητα, διαφάνεια και σε κάθε περίπτωση προς όφελος των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων καθώς και η υποχρέωση τήρησης των κανόνων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

37 Το άρθρο 37 καθορίζει τις γενικές αρχές για τις βασικές λειτουργίες των Τ.Ε.Α., οι οποίες είναι: η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και η αναλογιστική λειτουργία.
Με την παρ. 1 ορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν τις ανωτέρω τρείς βασικές λειτουργίες διασφαλίζοντας, ότι τα πρόσωπα που τις ασκούν ενεργούν με αντικειμενικό, δίκαιο και ανεξάρτητο τρόπο και λογοδοτούν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. το οποίο έχει την τελική ευθύνη.
Σύμφωνα με την παρ. 2 επιτρέπεται τα Τ.Ε.Α. να αναθέτουν σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή μια μεμονωμένη οργανωτική μονάδα να ασκεί περισσότερες από μία βασικές λειτουργίες, κυρίως για λόγους αναλογικότητας (μέγεθος, φύση, κλίμακα, πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους). Ωστόσο τα Τ.Ε.Α. οφείλουν να αναθέτουν πάντοτε τη λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου σε διαφορετικό πρόσωπο ή διαφορετική οργανωτική μονάδα από εκείνα που ασκούν τις άλλες βασικές λειτουργίες. Με την παρ. 3 προβλέπεται ότι το μεμονωμένο πρόσωπο ή η μεμονωμένη οργανωτική μονάδα που ασκεί μια βασική λειτουργία στο Τ.Ε.Α. πρέπει να είναι διαφορετικό από εκείνο που ασκεί παρόμοια βασική λειτουργία στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση. Ωστόσο προβλέπεται και εξαίρεση από την ανωτέρω απαίτηση, μετά από αξιολόγηση της Αρμόδιας Αρχής, η οποία κατά την αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
Με την παρ. 4, ορίζεται ρητά ότι τα πρόσωπα που ασκούν βασική λειτουργία οφείλουν να ενημερώνουν το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. για τα αποτελέσματα των εργασιών τους και να κάνουν συστάσεις, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του Ταμείου.
Με την παρ. 5 ανατίθεται στα πρόσωπα που ασκούν βασική λειτουργία η υποχρέωση ενημέρωσης της Αρμόδιας Αρχής όταν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν λαμβάνει κατάλληλα και έγκαιρα διορθωτικά μέτρα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προτεινόμενη διάταξη.

38 Με το άρθρο 38 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία Διαχείρισης Κινδύνων.
Με την εισαγωγή διατάξεων σχετικά με τη λειτουργία Διαχείρισης Κινδύνων τίθεται στο επίκεντρο η ανάλυση και η παρακολούθηση όλων των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα Τ.Ε.Α..
Ως κίνδυνος μπορεί να οριστεί ο συνδυασμός της πιθανότητας επέλευσης ενός γεγονότος και των συνεπειών από την επέλευση αυτού του γεγονότος. Στις δραστηριότητες των Τ.Ε.Α., υπάρχει το ενδεχόμενο επέλευσης γεγονότων που δύνανται να αποβούν προς όφελος ή σε βάρος των στόχων και των επιδιώξεών τους. Η διαχείριση των κινδύνων αφορά τόσο στον εντοπισμό των ευκαιριών όσο και στην αποφυγή ή στον μετριασμό των αρνητικών συνεπειών των κινδύνων.
Η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπλήρωση του σκοπού των Τ.Ε.Α., σε βραχυπρόθεσμο  αλλά  και  μακροπρόθεσμο  ορίζοντα,
δημιουργίας αξίας για τα ενδιαφερόμενα μέρη (μέλη και δικαιούχους).
Η ανάλυση του προφίλ των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή πιθανώς θα αντιμετωπίσουν τα Τ.Ε.Α. πρέπει να αποτελεί βασική προτεραιότητά τους. Η καταγραφή των κινδύνων, στους οποίους αναγνωρίζουν ότι εκτίθενται τα Τ.Ε.Α., σε συνδυασμό με την καταγραφή των πηγών που τους δημιουργούν αποτελεί το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Οι πληροφορίες αυτές επιτρέπουν τη χαρτογράφηση των κινδύνων, τον ορισμό των πολιτικών διαχείρισής τους και την κατανομή διαχείρισής τους στις αρμόδιες μονάδες των Τ.Ε.Α.. Πρακτικά, η χαρτογράφηση των κινδύνων ξεκινά με τη χαρτογράφηση των διεργασιών, ενδεχομένως υποστηριζόμενη από αναλυτικό ερωτηματολόγιο που αναπτύσσεται και καλύπτει τις δραστηριότητες των Τ.Ε.Α. και τις αντίστοιχες λειτουργικές μονάδες τους.
Εντός του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων περιλαμβάνονται οι πολιτικές του άρθρου 32, η ανάπτυξη των οποίων στοχεύει κυρίως στην περιγραφή των διαδικασιών με τις οποίες συνδέονται οι κίνδυνοι ή οι οποίες επηρεάζονται από τους κινδύνους, καθώς και στην περιγραφή στοιχείων των κινδύνων όπως η προέλευσή τους και ο αντίκτυπός τους στα Τ.Ε.Α.. και στην οικονομική τους θέση.
Έχει ουσιαστική σημασία να βελτιώσουν τα Τ.Ε.Α. τη διαχείριση κινδύνων λαμβάνοντας υπόψη ταυτόχρονα τον στόχο της διασφάλισης δίκαιης κατανομής κινδύνων και οφελών μεταξύ γενεών στις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, ώστε τα δυνητικά τρωτά σημεία που έχουν σχέση με τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων να γίνονται αντιληπτά και να καθίστανται αντικείμενο διαλόγου με την Αρμόδια Αρχή.
Με τις διατάξεις της παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. οφείλουν να διαθέτουν  αποτελεσματική  λειτουργία διαχείρισης
κινδύνων, δομημένη με τρόπο ο οποίος διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, ανάλογη προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Με βάση τις διατάξεις αυτές τα Τ.Ε.Α. πρέπει να θεσπίζουν στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τη, σε συνεχή βάση αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση, και διαχείριση ενός εκάστου κινδύνου, αλλά και συγκεντρωτικά των κινδύνων, στους οποίους είναι ή θα μπορούσαν να είναι εκτεθειμένα, καθώς και τις αλληλεξαρτήσεις των εν λόγω κινδύνων.
Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων πρέπει να είναι αποτελεσματικό και κατάλληλα ενσωματωμένο στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των Τ.Ε.Α..
Με τις διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται ότι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων, πρέπει να καλύπτει κινδύνους οι οποίοι μπορούν να εμφανιστούν στα Τ.Ε.Α. ή σε παρόχους υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα ή δραστηριότητες ενός Τ.Ε.Α. τουλάχιστον στους ακόλουθους τομείς, κατά περίπτωση:
α) Την ανάληψη των ασφαλιστικών κινδύνων, δηλαδή τον κίνδυνο έκθεσης σε οικονομική ζημιά που συνδέεται με τη διαδικασία επιλογής και αποδοχής των προς ασφάλιση κινδύνων, καθώς και τον κίνδυνο να αποδειχθεί ανεπαρκής η εκτίμηση των τεχνικών προβλέψεων που σχηματίζονται στις οικονομικές καταστάσεις και αφορούν τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις των Τ.Ε.Α..
β) Τον κίνδυνο που προέρχεται είτε από απουσία ή μερική έλλειψη συγχρονισμού μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων, προκειμένου να προστατευθούν επαρκώς τα δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων. Τα χαρακτηριστικά και η κατανομή σε περιουσιακά στοιχεία πρέπει να συμβαδίζουν με τη φύση και τη διάρκεια των υποχρεώσεων των Τ.Ε.Α..
γ) Τους κινδύνους από επενδύσεις εν γένει και ιδίως σε παράγωγα και παρόμοιες συναλλαγές, όπως τους κινδύνους που προέρχονται από την ευαισθησία των αξιών των χρηματοπιστωτικών μέσων και εν γένει των περιουσιακών στοιχείων σε αλλαγές στα επιτόκια, στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των μετοχών, στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών ακινήτων, καθώς και τον κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη, με αποτέλεσμα τη δυσμενή επίδραση στην τρέχουσα αξία χρηματοπιστωτικού μέσου ή ακόμα και τον κίνδυνο να μην καταστεί δυνατή η είσπραξη των αναμενόμενων χρηματορροών λόγω αδυναμίας τήρησης της υποχρέωσης του εκδότη.
δ) Τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας δηλαδή του κινδύνου αδυναμίας των Τ.Ε.Α. να εκποιήσουν περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβούν στον διακανονισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων όταν αυτές καταστούν απαιτητές, καθώς και τη διαχείριση του κινδύνου συγκέντρωσης δηλαδή του κινδύνου που προέρχεται από υψηλή έκθεση σε συγκεκριμένο εκδότη, γεωγραφική περιοχή ή οικονομικό τομέα.
ε) Τη διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου, δηλαδή του κινδύνου εμφάνισης ζημιών λόγω ακατάλληλων ή ανεπαρκών εσωτερικών διαδικασιών, ή λόγω ακατάλληλου ή ανεπαρκούς προσωπικού ή λόγω ακατάλληλων ή ανεπαρκών λειτουργικών συστημάτων ή εξωτερικών παραγόντων.
στ) Την ασφάλιση και τις λοιπές τεχνικές μετριασμού του κινδύνου όπως είναι η αντασφάλιση.
ζ) Το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και τη διαχείρισή του, αναφορικά με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους. Οι σχετικοί με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση παράγοντες όπως αναφέρονται στις αρχές για υπεύθυνες επενδύσεις που υποστηρίζονται από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, έχουν σημασία για τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων των Τ.Ε.Α..
Με την παρ. 3 προβλέπεται ότι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων πρέπει να εξετάζει τους κινδύνους από την πλευρά των μελών και των δικαιούχων, όταν αυτοί φέρουν τους κινδύνους.

39 Με το άρθρο 39 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου.
Με τη λειτουργία του Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζεται η επάρκεια του συστήματος εσωτερικού ελέγχου του Τ.Ε.Α., η ορθή λειτουργία των μηχανισμών των Τ.Ε.Α. και γενικά όλων των στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης τους, συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων που ανατίθενται εξωτερικά. Η λειτουργία αυτή πρέπει να δραστηριοποιείται διαρκώς και σε όλες τις διαστάσεις με βάση τις καταγεγραμμένες αρχές και πολιτικές.
Η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου πρέπει να απολαμβάνει της πλήρους ανεξαρτησίας τόσο έναντι των άλλων βασικών λειτουργιών όσο και έναντι της διοίκησης του Τ.Ε.Α., στο Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου υποβάλλει τις σχετικές διαπιστώσεις και συστάσεις.

40 Με το άρθρο 40 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με την αναλογιστική λειτουργία.
Η αναλογιστική λειτουργία διασφαλίζει την κατά το δυνατόν καλύτερη, στο μέτρο του ευλόγως προβλεπτού, εκτίμηση των υποχρεώσεων των Τ.Ε.Α. προς τα μέλη και τους δικαιούχους, καθώς από αυτήν αξιολογείται η καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων μοντέλων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των υποχρεώσεων, η καταλληλότητα των παραδοχών που γίνονται για τον σκοπό αυτό καθώς και η επάρκεια και η ποιότητα των σχετικών διαθέσιμων στοιχείων. Επίσης η λειτουργία αυτή συμβάλλει αφενός στην ανάληψη κινδύνων, εκφράζοντας γνώμη και αφετέρου στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, συνεισφέροντας εκτός των άλλων και στον προσδιορισμό τους. Το αναλογιστικό έργο πρέπει να εκτελείται από άτομα που διαθέτουν άριστη γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α., και τα οποία είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά προσόντα ή άλλου είδους πρότυπα.
Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία η οποία συντονίζει και εποπτεύει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, αξιολογεί και διασφαλίζει την καταλληλόλητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, καθώς και των παραδοχών που γίνονται για τον σκοπό αυτό, αξιολογεί την επάρκεια και την ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, συγκρίνει τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων, καθώς και τα αποτελέσματα των τεχνικών προβλέψεων με τις εμπειρικές παρατηρήσεις, ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Α. σχετικά με την αξιοπιστία και την επάρκεια του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συνολική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων καθώς και για την  καταλληλότητα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών συμφωνιών, εφόσον το Τ.Ε.Α. διαθέτει τέτοιες συμφωνίες, συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων ιδιαίτερα σε θέματα όπως ο συγχρονισμός  περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και η διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης, συντάσσει αναλογιστική έκθεση τουλάχιστον ανά έτος καθώς και μετά από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζεται το Τ.Ε.Α. και την υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να ορίζουν ένα τουλάχιστον ανεξάρτητο πρόσωπο, εντός ή εκτός του Τ.Ε.Α. ως υπεύθυνο για την αναλογιστική λειτουργία. Επίσης στην ίδια παράγραφο προβλέπονται τα προσόντα που πρέπει να διαθέτουν τα πρόσωπα τα οποία εκτελούν εργασίες που περιλαμβάνονται στην αναλογιστική λειτουργία.

41 Με το άρθρο 41 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με την Ιδία αξιολόγηση κινδύνων.
Στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, τα Τ.Ε.Α.. θα πρέπει να εκπονούν αξιολόγηση των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που διαχειρίζονται. Η εν λόγω αξιολόγηση κινδύνων θα πρέπει να τίθεται επίσης στη διάθεση της Αρμόδιας Αρχής και θα πρέπει, κατά περίπτωση να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων, το περιβάλλον, κοινωνικούς κινδύνους και κινδύνους σε σχέση με την απόσβεση  στοιχείων ενεργητικού λόγω αλλαγής στο ρυθμιστικό πλαίσιο («μη αξιοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού»). Η Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνων (ORA) είναι μια συνεχής διαδικασία που η ανάπτυξη της συμβάλει στην κατανόηση των κινδύνων που είναι εκτεθειμένα τα Τ.Ε.Α. και ως εκ τούτου οδηγεί στη λήψη σχετικών ορθολογικών αποφάσεων. Εφόσον η διαδικασία αυτή ενσωματωθεί στη λειτουργία των Τ.Ε.Α., τους δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουν αν οι στρατηγικές αποφάσεις τους θα οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, συνεκτιμώντας τους κινδύνους στους οποίους είναι
εκτεθειμένα, καθώς και τις συνέπειες αυτών. Η ανάπτυξη διαδικασίας Ιδίας Αξιολόγησης Κινδύνων προκαλεί, αλλά και καθιερώνει τον διάλογο εντός των Τ.Ε.Α. και συγχρόνως διευκολύνει στη λήψη αποφάσεων. Η Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνων περιλαμβάνει τη διεξαγωγή συνδυασμένων τεχνικών για να εντοπιστούν, να αξιολογηθούν και να διαχειριστούν οι υφιστάμενοι και οι επερχόμενοι κίνδυνοι σε περιοδική βάση εξετάζοντας την εμπειρία από τις αποφάσεις και τα μέτρα που έχουν ληφθεί και παρέχει με βάση την εμπειρία, πληροφορίες για μελλοντικές αποφάσεις και ενέργειες.
Η ίδια αξιολόγηση κινδύνων πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση ανοχής κινδύνου, δηλαδή τα επίπεδα έκθεσης σε κινδύνους, τα οποία θεωρεί αποδεκτά το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και τα όρια ανοχής κινδύνου, δηλαδή το αποδεκτό επίπεδο διακύμανσης γύρω από τους στόχους που σχετίζονται με το ετήσιο σχέδιο δράσης των Τ.Ε.Α..
Κατά τη διαδικασία Ιδίας Αξιολόγησης Κινδύνων εντοπίζονται οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται τα Τ.Ε.Α., διαπιστώνεται πιθανή συγκέντρωση κίνδυνων, διερευνάται η εφαρμογή πολιτικών αντιστάθμισης κατά τον βέλτιστο τρόπο, εξετάζεται η επίπτωση υποθετικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική κατάσταση τους, εξετάζεται η επίπτωση πιθανού σχήματος αντασφάλισης, διερευνάται η αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων τους, εκτιμάται το ύψος πιθανών επιπλέον αποθεματικών κεφαλαίων που απαιτείται να διαθέτουν, ώστε να παραμένουν βιώσιμα.
Τα Τ.Ε.Α. πρέπει να αναπτύσσουν διαδικασίες για την Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνων χρησιμοποιώντας κατάλληλες και πρόσφορες μεθόδους, ανάλογα με την οργανωτική τους δομή και το σύστημα διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητάς του.
Η Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνων πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις εύλογες προβλέψεις, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κινδύνους και πρέπει να προσδιορίζει τη σχέση μεταξύ του συστήματος διαχείρισης κινδύνου και του επιπέδου και της ποιότητας των χρηματοοικονομικών πόρων που απαιτούνται και είναι διαθέσιμοι.
Με τις διατάξεις της παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διεξάγουν τουλάχιστον κάθε τρία έτη ή αμέσως μετά από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά των κινδύνων που αυτά αντιμετωπίζουν, ίδια αξιολόγηση κινδύνων (ORA), κατά τρόπο ανάλογο προς το μέγεθος και την εσωτερική τους οργάνωση, και λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.
Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι η ιδία αξιολόγηση κινδύνων περιλαμβάνει τουλάχιστον την περιγραφή του τρόπου που αυτή ενσωματώνεται στις διοικητικές διαδικασίες και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του Τ.Ε.Α., την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο αποτρέπονται συγκρούσεις συμφερόντων με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση, όταν το Τ.Ε.Α. της αναθέτει βασικές λειτουργίες, την αξιολόγηση των συνολικών χρηματοδοτικών αναγκών του Τ.Ε.Α., περιλαμβανομένης περιγραφής πιθανού σχεδίου ανάκαμψης την αξιολόγηση των κινδύνων για τα μέλη και τους δικαιούχους σε σχέση με την καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών τους και την αποτελεσματικότητα τυχόν διορθωτικών μέτρων, όπως μηχανισμών αναπροσαρμογής και μηχανισμών μείωσης των παροχών καθώς και τις προϋποθέσεις της μείωσης και το αρμόδιο όργανο λήψης της σχετικής απόφασης, την ποιοτική αξιολόγηση των μηχανισμών προστασίας των συνταξιοδοτικών παροχών, όπως εγγυήσεων, συμφωνιών ή οποιουδήποτε άλλου είδους χρηματοδοτικής στήριξης από τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση, ασφάλισης ή αντασφάλισης από επιχείρηση που καλύπτεται από τον ν. 4364/2016, όπως εκάστοτε ισχύει, ή κάλυψης από συνταξιοδοτικό σύστημα προστασίας, υπέρ του Τ.Ε.Α. ή των μελών και των δικαιούχων, την ποιοτική αξιολόγηση των λειτουργικών κινδύνων, την αξιολόγηση νέων ή αναδυόμενων κινδύνων, ιδίως των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων και το περιβάλλον, των κοινωνικών κινδύνων και κινδύνων που σχετίζονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω αλλαγής στο ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και παράγοντες που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση, τη συμμόρφωση σε συνεχή βάση με τις διατάξεις που αφορούν Στις τεχνικές προβλέψεις, τα σύμφωνα με τη στρατηγική του Τ.Ε.Α. και εγκεκριμένα από το Διοικητικό Συμβούλιο όρια ανοχής στους κινδύνους.
Με τις παρ. 3 και 4 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει αφενός να διαθέτουν μεθόδους προσδιορισμού και αξιολόγησης των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή δύνανται να εκτεθούν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και οι οποίες μέθοδοι πρέπει να περιγράφονται στην ιδία αξιολόγηση κινδύνων και αφετέρου ότι τα η ίδια αξιολόγηση κινδύνου λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές αποφάσεις τους.

42 Στην παρ. 1 του άρθρου 42 προβλέπεται η κατ’ έτος υποχρέωση κατάρτισης και δημοσιοποίησης λογαριασμών και εκθέσεων για το σύνολο των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται τα Τ.Ε.Α., όπως και για κάθε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.
Επίσης καθορίζεται ο τρόπος απεικόνισης των οικονομικών στοιχείων και των σχετικών πληροφοριών, δημοσίευσης και υποβολής τους στην Αρμόδια Αρχή και θεσπίζεται η υποχρέωση ελέγχου από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή.
Με την παρ. 2 περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί η Αρμόδια Αρχή σε συνέχεια της γνωστοποίησης των πληροφοριών και των στοιχείων που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς και στις εκθέσεις.

43 Οι προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 43 εισάγονται με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των Τ.Ε.Α. και της προστασίας των μελών και των δικαιούχων τους. Ειδικότερα προβλέπεται η υποχρέωση των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των Τ.Ε.Α. (ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών) να γνωστοποιούν στην Αρμόδια Αρχή κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση έργου τους σε σχέση με συγκεκριμένο Τ.Ε.Α. και το οποίο είναι ικανό να επηρεάσει σοβαρά τη χρηματοοικονομική, λογιστική ή διοικητική κατάσταση αυτού. Η καλή τη πίστει αποκάλυψη γεγονότων ή αποφάσεων από τα προαναφερόμενα πρόσωπα στην Αρμόδια Αρχή ακυρώνει την τυχόν ευθύνη αυτών κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

44 Η επενδυτική πολιτική των Τ.Ε.Α. συνιστά αποφασιστικό παράγοντα τόσο για την ασφάλεια όσο και για τη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Η δήλωση επενδυτικών αρχών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την παρακολούθηση της καταλληλότητας της επενδυτικής στρατηγικής και της ενδεδειγμένης διαχείρισης κινδύνου κάθε Τ.Ε.Α..
Στην παρ. 1, προβλέπεται η υποχρέωση κατάρτισης, και τουλάχιστον ανά τριετία αναθεώρησης, Δήλωσης Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής. Στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου αποτυπώνεται το ελάχιστο περιεχόμενο της Δήλωσης Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής. Στην παρ. 3 γίνεται αναφορά στην υποχρέωση και τον τρόπο υποβολής της δήλωσης Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής στην Αρμόδια Αρχή, δεδομένου ότι αποτελεί βασικό εργαλείο για την προληπτική εποπτεία, ενώ στην παρ. 4 αποτυπώνεται η υποχρέωση δημοσιοποίησής της προκειμένου να λαμβάνουν γνώση τα μέλη και οι δικαιούχοι κάθε συνταξιοδοτικού προγράμματος.

45 Με το προτεινόμενο άρθρο προβλέπεται η απαίτηση για σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων από τα Τ.Ε.Α. και οι ειδικότερες προϋποθέσεις για το σχηματισμό τους.
Τα Τ.Ε.Α. λειτουργούν με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, για το οποίο ο σχηματισμός τεχνικών προβλέψεων αποτελεί βασική αρχή λειτουργίας του. Για να μπορούν τα Τ.Ε.Α. να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις καταστατικές διατάξεις των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο συνετός υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων, ώστε αυτές να είναι επαρκείς. Επαρκείς τεχνικές προβλέψεις, νοούνται οι προβλέψεις που πραγματοποιούνται με κατάλληλες αναλογιστικές μεθόδους ανάλογα με την κατηγορία ασφάλισης και τη φύση των κινδύνων που αναλαμβάνουν τα Τ.Ε.Α. και οι οποίες δίνουν σε συνεχή βάση τη δυνατότητα στα Τ.Ε.Α. να ανταποκρίνονται, στο μέτρο του ευλόγως προβλεπτού, στις υποχρεώσεις τους προς τα μέλη και τους δικαιούχους τους τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Δηλαδή το ύψος των τεχνικών προβλέψεων πρέπει αφενός να επαρκεί ώστε να συνεχίσουν να καταβάλλονται οι οφειλόμενες προς τους δικαιούχους παροχές, και αφετέρου να αντικατοπτρίζει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά και λοιπά δικαιώματα των μελών.
Στις παρ. 1 και 2 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. σχηματίζουν, σε συνεχή βάση, επαρκείς τεχνικές προβλέψεις, το ύψος των οποίων αντιστοιχεί στις οικονομικές δεσμεύσεις που απορρέουν από τα οριζόμενα στις σχετικές καταστατικές διατάξεις και την κείμενη νομοθεσία, για το σύνολο των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται και ανεξαρτήτως του Κλάδου που εντάσσονται αυτά. Όταν παρέχονται εγγυήσεις από τα Τ.Ε.Α., δηλαδή παρέχονται καλύψεις κατά των βιομετρικών κινδύνων ή επενδυτικών κινδύνων, τότε σχηματίζουν επαρκείς τεχνικές προβλέψεις για το σύνολο των παροχών που προβλέπονται από τα προγράμματα που διαχειρίζονται.
Στη παρ. 3 προβλέπεται τουλάχιστον ετήσιος υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων, ώστε να καθίσταται δυνατή η σχετική προληπτική εποπτεία επ’ αυτών .
Στη παρ. 4, επειδή ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων απαιτεί εξειδικευμένες αναλογιστικές γνώσεις, το ύψος των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να πιστοποιείται από αναλογιστή ή από άλλον ειδικό στο αντικείμενο αυτό που διαθέτει υψηλού επιπέδου γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών. Η αξιοπιστία των τεχνικών προβλέψεων στηρίζεται στη χρήση κατάλληλης μεθόδου στην οποία λαμβάνεται ρητά υπόψη η συμπεριφορά μεταβλητών ή παραμέτρων, οι οποίες
εξαρτώνται από τους κινδύνους που αφορούν οι τεχνικές προβλέψεις. Επίσης, οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται πρέπει να τεκμηριώνονται επαρκώς. Κατά την εφαρμογή μιας μεθόδου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον ευσταθούν οι παραδοχές στις οποίες αυτή βασίζεται.
Τα δεδομένα στα οποία στηρίζονται οι τεχνικές προβλέψεις πρέπει να είναι κατάλληλα, πλήρη και ακριβή.
Σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση του ύψους των τεχνικών προβλέψεων είναι το επιτόκιο, οπότε η επιλογή του πρέπει να γίνεται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη τις αποδόσεις των επενδύσεων που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις και γενικότερα την εξέλιξη των αποδόσεων υψηλής ποιότητας επενδύσεων της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των εκτιμήσεων σχετικά με το ύψος των τεχνικών προβλέψεων, πρέπει να γίνεται σύγκριση με τα εμπειρικά δεδομένα σε περιοδική βάση, ώστε να διαπιστώνεται ότι οι μεθοδολογία, οι παραδοχές και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν οδηγούν σε αξιόπιστους υπολογισμούς και τα Τ.Ε.Α. πρέπει να παρέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν αυτή την αξιοπιστία στην Αρμόδια Αρχή.
Με την παρ. 4 προβλέπεται ότι οι τεχνικές προβλέψεις πρέπει να υπολογίζονται με βάση αναγνωρισμένες αναλογιστικές μεθόδους και να πιστοποιούνται από αναλογιστή ή από άλλον ειδικό στο αντικείμενο αυτό. Τα μέγιστα επιτόκια, που αποτελούν και τον πλέον ευαίσθητο παράγοντα στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, πρέπει να επιλέγονται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη α) την απόδοση των αντίστοιχων με τις υποχρεώσεις περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού του Τ.Ε.Α. και τις προβλεπόμενες μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων, τη Δήλωση Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής και το τελευταίο πρόγραμμα συγχρονισμού περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που έχει κατατεθεί στην Αρμόδια Αρχή ή β) τις τρέχουσες αποδόσεις υψηλής ποιότητας ομολόγων, κρατικών ομολόγων, ομολόγων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ομολόγων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕΠ) ή ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας ή γ) συνδυασμό των α) και β). Επίσης προβλέπεται ότι η επιλογή βιομετρικών πινάκων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, πρέπει να επιλέγονται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη τα βασικά χαρακτηριστικά των προς συνταξιοδότηση προσώπων, των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, καθώς και τις αναμενόμενες αλλαγές στους σχετικούς κινδύνους. Τέλος με την παρούσα παράγραφο προβλέπεται ότι η μέθοδος και η βάση υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να παραμένει κατά κανόνα σταθερή σε κάθε οικονομικό έτος εκτός και αν προκύπτουν αλλαγές λόγω μεταβολής των νομικών, δημογραφικών ή οικονομικών   δεδομένων,   οπότε   πρέπει   αυτές   να
τεκμηριώνονται επαρκώς από το Τ.Ε.Α..
Στην παρ. 5, προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων είναι κατάλληλα, πλήρη και ακριβή.
Στην παρ. 6, τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων νοούνται α) κατάλληλα, όταν είναι συνεπή με τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι αναλογιστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται, αντικατοπτρίζουν ορθά τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα Τ.Ε.Α. με βάση τις υποχρεώσεις τους, χρησιμοποιούνται με διαχρονική συνέπεια κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και τέλος έχουν συλλεγεί και υποστεί επεξεργασία με διαφανή και δομημένο τρόπο, σύμφωνα με τεκμηριωμένη διαδικασία, β) πλήρη, εφόσον περιλαμβάνουν επαρκή ιστορικά στοιχεία για την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των υποκείμενων κινδύνων και για τον προσδιορισμό των τάσεων των κινδύνων και δεν αποκλείεται η χρήση κανενός από αυτά τα δεδομένα για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, χωρίς αιτιολόγηση και γ) ακριβή, εφόσον όταν είναι απαλλαγμένα από ουσιώδη σφάλματα, είναι συνεκτικά μεταξύ διαφορετικών χρονικών περιόδων και τηρούνται συστηματικά και με διαχρονική συνέπεια.
Στην παρ. 7, προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι το ύψος των τεχνικών προβλέψεων και οι παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός τους, συγκρίνονται με τα εμπειρικά δεδομένα σε περιοδική βάση. Εφόσον από τη σύγκριση προκύπτει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των τεχνικών προβλέψεων, τα Τ.Ε.Α. πρέπει να προβαίνουν σε κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή των παραδοχών που γίνονται.
Στην παρ. 8 προβλέπεται ότι στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας τα Τ.Ε.Α. πρέπει να είναι σε θέση, να παρέχουν στην Αρμόδια Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες τα στοιχεία, και τα αποτελέσματα των περιοδικών συγκρίσεων, με τα οποία να αποδεικνύεται η καταλληλόλητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, η εφαρμοσιμότητα και η συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και η επάρκεια, η καταλληλότητα, η πληρότητα και η ακρίβεια των δεδομένων. Στην ίδια παράγραφο προβλέπεται ότι όταν η Αρμόδια Αρχή, με βάση τα προαναφερθέντα υποβαλλόμενα, διαπιστώνει ότι ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων δεν συνάδει με τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο, δύναται να απαιτεί από τα Τ.Ε.Α, να αυξήσουν το ποσό των τεχνικών προβλέψεων.

46 Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη χρηματοδότηση των τεχνικών προβλέψεων των Τ.Ε.Α..
Το ύψος των τεχνικών προβλέψεων δεικνύει το ύψος των υποχρεώσεων των Τ.Ε.Α. και συνεπώς, με βάση τις αρχές λειτουργίας του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, δεικνύει το ύψος των περιουσιακών στοιχείων που πρέπει να διαθέτουν τα Τ.Ε.Α., ώστε να είναι χρηματοδοτημένα τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που διαχειρίζονται και να καταστεί δυνατόν να καταβληθούν οι υπεσχημένες παροχές όταν προκύψουν οι εν λόγω απαιτήσεις.
Στην περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία υπολείπονται των τεχνικών προβλέψεων, πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα και να γίνει κατάλληλος σχεδιασμός που εγκρίνεται από την Αρμόδια Αρχή προκειμένου να καλυφθούν σχετικά ελλείμματα. Στην παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. οφείλουν να διαθέτουν σε συνεχή βάση κατάλληλα και επαρκή περιουσιακά στοιχεία, για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων του συνόλου των συνταξιοδοτικών τους προγραμμάτων.
Στην παρ. 2 προβλέπεται ότι όταν το Τ.Ε.Α. δεν διαθέτει κατάλληλα και επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, καταρτίζει ολοκληρωμένο και υλοποιήσιμο σχέδιο ανάκαμψης, σύμφωνα με το οποίο εξασφαλίζεται εκ νέου ότι το Τ.Ε.Α. θα διαθέτει σε συνεχή βάση κατάλληλα και επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων του συνόλου των συνταξιοδοτικών του προγραμμάτων. Το σχέδιο αυτό πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και τις πληροφορίες, με τα οποία αποδεικνύεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία θα επανέλθουν στο απαιτούμενο ύψος, ώστε να καλύπτονται πλήρως και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα οι τεχνικές προβλέψεις για τις υποχρεώσεις του Τ.Ε.Α.. Στην παράγραφο αυτή προβλέπεται ότι πριν την υποβολή του σχεδίου στην Αρμόδια Αρχή προς έγκριση, αυτό ανακοινώνεται στα μέλη και, όπου αυτό προβλέπεται, στους εκπροσώπους τους. Στην κατάρτιση του σχεδίου λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του Τ.Ε.Α. και ιδίως η διάρθρωση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, η φύση των κινδύνων και η εξέλιξή τους, το σχέδιο ρευστότητας, η ηλικιακή κατανομή και τα δεδουλευμένα δικαιώματα των μελών που είναι δικαιούχοι συνταξιοδοτικών παροχών, τα πιθανά υπό έναρξη συνταξιοδοτικά προγράμματα, καθώς και εκείνα για τα οποία το σύστημα χρηματοδότησης μεταβάλλεται από μηδενικό ή μερικό σε ολικό.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι οι τεχνικές προβλέψεις του Τ.Ε.Α. που ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα, πρέπει να είναι πλήρως χρηματοδοτημένες, σε συνεχή βάση, και για το σύνολο των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζεται, άλλως η Αρμόδια Αρχή επεμβαίνει αμελλητί και απαιτεί από το Τ.Ε.Α. να εφαρμόσει άμεσα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η προστασία μελών και δικαιούχων.

47 Με το παρόν άρθρο για τα Τ.Ε.Α. τίθενται οι βασικές αρχές για το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, και δεν προτείνεται ύψος ελαχίστου περιθωρίου φερεγγυότητας. Δηλαδή προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. είναι αναγκαίο να διαθέτουν ελεύθερη βάρους περιουσία ανάλογη των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν, αφού η απαίτηση αυτή αποτελεί σημαντικό στοιχείο του συστήματος προληπτικής εποπτείας για την προστασία των μελών και των δικαιούχων των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται.
Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α., όταν αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη για την κάλυψη βιομετρικών κινδύνων ή εγγυώνται ορισμένη απόδοση επενδύσεων ή ορισμένο ύψος παροχών, πρέπει να διαθέτουν σε μόνιμη βάση συμπληρωματικά περιουσιακά στοιχεία, πλέον αυτών που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων του συνόλου των συνταξιοδοτικών τους προγραμμάτων, με σκοπό την  παροχή  πρόσθετης  προστασίας. Το ύψος των συμπληρωματικών περιουσιακών στοιχείων είναι ανάλογο με τον κίνδυνο και το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων που αντιστοιχεί σε όλο το εύρος των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται και με βάση τους όρους των καταστατικών τους. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία είναι ελεύθερα από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί και αποτελούν κεφάλαιο ασφαλείας για την κάλυψη των αποκλίσεων μεταξύ των προβλεπόμενων και των πραγματικών δαπανών και κερδών.
Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι για τον υπολογισμό του ελαχίστου ύψους των πρόσθετων περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 48 έως 50 του παρόντος νόμου.
Στην παρ. 3 τα Τ.Ε.Α. διασφαλίζουν με κατάλληλους μηχανισμούς που διαθέτουν, τον εντοπισμό της όποιας επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, και ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή.
Στη παρ. 4 ορίζεται ότι τα Τ.Ε.Α. ενημερώνουν αμελλητί την Αρμόδια Αρχή όταν διαπιστώσουν κάποια οικονομική επιδείνωση ή κίνδυνο να μην πληρούν εντός του προσεχούς τριμήνου το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, καθώς και τον τρόπο που οφείλει να δράσει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή του προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.
Στην παρ. 5 η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και δικαιούχων παροχών με συγκεκριμένα μέτρα.

48 Με το άρθρο 48 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας με σκοπό την ενσωμάτωση των προβλεπόμενων στην Οδηγία 2016/2341.
Τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν σημαντικά μέσα διασφάλισης των σκοπών που καλούνται να επιτελέσουν. Στα μέσα αυτά περιλαμβάνεται, εκτός από τις τεχνικές προβλέψεις, και το περιθώριο φερεγγυότητας. Οι κίνδυνοι των αντιθέτων διακυμάνσεων στις τεχνικές προβλέψεις, στα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις, καθώς και στις δαπάνες, κατέστησαν αναγκαία τη δημιουργία μιας επιπλέον πρόβλεψης εγγύησης, του περιθωρίου φερεγγυότητας. Η πρόβλεψη αυτή αντιστοιχίζεται με την ελεύθερη βάρους περιουσία των Τ.Ε.Α., που αποτελεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας.
Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. πρέπει να διαθέτουν σε διαρκή βάση επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, το οποίο αντιστοιχεί στην ελεύθερη από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί περιουσία τους, και είναι τουλάχιστον ίσο προς τις απαιτήσεις των άρθρων 19 και 20 του παρόντος, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.
Με την παρ. 2 ορίζεται το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ως η διαφορά μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Ε.Α. και κάθε προβλεπτής υποχρέωσης και κάθε άυλου περιουσιακού στοιχείου.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας απαρτίζεται από τα τυχόν εκ του νόμου επιβαλλόμενα ή ελεύθερα αποθεματικά που δεν αντιστοιχούν σε ανειλημμένες υποχρεώσεις.
Στην παρ. 4 προβλέπεται ότι το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να απαρτίζουν και δάνεια μειωμένης διασφάλισης τα οποία μπορούν να περιληφθούν μόνο μέχρι ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Δάνεια μειωμένης διασφάλισης καθορισμένης διάρκειας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας.
Η συμπερίληψη των δανείων μειωμένης διασφάλισης σύμφωνα με τα ανωτέρω επιτρέπεται μόνον εφόσον σε περίπτωση διάλυσης και εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμουσών τη δεδομένη χρονική στιγμή οφειλών.
Τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης υπόκεινται επιπλέον στις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) εγκρίνονται από την Αρμόδια Αρχή,
β) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί
γ) για δάνεια με καθορισμένη λήξη, η αρχική διάρκεια πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής. Ένα έτος το αργότερο πριν από την ημερομηνία εξόφλησης, το Τ.Ε.Α. υποβάλλει προς έγκριση στην Αρμόδια Αρχή σχέδιο στο οποίο παρουσιάζεται πώς θα διατηρηθεί ή  θα αυξηθεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας στο απαιτούμενο επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη πριν από την ημερομηνία εξόφλησης. Η Αρμόδια Αρχή επιτρέπει την πρόωρη εξόφληση αυτών των δανείων, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από το Τ.Ε.Α. και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητάς του δεν μειώνεται κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο.
δ) Τα δάνεια μη καθορισμένης λήξης εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση. Το Τ.Ε.Α. ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο πριν όσο και μετά την εξόφληση αυτή. Η Αρμόδια Αρχή επιτρέπει την εξόφληση μόνο εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας του Τ.Ε.Α. δεν κινδυνεύει να υποχωρήσει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο.
ε) Στη σύμβαση δανείου δεν συμπεριλαμβάνονται ρήτρες που να ορίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από την εκκαθάριση του Τ.Ε.Α., η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη.
στ) Η δανειακή σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνον μετά από έγκριση της Αρμόδιας Αρχής.
Στην παρ. 5 προβλέπεται ότι κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του Τ.Ε.Α. και αφού δοθεί η σχετική έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται από υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού, εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις.

49 Με το άρθρο 49 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις συνταξιοδοτικές παροχές καθώς και για συμπληρωματικές παροχές που χορηγούνται λόγω θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
Με την παρ. 1 ορίζεται ότι το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας προσδιορίζεται με αντικειμενικό κριτήριο τις αναληφθείσες υποχρεώσεις. Το αντικειμενικό κριτήριο είναι ανάλογο των υποχρεώσεων των Τ.Ε.Α. και αφορά τη φύση και τη σοβαρότητα των εργασιών τους.
Η φύση των καλυπτόμενων κάθε φορά ασφαλιστικών κινδύνων οδηγεί στον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας με βάση τις τεχνικές προβλέψεις και τα κεφάλαια κινδύνου, λαμβανομένου υπόψη και πιθανού σχήματος αντασφάλισης. Εφόσον τα Ι.Ε.Σ.Π. δεν φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο ο υπολογισμός του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα για τα λειτουργικά έξοδα με βάση τις καταστατικές διατάξεις και τα πραγματοποιηθέντα λειτουργικά έξοδα.
Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για συνταξιοδοτικές παροχές που περιλαμβάνουν εγγυήσεις βιομετρικών ή επενδυτικών κινδύνων, ως προς το ύψος των παροχών, της επενδυτικής απόδοσης και της διατήρησης κεφαλαίου, εναλλακτικά ή σωρευτικά, καθώς και για συμπληρωματικές παροχές που χορηγούνται λόγω θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο αποτελεσμάτων: α) Του πρώτου αποτελέσματος, υπολογιζόμενου ως εξής: Ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) των τεχνικών προβλέψεων που  αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες χωρίς να αφαιρεθούν οι τυχόν αντασφαλιστικές εκχωρήσεις, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία οικονομική χρήση λόγο του συνόλου των τεχνικών προβλέψεων μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων προς τις ακαθάριστες συνολικές τεχνικές προβλέψεις πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του ογδόντα πέντε επί τοις εκατό (85%).
β) Του δεύτερου αποτελέσματος, υπολογιζόμενου ως εξής: Για ασφαλιστικές υποχρεώσεις για τις οποίες υφίσταται κεφάλαιο κινδύνου και δεν είναι αρνητικό, ποσοστό τρία δέκατα επί τοις εκατό (0,3%) αυτού του κεφαλαίου, το οποίο έχει αναληφθεί από το Τ.Ε.Α., πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνολικού κεφαλαίου κινδύνου που παραμένει εις βάρος του Τ.Ε.Α. μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του πενήντα επί τοις εκατό (50%).
Για τις πρόσκαιρες ασφαλίσεις θανάτου ανώτατης διάρκειας τριών ετών, το ποσοστό του κεφαλαίου κινδύνου είναι ένα δέκατο επί τοις εκατό (0,1%). Για τις ασφαλίσεις διάρκειας μεγαλύτερης των τριών και μικρότερης των πέντε ετών, το ποσοστό του κεφαλαίου κινδύνου είναι δεκαπέντε εκατοστά επί τοις εκατό (0,15 %).
Με την παρ. 3 ορίζεται ότι για τις συνταξιοδοτικές παροχές στις οποίες δεν προβλέπεται οποιουδήποτε είδους εγγύηση σχετικά με το ύψος των παροχών, τη διατήρηση του κεφαλαίου ή το ύψος της επενδυτικής απόδοσης, ήτοι για τις οποίες τα Τ.Ε.Α. δεν αναλαμβάνουν τον επενδυτικό και το βιομετρικό κίνδυνο, ο καθορισμός του Απαιτούμενου Περιθωρίου Φερεγγυότητας γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τα οριζόμενα από τις καταστατικές διατάξεις για τα λειτουργικά έξοδα.
Όταν το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας αποτελεί το ένα τοις εκατό (1%) των τεχνικών προβλέψεων και υπολογίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο για το πρώτο αποτέλεσμα, ενώ όταν το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα δεν καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας αποτελεί ποσό ισοδύναμο προς το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) των καθαρών λειτουργικών εξόδων της τελευταίας οικονομικής χρήσης που αφορούν τις εν λόγω ασφαλίσεις.
Όταν για μια περίοδο ή/και για ένα ύψος τα λειτουργικά έξοδα καλύπτονται από τον εργοδότη, δεν υπολογίζεται απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

50 Με το άρθρο 50 θεσπίζονται διατάξεις σχετικά με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για πρόσθετες παροχές που παρέχονται συμπληρωματικά προς τις συνταξιοδοτικές παροχές και καλύπτουν τους ασφαλιστικούς κινδύνους της ανικανότητας για εργασία, αναπηρίας, ασθένειας ή ατυχήματος, θανάτου συνεπεία ατυχήματος και διακοπής της εργασίας.
Η φύση των ασφαλιστικών κινδύνων που συνδέονται με τις ανωτέρω παροχές, οδηγεί στον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας με αντικειμενικό κριτήριο ή το ετήσιο ποσό των εισφορών, ή τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών τελευταίων οικονομικών χρήσεων, λαμβανομένου υπόψη και πιθανού σχήματος αντασφάλισης και στις δυο περιπτώσεις.
Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις ανωτέρω πρόσθετες παροχές καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των εισφορών, είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών (3) τελευταίων οικονομικών χρήσεων.
Με την παρ. 2, προσδιορίζεται ότι το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο αποτελέσματα που καθορίζονται στις παρ. 3 και 4.
Με τις παρ. 3 και 4 προβλέπεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο προκύπτουν τα δύο αποτελέσματα, με βάση αφενός το ετήσιο ποσό εισφορών, αφετέρου με βάση τη μέση επιβάρυνση από τις αποζημιώσεις.
Με την παρ. 5 ορίζεται ότι, εάν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4, είναι μικρότερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας οικονομικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας οικονομική χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντασφαλίσεις. Αυτός ο αριθμητικός λόγος δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 1.

51 Με την παρ. 1 εξειδικεύονται επενδυτικοί κανόνες και περιγράφονται γενικές αρχές που σχετίζονται με τον βασικό κανόνα της «συνετής διαχείρισης» βάσει του οποίου τα Τ.Ε.Α. οφείλουν να επενδύουν, όπως ότι:
- Τα Τ.Ε.Α. επενδύουν σύμφωνα με τον κανόνα της «συνετής
διαχείρισης», ως βασικής αρχής που ανταποκρίνεται στη δομή του εκάστοτε Τ.Ε.Α.
- Στο πλαίσιο αυτό και σύμφωνα με τις διατάξεις της υπό
ενσωμάτωση Οδηγίας, εισάγεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. να λαμβάνουν υπόψη τον δυνητικό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο κάθε επενδυτικής απόφασης σε παράγοντες σχετικούς με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση.
- Προκειμένου να προστατευθούν επαρκώς τα δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων, τα Τ.Ε.Α. μπορούν να επιλέξουν κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού τους ανάλογη με τη συγκεκριμένη φύση και διάρκεια των υποχρεώσεών τους και να αποφασίζουν ως προς την ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη επενδυτική τους πολιτική.
Τα Τ.Ε.Α. είναι εξαιρετικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές, με χαμηλό κίνδυνο ρευστότητας, και για τον λόγο αυτό η εξαγορά των περιουσιακών τους στοιχείων μπορεί γενικά να έχει ως σκοπό μόνο την προσφορά συνταξιοδοτικών παροχών.
Ρυθμίζονται επίσης θέματα διαχείρισης κινδύνων με τη χρήση παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων.
Στην παρ. 2 περιγράφεται η αρμοδιότητα της Αρμόδιας Αρχής να παρακολουθεί την επάρκεια των διαδικασιών που εφαρμόζουν τα Τ.Ε.Α. ως προς την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας και να αξιολογεί τη χρήση αναφορών αξιολογήσεων που εκδίδουν οι αρμόδιοι οργανισμοί, ενθαρρύνοντας τα Τ.Ε.Α. να μη στηρίζονται αποκλειστικά στις αξιολογήσεις αυτές.
Στην παρ. 3 αποτυπώνονται απαγορεύσεις ως προς τον δανεισμό και την ενεχυρίαση, συμπεριλαμβανομένων των τίτλων ιδιοκτησίας των Τ.Ε.Α., καθώς και την παροχή εγγυήσεων υπέρ τρίτων. Της απαγόρευσης δανεισμού εξαιρείται, υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, η περίπτωση έλλειψης επαρκούς ρευστότητας.
Στην παρ. 4 αποτυπώνεται η δυνατότητα των Τ.Ε.Α. να καθορίζουν τα ίδια τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων στις οποίες επενδύουν, χωρίς να εγκρίνονται ή να γνωστοποιούνται συστηματικά οι επενδυτικές τους αποφάσεις στην Αρμόδια Αρχή, με την επιφύλαξη του άρθρου 44.
Για λόγους προληπτικής εποπτείας και με στόχο την προστασία των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων των Τ.Ε.Α., καθώς και της ανάγκης προσήκουσας διαφοροποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων, ορίζονται στην παρ. 5 επενδυτικά όρια είτε για μία κατηγορία επενδύσεων, συλλογικά ή ανά εκδότη, είτε συνυπολογίζοντας δύο ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων, στη  βάση της διασφάλισης ότι:
- Πρωτίστως οι επενδύσεις διενεργούνται σε ρυθμιζόμενες αγορές και κάθε τμήμα περιουσιακών στοιχείων που επενδύεται εκτός των αγορών αυτών πρέπει να παραμένει σε συνετά επίπεδα.
- Αποφεύγεται η υπερβολική συγκέντρωση των επενδύσεων σε στοιχεία που εκθέτουν τα Τ.Ε.Α. σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου.
- Αποκλείονται  πιθανές  συγκρούσεις  συμφερόντων, προκειμένου κάθε επένδυση να πραγματοποιείται αποκλειστικά προς το συμφέρον των μελών και δικαιούχων.
Τα Τ.Ε.Α. είναι σε θέση να επενδύουν σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά και που αποτελούν τίτλους που δεν είναι δεκτικοί διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και, επομένως δεν έχουν πρόσβαση στη ρευστότητα της δευτερογενούς αγοράς, εντός συνετών ορίων, προκειμένου να υποστηριχθεί η χρηματοδότηση σημαντικών αναπτυξιακών έργων και να ενισχυθεί ο χαρακτήρας των Τ.Ε.Α ως θεσμικών επενδυτών.
Στα μέσα που δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, έργα υποδομών, ακίνητα ή άλλα στοιχεία ενεργητικού τα οποία θα μπορούσαν να είναι κατάλληλα για σκοπούς μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Τα έργα υποδομών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και τα ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή έργα υποδομών είναι συχνά μη εισηγμένα στο χρηματιστήριο περιουσιακά στοιχεία και βασίζονται σε μακροπρόθεσμες πιστώσεις για τη χρηματοδότηση των έργων.
Τα Τ.Ε.Α. μπορούν, επίσης, να επωφελούνται των δυνατοτήτων διαφοροποίησης σε διεθνές επίπεδο.
Επίσης ορίζεται κατηγορία επενδυτικών ορίων που δεν αναφέρονται σε ποσοστό επί των περιουσιακών στοιχείων των Ι.Ε.Σ.Π. αλλά σε ποσοστά του συνόλου των μετοχών ή άλλων κινητών αξιών ενός εκδότη έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα Ι.Ε.Σ.Π. δεν θα αποκτούν σημαντική επιρροή σε εταιρικά σχήματα, ώστε να προλαμβάνονται συγκρούσεις συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται εξαίρεση, υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, ήδη υφιστάμενων συναφών επενδύσεων.
Τίθενται επενδυτικοί περιορισμοί για την επενδυτική δραστηριότητα σε ακίνητα και απαγορεύσεις για επενδύσεις σε πολύτιμα μέταλλα και έργα τέχνης.
Στην παρ. 6 ορίζεται η υποχρέωση διακριτής τήρησης των επενδυτικών κανόνων και περιορισμών του παρόντος άρθρου για κάθε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του Τ.Ε.Α. ξεχωριστά.
Στις παρ. 7, 8 και 9 αποτυπώνεται η δυνατότητα της Αρμόδιας Αρχής να απαιτεί από κάποιο Τ.Ε.Α., αν κριθεί αναγκαίο, την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων επενδύσεων καθώς και να εκδίδει κανόνες που να καθορίζουν τις τεχνικές λεπτομέρειες και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ώστε να καθίσταται ευχερής η εποπτεία της ορθής εφαρμογής από τα Τ.Ε.Α. των κανόνων του άρθρου 19 της Οδηγίας.

52 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται ρητά ο σκοπός για τον οποίον ασκείται από την Αρμόδια Αρχή η προληπτική εποπτεία, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων, καθώς και στη διασφάλιση της αξιοπιστίας, της σταθερότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των Τ.Ε.Α..
Περαιτέρω, προσδιορίζονται οι απαιτήσεις που θα πρέπει να πληροί η Αρμόδια Αρχή, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός τόσο της προαναφερόμενης εποπτείας όσο και των λοιπών υποχρεώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος.

53 Με την προτεινόμενη διάταξη αποσαφηνίζονται οι τομείς που εμπίπτουν στην προληπτική εποπτεία για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος. Οι αναφερόμενοι τομείς καταλαμβάνουν το σύνολο των δραστηριοτήτων των εποπτευόμενων φορέων ως προς αυτούς, δεδομένου ότι κάθε ένας μπορεί να άπτεται διαφορετικών ή περισσότερων λειτουργιών των φορέων.

54 Με την προτεινόμενη ρύθμιση διατυπώνονται οι γενικές αρχές που καθορίζουν το πλαίσιο άσκησης προληπτικής εποπτείας από την Αρμόδια Αρχή. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενέργειες της Αρμόδιας Αρχής πρέπει να είναι βασισμένες στους κινδύνους, να είναι έγκαιρες και να λαμβάνουν υπόψη τη γενική αρχή της αναλογικότητας, να είναι δηλαδή ανάλογες προς το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του Τ.Ε.Α..
Ορίζεται επίσης ότι η Αρμόδια Αρχή ασκεί επιπλέον κατασταλτική εποπτεία λαμβάνοντας κατάλληλα και αναγκαία διορθωτικά μέτρα.
Επιπλέον, κατά την άσκηση της εποπτείας, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει υπόψη τυχόν επιπτώσεις σε βάρος της σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, ιδιαίτερα σε εξαιρετικές καταστάσεις.
Η Αρμόδια Αρχή επίσης στο πλαίσιο της εποπτείας της εισηγείται προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων συνοδεύοντας την εισήγησή της υποχρεωτικά με σχετική γνωμοδότησή της.
Η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει μια σειρά από μέτρα για την υλοποίηση των σκοπών της επαγγελματικής ασφάλισης και τη διαχείριση των καταγγελιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους.

55 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζονται οι εξουσίες παρέμβασης και τα καθήκοντα της Αρμόδιας Αρχής.
Στη παρ. 1 ορίζεται ότι κάθε Τ.Ε.Α. θα πρέπει να λειτουργεί στη βάση ορθολογικών, διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών καθώς και κατάλληλων εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου.
Στις παρ. 2 έως 8 προβλέπονται οι δυνατότητες παρέμβασης της Αρμόδιας Αρχής και επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας καθώς και λήψης κατάλληλων μέτρων για τη διαφύλαξή της. Τα μέτρα της Αρμόδιας Αρχής λαμβάνονται στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, φέρουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και δρουν αποτρεπτικά για τυχόν μελλοντικές παραβάσεις.
Στην παρ. 3, ειδικότερα προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή θα πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να δημοσιοποιεί τις κυρώσεις που επιβάλλει ή τα μέτρα που λαμβάνει, συμπεριλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται. Εντούτοις, θα πρέπει να αξιολογεί την επίπτωση που μπορεί να επιφέρει η δημοσιοποίηση στοιχείων και ιδιαίτερα σε περίπτωση που αυτή θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Με την παρ. 7 ορίζεται ότι οιαδήποτε απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού των δραστηριοτήτων ενός Ι.Ε.Σ.Π. θα πρέπει να αιτιολογείται λεπτομερώς από την Αρμόδια Αρχή. Η Αρμόδια Αρχή οφείλει να κοινοποιήσει την απόφασή της στο εκάστοτε Τ.Ε.Α. και στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή ΕΙΟΡΑ (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), η οποία τη γνωστοποιεί σε όλες τις Αρμόδιες Αρχές σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος.
Στην παρ. 9 ορίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή με σκοπό τη διαφύλαξη των μελών και των δικαιούχων, μπορεί να αναθέσει εν μέρει ή πλήρως την άσκηση των αρμοδιοτήτων των προσώπων που διοικούν τα Τ.Ε.Α. σε Διαχειριστή κατά το άρθρο 63 του παρόντος.
Επίσης, με βάση την παρ. 10 η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαγορεύσει ή να περιορίσει τις δραστηριότητες των Τ.Ε.Α., καθώς και να επιβάλλει τη λύση και εκκαθάρισή τους, ιδίως όταν συντρέχουν στο Τ.Ε.Α. επισφαλείς καταστάσεις.
Στην παρ. 11 προβλέπεται ότι οι αποφάσεις της Αρμόδιας Αρχής προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας.

56 Στις παρ. 1 έως 3 ορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει η Αρμόδια Αρχή στα Τ.Ε.Α., στα μέλη της διοίκησής του ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου αμέσου εφαρμογής, του παρόντος Μέρους, των κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη νομοθεσία για την επαγγελματική ασφάλιση. Η επίπληξη ή το χρηματικό πρόστιμο, κατά περίπτωση, επιβάλλονται ανεξαρτήτως άλλων ειδικότερων κυρώσεων. Εξάλλου, η Αρμόδια Αρχή, κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων δύναται να συνυπολογίζει και άλλους παράγοντες προκειμένου να καταλήξει στο ύψος αυτής.
Στην παρ. 4, ορίζεται ότι τα πρόστιμα που επιβάλλει η Αρμόδια Αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Στην παρ. 5, ορίζεται ότι τα όργανα διοίκησης της Αρμόδιας Αρχής, όπως και το προσωπικό αυτής δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Αρμόδια Αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο. Αυτό ισχύει και για τα εξουσιοδοτημένα όργανα της Αρμόδιας Αρχής, όπως και για τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης αυτής.

57 Στις παρ. 1 έως 4 καθορίζονται οι ποινικές κυρώσεις, στις οποίες προβαίνει η Αρμόδια Αρχή. Οι εν λόγω ποινικές κυρώσεις επιβάλλονται εφόσον τα οικεία αδικήματα δεν τιμωρούνται αυστηρότερα από άλλες ποινικές διατάξεις, και σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος Μέρους.

58 Με την προτεινόμενη διάταξη και πιο συγκεκριμένα στην παρ. 1 καθορίζεται η διαδικασία εποπτικής εξέτασης από την Αρμόδια Αρχή, με στόχο την εξατομικευμένη αξιολόγηση των Τ.Ε.Α. με βάση χρηματοοικονομικά, οργανωτικά ή άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να συνεπάγονται προφίλ υψηλότερου κινδύνου. Στη διαδικασία αυτή λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας δηλαδή το μέγεθος, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των Τ.Ε.Α..
Στην παρ. 2, η Αρμόδια Αρχή οφείλει να διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία παρακολούθησης ώστε να είναι σε θέση να εντοπίζει την επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών των Τ.Ε.Α. και να αντιμετωπίζει και να επιλύει τα σχετικά ζητήματα. Επίσης, η Αρμόδια Αρχή διαθέτει την απαραίτητη εξουσία ώστε να απαιτεί από τα Τ.Ε.Α. να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που εντοπίζονται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και καθορίζει την ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο της εξέτασης της παρ. 1, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

59 Με την προτεινόμενη διάταξη, διασφαλίζεται ότι όλες οι νέες απαιτήσεις οι οποίες θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο αντικατοπτρίζονται στην εξουσία που παρέχεται στην Αρμόδια Αρχή σε σχέση με την παροχή πληροφοριών. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται ότι, το διοικητικό όργανο του Τ.Ε.Α., τα πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες του Τ.Ε.Α., τα πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες, τα μέλη των Επιτροπών καθώς και τα πρόσωπα ή οι οντότητες στα οποία έχει ανατεθεί εξωτερικά μια βασική λειτουργία ή άλλη δραστηριότητα, παρέχουν στην Αρμόδια Αρχή, οποτεδήποτε τους ζητηθεί, πληροφορίες για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές τους ή οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο.

60 Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της με διαφάνεια, ανεξαρτησία και σύμφωνα με τους κανόνες λογοδοσίας και εμπιστευτικότητας.
Στην παρ. 2, διασφαλίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή μεριμνά για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών - στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων σχετικά με την εποπτεία των Τ.Ε.Α. - στην ιστοσελίδα της.
Στην παρ. 3, η Αρμόδια Αρχή οφείλει να συντάσσει και υποβάλλει στη Βουλή ετήσια έκθεση σχετικά με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται από το παρόν Μέρος.

61 Στο άρθρο 61 περιγράφεται το εφαρμοζόμενο δίκαιο και οι συνέπειες που παράγονται στην περίπτωση λήψης μέτρων εξυγίανσης. Για λόγους ασφάλειας του δικαίου και καλύτερης διασφάλισης των δικαιούχων παροχών, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό και η αρμόδια αρχή ως προς τα μέτρα εξυγίανσης είναι αποκλειστικά η Αρμόδια Αρχή.

62 Στο άρθρο 62 αναφέρονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από την Αρμόδια Αρχή για την υιοθέτηση μέτρων εξυγίανσης και την επιλογή των καταλληλότερων από αυτά, για λόγους σαφήνειας και πληρότητας δικαίου. Δεν εντάσσονται σε σύστημα μέτρων που κλιμακώνονται με βάση τη βαρύτητα των συνεπειών τους, αλλά αποτελούν μέσα με τα οποία ο νόμος εξοπλίζει την Αρμόδια Αρχή προκειμένου τα αρμόδια όργανα να αντιμετωπίσουν προβλήματα των Τ.Ε.Α.. Τα μέσα αυτά διαφοροποιούνται για να αντιστοιχούν και να είναι προσαρμοσμένα σε διαφορετικής φύσης και τάξεως προβλήματα και συνθήκες, ανήκει δε στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής να λάβει το μέτρο, το οποίο με τις υφιστάμενες σε κάθε περίπτωση συνθήκες, κρίνεται ως προσφορότερο. Τα μέτρα αυτά επαφίενται στην κρίση της Αρμόδιας Αρχής, η οποία επιλέγει το κατάλληλο ανά περίπτωση.

63 Στο άρθρο 63 προβλέπονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η Αρμόδια Αρχή δύναται να διορίσει Διαχειριστή σε Τ.Ε.Α, με απώτερο σκοπό την εξυγίανση του ταμείου ή την προετοιμασία του για θέση σε εκκαθάριση. Το Τ.Ε.Α. μπορεί και το ίδιο να ζητήσει διορισμό Διαχειριστή, αλλά ο διορισμός παραμένει, σε κάθε περίπτωση, αποφασιστική αρμοδιότητα της Αρμόδιας Αρχής. Για την επιλογή του κατάλληλου προσώπου τίθενται τα γνωστά και από το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος κριτήρια του αναγνωρισμένου κύρους και της ανάλογης επαγγελματικής εμπειρίας. Η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής για τον διορισμό προβλέπεται να κοινοποιείται αμελλητί, ώστε η ανάληψη των καθηκόντων να είναι άμεση, από της κοινοποίησης δε δεν νοούνται νόμιμες πράξεις του Τ.Ε.Α. χωρίς τη σύμπραξη του Διαχειριστή. Η δράση του Διαχειριστή είναι ευρέως καθορισμένη προς όφελος του Τ.Ε.Α., μπορεί δε να φτάνει, όμως όχι αναγκαστικά αλλά κατ’ επιλογήν της Αρμόδιας Αρχής, έως την ανάληψη της διοίκησης του Τ.Ε.Α.. Ο Διαχειριστής εποπτεύεται και ελέγχεται καθ’ όλη την εκτέλεση των καθηκόντων του από την Αρμόδια Αρχή, δέχεται οδηγίες και του επιβάλλονται κανόνες από αυτήν, ενώ είναι δυνατόν, ανά περίπτωση, η Αρμόδια Αρχή να απαιτεί την εκ μέρους της έγκριση ορισμένων -εκ των προτέρων καθορισμένων-αποφάσεων του. Η θητεία του διαχειριστή είναι κατά γενικό κανόνα δωδεκάμηνη, με δυνατότητα εξάμηνης παράτασης με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, με ανώτατη συνολική διάρκεια παρατάσεων τους τριάντα έξι μήνες, εκτός από την περίπτωση του διορισμού λόγω αμφισβήτησης του  Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε η θητεία του είναι από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες, επίσης με δυνατότητα παράτασης. Στόχος της ρύθμισης είναι να θέσει ένα πλαίσιο δράσης στην Αρμόδια Αρχή, η οποία λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις, αλλά και στον Διαχειριστή, ο οποίος, μέσα στα χρονικά και πρακτικά αυτά όρια, αναλαμβάνει να υλοποιήσει τις αποφάσεις αυτές.

64 Στο άρθρο 64 περιγράφονται οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Διαχειριστή, τόσο ως προς την Αρμόδια Αρχή, όσο και ως προς το υπό εξυγίανση Τ.Ε.Α.. Για λόγους διαφάνειας και καλύτερης  οργάνωσης  των   διαδικασιών  εξυγίανσης,
προβλέπονται μια σειρά από εκθέσεις τις οποίες υποχρεούται να συντάσσει ο διαχειριστής, αλλά και οι δυνατότητες που του δίδονται ως προς την εξωτερική ανάθεση, τη συνεργασία του με τους εργαζόμενους και τα μέλη διοίκησης του υπό εξυγίανση Τ.Ε.Α.. Δύναται, εφόσον είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων του, να υποβοηθείται από εξωτερικούς συμβούλους της δικής του επιλογής.

65 Στο άρθρο 65 προβλέπεται η δυνατότητα της Aρμόδιας Αρχής είτε να αντικαταστήσει τον Διαχειριστή, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, είτε να τον παύσει, εφόσον ολοκληρώθηκε το έργο του είτε να θέσει το Τ.Ε.Α. σε εκκαθάριση. Στην περίπτωση εκκαθάρισης, πάντως, προβλέπεται ότι υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης μέτρων εξυγίανσης και συνεπώς της δραστηριοποίησης του Διαχειριστή, τα οποία δεν παύουν αυτοδικαίως, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αδιέξοδο το Τ.Ε.Α.. Έτσι, εάν για παράδειγμα έχει εφαρμοστεί στο Τ.Ε.Α. αναστολή πληρωμών, αυτό το μέτρο θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει και κατά τον χρόνο που το Τ.Ε.Α. βρίσκεται σε εκκαθάριση.

66 Στο άρθρο 66 καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η Αρμόδια Αρχή μπορεί να τερματίσει τη λειτουργία προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών. Το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών του  οποίου  η  λειτουργία
τερματίζεται δεν δέχεται νέα μέλη, ενώ συνεχίζει την αποδοχή εισφορών και την καταβολή παροχών σύμφωνα με το πρόγραμμα παροχών και συνεχίζει να υπάγεται στο σύνολο των απαιτήσεων του νόμου. Στην απόφασή της Αρμόδιας Αρχής περί τερματισμού της λειτουργίας μπορεί να απαγορεύεται και η είσπραξη εισφορών. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Διοικητικό
Συμβούλιο ή και ο Διαχειριστής του Τ.Ε.Α. μεριμνά για τη μεταβίβαση του εν λόγω προγράμματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12.

67 Στο άρθρο 67 καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αναστέλλει τις δραστηριότητες ενός Τ.Ε.Α.. Το Τ.Ε.Α. του οποίου η λειτουργία αναστέλλεται δεν δέχεται νέα μέλη, ενώ συνεχίζει την αποδοχή εισφορών και την καταβολή παροχών σύμφωνα με το πρόγραμμα παροχών και συνεχίζει να υπάγεται στο σύνολο των απαιτήσεων του νόμου. Στην απόφαση της Αρμόδιας Αρχής περί αναστολής της λειτουργίας μπορεί να απαγορεύεται και η είσπραξη εισφορών. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο ή και ο Διαχειριστής του Τ.Ε.Α. μεριμνά για τη μεταβίβαση του συνόλου των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12.

68 Η υποχρεωτική μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία αναλύεται στο άρθρο 68, αποτελεί ένα σοβαρό μέτρο εξυγίανσης, που αποδεικνύεται απαραίτητο σε περιπτώσεις που το Τ.Ε.Α. δείχνει να οδηγείται σε αφερεγγυότητα και λαμβάνεται κατόπιν απόφασης της Αρμόδιας Αρχής. Τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών μεταβιβάζονται από το ίδιο το Τ.Ε.Α., είτε από το Διοικητικό Συμβούλιό του είτε από Διαχειριστή που ορίζει η Αρμόδια Αρχή. Η μεταβίβαση γίνεται προς άλλο Τ.Ε.Α., όπως καθορίζεται στο άρθρο 12.

69 Στο άρθρο 69 προβλέπεται ως μέτρο εξυγίανσης η αναστολή πληρωμών. Σημειώνεται ότι η αναστολή πληρωμών αποτελεί μέτρο εξυγίανσης και στη νομοθεσία της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων ήδη από το 2006 και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ήδη από το 2011. Αποτελεί ένα δραστικό μέτρο που σκοπό έχει τη διάσωση, κατά το δυνατόν, του Τ.Ε.Α. ή την προετοιμασία του για θέση του σε εκκαθάριση. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής και χάριν προστασίας των μελών και δικαιούχων παροχών του Τ.Ε.Α., δίνεται παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ορισμένων ή του συνόλου των υποχρεώσεων του Τ.Ε.Α., με παράλληλη προσαρμογή του μέγιστου επιτρεπτού χρονικού διαστήματος παράτασης. Περαιτέρω, ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω απόφασης αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά του Τ.Ε.Α., ενώ αποσαφηνίζεται ότι η αναστολή πληρωμών δεν ισχύει για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Τ.Ε.Α. που πηγάζουν από συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που συνάπτονται σε κεφαλαιαγορές ή / και αγορές χρήματος. Η απόφαση αφορά και πιστωτές του Τ.Ε.Α..

70 Στο άρθρο 70 προβλέπεται η δημοσίευση που απαιτείται για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης.

71 Στο άρθρο 71 προβλέπεται η θέση σε εκκαθάριση όχι του ίδιου του Τ.Ε.Α. αλλά μεμονωμένου προγράμματος συνταξιοδοτικών παροχών, με προϋπόθεση την προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης της Αρμόδιας Αρχής δηλ. με πρωτοβουλία της, ή (απόφασης  περί)  έγκρισης  σχετικού  αιτήματος  που υποβάλλεται από μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου ή του Διαχειριστή του Τ.Ε.Α. υπό τους αναφερόμενους στις διατάξεις του άρθρου αυτού όρους. Για τη διαδικασία διενέργειας της εκκαθάρισης του προγράμματος δίδεται προτεραιότητα στις προβλέψεις του ίδιου του καταστατικού του Τ.Ε.Α., ενώ προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή μπορεί να καθορίσει διαφορετική διαδικασία στη σχετική απόφαση ή έγκρισή της. Το ίδιο ισχύει και για την προτεραιότητα στην ικανοποίηση συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων ή άλλα συναφή ζητήματα, που μπορούν να ρυθμίζονται διαφορετικά από την Αρμόδια Αρχή, κατά την έκδοση της σχετικής απόφασης ή έγκρισής της. Ακόμη προβλέπεται υποχρέωση γνωστοποίησης προς την Αρμόδια Αρχή συγκεκριμένων περιπτώσεων που μπορεί να συντρέξουν σε σχέση με τα προγράμματα συνταξιοδοτικών παροχών ή τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση, κατά τα ειδικότερα
προβλεπόμενα στο ως άνω άρθρο.

72 Στο άρθρο 72 προβλέπεται η δυνατότητα της Αρμόδιας Αρχής να ανακαλέσει με απόφασή της την άδεια λειτουργίας του Τ.Ε.Α. και οι προϋποθέσεις της εν λόγω απόφασης, ενώ με την παρ. 2 του άρθρου παρέχεται η δυνατότητα στην Αρμόδια Αρχή σε περίπτωση παραιτήσεως του Τ.Ε.Α. από την άδεια λειτουργίας του, να μην ανακαλέσει αυτήν, αλλά να εκδώσει απόφαση περί επιβολής ενός ή περισσότερων μέτρων κατά τους αναφερόμενους στη διάταξη όρους.

73 Στο άρθρο 73 περιγράφονται οι συνέπειες της ανάκλησης άδειας λειτουργίας του Τ.Ε.Α. μεταξύ των οποίων είναι η λύση και θέση του σε εκκαθάριση, εκτός αν άλλως ορίζεται στη σχετική ανακλητική απόφαση της Αρμόδιας Αρχής. Ακόμη προβλέπεται, κατά το πρότυπο του άρθρου 72 ΑΚ, ότι το Τ.Ε.Α. θεωρείται πως υπάρχει ως νομικό πρόσωπο για τους σκοπούς εκκαθάρισής του προς προστασία των συμφερόντων των μελών και δικαιούχων αυτού, ενώ στο ως άνω άρθρο αναφέρονται επίσης οι δημοσιεύσεις που συνεπάγεται η ανάκληση αδείας του Τ.Ε.Α. και θέση του σε εκκαθάριση, και ορίζεται η ισχύς των αντίστοιχων αποφάσεων αρμοδίων αρχών άλλων κρατών μελών που αφορούν Ι.Ε.Σ.Π. αυτών, τα οποία
δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

74 Στο άρθρο 74 ρυθμίζεται η σχέση της απόφασης της Αρμόδιας Αρχής περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας και θέσης σε εκκαθάριση του Τ.Ε.Α., με την απόφαση περί λήψης ή διατήρησης μέτρων εξυγίανσης αυτού. Ακόμη προβλέπεται πως αποκλείεται κάθε δυνατότητα λύσης ή θέσης σε εκκαθάριση του Τ.Ε.Α. χωρίς προηγούμενη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, αποκλείεται πλήρως η θέση Τ.Ε.Α. σε κατάσταση πτώχευσης, και καθορίζεται ως δίκαιο εκκαθάρισης των Τ.Ε.Α. το ελληνικό.

75 Στο άρθρο 75 περιλαμβάνονται βασικές ρυθμίσεις επί της διαδικασίας εκκαθάρισης ενώ κατά τα λοιπά προβλέπεται η εφαρμογή των προβλέψεων του Καταστατικού του Τ.Ε.Α., υπό τις αναφερόμενους στις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις. Ακόμη ορίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή διατηρεί τις εξουσίες εποπτικής παρέμβασης στο υπό εκκαθάριση Τ.Ε.Α. όπως και στο εν λειτουργία, καταλλήλως εφαρμοζομένου του άρθρου 55. Περαιτέρω προβλέπεται ότι επιτρέπεται σύμφωνα με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, στην περίπτωση υπό εκκαθάριση Τ.Ε.Α η εφαρμογή του άρθρου 12 περί μεταβίβασης προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών. Τέλος η Αρμόδια Αρχή διατηρεί τη δυνατότητα καθορισμού ειδικότερων ρυθμίσεων για τη διενέργεια διαδικασίας εκκαθάρισης Τ.Ε.Α., σύμφωνα με τη σχετική εξουσιοδοτική διάταξη της τελευταίας παραγράφου του εν λόγω άρθρου.

76 Στο άρθρο 76 περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτό, καθώς και για την προνομιακή μεταχείριση των απαιτήσεων των μελών και των δικαιούχων προγραμμάτων των Τ.Ε.Α.. σύμφωνα με τους όρους και προβλέψεις του άρθρου.

77 Στο άρθρο 77 προβλέπονται μέτρα προστασίας της περιουσίας του υπό εκκαθάριση Τ.Ε.Α. προς τον σκοπό διασφάλισης των δικαιωμάτων των μελών και δικαιούχων αυτού.

78 Στο άρθρο 78 ρυθμίζεται η διαδικασία περάτωσης και λήξης της εκκαθάρισης των Τ.Ε.Α. και καθορίζονται οι προϋποθέσεις αυτής κατά τρόπο που να παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιούχων και μελών του Τ.Ε.Α., ενώ προβλέπεται και περίπτωση υποβολής Σχεδίου ταχύτερης διεκπεραιώσεώς της, κατά τους ειδικότερους όρους των διατάξεων του άρθρου. Τέλος, παρέχεται εξουσιοδότηση στην Αρμόδια Αρχή να καθορίζει με λεπτομερή τρόπο ειδικά θέματα περατώσεως και λήξεως της εκκαθαρίσεως, συμπεριλαμβανομένης προφανώς της δυνατότητας της Αρμόδιας Αρχής να καθορίζει υποχρεώσεις του εκκαθαριστή -εφόσον απαιτείται - για τη μετάβαση, μετά τη λήξη της ειδικής διαδικασίας εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α. στην κοινή (δηλαδή την εκτός προστατευτικού πλαισίου Τ.Ε.Α.) εκκαθάριση του νομικού προσώπου κατά τα άρθρα 72 ως 76 του Αστικού Κώδικα.

79 Στο άρθρο 79 καθορίζονται οι κανόνες για τη διασφάλιση του επαγγελματικού απορρήτου το οποίο δεσμεύει όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο εποπτικό έργο των Τ.Ε.Α.. Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη περιπτώσεων που υπάγονται στο ποινικό δίκαιο, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούν σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή αρχή εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα συγκεκριμένου Τ.Ε.Α.. Κατ' εξαίρεση δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση εκκαθάρισης συνταξιοδοτικού προγράμματος ή Τ.Ε.Α., στο πλαίσιο αστικών, εμπορικών και διοικητικών διαδικασιών.

80 Με το άρθρο 80 διασφαλίζεται ότι η Αρμόδια Αρχή χρησιμοποιεί τις εμπιστευτικές πληροφορίες μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων της και για τους σκοπούς που αναφέρονται ρητά στο άρθρο.

81 Στο άρθρο 81 προβλέπεται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής και των αντίστοιχων αρμόδιων αρχών άλλων κρατών μελών υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 78 σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο και τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών.
Στο πλαίσιο αυτό, με την παρ. 2 ορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Αρμόδια Αρχή μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, και στην παρ. 3 συγκεκριμένες αρχές και θεσμοί με τους οποίους επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών.

82 Με τις διατάξεις του άρθρου 82 προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της Αρμόδιας Αρχής προς την ΕΑΑΕΣ, της έκθεσης για τις εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως που αφορούν την επαγγελματική ασφάλιση και οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τις επαγγελματική ασφάλιση, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 11. Επίσης ορίζεται η υποχρέωση της Αρμόδιας Αρχής για την τακτική και τουλάχιστον ανά δύο έτη επικαιροποίηση της έκθεσης.

83 Με το άρθρο 83 προβλέπεται ότι η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του παρόντος νόμου, μέσω της τακτικής ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών αλλά και τη στενότερη συνεργασία με τους -κατά περίπτωση- κοινωνικούς εταίρους. Συγχρόνως, προβλέπεται η στενή συνεργασία της Αρμόδιας Αρχής με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να διευκολυνθεί η εποπτεία της λειτουργίας των Ι.Ε.Σ.Π. καθώς και με την ΕΑΑΕΣ.

84 Με το άρθρο 84 διασφαλίζεται ότι κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται δυνάμει της παρούσας οδηγίας τόσο από την η Αρμόδια Αρχή όσο και από τα Ι.Ε.Σ.Π., γίνεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2016/679/ΕΕ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

85 Τροποποιούνται διατάξεις του ν. 5042/2023 (Α’ 88) σχετικά με τη λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1238 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP) ώστε να προσαρμοστούν στη μεταφορά της εποπτικής αρμοδιότητας επί των Ι.Ε.Σ.Π. στην Τράπεζα της Ελλάδας με το παρόν σχέδιο νόμου. Ειδικότερα, η Τράπεζα της Ελλάδας ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την επικοινωνία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. και για την εκτέλεση των σχετικών με αυτήν καθηκόντων που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία στις περιπτώσεις όπου πάροχος ή διανομέας PEPP είναι Ι.Ε.Σ.Π. με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε..

86 Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 99 του ν. 4209/2013 ώστε να προσαρμοστεί στις ρυθμίσεις του παρόντος σχεδίου και την ανάληψη της εποπτείας των Ι.Ε.Σ.Π. από την Τράπεζα της Ελλάδας.

87 Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τροποποιείται το άρθρο 103 του ν. 4209/2013 ώστε να προσαρμοστεί στις ρυθμίσεις του παρόντος και την ανάληψη της εποπτείας των Ι.Ε.Σ.Π. από την Τράπεζα της Ελλάδας.

88 Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 69 του ν. 4706/2020 ώστε να προσαρμοστεί στις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, ορίζεται ότι αρμόδια αρχή για να εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) όταν πρόκειται για Τ.Ε.Α., είναι η Τράπεζα της Ελλάδας αντί για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

89 Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 7 του ν. 4575/2018 ώστε να προσαρμοστεί στις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, ορίζεται ότι σε περίπτωση μεταφοράς δικαιωμάτων ασφαλισμένου σε άλλο Τ.Ε.Α. λόγω αλλαγής επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.Επαγγ.Ασφ./43/13.11.2003 (Β’ 1703) υπουργική απόφαση με θέμα «Διαδοχική Ασφάλιση σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης», δεδομένου ότι η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται με τις διατάξεις του παρόντος.

90 Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τροποποιείται το άρθρο 100 του ν. 4514/2018 και προσαρμόζεται στις διατάξεις του σχεδίου νόμου. Ειδικότερα, ορίζεται ότι αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Τ.Ε.Α. προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και την
επαναχρησιμοποίηση αυτών είναι η Τράπεζα της Ελλάδας αντί για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

91 Τίθενται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του Μέρους Α’.

92 Με το άρθρο 92 ορίζεται ο σκοπός των διατάξεων του Μέρους Β’.

93 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται το αντικείμενο του Μέρους Β’.

94 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου η λειτουργία των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης διέπεται από τους κανόνες του παρόντος Κεφαλαίου.

95 Με την προτεινόμενη ρύθμιση τίθενται οι εφαρμοστέες διατάξεις για τα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης. Συγκεκριμένα, τα Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης, ιδρύθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4052/2012, ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ-ΤΕΑ), υπαγόμενα από την ίδρυσή τους στις σχετικές ρυθμίσεις του ν. 3029/2002. Οι προϋποθέσεις μετατροπής τους από δημόσιους φορείς σε ιδιωτικούς προβλέπονταν ρητώς στον ν. 4052/2012 και ελήφθησαν υπόψη κατά τη σχετική αίτηση εξαίρεσης από την ένταξη στο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης (τ.ΕΤΕΑ), αφού αυτή υπήρξε αποτέλεσμα ιδιωτικής βούλησης, και ειδικότερα αποφάσεων των αντιπροσωπευτικότερων οργανώσεων των ασφαλισμένων κάθε ταμείου ή τομέα ή κλάδου που μετατράπηκε σε Τ.Ε.Α.. Ωστόσο, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 960/2017), τα Τ.Ε.Α. του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 δεν ταυτίζονται με τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης του άρθρου 7 του ν. 3029/2002, δεδομένου ότι τα τελευταία αποτελούν φορείς προαιρετικής ασφάλισης, ενώ κατά το μέρος που παρέχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση, αποτελούν δημόσιους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ασκούντες δημόσια εξουσία, με την έκδοση διοικητικών πράξεων περί την υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση και την επιβολή εισφορών.
Η υβριδική αυτή μορφή τους έχει προκαλέσει δυσλειτουργίες, καθότι τα τελευταία χρόνια λειτουργούν  με  βάση
αποσπασματικές διατάξεις, οι οποίες μάλιστα είχαν καταργηθεί στο μεταξύ για τα υπόλοιπα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις εποπτείας, διακυβέρνησης και άλλων κρίσιμων τομέων, όπως οι επενδύσεις, ενισχύθηκαν για τα Τ.Ε.Α. προαιρετικής ασφάλισης με βάση τις διατάξεις της Οδηγίας 2016/2341, οι οποίες ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο με τον ν. 4680/2020, αυτές δεν κατέλαβαν τα Τ.Ε.Α. του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης), τα οποία συνέχισαν να λειτουργούν με βάση τις προγενέστερες διατάξεις.
Η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των Τ.Ε.Α. προαιρετικής ασφάλισης με τις διατάξεις του παρόντος επιβάλλει στον νομοθέτη τη διόρθωση των διαπιστωθεισών δυσλειτουργιών και την περιχαράκωση των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης με ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό πλαίσιο εποπτείας και διακυβέρνησης, προς όφελος των ασφαλισμένων.
Ταυτόχρονα, ο υποχρεωτικός τους χαρακτήρας καθώς και η διατήρηση του τριμερούς σχήματος εποπτείας τους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, τα οποία απορρέουν από το ως άνω υβριδικό σύστημα λειτουργίας τους, επιβάλλει διακριτή αντιμετώπιση και ορισμένες προσαρμογές ως προς τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Ειδικότερα, οι υπαγόμενες στον δεύτερο πυλώνα λειτουργίες τους συνίστανται στην εξασφάλιση των παροχών και του ύψους τους, καθώς και στην εσωτερική διαχείριση και στην επένδυση των κεφαλαίων τους βάσει του κεφαλαιοποιητικού συστήματος και επαφίενται στη συνετή και ορθολογική διαχείριση και επένδυση. Αυτό επάγεται ότι δεν φέρουν τον κίνδυνο των ελλειμμάτων από δημογραφικούς λόγους, αλλά μόνο τον κίνδυνο του ύψους των παροχών από κακή διαχείριση της περιουσίας τους. Κατά συνέπεια, χρειάζονται εγγυήσεις, όπως αυτές της Οδηγίας ΙΟRP II, που απολαύουν εκ πρώτης όψεως μόνο τα Ταμεία προαιρετικής επαγγελματικής ασφάλισης. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, με την προτεινόμενη διάταξη κρίνεται αναγκαίο να γίνεται ευθεία ή κατ’ αναλογίαν, κατά περίπτωση, εφαρμογή στα Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης συγκεκριμένων διατάξεων του Α Μέρους που ισχύουν για τα Τ.Ε.Α. προαιρετικής ασφάλισης.
Με βάση τα ανωτέρω, με την παρ. 1 προβλέπεται ότι τα Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης εφαρμόζουν είτε ευθέως είτε αναλογικά αντίστοιχα τις διατάξεις που αφορούν στις ποσοτικές απαιτήσεις, τους επενδυτικούς κανόνες, το σύστημα διακυβέρνησης, τις εξωτερικές αναθέσεις και τη διαχείριση επενδύσεων, τον θεματοφύλακα και το επαγγελματικό απόρρητο και την ανταλλαγή πληροφοριών.

96 Η προτεινόμενη ρύθμιση περιγράφει τις γενικές αρχές που πρέπει να ισχύουν για τη γνωστοποίηση πληροφοριών και συγκεκριμένα στην παρ. 1 ορίζεται ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες προς τα μέλη και τους δικαιούχους οφείλουν να είναι επαρκώς καταγεγραμμένες/προσδιορισμένες και εύληπτες ως προς την κατανόηση τους, χωρίς ασάφειες και παραπλανητικό περιεχόμενο και χορηγούμενες δωρεάν με κάθε πρόσφορο μέσο (έντυπο ή ηλεκτρονικό).
Στην παρ. 2 ορίζεται η υποχρέωση των Τ.Ε.Α. Υποχρεωτικής Ασφάλισης να χορηγούν ετησίως τουλάχιστον δωρεάν, βεβαίωση στους ασφαλισμένους για τις καταβληθείσες εισφορές και τα δικαιώματά τους για παροχές.

97 Με την προτεινόμενη ρύθμιση περιγράφεται η διαδικασία που ακολουθούν τα Τ.Ε.Α. Υποχρεωτικής Ασφάλισης για την τροποποίηση των καταστατικών τους, δηλαδή με συμβολαιογραφικό έγγραφο και εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

98 Με την προτεινόμενη ρύθμιση αντιμετωπίζονται ζητήματα που έχουν δημιουργηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας των Ταμείων που προέκυψαν εκ μετατροπής δυνάμει της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 αλληλοβοηθητικών Ταμείων με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.
Στόχος του νομοθέτη κατά την ιδιότυπη σύστασή τους αποτέλεσε μεταξύ άλλων και η αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους στο μέλλον. Χαρακτηριστικό των Ταμείων αυτών είναι ότι προέκυψαν από ιδιωτική βούληση, καθώς μετατράπηκαν από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μετά από αίτημα των Διοικητικών τους Συμβουλίων και γνώμη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων των ασφαλισμένων τους. Ομοίως, με ιδιωτική βούληση, τέσσερα (4) εξ αυτών λειτουργούν πλέον ως προαιρετικής ασφάλισης, ενώ τρία εξ αυτών (Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Ταμείο Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών, Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος) παρέμειναν υποχρεωτικής ασφάλισης.
Με την περ. Ζ της παρ. 1 του άρθρου 180 του ν. 4261/2014 επιχειρήθηκε η εισαγωγή πλαισίου που αφορούσε στο οικονομικό τους σύστημα, τους επενδυτικούς κανόνες, την εποπτεία και την επιβολή κυρώσεων από τις εποπτικές αρχές. Σε συνέχεια της ανωτέρω προσπάθειας εξορθολογισμού των Ταμείων και καθώς δεν επιτεύχθηκε ενιαία και πλήρης εφαρμογή των προβλεπόμενων στόχων κρίνεται πλέον αναγκαία η διαμόρφωση ενός ορθολογικού και εκσυγχρονισμένου πλαισίου προστασίας με στόχο τη διαπίστωση της βιωσιμότητας των ταμείων αυτών και κατ’ επέκταση την προστασία των ασφαλισμένων τους, η προστασία των οποίων αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους.
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, με τις σχετικές διατάξεις αποτυπώνεται η γενική αρχή ότι η υποχρεωτική ασφάλιση δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και συνεπώς κανένας ασφαλιστικός φορέας δεν μπορεί να καθίσταται υποχρεωτικός στη βάση της ιδιωτικής βούλησης. Εξάλλου, δεδομένου ότι στα αλληλοβοηθητικά ταμεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί σωματείων, η προαιρετικότητα αποτελεί άμεση έκφανση του δικαιώματος των μελών να αποχωρήσουν ελεύθερα από το Ταμείο, δικαίωμα που δεν μπορεί να περιορίζεται στο πλαίσιο της ιδιωτικής βούλησης (ενδ. ΑΠ 1373/2017). Τούτων δοθέντων, προβλέπεται πλέον ρητά ότι η ασφάλιση στα ταμεία που προέκυψαν εκ μετατροπής δυνάμει της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 είναι προαιρετική από 1η.1.2025. Τα ταμεία μπορούν, έτσι, να επιλέξουν εφεξής συνεχίσουν τη συμπληρωματική προς την ασφάλιση λειτουργία τους χωρίς να θίγονται τα ήδη κεκτημένα τους.
Επιπλέον, ενισχύεται η μέριμνα που είχε αποτυπωθεί από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4261/2014 για τον ορθό τρόπο λειτουργίας τους, με την εισαγωγή συνετών επενδυτικών κανόνων, σχηματισμού επαρκών τεχνικών προβλέψεων και συγκεκριμένων αρχών διακυβέρνησης και εποπτικών απαιτήσεων.
Επίσης, επαναλαμβάνεται η υποχρέωση που είχε εισαχθεί για πρώτη φορά με τον ν. 4261/2014 ως προς την επιλογή του οικονομικού συστήματος των Ταμείων [κεφαλαιοποιητικό ή σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης (ΝDC)].
Θεσπίζεται κανονιστικό πλαίσιο διακυβέρνησης για την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους και την αύξηση της εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων σε αυτά, καθόσον οι κανόνες αυτοί διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στην εξασφάλιση της σταθερότητας των Ταμείων.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της παρακολούθησης της πραγματοποίησης των ανατεθειμένων σε αυτά σκοπών και τήρησης των κειμένων διατάξεων, καθώς και της πρόληψης ή καταστολής καταστάσεων αντιθέτων προς το συμφέρον των ασφαλισμένων τους, ενισχύεται η εποπτεία των ως άνω ταμείων, η οποία ασκείται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπως ειδικότερα αναλύεται στο Κεφάλαιο Γ του Μέρους Β’. Το τριμερές εποπτικό σχήμα επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή διότι τα εν λόγω ταμεία δεν είναι κεφαλαιοποιημένα, αλλά ταυτόχρονα υπόκεινται σε αυξημένες απαιτήσεις εποπτείας για λόγους διασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων.
Τέλος, σε περίπτωση που τα ανωτέρω Ταμεία υποβάλουν αίτηση και αδειοδοτηθούν από την Αρμόδια Αρχή ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) σύμφωνα με τα
απαιτούμενα του Μέρους Α, καθίσταται ευχερής η μεταφορά των σχετικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, μέσω ειδικών ευνοϊκών διατάξεων.
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η μετάβαση των ανωτέρω Ταμείων στο καθεστώς προαιρετικής ασφάλισης λαμβάνει χώρα από 1η.1.2025.
Για τον ανωτέρω σκοπό, τα Ταμεία που δεν είναι ήδη προαιρετικής ασφάλισης, προβλέπεται ότι υποβάλουν μέχρι 31η.12.2024 στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχέδιο τροποποιημένου καταστατικού και αναλογιστική έκθεση για τη μετάβασή τους στο καθεστώς προαιρετικής ασφάλισης.
Ορίζεται επίσης ότι τα Ταμεία ακολουθούν είτε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα είτε το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC). Η επιλογή αυτή πραγματοποιείται με την έκδοση υπουργικής απόφασης έως την 31η.12.2024, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής   Αναλογιστικής   Αρχής   και   της   Επιτροπής
Κεφαλαιαγοράς.
Στο πλαίσιο της βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των Ταμείων ορίζονται σαφείς κανόνες για την υποβολή αναλογιστικών εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων, για τις ποσοτικές απαιτήσεις, τις τεχνικές προβλέψεις και τις επενδύσεις τους.
Επιπλέον, από τη δημοσίευση του νόμου κάθε τροποποίηση του καταστατικού προβλέπεται ότι πραγματοποιείται με έκδοση εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των ασφαλισμένων και δικαιούχων παροχών των Ταμείων αυτών, μέσω του τριμερούς ελέγχου.

99 Δεδομένου ότι με την ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπονταν συγκεκριμένοι κανόνες διακυβέρνησης των Ταμείων, με την προτεινόμενη διάταξη εισάγονται πλέον, κατά τρόπο σαφή, οι αναγκαίοι κανόνες για την αποτελεσματική λειτουργία τους, και την αξιόπιστη και υπεύθυνη διαχείριση τους. Για το λόγο αυτό, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία συγκεκριμένες διατάξεις του Πρώτου Μέρους, ενώ αναφορικά με την κάλυψη των απαιτήσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας, εφαρμόζονται συγκεκριμένες διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας και Καλών Πρακτικών λειτουργίας των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης.
Επίσης, προβλέπεται ότι για θέματα σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς και εκθέσεις και την αναλογιστική έκθεση εφαρμόζονται αναλογικά οι Υπουργικές Αποφάσεις για τα Τ.Ε.Α. του Πρώτου Μέρους. Προβλέπεται ότι εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 29 και 30 του Μέρους Α' όσον αφορά τη λειτουργία του Θεματοφύλακα.

100 Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπονται ευνοϊκές ρυθμίσεις για την περίπτωση που τα αλληλοβοηθητικά ταμεία του παρόντος κεφαλαίου μετατραπούν σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) του Μέρους Α’, υποβάλλοντας αίτημα και αδειοδοτούμενα σχετικά από την Τράπεζα της Ελλάδος Ειδικότερα, με την προτεινόμενη ρύθμιση διασφαλίζεται ότι σε περίπτωση χορήγησης άδειας λειτουργίας από την Αρμόδια Αρχή, το σύνολο της περιουσίας των Ταμείων περιέρχεται, χωρίς την καταβολή σχετικών φόρων στα νέα Τ.Ε.Α., τα οποία αποτελούν καθολικούς διαδόχους των παλαιών Ταμείων. Επίσης, εξασφαλίζεται ότι θα μεταφερθούν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και δικαιούχων και ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στα υπό μετατροπή Ταμεία.

101 Με το προτεινόμενο άρθρο ρυθμίζεται το θέμα της εποπτείας των Ταμείων του Μέρους Β ήτοι τόσο των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης όσο και των αλληλοβοηθητικών Ταμείων που μετατράπηκαν από νπδδ σε νπιδ της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν.3029/2002.
Οργανώνεται και ενισχύεται η  εποπτεία των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας του Μέρους Α’, από τις τρείς εποπτικές αρχές ήτοι το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, την Εθνική Αναλογιστική Αρχή καθώς και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα πλέγμα αυξημένης προστασίας, το οποίο απολαμβάνουν τα Τ.Ε.Α. του πρώτου μέρους του παρόντος νόμου.
Με τον ίδιο τρόπο εντείνεται και η εποπτεία επί των αλληλοβοηθητικών ταμείων, η οποία από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ενισχύεται και ασκείται πλέον εκτός από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τα θέματα των επενδύσεών τους. Μετά από ασφαλή μακρόχρονη αξιολόγηση της εξέλιξης του θεσμού, επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός και η προστασία της βιωσιμότητάς του δίνοντας τη δυνατότητα στις τρείς εποπτικές αρχές να ασκήσουν συνεργατικά αποτελεσματικότερα το έργο τους, αποσκοπώντας στην καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων παροχών.
Περαιτέρω, η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου της εποπτείας επί των Ταμείων του Μέρους Β επιτυγχάνεται με τη θέσπιση και τη βελτίωση των κανόνων που αφορούν τις γενικές αρχές της εποπτείας, τις εξουσίες παρέμβασης και καθηκόντων των εποπτικών αρχών, τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης καθώς και θέματα επί της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

102 Τίθενται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του Μέρους Β’.

103 Τίθεται ο σκοπός του Μέρους Γ.

104 Τίθεται το αντικείμενο του Μέρους Γ.

105 Με το άρθρο 105, θεσπίζεται ανώτατο όριο για τις εισφορές και τα  ασφάλιστρα  που  καταβάλλονται  για  συλλογικά
συνταξιοδοτικά σχήματα προαιρετικής ασφάλισης, με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας και της φορολογικής δικαιοσύνης. Η πρόβλεψη ανώτατου ορίου κρίνεται αναγκαία, ώστε να διασφαλίζεται ότι η αποταμίευση δεν διενεργείται σε βάρος των λοιπών φορολογουμένων, δεδομένου ότι οι εν λόγω εισφορές και ασφάλιστρα δεν υπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα. Ταυτόχρονα, όμως, το όριο, όπως διαμορφώνεται με την υπό κρίση διάταξη, είναι τέτοιου ύψος που παρέχει ισχυρό φορολογικό κίνητρο αποταμίευσης και είναι ικανό να οδηγήσει στη λήψη υψηλών συμπληρωματικών παροχών. Ειδικότερα προβλέπεται ότι οι εισφορές δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν ετησίως και σωρευτικά, είτε το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, είτε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ , αναπροσαρμοζόμενο κατ’ έτος βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως διαμορφώνεται την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους με βάση το μικρότερο ποσό . Η επιβολή του παραπάνω ποσοστού προβλέπεται κατ’ αναλογία του ποσοστού κρατήσεων της κύριας σύνταξης, το οποίο αποτελεί το πλέον κατάλληλο οικονομικό κριτήριο ως προς το ποσοστό του εισοδήματος που κρίνεται εύλογο να αποταμιεύεται, για τη λήψη επαρκούς συμπληρωματικής σύνταξης στο πλαίσιο των συλλογικών συνταξιοδοτικών προϊόντων με ευνοϊκό καθεστώς. Ταυτόχρονα, η επιπρόσθετη πρόβλεψη του ορίου των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ως ασφαλιστικής δικλίδας για περιπτώσεις ιδιαίτερα υψηλών εισοδημάτων εξυπηρετεί τους σκοπούς της φορολογικής δικαιοσύνης.
Για τους λόγους αυτούς, προβλέπεται, επιπλέον, ότι όλες οι εισφορές υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και των ταμείων του άρθρου 96 για τις συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, ήτοι ομοειδών προϊόντων, δεν υπερβαίνουν σωρευτικά τα παραπάνω ποσά. Δηλαδή, οι εισφορές και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται προς τους παραπάνω φορείς για τη λήψη συνταξιοδοτικών παροχών, αθροίζονται, ώστε συνολικά να μην υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που τυγχάνει της ευνοϊκής φορολογικής αντιμετώπισης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, προβλέπεται ρητά ότι για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου δεν λαμβάνονται υπόψη ποσά, η καταβολή των οποίων επιβάλλεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ή διατίθενται για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών. Τέλος, με την παρ. 2 προβλέπεται ότι οι παραπάνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται για εισφορές που καταβάλλονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η.1.2024.

106 Με το προτεινόμενο άρθρο τροποποιείται το άρθρο 14 του ν. Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως προς τις απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
Συγκεκριμένα, η περ. δ’ τροποποιείται ώστε να οριστεί ρητώς ότι στις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο, συμπεριλαμβάνονται και οι κρατήσεις υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης υποχρεωτικής ασφάλισης, τα οποία λειτουργούν καθ’ υποκατάσταση της υποχρεωτικής εκ του νόμου επικουρικής ασφάλισης. Επίσης, η περ. ε’ τροποποιείται προκειμένου να προβλεφθεί ότι οι εισφορές για συνταξιοδοτικές παροχές προς ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης και προς τα αλληλοβοηθητικά ταμεία δεν θεωρούνται φορολογητέο εισόδημα, μέχρι του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται για αυτές. Η ίδια ρύθμιση προβλέπεται στην περ. ι’ για τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, όπως τροποποιείται με το παρόν, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίδια αντιμετώπιση ομοειδών προϊόντων αποταμίευσης. Στο πλαίσιο της ομοιόμορφης  αντιμετώπισης  των  ως  άνω  φορέων,
προβλέπεται επίσης, στην περ. ια’, ότι οι εισφορές και τα ασφάλιστρα που αφορούν στην ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη των εργαζομένων, απαλλάσσονται μέχρι το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο, το οποίο αποτελούσε και την προϊσχύσασα ρύθμιση ως προς τα ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια.

107 Με την προτεινόμενη ρύθμιση αναμορφώνονται και εναρμονίζονται οι φορολογικοί συντελεστές των παροχών ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και των αλληλοβοηθητικών ταμείων, με όρους φορολογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, με την παρ. 1 εισάγονται ενιαίοι φορολογικοί συντελεστές για τα ασφαλίσματα που καταβάλλονται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και τις συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, τα οποία φορολογούνται αυτοτελώς και δεν εντάσσονται στην κλίμακα εισοδήματος.
Με τον τρόπο αυτό αποτυπώνεται η ιδιαίτερα ευνοϊκή φορολογική αντιμετώπιση για τις παροχές που καταβάλλονται στο πλαίσιο της συλλογικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, η οποία ακολουθεί την ήδη ευνοϊκή αντιμετώπιση που επιφυλάσσει ο νομοθέτης για τις αντίστοιχες εισφορές. Οι σχετικές ρυθμίσεις, συγκροτούν, έτσι, ένα ευρύ πλέγμα φορολογικών πλεονεκτημάτων, προς όφελος των εργαζομένων που αποταμιεύουν μακροπρόθεσμα προκειμένου να πετύχουν μία συμπληρωματική παροχή κατά τη συνταξιοδότηση, πέραν της κύριας σύνταξης από τον πρώτο πυλώνα.
Πιο συγκεκριμένα, με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται κλιμακωτή φορολόγηση και εισάγονται ενιαίοι συντελεστές φορολόγησης για τις δύο ομοειδείς συνταξιοδοτικές παροχές. Σύμφωνα με τις οικείες προβλέψεις, η φορολόγηση των ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, των Τ.Ε.Α. και των αλληλοβοηθητικών ταμείων είναι αντιστρόφως ανάλογη ως προς τα έτη συμμετοχής. Η εν λόγω κλίμακα είναι προοδευτική, επιφυλάσσοντας καλύτερη μεταχείριση για τους ασφαλισμένους με περισσότερα χρόνια ασφάλισης, ενώ για ασφαλισμένους με λίγα έτη ασφάλισης προβλέπονται υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές, οι οποίοι όμως είναι επίσης ευνοϊκότεροι σε σχέση με την κλίμακα εισοδήματος.
Με δεδομένο ότι η αποταμίευση μέσω των παραπάνω φορέων εξυπηρετεί πρωτίστως συνταξιοδοτικούς σκοπούς, προωθείται η μακροπρόθεσμη αποταμίευση, η οποία μπορεί να αποφέρει πολύ ικανοποιητικά συμπληρωματικά εισοδήματα κατά τη συνταξιοδότηση. Αντίστοιχα, προκειμένου να κινητροδοτηθεί η λήψη περιοδικών παροχών, οι οποίες εξ ορισμού παρέχουν μόνιμη ασφάλεια του εισοδήματος σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, προβλέπονται μειωμένοι συντελεστές για την περίπτωση που επιλεχθεί η λήψη σύνταξης έναντι της εφάπαξ παροχής.
Για τους ανωτέρω λόγους, ήτοι την παροχή κινήτρων υπέρ της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης προς τον σκοπό λήψης πραγματικού συμπληρωματικού εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση, προβλέπεται προσαύξηση των φορολογικών συντελεστών κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς/ρευστοποίησης. Επίσης, αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές προβλέπονται για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν στους ως άνω φορείς μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, και έχουν λιγότερα από πέντε (5) έτη ασφάλισης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις του προστατευτικού σκοπού των ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων.
Τέλος, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των δύο κλάδων, με την παρ. 1 διατηρείται η πρόβλεψη, δυνάμει της οποίας ορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά για τους σκοπούς της φορολόγησης, η είσπραξη ποσού από τον δικαιούχο ασφαλίσματος ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεδομένου ότι στα συμβόλαια αυτά δεν αντιμετωπίζεται με ενιαίο τρόπο το ζήτημα των πρόωρων εξαγορών, ενώ αυτές υπόκεινται σε πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Με τις παρ. 2 και 3 προβλέπονται οι ρυθμίσεις ως προς την αντιμετώπιση των ήδη σωρευμένων ποσών στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης, μέχρι την έναρξη ισχύος της παρ. 1. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι τα ως άνω ήδη σωρευμένα ποσά φορολογούνται σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε για κάθε κατηγορία πριν την έναρξη ισχύος των ρυθμίσεων που προβλέπονται με παρ. 1. Επίσης, προβλέπεται ότι για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί στα ποσά που σωρεύονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος και εφεξής, και δεδομένου ότι οι σχετικοί φορολογικοί συντελεστές συναρτώνται με τα έτη ασφάλισης σε ομαδικό ασφαλιστήριο συνταξιοδοτικό συμβόλαιο ή σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, συνυπολογίζονται όλα τα έτη στους εν λόγω φορείς. Με τη ρύθμιση αυτή, πρόσωπα που έχουν ασφαλιστεί είτε   στο   πλαίσιο   του   ομαδικού   ασφαλιστηρίου
συνταξιοδοτικού συμβολαίου είτε σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης σε διαφορετικές χρονικές περιόδους μπορούν να συνυπολογίσουν το σύνολο των ετών στους εν λόγω φορείς για τη λήψη της παροχής από κάθε ένα. Παρέπεται, δε, ότι η ρύθμιση αυτή δεν ισχύει για τις περιπτώσεις χρονικών περιόδων που ταυτίζονται, οι οποίες μπορούν έτσι να ληφθούν υπόψη μία φορά.
Τέλος, με την παρ. 4 προβλέπεται ότι οι παροχές που καταβάλλονται σε ασφαλισμένους των αλληλοβοηθητικών ταμείων φορολογούνται με τους συντελεστές της παρ. 4β του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως προστίθεται από το παρόν, μόνο όμως κατά το μέρος της παροχής που αντιστοιχεί στην αναλογία των ετών ασφάλισης που διανύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος προς τα συνολικά έτη ασφάλισης στα ταμεία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στα ταμεία αυτά δεν υφίστανται ατομικοί λογαριασμοί ή σωρευμένα ποσά κατ’ άτομο, στα οποία θα μπορούσαν να εφαρμοστούν διακριτοί συντελεστές, προβλέπεται ότι οι νέοι φορολογικοί συντελεστές θα εφαρμόζονται στο μέρος της παροχής που περιγράφεται ανωτέρω. Επιπλέον, προβλέπεται ότι για τον υπολογισμό των οικείων φορολογικών συντελεστών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί στο συγκεκριμένο ταμείο.

108 Με το άρθρο 108 τροποποιούνται σε αντιστοιχία με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο η περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 62 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος οι πληρωμές που υπόκεινται σε παρακράτηση.

109 Με το άρθρο 109 τροποποιούνται σε αντιστοιχία με τα οριζόμενα στο άρθρο 108 η περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος οι συντελεστές παρακράτησης φόρου.

110 Τίθενται μεταβατικές διατάξεις της Ενότητας Α’.

111 Ορίζονται οι καταργούμενες διατάξεις της Ενότητας Α’.
_______________________________

Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης

Ενότητα Β
Αναμόρφωση ασφαλιστικής νομοθεσίας


Αιτιολογική έκθεση

Η «ταυτότητα» της αξιολογούμενης ρύθμισης

1. Ποιο ζήτημα αντιμετωπίζει η αξιολογούμενη ρύθμιση;


Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις της Ενότητας Β' επιδιώκεται η αναμόρφωση της ασφαλιστικής νομοθεσίας, με τη ρύθμιση επί μέρους ζητημάτων κοινωνικοασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού ενδιαφέροντος.
Με το Κεφάλαιο Α' εισάγονται νέες συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις οι οποίες τροποποιούν και αποσαφηνίζουν το συνταξιοδοτικό καθεστώς που διέπει τους πολίτες και βελτιώνουν πάγιες τακτικές των φορέων ή κλάδων του θ-ΕΦΚΑ, ώστε να ανταποκρίνονται στα νέα κοινωνικά, οικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας.
Με το Κεφάλαιο Β' επιδιώκεται αφενός η αποτελεσματικότερη και πιο στοχευμένη προστασία διάφορων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων με την τροποποίηση του υφιστάμενου πλαισίου και τη λήψη νέων κοινωνικά δικαιότερων μέτρων, αφετέρου ο εξορθολογισμός και η ενιαιοποίηση επιμέρους διατάξεων της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας που υπέθαλπαν κοινωνικές αδικίες.
Με το Κεφάλαιο Γ' ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ε-ΕΦΚΑ) και των οργάνων αυτού.
Με το Κεφάλαιο Δ' ρυθμίζονται επιμέρους ζητήματα για τη λειτουργία και τη στελέχωση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (στο εξής: «ΤΕΚΑ»), ενώ αναμορφώνεται η ρύθμιση περί υποχρεωτικής υπαγωγής στην ασφάλισή του.
Με το Κεφάλαιο Ε' Με τις εν λόγω διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στην απρόσκοπτη και αποτελεσματική λειτουργία του ΜΤΠΥ. Ειδικότερα, με το άρθρο 144 παρέχονται διευκολύνσεις στους μετόχους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής του «δικαιώματος εγγραφής», ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του Ταμείου. Παράλληλα, με τις διατάξεις του άρθρου 145 διευκολύνεται θεσμικά η δυνατότητα αξιοποίησης από το ΜΤΠΥ των υφιστάμενων υποδομών και πληροφοριακών συστημάτων που λειτουργούν στους φορείς του Δημοσίου με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη έκδοση των μερισμάτων. Με το Κεφάλαιο ΣΤ' (άρθρο 146) εξορθολογίζεται το θεσμικό πλαίσιο εκπροσώπησης των εν ενεργεία ναυτικών στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (στο εξής: «ΝΑΤ») με την καθιέρωση ενός δημοκρατικότερου συστήματος πρότασης των συμμετεχόντων μελών.
Με το Κεφάλαιο Ζ' ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) και της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) που επηρεάζουν ασφαλιστικά δικαιώματα και για τον λόγο αυτό συστηματοποιούνται στο σημείο αυτό του νομοσχεδίου.
Με το Κεφάλαιο Η' ρυθμίζονται εσωτερικά ζητήματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικών Υποθέσεων (στο εξής «ΜΕΚΥ»).

2. Γιατί αποτελεί πρόβλημα;

Ως προς το Κεφάλαιο Α': Με τις διατάξεις του παρόντος εισάγονται νέες συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις οι οποίες τροποποιούν δικαιώματα και υποχρεώσεις των άμεσα ασφαλισμένων του e-ΕΦΚΑ, αλλά και των εμμέσως προστατευόμενων από αυτούς μελών. Αναμορφώνουν δε πλήρως το ισχύον ασφαλιστικό καθεστώς, παρέχοντας νέες δυνατότητες λήψης συνταξιοδοτικής παροχής και εναρμονίζοντας με ενιαίο τρόπο διατάξεις κοινωνικής ασφάλισης που αφορούν σε όμοιες κατηγορίες ασφαλισμένων, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούν την ασφάλεια δικαίου και την ισότιμη μεταχείρισή τους.
Ως προς το Κεφάλαιο Β': Η ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού στις διεθνείς αγορές συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική κατάσταση και την αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων πολιτών, ιδίως όσων λαμβάνουν χαμηλές συντάξεις. Ως εκ τούτου, για την ανάσχεση των πληθωριστικών αυτών τάσεων καθίσταται αναγκαία η άμεση λήψη αντισταθμιστικών μέτρων από το κράτος ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότερη στήριξη της ευαίσθητης αυτής κοινωνικής ομάδας.
Ακολούθως, οι προϊσχύουσες διατάξεις που αφορούσαν στην ασφάλιση και υγειονομική κάλυψη επιμέρους κατηγοριών ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, εξαιτίας της ενιαίας και συχνά αυθαίρετης αντιμετώπισης ανόμοιων περιπτώσεων κατέτειναν στη δημιουργία ακούσιων κενών και αντινομιών μεταξύ των επιμέρους διατάξεων, αλλά και των αρχών του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης. Αυτή η αυθαίρετη και κοινωνικά άδικη μεταχείριση συνεπαγόταν την επίταση των ανισοτήτων μεταξύ πολιτών που ανήκουν σε κοινωνικές ομάδες που απαιτούν ειδικό χειρισμό, με αποτέλεσμα η επανορθωτική επέμβαση του νομοθέτη να δικαιολογείται αντικειμενικά. Ταυτόχρονα, η νομοτεχνική βελτίωση και ενιαιοποίηση διατάξεων κοινωνικής ασφάλισης που αφορούν σε ουσιωδώς όμοιες κατηγορίες ασφαλισμένων εξυπηρετούν την ασφάλεια δικαίου και την ισότιμη μεταχείρισή τους.
Ως προς το Κεφάλαιο Γ': Με τις παρούσες νομοθετικές ρυθμίσεις σκοπείται η ενίσχυση των οργάνων και λειτουργών του β-ΕΦΚΑ μέσω της επιβράβευσης των υπαλλήλων του που συμμετέχουν στην εκκαθάριση των συντάξεων και των ελεγκτών των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης.
Ως προς το Κεφάλαιο Δ': Η χρονικά και επιχειρησιακά ομαλή διαδοχή μεταξύ της διανεμητικής και της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης καθιστά αναγκαίο τον σαφή καθορισμό των προϋποθέσεων υποχρεωτικής υπαγωγής των ασφαλισμένων. Προκειμένου δε η μετάβαση αυτή να καταστεί πιο συμπεριληπτική υπέρ των νέων εργαζομένων επιβάλλεται η παράταση της περιόδου προαιρετικής υπαγωγής για τους νέους ασφαλισμένους κατά έναν επιπλέον χρόνο.
Ως προς το Κεφάλαιο Ε' : Διευκολύνεται η αποπληρωμή του ποσού εγγραφής που καταβάλλουν οι μέτοχοι κατά τον πρώτο διορισμό τους στο δημόσιο και επιλύονται θέματα διαλειτουργικότητας μεταξύ του e-ΕΦΚΑ και του ΜΤΠΥ.
Ως προς το Κεφάλαιο ΣΤ': Μέχρι σήμερα, οι διατάξεις για τη σύνθεση και τη λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου του ΝΑΤ κατέλειπαν σημαντικά ερμηνευτικά κενά. Ειδικότερα, η προγενέστερη ασαφής διατύπωση ως προς τη δυνατότητα των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων ναυτεργατικών οργανώσεων να προτείνουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έπληττε την αρχή της αντιπροσωπευτικότητας και της δημοκρατικής λειτουργίας του Ταμείου.
Ως προς το Κεφάλαιο Ζ' : Με την προτεινόμενη διάταξη αποκαθίστανται για πρώτη φορά η ανισότητα που σημειώνεται μεταξύ μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων ή αγροτισσών στο πλαίσιο ανατροφής των τέκνων τους, με τη χορήγηση από την ΔΥΠΑ ειδικής παροχής διάρκειας εννέα μηνών. Με τη χορήγηση του δικαιώματος της ειδικής παροχής στις αυτοαπασχολούμενες, αγρότισσες και μισθωτές μητέρες, ολοκληρώνεται η προσπάθεια προστασίας της μητρότητας για το σύνολο των εργαζομένων του e-ΕΦΚΑ, ανεξαρτήτως απασχόλησης και σχέσης εργασίας, ενώ με τη μερική μεταβίβαση της παροχής κατ’ επιλογή των ασφαλισμένων μητέρων στον έτερο γονέα, προστατεύεται συνολικά η γονεϊκότητα. Ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα πρόσβασης και χρήσης των υπηρεσιών της προπληρωμένης κάρτας από τα ΑμεΑ, πλην της ιδιαίτερης κατηγορίας των τυφλών.
Ως προς το Κεφάλαιο Η': Με τις εν θέματι διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.). Ειδικότερα, με το άρθρο 150 λαμβάνονται μέτρα για την πιο ευέλικτη και αποτελεσματική λειτουργία της ΜΕΚΥ, ως ιδιαίτερης οργανικής μονάδας που επικουρεί το νομοπαρασκευαστικό και κανονιστικό έργο του Υπουργού και τη χάραξη δημόσιας πολιτικής στους αντίστοιχους κλάδους πολιτικής.

Κατ’ άρθρο ανάλυση αξιολογούμενης ρύθμισης

Σύνοψη στόχων κάθε άρθρου

Άρθρο-Στόχος


114 Με την προτεινόμενη ρύθμιση αναμορφώνεται το πλαίσιο απασχόλησης των συνταξιούχων εξ ιδίου δικαιώματος του e-ΕΦΚΑ. Από 1.1.2024 καταργείται η κατά 30% μείωση της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, και η σύνταξη καταβάλλεται πλέον ολόκληρη σε όλους τους συνταξιούχους που αναλαμβάνουν ή έχουν ήδη αναλάβει απασχόληση υπακτέα στον e-ΕΦΚΑ. Με γνώμονα τη δικαιότερη και αναλογική αντιμετώπιση των απασχολούμενων συνταξιούχων, θεσπίζεται πόρος μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ του e-ΕΦΚΑ, ο οποίος είναι ανάλογος του εισοδή ματος που προκύπτει από την απασχόληση του συνταξιούχου, ώστε η συνεισφορά τους να μην είναι οριζόντια, ανεξαρτήτως εισοδήματος, μερικής ή πλήρους   απασχόλησης   και   επιλογής   ασφαλιστικής κατηγορίας, αλλά αναλογική και συνυφασμένη με την ασφαλιστέα απασχόληση, ικανοποιώντας παράλληλα με την παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας στα δημόσια βάρη. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές, με βάση την ασφαλιστέα απασχόληση, οι οποίες αξιοποιούνται για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης κύριας και επικουρικής σύνταξης. Ειδικότερα:
Με την παρ. 1 η κύρια και επικουρική σύνταξη καταβάλλεται ακέραιη στους συνταξιούχους που επιλέγουν την επανένταξη στην αγορά εργασίας, είτε ως μισθωτοί, είτε ως μη μισθωτοί. Από τη ρύθμιση καταλαμβάνονται οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι του e-ΕΦΚΑ, λόγω γήρατος, λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας, επαγγελματική νόσο) και γήρατος λόγω αναπηρίας του ν. 612/1977 και των νόμων που παραπέμπουν σε αυτόν, καθώς και του τετάρτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007.
Με την παρ. 2 επαναλαμβάνεται η ήδη ισχύουσα ρύθμιση για τους συνταξιούχους που απασχολούνται σε Φορείς Γενικής Κυβέρνησης.
Με την παρ. 3 ορίζεται ότι επεκτείνεται το ήδη ισχύον καθεστώς απασχόλησης συνταξιούχων αναπηρίας του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας και επαγγελματική νόσο) όλων των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ Φορέων, οι οποίοι λαμβάνουν μονιμοποιημένη ή μη αναπηρική σύνταξη. Η επέκταση αυτή εξυπηρετεί την ενοποίηση των κανόνων του Φορέα, χωρίς διακρίσεις με βάση τον ενταγμένο φορέα ή την πρώτη ημερομηνία ασφάλισης και στην κατάργηση των προϊσχυουσών ρυθμίσεων των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων που επέβαλαν την πλήρη διακοπή της αναπηρικής σύνταξης άνευ ετέρου σε περίπτωση απασχόλησης δικαιούχων αναπηρικής σύνταξης. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη λόγω της απόλυσης από την υπηρεσία τους λόγω ανικανότητας.
Με την παρ. 4 θεσπίζεται, πλέον των ισχυουσών ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται γενικά για την υπαγωγή στην ασφάλιση, πόρος μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ του β-ΕΦΚΑ και ορίζεται το ύψος και η βάση υπολογισμού του για κάθε κατηγορία απασχολούμενου. Προβλέπεται, επίσης, κατανομή του εισπραττόμενου πόρου στους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ώστε να μην επιβαρυνθεί κανένας από τους δύο κλάδους σε σχέση με τα έσοδα που είχαν πριν από τη θέση σε ισχύ της προτεινόμενης ρύθμισης. Στόχος είναι η ενθάρρυνση της απασχόλησης των συνταξιούχων από την επανένταξη αυτών στην αγορά εργασίας.
Ειδικότερα, για τους μισθωτούς προβλέπεται η καταβολή πόρου ύψους 10% επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους, όπως αυτές ορίζονται στη νομοθεσία. Για τους μη-μισθωτούς, το ύψος του πόρου διαφοροποιείται με βάση την υπαγωγή τους ή μη στην επικουρική ασφάλιση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότιμη οικονομική μεταχείριση. Συγκεκριμένα, για υπαγωγή μόνον στην κύρια ασφάλιση καταβάλλεται πόρος το ποσό του οποίου ισούται με το 50% της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας, ενώ σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, καταβάλλεται πόρος στον e-ΕΦΚΑ ύψους 40% στον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και 40% στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης. Κατ’ αναλογία των ανωτέρω, ορίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές και ο πόρος για τους αγρότες που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 7 του παρόντος, καθώς και για τους μισθωτούς μηχανικούς και τους έμμισθους δικηγόρους. Ο συμψηφισμός των ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 36, που αφορά τους παράλληλα απασχολούμενους με περισσότερες ιδιότητες, εφαρμόζεται και στους απασχολούμενους συνταξιούχους, ωστόσο δεν εφαρμόζεται για την καταβολή του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ, δηλαδή  καταβάλλεται πόρος για κάθε ασφαλιστέα
απασχόληση για την οποία οφείλονται εισφορές.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για τα πρόσωπα που αμείβονται με παραστατικό παρεχόμενων υπηρεσιών (τίτλο κτήσης), και καταβάλλουν πόρο ύψους 10% επί της αμοιβής που αποκομίζουν  από την  ανάληψη  εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση. Σημειώνεται ότι ο πόρος δεν προσμετράται στο όριο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4905/2017, σύμφωνα με το οποίο η παρακρατούμενη εισφορά υπέρ κύριας ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 (Α' 85) ανά Π.Π.Υ.. Άλλωστε, ο επιβαλλόμενος από τη διάταξη πόρος υπόκειται στο ανώτατο όριο της παρ. 5 του παρόντος. Στην περίπτωση συνταξιούχου αμειβόμενου με εργόσημο του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ως άνω καταβαλλόμενος πόρος ύψους 10% κατανέμεται στους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης. Ομοίως επιβάλλεται πόρος 10% υπέρ e-ΕΦΚΑ και σε αμειβόμενους με εργόσημο του π. ΟΓΑ επί του ακαθάριστου εισοδήματος όπως αυτό απεικονίζεται στο παραστατικό αμοιβής.
Με την παρ. 5 θεσπίζεται ως ετήσιο ανώτατο ύψος καταβλητέου πόρου το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης, όπως ισχύει. Με τον τρόπο αυτό, το μέγιστο ποσό που θα καταβάλει ο συνταξιούχος ως πόρο δεν θα υπερβαίνει τη συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού στη σύνταξη που καταβάλλεται, ακόμη και στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές εισφορές καλύπτουν το σύνολο των δαπανών για την πληρωμή των ανταποδοτικών συντάξεων.
Με τις παρ. 6 και 7 διατηρούνται οι κατηγορίες απασχολούμενων συνταξιούχων οι οποίες εξαιρούνταν από την περικοπή σύνταξης υπό το προϊσχύον καθεστώς, όπως π.χ. οι πολύτεκνοι με  ανήλικα τέκνα, όσοι λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα, οι ψυχικά ασθενείς του άρθρου 23 του ν. 4488/2017 (Α'176) κ.α.. Επιπλέον, παραμένουν οι εξαιρέσεις από την καταβολή πόρου καθώς και ασφαλιστικών εισφορών για τους συνταξιούχους του π. ΟΓΑ που απασχολούνται στον π. ΟΓΑ, καθώς και τους συνταξιούχους του e-ΕΦΚΑ που απασχολούνται σε αγροτικές εργασίες και κερδίζουν έως 10.000€, με στόχο τη στήριξη της αγροτικής οικονομίας.
Με τις παρ. 8 και 9 προβλέπεται η δυνατότητα αξιοποίησης του επιπλέον χρόνου για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης, ως ένα επιπλέον κίνητρο για τη συμμετοχή των συνταξιούχων στην αγορά εργασίας, αφού οι εισφορές που καταβάλλουν θα έχουν θετικό οικονομικό αντίκρυσμα στη σύνταξη. Ο επιπλέον πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ που θεσπίζεται με το παρόν δεν αξιοποιείται καθότι ορίζεται ως μη ανταποδοτικός. Επιπλέον, ορίζεται ότι ο τρόπος υπολογισμού της προσαύξησης της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης λόγω της αξιοποίησης του χρόνου απασχόλησης του συνταξιούχου ισχύει από την 1.1.2017, ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του e-ΕΦΚΑ. Με την πρόβλεψη αυτή επιδιώκεται η εφαρμογή ενιαίων κανόνων υπολογισμού τόσο για τους συνταξιούχους που το πρώτον αναλαμβάνουν υπακτέα στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ εργασία από 1.1.2024 και μετά όσο και για τους συνταξιούχους που κατά την ανωτέρω  ημερομηνία  βρίσκονται  ήδη  σε  καθεστώς
απασχόλησης μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (Α'87), για λόγους ίσης μεταχείρισης και επιτάχυνσης του υπολογισμού των σχετικών προσαυξήσεων με την εφαρμογή μιας ενιαίας μεθόδου. Σημειώνεται ότι τον χρόνο ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου μπορούν να χρησιμοποιήσουν και πρόσωπα που έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, εφόσον μετά την έναρξη ισχύος αυτού συνέχισαν να απασχολούνται, με την προϋπόθεση ότι οι προϊσχύουσες του ν. 4387/2016 διατάξεις επέτρεπαν την αξιοποίησή του.
Με την παρ. 10 ορίζεται ότι τα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση  συνταξιοδότησης μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται κανονικά για το διάστημα που εκκρεμεί η αίτησή τους, εφόσον το δηλώσουν στον Φορέα και στον εργοδότη τους, και ότι η καταβολή του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ εκκινεί από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, δεδομένης της αναδρομικής ισχύος των συνταξιοδοτικών αποφάσεων. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης συνταξιοδότησης, προβλέπεται επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τον ΕΦΚΑ στον ασφαλισμένο.
Με την παρ. 11 επαναλαμβάνεται η ισχύουσα διάταξη περί υποχρέωσης δήλωσης της ανάληψης απασχόλησης και προβλέπεται χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα (12) μηνιαίες συντάξεις, κύριες και επικουρικές σε περίπτωση παράλειψης. Για τη διευκόλυνση της δήλωσης των υποψηφίων προς εργασία συνταξιούχων και την άμεση ενημέρωση των αρμόδιων ασφαλιστικών   υπηρεσιών,   δημιουργείται   ηλεκτρονική
πλατφόρμα δήλωσης της ανάληψης εργασίας.
Με την παρ. 12 προβλέπεται ότι σε περίπτωση δίμηνης καθυστέρησης καταβολής των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών και πόρων της παρ. 4, από συνταξιούχους που απασχολούνται ως μη μισθωτοί, και είναι οι ίδιοι υπόχρεοι καταβολής αυτών, οι οφειλές θα παρακρατούνται από το ποσό της σύνταξης, κατ’ αναλογία με τους μισθωτούς, των οποίων οι εισφορές και ο πόρος παρακρατούνται προκαταβολικά από τη μισθοδοσία. Η ρύθμιση έχει στόχο την αποφυγή της συσσώρευσης ασφαλιστικών οφειλών καθώς και την -κατά ενιαίο τρόπο - διασφάλιση των εσόδων του ασφαλιστικού συστήματος.

115 Με την προτεινόμενη διάταξη, επιδιώκεται να δοθεί μια δίκαιη λύση στο αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν ασφαλισμένοι, οι οποίοι έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα, πλην όμως αδυνατούν να λάβουν τη συνταξιοδοτική παροχή λόγω αντικειμενικής αδυναμίας αποπληρωμής των συσσωρευμένων οφειλών τους προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α..
Με το υφιστάμενο καθεστώς (άρθρο 61 του ν. 3863/2010), δίνεται η δυνατότητα καταβολής της σύνταξης σε οφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α. εφόσον το συνολικά οφειλόμενο ποσό δεν είναι μεγαλύτερο των 20.000 ευρώ ή των 6.000 ευρώ, για οφειλές από την υπαγωγή στην ασφάλιση του πρώην Ο.Γ.Α.. Τα ανωτέρω ποσά οφειλής παρακρατούνται από τις μηνιαίες συντάξεις σε έως 60 ισόποσες δόσεις, ενώ το ποσό της οφειλής που υπερβαίνει τα προαναφερόμενα όρια, καταβάλλεται εφάπαξ εντός δίμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της οφειλής από τον e-ΕΦΚΑ προς τον οφειλέτη. Ως εκ τούτου, χιλιάδες ασφαλισμένοι παραμένουν εγκλωβισμένοι, χωρίς δυνατότητα να δικαιωθούν σύνταξης, λόγω της αδυναμίας τους να καταβάλουν το υπερβάλλον ποσό οφειλής εφάπαξ.
Με την προτεινόμενη προσθήκη, αυξάνονται τα ως άνω ανώτατα όρια οφειλών για συνταξιοδότηση από 20.000 ευρώ σε 30.000 ευρώ και από 6.000 ευρώ σε 10.000 ευρώ για οφειλές στον π. Ο.Γ.Α., για οφειλέτες που έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος ηλικίας τους και, ταυτόχρονα, έχουν καταβάλει εισφορές για επαρκή χρόνο ασφάλισης (τουλάχιστον 20 ετών).
Επιπροσθέτως, τίθεται ως κριτήριο υπαγωγής στη ρύθμιση, όριο τραπεζικών καταθέσεων του οφειλέτη στις 12.000 ευρώ (και στις 6.000 ευρώ για οφειλέτες του π. ΟΓΑ), ώστε να ωφελούνται από τη ρύθμιση πρόσωπα με πραγματική αδυναμία πληρωμής. Για τον έλεγχο πλήρωσης της προϋπόθεσης αυτής, ο αιτών παραχωρεί άδεια άρσης του τραπεζικού του απορρήτου.
Ειδικότερα, αφού προηγηθεί έλεγχος των τραπεζικών καταθέσεων του αιτούντος και διαπιστωθεί ότι αυτές δεν υπερβαίνουν τις 12.000 ευρώ (ή τις 6.000 ευρώ για οφειλέτες του π. ΟΓΑ), η σύνταξη θα εκδίδεται κανονικά και θα εφαρμόζεται παρακράτηση επ’ αυτής ως εξής:
(i) για το ποσό της οφειλής που υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ (6.000 ευρώ για τον π. Ο.Γ.Α.) και μέχρι τις 30.000 ευρώ (10.000 ευρώ για τον π. Ο.Γ.Α.), θα παρακρατείται το 60% του μηνιαίου ποσού σύνταξης μέχρι να περιοριστεί η οφειλή και πάλι στις 20.000 ευρώ (6.000 ευρώ για τον π. Ο.Γ.Α.),
(ii) για την εναπομένουσα οφειλή κάτω των 20.000 ευρώ (6.000 ευρώ για τον π. Ο.Γ.Α.) θα εφαρμόζεται συμψηφισμός με τμήμα της σύνταξης, σε εξήντα (60) κατ’ ανώτατο όριο μηνιαίες δόσεις, όπως ισχύει σήμερα.
Επιπλέον, ορίζεται ότι το ποσό της υπό (i) παρακράτησης δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της υπό (ii) μηνιαίας δόσης. Μόνο σε περίπτωση που υπολείπεται, το ποσοστό της υπό (i) παρακράτησης μπορεί να υπερβαίνει το 60% με σκοπό ο συνταξιούχος να μην καταβάλει μεγαλύτερη μηνιαία δόση κατά την εξόφληση της μικρότερης οφειλής, από ότι για την εξόφληση της μεγαλύτερης.

116 Στόχος της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η ενοποίηση των προϋποθέσεων θεμελίωσης επικουρικής σύνταξης για όλους τους ασφαλισμένους του e-ΕΦΚΑ και παράλληλα, η επιτάχυνση της απονομής των επικουρικών συντάξεων, μέσω της ένταξης των ασφαλισμένων του Δημοσίου και των ασφαλισμένων χωρίς χρόνο ασφάλισης στο πρώην ΕΤΕΑΜ, στη διαδικασία ταχείας απονομής συντάξεων «fast track».
Στη παρούσα διάταξη προστίθεται νέο άρθρο 96Α στον ν. 4387/2016 (Α'85), με το οποίο επεκτείνεται σε όλους τους ασφαλισμένους του e-ΕΦΚΑ η ήδη ισχύουσα προϋπόθεση θεμελίωσης επικουρικής του π. ΕΤΕΑΜ. Σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 41 του ν. 4051/2012, το άρθρο 5 του ν. 997/1979 και το άρθρο 21 του ν. 2676/1999, ενώ οι ασφαλισμένοι για επικουρική στο πρώην ΕΤΕΑΜ θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με δεκαπέντε (15) έτη επικουρικής ασφάλισης, οι λοιποί ασφαλισμένοι του e-ΕΦΚΑ θεμελιώνουν επικουρική σύνταξη μόνο εφόσον συγκεντρώνουν στον επικουρικό φορέα τόσες ημέρες ασφάλισης, όσες και στον κύριο φορέα. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, για όλους τους ασφαλισμένους του e-ΕΦΚΑ ανεξαρτήτως ενταγμένου Φορέα, απαιτείται ως προϋπόθεση θεμελίωσης επικουρικής σύνταξης η συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης και η συνταξιοδότηση για την αυτή αιτία από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-ΕΦΚΑ.
Η προτεινόμενη διάταξη καταλαμβάνει τις νέες και τις εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης, παρέχει τη δυνατότητα στους ασφαλισμένους που έχουν λάβει απορριπτική απόφαση να επανέλθουν με νέο αίτημα εφόσον συμπληρώνουν τη νέα προϋπόθεση θεμελίωσης και λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο επανελέγχου των εκδοθεισών μέσω της ταχείας διαδικασίας απονομής επικουρικών συντάξεων.

117 Με την παρούσα διάταξη επιχειρείται η επιτάχυνση απονομής επικουρικών συντάξεων για τους ασφαλισμένους του π. Δημοσίου και των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων επικουρικής, για τους οποίους δεν ίσχυε η θεμελίωση επικουρικής σύνταξης με δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, Με την ισχύουσα ρύθμιση, προϋπόθεση για την ένταξη της εκκρεμούς αίτησης στη διαδικασία ταχείας απονομής συντάξεων «fast track», ήταν οι ασφαλισμένοι να έχουν ηλικία εξήντα επτά (67) ετών ή το σύνολο ή μέρος της επικουρικής τους ασφάλισης να έχει διανυθεί στο πρώην Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) ή σε φορείς επικουρικής ασφάλισης που είχαν ενταχθεί σε αυτό. Με την προτεινόμενη διάταξη όλες οι αιτήσεις επικουρικής σύνταξης, για τις οποίες διαπιστώνεται η συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και ανεξαρτήτως ενταγμένου πρώην φορέα, οδηγούν σε άμεση έκδοση συνταξιοδοτικής πράξης εντός τριών (3) ή (6) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή της ρύθμισης θα οδηγήσει σε μείωση του αριθμού των εκκρεμών επικουρικών συντάξεων.

118 Με την προτεινόμενη διάταξη, αναμορφώνεται το άρθρο 96 του ν. 4387/2016 προκειμένου να ενσωματωθεί σε αυτό το άρθρο 42 του ν. 4052/2012 περί υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης και να αποσαφηνιστεί ότι στις περιπτώσεις χορήγησης μειωμένης κύριας σύνταξης λόγω μειωμένου ορίου ηλικίας από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α., χορηγείται ομοίως για την αυτή αιτία μειωμένη επικουρική σύνταξη και να οριστεί το ποσοστό μείωσης.
Ειδικότερα, στην παρ. 1 του νέου άρθρου 96 του ν. 4387/2016 ενσωματώνεται η ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012. Στις παρ. 2, 3 και 4 ενσωματώνονται οι ισχύουσες παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012. Στην παρ. 5 ενσωματώνεται η παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 και προστίθεται περ. γ με την οποία αποσαφηνίζεται ότι σε περίπτωση χορήγησης μειωμένης κύριας σύνταξης, η επικουρική σύνταξη χορηγείται ομοίως μειωμένη. Η μείωση επέρχεται στο τμήμα εκείνο της επικουρικής σύνταξης που αφορά χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014, σε ποσοστό ίδιο με αυτό που επιβάλλεται στην κύρια σύνταξη. Στις παρ. 6 έως 10 του νέου άρθρου 96 του ν. 4387/2016, ενσωματώνονται οι παρ. 2 έως 6 του ισχύοντος άρθρου 96 του ν. 4387/2016. Με την παρ. 2 για λόγους καλής νομοθέτησης και κωδικοποίησης της ασφαλιστικής νομοθεσίας καταργείται ρητά το άρθρο 42 του ν. 4052/2012 και κάθε αντίθετη διάταξη.

119 Με την προτεινόμενη διάταξη επέρχονται στοχευμένες τροποποιήσεις στο άρθρο 12 του ν. 4387/2016 ως προς τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου σε ορφανά τέκνα. Ειδικότερα:
Η παρ. 1 στοχεύει στην ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης  σύνταξης  θανάτου   στα  προστατευόμενα δικαιοδόχα τέκνα μέχρι το 24ο έτος της ηλικίας τους, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης σπουδών, ανεξάρτητα από την ημερομηνία θανάτου του γονέα. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, για τη συνταξιοδότηση των δικαιοδόχων μελών εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που ισχύει κατά το θάνατο του γονέα. Για θανάτους που έχουν επέλθει πριν τις 13.5.2016, η σύνταξη λόγω θανάτου χορηγούταν, κατ’ αρχήν, στα άγαμα τέκνα μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και παρατεινόταν μέχρι την συμπλήρωση του 24ου έτους, μόνο εφόσον φοιτούσαν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές του εσωτερικού ή εξωτερικού, σε Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης ή σε Κέντρα ή Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης και υπό τον όρο ότι δεν εργάζονταν και δεν ελάμβαναν σύνταξη από δική τους εργασία. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις αυτές καταργήθηκαν από 17.5.2019 για τα τέκνα θανόντων ασφαλισμένων ή συνταξιούχων από 13.5.2016 και εφεξής.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση, και τα τέκνα θανόντων πριν τις 13.05.2016, που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους αλλά δεν έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας τους, εντάσσονται στις ρυθμίσεις του άρθρου 12, ανεξάρτητα από προϋποθέσεις σπουδών ή και εργασίας και δεν απαιτείται εφεξής να προσκομίζουν ετησίως βεβαίωση σπουδών. Σε περίπτωση που το δικαίωμα σε σύνταξη έχει ήδη διακοπεί λόγω μη προσκόμισης της ανωτέρω βεβαίωσης, απαιτείται υποβολή αίτησης για επαναχορήγηση της σύνταξης, με έναρξη των οικονομικών αποτελεσμάτων από την ισχύ του παρόντος.
Με την παρ. 2 της προτεινόμενης ρύθμισης ενσωματώνεται στο άρθρο 12 του ν. 4387/2016 η ήδη ισχύουσα ρύθμιση για τη χορήγηση αυξημένης σύνταξης σε αμφοτεροπλεύρως ορφανά τέκνα με αναπηρία. Ειδικότερα, με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις της παρ. 4Α του άρθρου 12 του ν. 4387/2016, σε περίπτωση ετεροπλεύρως ορφανού τέκνου, προβλέπεται η χορήγηση του εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) της σύνταξης του θανόντος, ενώ σε περίπτωση αμφοτεροπλεύρως ορφανού τέκνου, προβλέπεται η χορήγηση του πενήντα τοις εκατό (50%) της σύνταξης του θανόντος. Ωστόσο, οι ειδικότερες ρυθμίσεις της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 προβλέπουν τη χορήγηση του εκατό τοις εκατό (100%) της σύνταξης του θανόντος, ειδικά σε περίπτωση αμφοτεροπλεύρως ορφανών τέκνων, τα οποία σωρευτικά: (α) πάσχουν από νοητική υστέρηση ή αυτισμό ή από πολλαπλές βαριές αναπηρίες ή από χρόνιες ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν μόνιμο ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, (β) οι ως άνω αναπηρίες έχουν επέλθει πριν από τη συμπλήρωση του 24ου της ηλικίας του τέκνου, (γ) δεν ασφαλίζονται στον e-ΕΦΚΑ λόγω υπακτέας στην ασφάλιση εργασίας, απασχόλησης ή ιδιότητας και (δ) δεν λαμβάνουν σύνταξη  εξ ιδίου  δικαιώματος. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, επεκτείνεται και ρητώς στο Δημόσιο και στο π. ΝΑΤ η εφαρμογή της ανωτέρω ειδικής ρύθμισης, η οποία ήδη ισχύει και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ο θανών γονέας προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα, για λόγους ίσης μεταχείρισης όλων των προστατευόμενων τέκνων με βαριά αναπηρία. Για λόγους καλής νομοθέτησης, η ρύθμιση προστίθεται στο άρθρο 12 του ν. 4387/2016, το οποίο ορίζει τον τρόπο υπολογισμού και το ποσοστό της σύνταξης του θανόντος που μεταβιβάζεται σε δικαιοδόχα μέλη.

120 Με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο (άρθρο 4 ν. 4169/1961) με τη λήψη της βασικής σύνταξης του π. ΟΓΑ, αποκλείεται καταρχήν η λήψη δεύτερης σύνταξης από άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής  ασφάλισης.  Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται οι αρτοποιοί σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 2556/1997, στους οποίους επιτρέπεται η ταυτόχρονη χορήγηση επικουρικής σύνταξης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών (π. ΤΕΑΑ) και βασικής του π. ΟΓΑ, ενώ αποκλείονται οι ασφαλισμένοι του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων (π. ΤΕΑΠΥΚ), παρότι τελούν υπό το ίδιο ασφαλιστικό καθεστώς. Οι πρατηριούχοι υγρών καυσίμων, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του π. ΤΕΑΠΥΚ εκ της ιδιότητάς τους και καταβάλλουν υποχρεωτικά εισφορές, γνωρίζοντας ότι δεν θα λάβουν, με την ισχύουσα νομοθεσία, ανταποδοτικό μέρος στην σύνταξή τους.
Με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η αποκατάσταση της ανισότητας που σημειώνεται μεταξύ ασφαλισμένων π. ΤΕΑΑ και του π. ΤΕΑΠΥΚ, με τη δυνατότητα χορήγησης σωρευτικά βασικής σύνταξης του π. ΟΓΑ και επικουρικής σύνταξης του π. ΤΕΑΠΥΚ όπως ισχύει και με το π. ΤΕΑΑ. Στόχος της εν λόγω ρύθμισης είναι η ισότιμη μεταχείριση των ασφαλισμένων που λαμβάνουν κύρια σύνταξη από τον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, πλην όμως διαφέρει η ιδιότητα τους και ως εκ τούτου η ασφάλιση στο επικουρικό φορέα. Άλλωστε είναι εξαιρετικά δυσμενές για έναν ασφαλισμένο να καταβάλλει υποχρεωτικά εισφορές επί σειρά ετών και να μην υπάρχει προσδοκία ανταπόδοσης κατά την συνταξιοδότηση.

121 Σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η παροχή δυνατότητας συνταξιοδότησης σε πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση για λήψη μειωμένης σύνταξης, αλλά εξαιτίας των εργασιακών συνθηκών κατά τη διάρκεια του έτους 2020 λόγω της πανδημίας του covid-19, δεν συμπληρώνουν τις απαιτούμενες ημέρες ασφάλισης για τη διαπίστωση ενεργού ασφαλιστικού δεσμού. Με τις ισχύουσες διατάξεις, οι παλαιοί ασφαλισμένοι (πρώτη ασφάλιση πριν την 1η.1.1993) απαιτείται να έχουν πραγματοποιήσει 100 ημέρες ασφάλισης κατ’ έτος την τελευταία πενταετία πριν την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης για τη λήψη μειωμένης σύνταξης. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, σε περίπτωση που δεν έχουν συμπληρωθεί οι απαιτούμενες 100 ημέρες εντός του 2020, η αναζήτηση των ημερών αυτών γίνεται σε προηγούμενο έτος, επεκτείνοντας πρακτικά το χρονικό διάστημα της πενταετίας.

122 Με την προτεινόμενη ρύθμιση χορηγείται εφάπαξ παροχή στους κληρικούς του π. Ταμείου Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος, οι οποίοι παρά τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους ηλικίας τους συνεχίζουν να ασκούν το λειτούργημά τους και επιλέγουν να μην λάβουν την κύρια σύνταξη που δικαιούνται από τον e-ΕΦΚΑ. Η ρύθμιση κρίνεται αναγκαία ενόψει της ιδιαίτερης φύσης του λειτουργήματος των κληρικών, η οποία δεν αποκλείει την άσκηση των καθηκόντων τους και μετά τη συμπλήρωση του συνταξιοδοτικού ορίου. Κατ’ αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις οι κληρικοί αποκλείονταν από τη λήψη εφάπαξ, παρότι κατέβαλαν εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου.

123 Με την προτεινόμενη ρύθμιση χορηγείται έκτακτη εφάπαξ οικονομική ενίσχυση σε συνταξιούχους του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), συνέχεια και της οικονομικής ενίσχυσης του άρθρου 80 του ν. 5036/2023. Στόχος της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η στοχευμένη ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και η αντιστάθμιση των επιπτώσεων του πληθωρισμού, ιδίως για τους συνταξιούχους που δεν επωφελούνται πλήρως από την επικείμενη αύξηση συντάξεων του έτους 2024, λόγω της ύπαρξης θετικής προσωπικής διαφοράς του ν. 4387/2016, η οποία συμψηφίζεται κατ’ έτος, και μέχρι την πλήρη εξάλειψή της, με την ετήσια αύξηση των κύριων συντάξεων.
Ειδικότερα, στις παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του μέτρου εντάσσονται οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν αθροιστικά έως και 1.600€ μηνιαία σύνταξη και παράλληλα έχουν θετική προσωπική διαφορά μεγαλύτερη των 10€. Ως μήνας αναφοράς ορίζεται ο Οκτώβριος 2023. Το ποσό της ενίσχυσης κυμαίνεται από 100€ έως 200€, με βάση το ύψος της σύνταξης. Με την παρ. 3 ορίζεται ότι η οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται στους δικαιούχους μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Το ποσό είναι αφορολόγητο, ανεκχώρητο, ακατάσχετο και δεν συμψηφίζεται με τυχόν οφειλές, ενώ δεν υπόκειται και σε τέλη, εισφορές ή κρατήσεις υπέρ του Δημοσίου ή του e-ΕΦΚΑ. Στην παρ. 4 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον καθορισμό τυχόν τεχνικών λεπτομερειών αναγκαίων προς την εφαρμογή της ρύθμισης.

124 Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4826/2021, τροποποιήθηκε το άρθρου 135 του ν. 3655/2008 σχετικά με τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ), επικαιροποιήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο χορήγησης και εκσυγχρονίστηκε η αρχιτεκτονική του ΑΜΚΑ. Συγκεκριμένα, ορίστηκαν με σαφήνεια οι δικαιούχοι, διαχωρίστηκε το στάδιο της αρχικής έκδοσης του ΑΜΚΑ από το στάδιο ενεργοποίησης, και εξορθολογίστηκε το καθεστώς ΑΜΚΑ, μέσα από ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, για λόγους αντιμετώπισης φαινομένων καταστρατήγησης. Με το νέο σύστημα, ο ΑΜΚΑ εκδίδεται απενεργοποιημένος για κάθε δικαιούχο που αποδεικνύει νόμιμη παραμονή στη χώρα και δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Εισάγεται διακριτό στάδιο ενεργοποίησης, με πρόσθετη προϋπόθεση να αποδεικνύεται η πραγματική κατοικία του δικαιούχου στη χώρα. Αν για οποιοδήποτε λόγο εκλείψει κάποια από τις προϋποθέσεις, ο ΑΜΚΑ απενεργοποιείται, μέχρι να ικανοποιηθούν εκ νέου οι προϋποθέσεις,   οπότε  και  θα  ενεργοποιείται  ξανά.
Προβλέπεται, ακόμα, η δυνατότητα προσωρινής ενεργοποίησης για τριάντα ημέρες, μέσα στις οποίες ο δικαιούχος πρέπει να προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την οριστική ενεργοποίηση του ΑΜΚΑ. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τροποποιείται η παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 4368/2016 σχετικά με την υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ώστε να προσαρμοστεί στα νέα διακριτά στάδια έκδοσης και ενεργοποίησης του ΑΜΚΑ. Ειδικότερα, ως προϋπόθεση για την παροχή δωρεάν υγειονομικής κάλυψης με τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, ορίζεται πλέον η κατοχή ενεργοποιημένου ΑΜΚΑ. Η πρόσβαση στα δημόσια νοσοκομεία και δομές υγείας για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη παραμένει ελεύθερη, όμως, σε περίπτωση μη ενεργοποιημένου ΑΜΚΑ, η σχετική δαπάνη θα βαρύνει τον ασθενή, όπως ισχύει και τώρα για τους μη κατόχους ΑΜΚΑ. Σε κάθε περίπτωση, διατηρείται η άπαξ δυνατότητα προσωρινής ενεργοποίησης για τριάντα ημέρες. Παράλληλα, διατηρούνται οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις που αφορούν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

125 Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζεται το καθεστώς ασφάλισης των ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016.
Κριτήριο για την υπαγωγή στην ασφάλιση είτε του π. Ο.Α.Ε.Ε. είτε του πρώην Ο.Γ.Α. ορίζεται το πλήθος των δωματίων καθώς και η εγγραφή στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων. Ειδικότερα, με τις παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι (α) οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, υπάγονται στην ασφάλιση του π. Ο.Α.Ε.Ε. και (β) ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, δυναμικότητας έως 10 δωματίων, υπάγονται στην ασφάλιση του π. Ο.Γ.Α., εφόσον είναι παράλληλα εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων. Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω αφορούν τόσο στους ασφαλισμένους όσο και στους συνταξιούχους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων. Περαιτέρω, με την παρ. 5 σε περίπτωση παράλληλης υπαγωγής στην ασφάλιση του πρώην Ο.Α.Ε.Ε. ισχύουν οι διατάξεις της παράλληλης ασφάλισης του άρθρου 36 του ν. 4387/2016, ήτοι η υπαγωγή στην ασφάλιση του π. Ο.Α.Ε.Ε. και η καταβολή των εισφορών του άρθρου 39 του  ν. 4387/12016. Επιπροσθέτως, με τις παρ. 3 και 4 αναγνωρίζεται ότι καλύπτεται ο ασφαλιστικός χρόνος των εν λόγω διαστημάτων στην ασφάλιση του π. Ο.Γ.Α., για ασφαλισμένους και συνταξιούχους, στο πλαίσιο της αρχής της τυπικής ασφάλισης στην παρ. 3 και στο πλαίσιο της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου στην παρ. 4, για ορισμένες περιπτώσεις ιδιοκτητών στους οποίους εκ παραδρομής χορηγήθηκαν βεβαιώσεις εξαίρεσης από τον π. Ο.Α.Ε.Ε.. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να λήξει οριστικά η ανασφάλεια δικαίου που δημιουργήθηκε από τις συνεχείς αλλαγές που διέπουν διαχρονικά την υπαγωγή στην ασφάλιση των ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων και παράλληλα να απλοποιηθούν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του π. Ο.Α.Ε.Ε. ή του π. Ο.Γ.Α. αντίστοιχα. Η ισχύς του παρόντος εκκινεί την 1η.1.2024.

126 Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται η παρ. 6 του άρθρου 69 του ν. 4957/2022 (Α’ 141), με σκοπό τη νομοτεχνική βελτίωση και επικαιροποίηση της διάταξης στο πλαίσιο της καλής νομοθέτησης και της φοιτητικής μέριμνας. Με τον τρόπο αυτό, αποσαφηνίζεται ο νόμος και καθίσταται ανεμπόδιστη η ασφαλιστική κάλυψη των φοιτητών για τον κίνδυνο ατυχημάτων που μπορεί να προκύψουν κατά την περίοδο που διεξάγουν την πρακτική άσκηση που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την λήψη του πτυχίου τους, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η ασφάλισή τους για παροχές σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ, σε περίπτωση που δεν καλύπτονται ιατροφαρμακευτικά με άλλες διατάξεις.

127 Η προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζει τη λήξη της υπαγωγής στην ασφάλιση των εταίρων προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιρειών, καθώς και των μελών διοικητικών συμβουλίων σε περίπτωση που η εταιρεία τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης. Ειδικότερα, ορίζεται ότι η ασφαλιστική σχέση διακόπτεται αυτεπαγγέλτως από τον e-ΕΦΚΑ, την τελευταία μέρα του μήνα κατά τον οποίο η εταιρεία τίθεται σε εκκαθάριση. Ειδική μνεία γίνεται για τα πρόσωπα τα οποία έχουν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες (εταίρου ή μέλους ΔΣ) και αναλαμβάνουν καθήκοντα εκκαθαριστή της εταιρείας, τα οποία αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από τον π. ΟΑΕΕ, ο οποίος προχωρούσε στη διαγραφή τους, και από το π. ΤΣΜΕΔΕ, το οποίο διατηρούσε την υπαγωγή τους στην ασφάλιση καθ'όλη τη διάρκεια της εκκαθάρισης, παρότι τα πρόσωπα δεν ασκούσαν πλέον επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά προχωρούσαν απλά στην εκκαθάριση της εταιρίας, της οποίας ήταν εταίροι ή μέλη του Δ.Σ. Τέλος, αποσαφηνίζεται ότι η διακοπή της ασφάλισης επέρχεται μόνο ως προς την ανωτέρω σχέση και δεν επηρεάζει τυχόν άλλες ασφαλιστέες ιδιότητες ή εργασίες του προσώπου.

128 Με την προτεινόμενη διάταξη, αποσαφηνίζεται το ασφαλιστικό καθεστώς, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές των Προέδρων Δημοτικών Συμβουλίων, ανεξαρτήτως πληθυσμού (άνω και κάτω των 100.000 κατοίκων), οι οποίοι λαμβάνουν αντιμισθία λόγω της ιδιότητάς τους ως αιρετών οργάνων, ούτως ώστε να υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση των διαφορετικών κατηγοριών αιρετών (δημάρχων, αντιδημάρχων κ.λπ.), στο πλαίσιο του ήδη υφιστάμενου ασφαλιστικού καθεστώτος, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί και ισχύει από 1η.1.2017, βάσει του άρθρου 22 του ν. 4488/2017.

129 Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται η δυνατότητα στις υπηρεσίες του Δήμου να αποκαταστήσουν την εκ παραδρομής παράλειψη, με την καταβολή των απαιτούμενων ασφαλιστικών εισφορών από το Δήμο προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α., και να τακτοποιήσουν με τον τρόπο αυτό τον αντίστοιχο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και ασφάλισης των υπαλλήλων αυτών.

130 Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιλύεται ενιαία, για τις τρεις κατηγορίες των αναφερόμενων προσώπων, το ζήτημα της βάσης του υπολογισμού της εισφοράς του άρθρου 96 και το ποσοστό ορίζεται σε 4% επί των πάσης φύσεων αποδοχών για την κύρια ασφάλιση, κατά τα έτη 2017 και 2018, βάσει των άρθρων 35 και 38 του ν. 4387/2016, σε συνέχεια της υπ’ αρ. 1096/2023 απόφασης του Α’ Τμήματος του ΣτΕ.
Δεδομένου ότι ο επανυπολογισμός των εισφορών για τα έτη 2017 και 2018 σε συμμόρφωση με την ανωτέρω απόφαση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό του π. ΕΤΑΑ θα οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλό διοικητικό κόστος και οικονομική επιβάρυνση των υπηρεσιών του e- ΕΦΚΑ και, επιπλέον, η εύρεση των εργοδοτών των ασφαλισμένων για το χρονικό διάστημα από 1η.1.2017 έως τις 31.12.2018 και η επιβολή σε αυτούς αναδρομικά εργοδοτικής εισφοράς καθιστά τη διαδικασία επιμερισμού ιδιαιτέρως δυσχερή, προκρίνεται η εν λόγω ρύθμιση. Το τμήμα της παροχής που αναλογεί στα έτη αυτά, υπολογίζεται με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση. Με βάση την αρχή της ισοδυναμίας το ποσό ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης. Επομένως, τυχόν διαφορά του ποσού της εισφοράς που νομοθετείται, σε σύγκριση με το ποσό που προκύπτει βάσει του καταστατικού, θα προσμετρηθεί στην ατομική μερίδα και θα αποδοθεί κατά την συνταξιοδότηση. Με τον τρόπο αυτό εξορθολογίζεται η διαφορά όσον αφορά το ύψος των ήδη καταβληθεισών εισφορών και διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.

131 Με την προτεινόμενη ρύθμιση καταργείται η προθεσμία υποβολής αίτησης για την απαλλαγή από την αλληλέγγυα ευθύνη για ασφαλιστικές οφειλές του νομικού προσώπου, λόγω πλήρωσης των προϋποθέσεων απαλλαγής του άρθρου 31 του ν. 4321/2015 (A' 32). Περαιτέρω, αποσαφηνίζεται ότι η αίτηση απαλλαγής υποβάλλεται στο ΚΕΑΟ, εφόσον έχει ξεκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ πριν την έναρξη αυτής υποβάλλεται στην κατά τόπο αρμόδια Διεύθυνση του e-ΕΦΚΑ. Με τον τρόπο αυτό, επέρχεται εξίσωση της αντιμετώπισης των διοικούντων νομικά πρόσωπα ως προς την ευθύνη για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές.

132 Με την προτεινόμενη ρύθμιση, προστίθεται εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 80 του 4144/2013, και επεκτείνεται η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων για τη μη έγκαιρη καταχώρηση αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ή στην ψηφιακή κάρτα εργασίας, όπου αυτή χρησιμοποιείται, και από τους ελεγκτές των ΠΕΚΑ του e-ΕΦΚΑ.
Στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, οι ελεγκτές των ΠΕΚΑ δύνανται να προβαίνουν στην επιβολή χρηματικού προστίμου ποσού 10.500 € για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο καθώς και στον καταλογισμό αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών. Ωστόσο, δεν έχουν τη δυνατότητα βάσει νομοθετικών διατάξεων, να καταλογίσουν πρόστιμα που αφορούν στην υποδηλωμένη εργασία.
Με τον τρόπο αυτό, διευρύνεται η προστασία των εργαζόμενων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από παραβατικές συμπεριφορές εργοδοτών καθώς και η προστασία των εργοδοτών από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και καθίσταται ακόμα πιο αποτελεσματική η άσκηση του ελεγκτικού έργου των ΠΕΚΑ.

133 Η προτεινόμενη ρύθμιση έχει στόχο να αναστείλει την αύξηση των επιτοκίων, τα οποία επιβαρύνουν ρυθμισμένες ή μη οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, τα ανωτέρω επιτόκια αναπροσαρμόζονται βάσει του επιτοκίου πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η αύξηση του πληθωρισμού οδηγεί την ΕΚΤ στη λήψη αντιπληθωριστικών μέτρων, στα οποία περιλαμβάνεται και αύξηση των επιτοκίων. Δεδομένου ότι το επιτόκιο, με το οποίο επιβαρύνεται μια ρυθμισμένη οφειλή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, καθορίζεται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης με βάση το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, τα αντιπληθωριστικά μέτρα και η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ καθιστούν τα επιτόκια που ισχύουν για τις ρυθμίσεις πολύ υψηλά και απαγορευτικά για υπαγωγή οφειλετών στις ρυθμίσεις αυτές. Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει ήδη ρυθμίσει το θέμα με την με αριθμ. 1121/9.8.2023 (Β' 5009) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οπότε και για λόγους ενιαίας εφαρμογής κρίνεται αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος, ελλείψει νομοθετικής εξουσιοδότησης. Προς το σκοπό αυτό προστίθεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τυχόν αναπροσαρμογή του ανωτέρω επιτοκίου.

134 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ρυθμίζεται η διαδικασία λήξης της ασφάλισης μη μισθωτών ασφαλισμένων του e-ΕΦΚΑ σε περίπτωση διακοπής εργασιών στη φορολογική διοίκηση. Ειδικότερα, προβλέπεται η υποχρεωτική λήξη της ασφάλισης από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα διακοπής εργασιών, με αίτηση του ασφαλισμένου ή αυτεπαγγέλτως από τον e-ΕΦΚΑ κατόπιν διασταύρωσης στοιχείων με τη φορολογική διοίκηση.

135 Με την προτεινόμενη ρύθμιση θεσπίζεται υποχρέωση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) να καταρτίσει το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 τους εκκρεμείς ισολογισμούς και τις οικονομικές καταστάσεις ενταγμένων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών έως το έτος 2016 και του e-ΕΦΚΑ έτους 2016 έως 2023, οι οποίοι έως και σήμερα είναι σε εκκρεμότητα λόγω της πολυπλοκότητας των στοιχείων των εντασσόμενων φορέων. Επιπλέον, με την προτεινόμενη διάταξη θεσπίζεται η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης των ισολογισμών για όλους τους εκκρεμείς ισολογισμούς των εντασσόμενων φορέων και του e-ΕΦΚΑ προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλη μα της καθυστέρησης ολοκλήρωσης της διαδικασίας η οποία οφείλεται στην πολυπλοκότητα και συνθετότητα των στοιχείων των φορέων. Στόχος της προτεινόμενης διάταξης είναι να αποκατασταθεί το έλλειμμα διαφάνειας και να διευκολυνθεί η άντληση στοιχείων μέσω της δημοσίευσης: α) των εκκρεμών ισολογισμών των τελευταίων ετών του e-ΕΦΚΑ, β) των εκκρεμών ισολογισμών όλων των ενταχθέντων σε αυτόν φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών έως το έτος 2016, και γ) της θέσπισης διαδικασίας για την κατάρτιση των ισολογισμών από το έτος 2024 και για κάθε επόμενη χρήση.
Το άρθρο 73 του ν. 4635/2019 (Α' 167) καταργείται.

136 Με την προτεινόμενη ρύθμιση ανανεώνεται η εξουσιοδότηση έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων για την κατάρτιση Ενιαίου Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών του e-ΕΦΚΑ. Ειδικότερα προβλέπεται η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων κατά κλάδο ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ, ήτοι (α) για τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4387/2016 (Α'85), (β) για τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης και (γ) για τον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών, όπως εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ με την παρ. 2 του άρθρου 51Α του ν. 4387/2016 (Α'85).

137 Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρατείνεται και στο έτος 2023, το πεδίο εφαρμογής της παρ. 11 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176), με την οποία θεσπίστηκε η καταβολή αποζημίωσης στο προσωπικό του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) που συμμετέχει σε κλιμάκια εκκαθάρισης εκκρεμών συντάξεων, τα οποία συστάθηκαν και λειτούργησαν κατά τα έτη 2021 και 2022. Η επιβράβευση μέσω αποζημίωσης καταλαμβάνει και τους υπαλλήλους του e-ΕΦΚΑ που απασχολούνται στην γραμμή εξυπηρέτησης πολιτών, μέσω του ενιαίου αριθμού τηλεφωνικής επικοινωνίας 1555 του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εφόσον επιτυγχάνουν των ασφαλισμένων. Το ύψος της αποζημίωσης δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο των επτά χιλιάδων διακοσίων ευρώ (7.200) το έτος. Περαιτέρω, η μεθοδολογία προσδιορισμού των ποσοτικών στόχων εξυπηρέτησης των πολιτών μέσω της ενιαίας τηλεφωνικής γραμμής 1555, ο τρόπος παρακολούθησής τους καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα ή λεπτομέρεια καθορίζονται με όμοια με την ανωτέρω απόφαση του Διοικητή του e-ΕΦΚΑ.

138 Με την προτεινόμενη διάταξη, προβλέπεται η επέκταση της εφαρμογή  διατάξεων που αφορούν την καταβολή προσαυξημένων εξόδων διανυκτέρευσης και της ελεγκτικής αποζημίωσης στους υπαλλήλους των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) του e-ΕΦΚΑ, προκειμένου να υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση και παροχή όμοιων ενισχύσεων προς όλες τις υπηρεσίες που διενεργούν ελέγχους αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και εκτελούν όμοια καθήκοντα με τον ίδιο στόχο, δηλαδή την πάταξη της αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας, την προστασία των εργαζόμενων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από παραβατικές συμπεριφορές εργοδοτών και την προστασία των εργοδοτών από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Με την παρ. 2, επεκτείνεται η ισχύς του άρθρου 40 του ν. 4647/2019 για την καταβολή ελεγκτικής αποζημίωσης στους υπαλλήλους των ΠΕΚΑ, όπως ήδη ισχύει για τους επιθεωρητές εργασίας, το προσωπικό με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου των υπηρεσιών του Σ.Ε.Π.Ε. και των υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

139 Λόγω των επιτακτικών υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης λειτουργίας των υπηρεσιών του Φορέα για την απονομή των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης, την πραγματοποίηση ελέγχων για την εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας, την υλοποίηση των προγραμματισμένων προσλήψεων προσωπικού και την εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 4892/2022 περί της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων του e-Ε.Φ.Κ.Α. κρίνεται αναγκαία η παράταση της θητείας των υπαλλήλων που αποχωρούν την 31η.12.2023 λόγω ορίου ηλικίας και ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Διεύθυνσης και Γενικής Διεύθυνσης καθώς και των υπαλλήλων που εκτελούν χρέη αναπληρωτών στις ανωτέρω θέσεις, κατά παρέκκλιση του άρθρου 155 του Υπαλληλικού Κώδικα (Α’ 26).

140 Με την προτεινόμενη διάταξη επέρχονται τροποποιήσεις, προκειμένου να αποσαφηνιστούν ζητήματα που ανέκυψαν από την εφαρμογή της διάταξης περί υπαγωγής, υποχρεωτικής ή προαιρετικής, στην ασφάλιση του Τ.Ε.Κ.Α..
Ειδικότερα, αναμορφώνεται η ρύθμιση της υποχρεωτικής υπαγωγής, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι οποιοσδήποτε εισέρχεται στην αγορά εργασίας από 1.1.2022 και εξής ή έχει γεννηθεί από 1.1.2004 και εξής, υπάγεται υποχρεωτικά στο ΤΕΚΑ, οποτεδήποτε και αν αναλάβει εργασία/απασχόληση ή αποκτήσει ιδιότητα, βάσει των οποίων θα υπαγόταν στην ασφάλιση του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ. Η ρύθμιση υπηρετεί τη λογική της ομαλής - χρονικά και επιχειρησιακά - διαδοχής μεταξύ της διανεμητικής και της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, με δεδομένο ότι η πρώτη σταδιακά θα φθίνει υπέρ της δεύτερης και κατατείνει στη διεύρυνση των ασφαλισμένων που θα επωφελούνται από τα πλεονεκτήματά της. Την ίδια λογική της διαδοχής της διανεμητικής από την κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση υπηρετεί και η τροποποίηση της παρ. 3, η οποία αποσυνδέει την δυνατότητα αίτησης προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση από το ηλικιακό όριο κατά το χρόνο της αίτησης, συναρτώντας τη δυνατότητα αυτή με την ημερομηνία γέννησης του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τα αντιστοίχως προβλεπόμενα στην παρ. 2. Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 4 επιμηκύνεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 6, ήτοι οι ήδη ασφαλισμένοι στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι έχουν γεννηθεί από 1ης.1.1987 και εξής, μπορούν να υπαχθούν στην ασφάλιση του Τ.Ε.Κ.Α. Η παράταση της προθεσμίας κρίνεται σκόπιμη προκειμένου να υπάρξει ευρύτερη ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της νέας επικουρικής ασφάλισης, και κυρίως του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, καθώς η αλλαγή ασφαλιστικού φορέα συνιστά μία ουσιώδη αλλαγή για τον ασφαλιστικό τους βίο.

141 Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρέχεται στους αυτοαπασχολούμενους υγειονομικούς, τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην Ο.Γ.Α., καθώς και τα πρόσωπα που βάσει ειδικής ή γενικής διάταξης νόμου εξαιρούνται της υποχρεωτικής υπαγωγής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.. η δυνατότητα αίτησης για προαιρετική υπαγωγή στην ασφάλιση ώστε να συνδέεται με την ημερομηνία γέννησης τους, η οποία ορίζεται έως και τις 31.12.1986.

142 Με την προτεινόμενη διάταξη επέρχονται τροποποιήσεις στο άρθρο 39 του ν. 4826/2021 προκειμένου να επιλυθούν τα ζητήματα της στελέχωσης του Ταμείου που έχουν προκύψει λόγω της μη δημοσίευσης του Οργανισμού του ΤΕΚΑ μέχρι σήμερα. Ειδικότερα:
α) τροποποιείται η παρ. 3 και ορίζεται ότι το χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου δύναται να καλύπτονται κενές οργανικές θέσεις κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, με μετάταξη ή απόσπαση προσωπικού από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης εκκινεί από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του ΤΕΚΑ, αντί από την έναρξη λειτουργίας του Ταμείου,
β) τροποποιείται η παρ. 6 και προβλέπεται, πέραν της δυνατότητας πρόσληψης προσωπικού με συμβάσεις ανώτατης συνολικής διάρκειας έξι (6) ετών, και η δυνατότητα τοποθέτησης του προσωπικού αυτού σε θέσεις ευθύνης του ΤΕΚΑ που απαιτούν επιστημονική εξειδίκευση. Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η τοποθέτηση προσωπικού Ι.Δ.Ο.Χ. σε θέσεις ευθύνης του ΤΕΚΑ, για τις οποίες απαιτείται επιστημονική εξειδίκευση και μακρά επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο. Στόχος της διάταξης είναι να επιτρέψει στο Ταμείο να πληρώσει θέσεις ευθύνης κρίσιμων για τη λειτουργία του υπηρεσιών και μονάδων αντλώντας ανθρώπινο δυναμικό από την αγορά, με εξειδικευμένες γνώσεις, μακρά επαγγελματική πείρα και επαγγελματικές πιστοποιήσεις σε λειτουργίες, οι οποίες δεν απαντώνται στον δημόσιο τομέα. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την περ. β και περ. γ της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 4826/2021, ο επικεφαλής της οργανικής μονάδας του Ταμείου που είναι αρμόδια για την επενδυτική λειτουργία, απαιτείται να διαθέτει σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, που αντιστοιχεί, τουλάχιστον, στην παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίων. Ωστόσο, η λειτουργία της διαχείρισης των επενδύσεων του Ταμείου, η οποία είναι θεμελιώδης λειτουργία του Ταμείου και η οποία, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 49 του ν. 4826/2021, ασκείται από το ίδιο το Ταμείο, δεν απαντάται σε άλλο δημόσιο φορέα. Ενδεικτικά, ο e-ΕΦΚΑ διαχειρίζεται τις επενδύσεις του μέσω δύο θυγατρικών του Ανώνυμων Εταιρειών. Το ΤΕΚΑ, ωστόσο, προκειμένου να υπηρετήσει αποτελεσματικά τον σκοπό του υπέρ των συμφερόντων των ασφαλισμένων και προς όφελος της ελληνικής οικονομίας, προβαίνει σε ευρεία επενδυτική δραστηριότητα στην ελληνική και στις διεθνείς χρηματαγορές. Ως εκ τούτου, κρίνεται απολύτως αναγκαία η στελέχωση των θέσεων ευθύνης της οργανικής μονάδας του Ταμείου που είναι αρμόδια για την επενδυτική λειτουργία με πρόσωπα που έχουν αποκτήσει εκτεταμένη εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων. Δεδομένης της έλλειψης στελεχών με ανάλογη εξειδίκευση και επαγγελματική εμπειρία στο δημόσιο τομέα, η άντληση στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα καθίσταται απολύτως αναγκαία. Λόγω της φύσης του Ταμείου και της εντατικής επενδυτικής δραστηριότητας του, η μονάδα διαχείρισης κινδύνων έχει κρίσιμο ρόλο στην καθημερινή παρακολούθηση, αξιολόγηση και διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων. Ο επικεφαλής της μονάδας Διαχείρισης Κινδύνων του Ταμείου πρέπει να διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική πείρα ειδικά στη διαχείριση χρηματοοικονομικών κινδύνων. Και στην περίπτωση αυτή, επίσης, διαπιστώνεται ότι στο δημόσιο τομέα δεν υπάρχουν στελέχη με ανάλογη εξειδίκευση και τεχνογνωσία. Το ΤΕΚΑ είναι το πρώτο και μοναδικό δημόσιο Ταμείο της χώρας που λειτουργεί με βάση αμιγώς το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Λόγω του κεφαλαιοποιητικού του χαρακτήρα, το Ταμείο έχει αυξημένες απαιτήσεις στην αναλογιστική του λειτουργία, που είναι μοναδικές στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα. Στελέχη με εξειδικευμένες αναλογιστικές γνώσεις και επαγγελματική εμπειρία στα κεφαλαιοποιητικά συστήματα δεν υπάρχουν στο δημόσιο τομέα με εξαίρεση τα μέλη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής τα οποία όμως δεν είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Ως εκ τούτου η άντληση στελεχών υψηλών προσόντων από τον ιδιωτικό τομέα και η κατάληψη θέσεων ευθύνης εντός του Ταμείου καθίσταται αναπόδραστη. Δεδομένων όλων των προαναφερομένων και της μοναδικότητας του ΤΕΚΑ όσον αφορά στις λειτουργίες που καλείται να επιτελέσει, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη πλήρωσης των θέσεων ευθύνης με προσωπικό που διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα και συσσωρευμένη εμπειρία στους σχετικούς τομείς. Είναι εύλογο, ότι ιδίως κατά την εκκίνηση των εν λόγω επιχειρησιακών διαδικασιών, το Ταμείο θα χρειαστεί τη μέγιστη δυνατή εισροή τεχνογνωσίας και πείρας, προκειμένου να επιτελέσει με επάρκεια το έργο του, όπως περιγράφεται στον ιδρυτικό του ν. 4826/2021,
γ) προστίθεται παρ. 7 με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα πλήρωσης των θέσεων ευθύνης του Ταμείου από τους αποσπασμένους υπαλλήλους, μέχρι την πλήρωση αυτών σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ώστε να αποφευχθούν κενά διοίκησης κατά το χρονικό διάστημα μετάβασης στο νέο οργανόγραμμα.

143 Με τις τροποποιήσεις του άρθρου 69 προβλέπεται ότι η Μονάδα Υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου συνεχίζει τη λειτουργία της για διάστημα έως και τις 30.06.2025, διάστημα το οποίο θεωρείται εύλογο για την τοποθέτηση των πρώτων υπαλλήλων στις οργανικές μονάδες που θα προκύψουν από τον Οργανισμό.

144 Με την προτεινόμενη ρύθμιση αναμορφώνεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του “δικαιώματος εγγραφής” από τους υποχρεωτικά ή προαιρετικά ασφαλισμένους του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ). Σκοπός της ρύθμισης είναι η διευκόλυνση των μετόχων, μέσω της επέκτασης του διαστήματος αποπληρωμής του δικαιώματος εγγραφής, καθώς και η ρύθμιση ειδικών ζητημάτων αποπληρωμής. Με την παρ. 1 ορίζεται το ύψος του δικαιώματος εγγραφής και ο χρόνος καταβολής, μέσω παρακράτησης από τη μισθοδοσία. Περαιτέρω, ρυθμίζεται η περίπτωση εκ παραδρομής μη εξόφλησης του δικαιώματος εγγραφής κατά το πρώτο έτος διορισμού. Με την παρ. 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση αναδρομικής αναπροσαρμογής των μισθολογικών δεδομένων του μηνός υπολογισμού του δικαιώματος εγγραφής, θα καταβάλλεται η τυχόν ανακύπτουσα διαφορά σε δώδεκα δόσεις.

145 Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αξιοποιούνται οι υφιστάμενες διαλειτουργικότητες του Δημοσίου καθώς και τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα από το ΜΤΠΥ για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη έκδοση των μερισμάτων. Ειδικότερα, με την παρ. 1 παρέχεται η δυνατότητα άμεσης πληροφόρησης των οργάνων του ΜΤΠΥ για την ύπαρξη ισχύουσας Γνωστοποίησης Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας, μέσω των ψηφιακών δεδομένων του πληροφοριακού συστήματος του ΚΕΠΑ, προκειμένου οι αποφάσεις κανονισμού ή μεταβίβασης μερίσματος  να πραγματοποιούνται χωρίς την ανάγκη προσκόμισης της ΓΑΠΑ από τον ασφαλισμένο σε φυσική μορφή. δικαιούχους. Με την παρ. 2 εκσυγχρονίζεται το σύστημα κοινοποίησης αποφάσεων του Ταμείου, παρέχοντας τη δυνατότητα στους δικαιούχους μερίσματος να ενημερώνονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την εξέλιξη των αιτημάτων τους. Η ηλεκτρονική κοινοποίηση των αποφάσεων αφενός οδηγεί στην απλούστευση των διαδικασιών, αφετέρου έρχεται σε απόλυτη ασφαλιστική συμμετρία με την διαδικασία που ακολουθείται στους υπόλοιπους φορείς (π.χ. e-ΕΦΚΑ). Με αυτό τον τρόπο εξοικονομούνται πόροι από την ηλεκτρονική διακίνηση των αποφάσεων κανονισμού μερίσματος και επιλύονται ζητήματα αφετηρίας των εννόμων αποτελεσμάτων τους.

146 Με την προτεινόμενη τροποποίηση, ρυθμίζεται το ζήτημα της εκπροσώπησης των εν ενεργεία ναυτικών στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΝΑΤ και αποσαφηνίζεται ποιες οργανώσεις υποβάλλουν προτάσεις προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την επιλογή των αντίστοιχων μελών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι οι τρεις (3) εκπρόσωποι των εν ενεργεία ναυτικών επιλέγονται από τριπλάσιο αριθμό ναυτικών που υποδεικνύονται από τις οικείες και κατά την κρίση του Υπουργού  μάλλον  αντιπροσωπευτικές  δευτεροβάθμιες
οργανώσεις και, ελλείψει αυτών, από τις μάλλον αντιπροσωπευτικές πρωτοβάθμιες. Με τον τρόπο αυτό, η υφιστάμενη διάταξη προσαρμόζεται στο θεσμικό πλαίσιο συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων και διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αντιπροσωπευτικότητας.

147 Μέχρι σήμερα η ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας χορηγείται μόνον σε ασφαλισμένες του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ενώ αποκλείονται οι λοιπές μισθωτές μητέρες ασφαλισμένες του e-ΕΦΚΑ (π.χ. ασφαλισμένες π. ΤΑΥΤΕΚΩ, έμμισθες ασφαλισμένες π. ΕΤΑΑ, μισθωτές του π. ΕΤΑΠ-ΜΜΕ), και ασφαλισμένες στο κλάδο ασθένειας φορέων εκτός του e-ΕΦΚΑ (π.χ. ΕΔΟΕΑΠ), οι οποίες λαμβάνουν επίδομα κυοφορίας και λοχείας με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Φορέα τους και όχι του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παρότι οι τελευταίες καταβάλλουν τις ίδιες εισφορές με τις ασφαλισμένες μισθωτές του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας, η οποία χορηγείται από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) σε μισθωτές του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετά τη λήξη της επιδότησης της άδειας κυοφορίας και λοχείας, επεκτείνεται σε όλες τις μισθωτές ασφαλισμένες του e-ΕΦΚΑ, οι οποίες έχουν λάβει επίδομα κυοφορίας και λοχείας με βάση τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις των λοιπών ενταχθέντων στον e-ΕΦΚΑ Φορέων, Τομέων, Κλάδων ή Λογαριασμών ασφάλισης μισθωτών ή άλλου φορέα ασφάλισης ασθένειας.
Στόχος της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η ισότιμη μεταχείριση των ασφαλισμένων μητέρων, με σκοπό την όσο το δυνατόν ευρύτερη προστασία της μητρότητας και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, σε ευθυγράμμιση με τις αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις.

148 Με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς στις μητέρες ασφαλισμένες του e- ΕΦΚΑ που απασχολούνται ως ελεύθερες επαγγελματίες ή αγρότισσες δεν χορηγείται η ειδική παροχή προστασίας μητρότητας μετά τη λήξη επιδότησης της μητρότητας του άρθρου 6 του ν.4097/2012 (Α' 235). Με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η αποκατάσταση της ανισότητας που σημειώνεται μεταξύ μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων ή αγροτισσών στο πεδίο της ανατροφής τέκνου, με τη χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής διάρκειας εννέα μηνών από την ΔΥΠΑ. Με την επέκταση του δικαιώματος της ειδικής παροχής στις ανωτέρω αναφερόμενες, ολοκληρώνεται η προσπάθεια προστασίας της μητρότητας για το σύνολο των εργαζομένων του e-ΕΦΚΑ, ανεξαρτήτως απασχόλησης και σχέσης εργασίας.
Η ΔΥΠΑ σε συνεννόηση με τον e-ΕΦΚΑ, θα ελέγχει σε μηνιαία βάση αν οι δικαιούχοι της επιδότησης είναι ασφαλιστικά ενήμερες ώστε να τους χορηγήσει την παροχή. Εφόσον οι εισφορές καταβάλλονται προσηκόντως από τις ασφαλισμένες μητέρες στον e-ΕΦΚΑ, ο χρόνος επιδότησης των ασφαλισμένων μητέρων λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης που λαμβάνεται υπόψη για μελλοντικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Για την καταβολή της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας αξιοποιείται ο Ειδικός Λογαριασμός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολουμένων, ο οποίος εφεξής   μετονομάζεται σε Ειδικό Λογαριασμό υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολούμενων. Η καταβολή της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας στις αγρότισσες χρηματοδοτείται από τον κρατικό υπολογισμό, με σκοπό να μην επιβαρυνθούν οι εν λόγω μητέρες, δεδομένου ότι οι αποδοχές τους από την εργασία κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα.
Η αντιστοίχιση της προστασίας εκτείνεται έως και το δικαίωμα της μερικής μεταβίβασης της παροχής κατ’ επιλογή των ασφαλισμένων μητέρων στον έτερο γονέα, ώστε να μπορούμε να αναφερόμαστε πλέον σε συνολική προστασία της γονεϊκότητας.

149 Με την προτεινόμενη διάταξη εισάγεται νέος τρόπος πληρωμής των επιδομάτων, βοηθημάτων, ενισχύσεων και κάθε είδους παροχών της Δημόσιας Υπη ρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) και του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Ειδικότερα, προβλέπεται η καταβολή τους μέσω ενιαίας προπληρωμένης κάρτας πληρωμών, την οποία μπορεί να εκδίδει κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (ΠΥΠ), στον οποίο ο δικαιούχος τηρεί ενεργό λογαριασμό πληρωμών. Πρόκειται για ένα μέτρο απλοποίησης και εκσυγχρονισμού του τρόπου πληρωμής κάθε είδους παροχών, με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των δικαιούχων σε αποτελεσματικές και συμπεριληπτικές δράσεις, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στην κάρτα αυτή μπορούν να πιστώνονται ένα ή και περισσότερα επιδόματα, χωρίς οι δικαιούχοι να επιβαρύνονται με κόστη έκδοσης και, κατά κανόνα, συναλλαγών αγοράς προϊόντων ή υπηρεσιών από τη χρήση της κάρτας αυτής, πλην της περίπτωσης ανάληψης μετρητών από ΠΥΠ διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την προπληρωμένη κάρτα, όπως άλλωστε ισχύει ευρέως κατά τις αναλήψεις μετρητών.
Περαιτέρω, ρητά θεσπίζονται κίνητρα για τη χρήση της προπληρωμένης κάρτας, ιδίως δε δημόσιες κληρώσεις αλλά και επιβραβεύσεις που εισάγουν οι ΠΥΠ, μέσω υφιστάμενων ή νέων στοχευμένων προγραμμάτων. Σημειώνεται, ότι στο πλαίσιο των δημοσίων κληρώσεων και με χρονικό ορίζοντα το τέλος του έτους 2025, θα διανεμηθεί ποσό ύψους κατ’ ανώτατο όριο οκτώ εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (8.500.000) ευρώ, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η διαδικασία, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής των επιδομάτων, βοηθημάτων, ενισχύσεων και κάθε είδους παροχών μέσω της προπληρωμένης κάρτας, καθώς και τυχόν περιορισμοί ή κίνητρα για τη χρήση της, προβλέπεται ότι θα ρυθμιστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.

150 Η Μονάδα Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.) του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης , σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο (ν. 4826/2021 - Α’ 160) υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και έχει ως αποστολή την υποστήριξη του έργου του Υπουργού στον σχεδιασμό και στην άσκηση πολιτικών αρμοδιότητας του Υπουργείου. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται ρυθμίσεις οι οποίες προσιδιάζουν καλύτερα στις ιδιαιτερότητες της  αποστολής της ΜΕΚΥ ως συμβουλευτικού και γνωμοδοτικού οργάνου.
Ειδικότερα, με την παρ. 1 το ωράριο της ΜΕΚΥ ορίζεται ως ευέλικτο, δεδομένου ότι η συνδρομή της Μ.Ε.Κ.Υ. στην εκπλήρωση των σκοπών του Υπουργείου δεν δύναται να περιοριστεί σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, αλλά ούτε και να προβλεφθεί προκαταβολικά, καθώς οι συμβουλευτικές και γνωμοδοτικές ανάγκες είναι διαρκείς και προκύπτουν όχι απαραίτητα προγραμματισμένα, αλλά πολύ συχνά αιφνίδια κι εκτός τυπικού ωραρίου. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες λειτουργίας της Μ.Ε.Κ.Υ. επιβάλλουν τη μη υπαγωγή της Μονάδας στις γενικές διατάξεις περί δήλωσης και τήρησης ωραρίου. Επιπλέον, ο έλεγχος τήρησης του ωραρίου και η βεβαίωση των υπερωριών του προσωπικού της ΜΕΚΥ ανατίθενται στον επικεφαλής της.
Με την παρ. 2, αποσαφηνίζεται ότι η υπαγωγή του επικεφαλής της ΜΕΚΥ στις διατάξεις για τους μετακινούμενους, η οποία είχε γίνει με το άρθρο 90 του ν. 4826/2021, αφορά την Κατηγορία Ι, κατ’ αναλογία των ισχύοντων για τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.). Η προτεινόμενη διάταξη αποσκοπεί στη διευκόλυνση του έργου της Μονάδας Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης, Κοινωνικής Ασφάλισης, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μ.Ε.Κ.Υ.) μέσω της συνεργασίας της με διεθνείς φορείς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμμετοχή σε διεθνή και ευρωπαϊκά συνέδρια, καθώς επίσης και οι επισκέψεις σε αντίστοιχους φορείς του εξωτερικού κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να προωθηθεί η  ανάπτυξη  νέων μοντέλων στα πεδία δραστηριοποίησης της Μ.Ε.Κ.Υ., όπως αυτά καταγράφονται στον ιδρυτικό της νόμο.
Τέλος, με την παρ. 3 προβλέπεται ότι η ΜΕΚΥ μπορεί να οριστεί ως εκτελών την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να συνεπικουρήσει τους συνεργαζόμενους φορείς στην ψευδωνυμοποίηση, εφόσον οι φορείς αυτοί συμφωνούν, λόγω του εξαιρετικά μεγάλου όγκου των δεδομένων και του αντίστοιχου φόρτου εργασίας, με τον οποίο επιβαρύνονται οι συνεργαζόμενοι φορείς, και προκειμένου να μην υπάρχουν χρονικά κενά στην παροχή των απαραίτητων δεδομένων.

________________________________________________________________________________________

ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ:
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.) ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ Δ.ΥΠ.Α.


Αιτιολογική έκθεση

Η «ταυτότητα» της αξιολογούμενης ρύθμισης

1. Ποιο ζήτημα αντιμετωπίζει η αξιολογούμενη ρύθμιση;


Οι αξιολογούμενες ρυθμίσεις του Μέρους Α' της Ενότητας Γ προσδιορίζουν τον σκοπό και το αντικείμενο του νόμου.

Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις του Μέρους Β' της Ενότητας Γ’ εισάγεται το σύστημα διορισμού και προσλήψεων των μόνιμων εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), και παράλληλα διαμορφώνεται ένα μητρώο για την επιλογή των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών που καλύπτουν τις ανάγκες της Δ.ΥΠ.Α. σε έκτακτο προσωπικό. Η Δ.ΥΠ.Α. αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους φορείς στην ελληνική δημόσια διοίκηση, ιδίως σε εύρος αρμοδιοτήτων. Μεγάλο, δε, μέρος των αρμοδιοτήτων της αφορά στην εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Στο πλαίσιο επίτευξης των σκοπών της, η Δ.ΥΠ.Α. διαθέτει θέσεις εκπαιδευτικού προσωπικού, καθώς, αφενός, λειτουργεί μονάδες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης του εργατικού δυναμικού και, αφετέρου, διαθέτει τις αρμόδιες οργανικές μονάδες, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, οι οποίες έχουν, μεταξύ άλλων, ως στρατηγικό σκοπό την εφαρμογή πολιτικών για την αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού μέσω της προώθησης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και της σύνδεσής τους με την απασχόληση. Με το σύστημα το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’ της Ενότητας Γ’, δημιουργείται μια διαδικασία διορισμού και προσλήψεων, βασιζόμενη στις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της αντικειμενικότητας σε συνδυασμό με την επίτευξη μεγαλύτερης ταχύτητας και αποτελεσματικότητας στις σχετικές διαδικασίες. Συγκεκριμένα, με τα άρθρα 156 έως 164 ρυθμίζεται η διαδικασία κατάταξης των υποψηφίων σε πίνακες βάσει σειράς προτεραιότητας, την οποία αποκτούν μέσω της μοριοδότησης καθορισμένων κριτηρίων. Το εν λόγω σύστημα είναι σύμφωνο με τις συνταγματικές αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της ισότητας, και ειδικότερα της πρόσβασης των πολιτών στις δημόσιες θέσεις βάσει της προσωπικής τους αξίας και ικανότητας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4, της παρ. 1 του άρθρου 5 και της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, καθώς θέτει προκαθορισμένα, αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια για την κατάταξη των υποψηφίων, τα οποία αφορούν τα ακαδημαϊκά τους προσόντα, την εργασιακή και διδακτική τους εμπειρία, αλλά και κοινωνικά κριτήρια. Εν συνεχεία, με το άρθρο 165, ρυθμίζονται ορισμένα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α.
Με τα άρθρα 166 και 167 προβλέπεται η συγκρότηση ενός μητρώου για την επιλογή των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών που καλύπτουν τις ανάγκες της Δ.ΥΠ.Α. σε έκτακτο προσωπικό, στο οποίο για να ενταχθεί κανείς οφείλει, επίσης, να διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και να πληροί τα καθορισμένα κριτήρια που απαιτούνται και το μόνιμο ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εκπαιδευτικό προσωπικό, τα οποία, ομοίως, μοριοδοτούνται. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατή η κατάταξη των υποψηφίων διαφυλάσσοντας τις προαναφερόμενες συνταγματικές αρχές, αλλά και η επιτάχυνση και απλούστευση των διαδικασιών, καθώς δημιουργείται μια δυναμική πηγή εκπαιδευτικού προσωπικού, από την οποία αντλούνται τα άτομα που κρίνονται κατάλληλα, βάσει της κατάταξής τους, για την εκάστοτε θέση.

Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις του του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’ της Ενότητας Γ επιδιώκεται η διευθέτηση ορισμένων ζητημάτων αρμοδιότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) και η επίτευξη της όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερης λειτουργίας των υπηρεσιών του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Ειδικότερα, με το άρθροο 168 ρυθμίζονται ορισμένα ζητήματα σχετικά με τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., ενώ με το άρθρο 169 παρέχεται στην Επιθεώρηση Εργασίας η αρμοδιότητα ελέγχου και τήρησης των όρων υλοποίησης των προγραμμάτων Μάθησης σε εργασιακό χώρο και υποχρεώσεων των εργοδοτών στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων. Ακολούθως, με το άρθρο 170 αντιμετωπίζεται το ζήτημα της καταχώρησης στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ II, των ωφελουμένων/ασκούμενων που συμμετέχουν στα Προγράμματα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας και στα Προγράμματα «Προεργασία» από τους εργοδότες/παρόχους τους, με το άρθρο 171 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 776/1977 ώστε να προσδιοριστεί ως αρμόδια Υπηρεσία για την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής το Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης (ΚΠΑ2) του τόπου κατοικίας της δικαιούχου, με το άρθρο 172 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954 έτσι ώστε να αφαιρεθεί η δυνατότητα υποβολής αίτησης για επιδότηση ανεργίας από νομίμως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, ενώ με το άρθρο 173 προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 4921/2022 σχετικά με τις εισοδηματικές προϋποθέσεις για παροχές προς ανέργους και αναζητούντες εργασία, έτσι ώστε να προστεθεί η διευκρίνιση ότι η μοριοδότηση του κριτηρίου της ανεργίας για διορισμό ή πρόσληψη στο δημόσιο τομέα μέσω των διαδικασιών επιλογής του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) συμπεριλαμβάνεται στις διευκολύνσεις που υπόκεινται στις τιθέμενες εισοδηματικές προϋποθέσεις. Επιπλέον, με το άρθρο 174 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 2 του 235 του ν. 4389/2016 ώστε να εξαιρεθεί από το δηλούμενο εισόδημα που υπολογίζεται για την ένταξη στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το ειδικό βοήθημα της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 (Α’ 79) το οποίο χορηγείται σε όσους εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας τους. Με το άρθρο 175 ορίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τη Δ.ΥΠ.Α. για την αποπληρωμή των παρόχων των προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής είναι ανεκχώρητα, ασυμψήφιστα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις περί φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, με σκοπό την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτησή τους και κατ’ επέκταση την απρόσκοπτη λειτουργία των κοινωνικών προγραμμάτων της Δ.ΥΠ.Α. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων στους παρόχους και στους δικαιούχους των Προγραμμάτων αυτών σε περίπτωση παράβασης των όρων τους. Με το άρθρο 176 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4756/2020, η οποία αφορά το ακατάσχετο και αφορολόγητο των κοινωνικοασφαλιστικών της Δ.ΥΠ.Α., έτσι ώστε να συμπεριληφθεί στην υφιστάμενη ρύθμιση η παροχή της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, σχετικά με τα βοηθήματα των αυτοτελώς και ανεξαρτήτως απασχολουμένων. Με το άρθρο 177 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 87 του ν. 4706/2020, ώστε να απλουστευθεί έτι περαιτέρω η διαδικασία ρύθμισης των ανεξόφλητων οικονομικών αξιώσεων των δικαιούχων του άρθρου 21 του ν. 1767/1988. Με το άρθρο 178 προβλέπεται ότι δεν επέρχεται αναστολή της επιδότησης ανεργίας στην περίπτωση απασχόλησης με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μίας ημέρας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν υπερβαίνει σωρευτικά τις τρεις ημέρες εβδομαδιαίως και τις δώδεκα μηνιαίως, αφαιρουμένων από την τακτική επιδότηση ισαρίθμων με τις ημέρες απασχόλησης ημερησίων επιδομάτων.

2. Γιατί αποτελεί πρόβλημα;

Ως προς το Μέρος Β’ της Ενότητας Γ’:

Με τα άρθρα 156 έως 164 του Κεφαλαίου Α' επιδιώκεται η δημιουργία ενός συστήματος διορισμού και προσλήψεων των μόνιμων εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), το οποίο μέχρι σήμερα ελλείπει, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο διορισμός/πρόσληψη εκπαιδευτικών από τη Δ.ΥΠ.Α., παρότι υπάρχουν κενές θέσεις και μεγάλη ανάγκη στελέχωσης των οργανικών μονάδων της που σχετίζονται με την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί εξαιρούνται, δυνάμει της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4765/2021, από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, ο οποίος αφορά, μεταξύ άλλων, στο σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, διαπιστώθηκε η ύπαρξη κενού, το οποίο είναι αναγκαίο να καλυφθεί μέσω της θέσπισης ενός εξειδικευμένου συστήματος βασισμένου στις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της ισότητας.

Με το άρθρο 165 του Κεφαλαίου Α’ επιδιώκεται να ρυθμιστούν ορισμένα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α., για τα οποία μέχρι σήμερα υπήρχε ένα ασαφές πλαίσιο, ενώ με τα άρθρα 166 και 167 επιδιώκεται η αλλαγή του τρόπου πρόσληψης των αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α. μέσω της συγκρότησης ενός δυναμικού μητρώου, στο οποίο εντάσσονται όσοι διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και πληρούν αντικειμενικώς καθορισμένα κριτήρια, καθώς η μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενη διαδικασία ήταν ιδιαιτέρως χρονοβόρα και περίπλοκη, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική η ανάγκη απλούστευσης και επιτάχυνσης αυτής,
διασφαλίζοντας βεβαίως παράλληλα την προάσπιση των προαναφερόμενων αρχών και έχοντας ως γνώμονα την εύρυθμη λειτουργία της Δ.ΥΠ.Α., αλλά και την παροχή ποιοτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

Ως προς το Κεφάλαιο Β' του Μέρους Β' της Ενότητας Γ':

Με το άρθρο 168 επιδιώκονται κάποιες τροποποιήσεις στο ν. 4763/2020, αναφορικά με τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας (ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας) της Δ.ΥΠ.Α., ώστε να αποτυπωθούν ρητώς θέματα τα οποία συνάδουν με το έργο που επιτελούν.
Με το άρθρο 169 επιδιώκεται να εξαλειφθεί το κενό αρμοδιότητας ως προς τον ελεγκτικό φορέα των συμβάσεων μαθητείας και των συμβάσεων πρακτικής άσκησης, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Με το άρθρο 170 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της έλλειψης ηλεκτρονικής καταγραφής των συμμετεχόντων στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και «προεργασίας», με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτή η παρακολούθησή τους.

Με το άρθρο 171 επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 776/1977, καθώς δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες.

Στο άρθρο 172, η προσθήκη της δυνατότητας υποβολής αίτησης για επιδότηση ανεργίας από νομίμως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο έλαβε χώρα με τη ρύθμιση του άρθρου 88 του ν. 5036/2023, το οποίο προσφάτως τροποποίησε την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954. Η διαδικασία εξασφάλισης αξίωσης προς επιδότηση ανεργίας μέσω εξουσιοδότησης δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της διαθεσιμότητας προς εργασία που είναι αναγκαίο να πληροί ο άνεργος.

Με το άρθρο 173 τίθεται ρητά ότι μία εκ των διευκολύνσεων η οποία υπόκειται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του ν. 4921/2022 είναι η μοριοδότηση του κριτηρίου της ανεργίας για διορισμό ή πρόσληψη στο δημόσιο τομέα μέσω των διαδικασιών επιλογής του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες κατά την εφαρμογή της διάταξης.

Με το άρθρο 174, επιδιώκεται η στήριξη μιας ιδιαίτερα ευάλωτης κοινωνικής ομάδας, ήτοι των δικαιούχων του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, οι οποίοι παράλληλα λαμβάνουν από τη Δ.ΥΠ.Α. το ειδικό βοήθημα της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 επειδή εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας τους.

Η ρύθμιση του άρθρου 175 κρίνεται αναγκαία για τη διευκόλυνση των παρόχων των προγραμμάτων κοινωνικού χαρακτήρα της Δ.ΥΠ.Α., καθώς και για την καλύτερη λειτουργία των προγραμμάτων αυτών.

Η ρύθμιση του άρθρου 176 κρίνεται αναγκαία καθώς η παροχή της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152), σχετικά με τα βοηθήματα των αυτοτελώς και ανεξαρτήτως απασχολουμένων, συμπεριλαμβάνεται στην παρ. 2 του άρθρου 67 του ν. 4756/2020.

Με το άρθρο 177 λαμβάνεται μέριμνα για την χορήγηση της περιγραφόμενης έκπτωσης στους δικαιούχους, στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ένδικο μέσο από τη Δ.ΥΠ.Α. ή και το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να είναι δυνατή η ομαλή εφαρμογή της διάταξης.

Η ρύθμιση του άρθρου 178 επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες που προκαλούνται από τη διαδικασία αναστολής και μετ’ έπειτα συνέχισης της τακτικής επιδότησης στην περίπτωση ανάληψης εργασίας έστω και μίας ημέρας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το γεγονός ότι οι συμβάσεις μίας ημέρας είναι αρκετά συχνές σε δραστηριότητες, όπως αυτές του τουριστικού επισιτιστικού κλάδου.

Κατ' άρθρο ανάλυση αξιολογούμενης ρύθμισης

Σύνοψη στόχων κάθε άρθρου

Άρθρο Στόχος


154 Ορίζεται ο σκοπός της Ενότητας Γ' του νομοσχεδίου.

155 Ορίζεται το αντικείμενο της Ενότητας Γ' του νομοσχεδίου.

156 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται ότι οι κενές οργανικές θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) θα καλύπτονται με επιλογή προσωπικού που διενεργείται από τη Δ.ΥΠ.Α. και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), βάσει σειράς προτεραιότητας και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α' 133) σχετικά με τον ετήσιο προγραμματισμό προσλήψεων ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκπαιδευτικοί εξαιρούνται από τις διατάξεις του ν. 4765/2021, ο οποίος αφορά, μεταξύ άλλων, στο σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, διαπιστώθηκε η ύπαρξη κενού αναφορικά με τους διορισμούς και τις προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη Δ.ΥΠ.Α., παρά το γεγονός ότι διαθέτει πληθώρα οργανικών μονάδων που είναι αναγκαίο να στελεχώνονται από εκπαιδευτικούς. Ως εκ τούτου, ανέκυψε η ανάγκη θέσπισης ενός συστήματος διορισμού και προσλήψεων, το οποίο θα βασίζεται στις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της ισότητας και θα αποτελεί το μέσο της βέλτιστης επιλογής εκπαιδευτικού προσωπικού και κατ' επέκταση της παροχής ποιοτικών και αναβαθμισμένων εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

157 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται η διαδικασία έκδοσης της σχετικής προκήρυξης, η οποία εγκρίνεται από το Α.Σ.Ε.Π., τα απαιτούμενα προσόντα διορισμού που πρέπει να κατέχουν οι υποψήφιοι ώστε να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιλογής καθώς και τα κριτήρια επιλογής αυτών. Σκοπός της διάταξης είναι να τεθούν προκαθορισμένα, αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοκρατική επιλογή των υποψηφίων.

158 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται η διαδικασία υποβολής της αίτησης συμμετοχής των υποψηφίων και των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

159 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται η κατάταξη των κριτηρίων επιλογής των υποψηφίων και η μοριοδότησή τους, έτσι ώστε το εκπαιδευτικό προσωπικό της Δ.ΥΠ.Α. να επιλέγεται βάσει σειράς προτεραιότητας. Τα κριτήρια τα οποία μοριοδοτούνται προσδιορίζονται ανά κατηγορία Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ) αντίστοιχα, και αφορούν σε ακαδημαϊκά προσόντα, στην εργασιακή και διδακτική εμπειρία, αλλά και σε κοινωνικά κριτήρια. Σκοπός είναι η ενίσχυση του εκπαιδευτικού δυναμικού της Δ.ΥΠ.Α. με επιστημονικά καταρτισμένο αλλά και έμπειρο προσωπικό, τόσο σε επίπεδο διδασκαλίας, όσο και σε εργασιακό επίπεδο, καθώς οι μονάδες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α. διέπονται από το δυικό σύστημα, συνδυάζουν δηλαδή τόσο τη θεωρητική όσο και την εργαστηριακή εκπαίδευση. Επιπλέον, με τη μοριοδότηση κοινωνικών κριτηρίων εκδηλώνεται η πρόνοια του νομοθέτη για την προστασία της οικογένειας και των ατόμων με αναπηρία. Περαιτέρω, προσδιορίζεται η μοριοδότηση της συνέντευξης, η οποία αποτελεί ένα από τα κριτήρια για τη διακρίβωση της καταλληλότητας του υποψηφίου. Επιπροσθέτως, διευκρινίζονται τα ειδικότερα θέματα σχετικά με τα κριτήρια κατάταξης, ενώ παράλληλα τίθενται κριτήρια για την επίλυση περιπτώσεων ισοβαθμίας των υποψηφίων.

160 Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται το αρμόδιο όργανο για τη διενέργεια του ελέγχου των αιτήσεων και των δικαιολογητικών των υποψηφίων, καθώς και για την κατάρτιση των αρχικών προσωρινών πινάκων συμμετεχόντων κατά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί για τη συμμετοχή στη διαδικασία, αλλά και του πίνακα αποκλειομένων από τη διαδικασία επιλογής.

161 Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ότι οι υποψήφιοι που έχουν καταταχθεί στους αρχικούς προσωρινούς πίνακες κατάταξης καλούνται από αρμόδια Επιτροπή σε ατομική δομημένη συνέντευξη ώστε να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του κάθε υποψηφίου για τα καθήκοντα της εκάστοτε θέσης, καθώς και η επικοινωνιακή τους ικανότητα, και παράλληλα, καθορίζονται οι λεπτομέρειες διενέργειας αυτής και οι θεματικές της ενότητες. Επιπλέον, ορίζεται ότι η Επιτροπή καλεί σε συνέντευξη μόνο εκείνους τους υποψηφίους, που, σύμφωνα με τα δηλούμενα στην αίτησή τους στοιχεία, προηγούνται στη σειρά στον πίνακα κατάταξης και σε αριθμό τουλάχιστον διπλάσιο από τον αριθμό των προκηρυχθεισών θέσεων.

162 Με την προτεινόμενη διάταξη ολοκληρώνεται η διαδικασία πλήρωσης θέσεων με την πρόβλεψη για την κατάρτιση των τελικών προσωρινών και οριστικών πινάκων κατάταξης. Οι τελικοί προσωρινοί πίνακες καταρτίζονται μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης και είναι δυνατή η άσκηση ένστασης ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π.. Παράλληλα, στους πίνακες αποκλειομένων για τυπικούς λόγους περιλαμβάνονται πλέον και οι υποψήφιοι οι οποίοι, ενώ προσκλήθηκαν, δεν προσήλθαν σε συνέντευξη. Επιπλέον ορίζεται ότι όλοι οι πίνακες αναρτώνται στον διαδικτυακό τόπο της Δ.ΥΠ.Α. και του Α.Σ.Ε.Π. Μετά την εξέταση των ενστάσεων συντάσσονται από την αρμόδια επιτροπή οι οριστικοί πίνακες κατάταξης διοριστέων/προσληπτέων και οι πίνακες απορριπτέων, οι οποίοι αναρτώνται στον διαδικτυακό τόπο της Δ.ΥΠ.Α., του Α.Σ.Ε.Π., του προγράμματος «Διαύγεια» και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν με την εξέταση των ενστάσεων επέρχονται μεταβολές στη σειρά υποψηφίων προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αίτησης θεραπείας. Τέλος, ρυθμίζεται ότι η ισχύς των οριστικών πινάκων κατάταξης διαρκεί για τρία (3)έτη.

163 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζονται οι λόγοι αποκλεισμού των υποψηφίων από τη διαδικασία επιλογής, οι οποίοι αφενός περιλαμβάνουν τα κωλύματα διορισμού που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α’ του ν. 3528/2007 (Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., Α’ 26), και αφετέρου περιλαμβάνει όσους δε διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα σύμφωνα με την αντίστοιχη προκήρυξη κλάδων και ειδικοτήτων, δεν έχουν προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, υποβάλλουν εκπρόθεσμα αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά ή διαπιστώνεται ότι τα υποβληθέντα δικαιολογητικά είναι μη γνήσια, δεν έχουν υποβάλλει αναγνώριση του βασικού τίτλου σπουδών αλλοδαπής από τα σχετικά αρμόδια όργανα, υποβάλλουν περισσότερες της μιας αιτήσεις για θέσεις της ίδιας προκήρυξης ή σωρεύουν στην αίτηση θέσεις διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού, δεν προσέρχονται στη συνέντευξη, παρότι προσκλήθηκαν ή κατέχουν δεύτερη θέση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 35 του ν. 3528/2007.

164 Με την προτεινόμενη διάταξη  καθορίζονται οι διαδικαστικές λεπτομέρειες σχετικά με τον διορισμό/πρόσληψη των μονίμων εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχα, και ακολούθως σχετικά με την ανάληψη υπηρεσίας από αυτούς. Επιπροσθέτως, ρυθμίζεται ότι ο έλεγχος γνησιότητας των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών διενεργείται εντός τριών (3) μηνών από την έκδοση πράξης διορισμού ή πρόσληψης. Εν συνεχεία, λαμβάνεται μέριμνα για τις περιπτώσεις κωλύματος διορισμού, ή μη γνησιότητας δικαιολογητικών διορισμού, ή μη αποδοχής του διορισμού, ή παραίτησης ή θανάτου υποψηφίου, ενώ τέλος καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την πλήρωση νέων θέσεων από πίνακες επιλαχόντων, καθώς και για τους νεοδιοριζόμενους και για τη μονιμοποίησή τους.

165 Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζονται κάποια καίρια ζητήματα υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών της Δ.ΥΠ.Α. και ιδίως αυτά που αφορούν στις μεταθέσεις, τις μετατάξεις και τις αποσπάσεις αυτών, ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση για το εφαρμοζόμενο πλαίσιο που διέπει τους εκπαιδευτικούς της Δ.ΥΠ.Α. Παράλληλα, ορίζεται ότι οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3687/2008, σχετικά με την αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας, εφαρμόζονται αναλογικά και για τους εκπαιδευτικούς της Δ.ΥΠ.Α.

166 Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η συγκρότηση ενός μητρώου για την επιλογή των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών που καλύπτουν τις ανάγκες της Δ.ΥΠ.Α. σε έκτακτο προσωπικό, στο οποίο για να ενταχθεί κανείς οφείλει, επίσης, να διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και να πληροί τα καθορισμένα κριτήρια που απαιτούνται και το μόνιμο ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εκπαιδευτικό προσωπικό, τα οποία, ομοίως, μοριοδοτούνται. Συγκεκριμένα, για να ενταχθεί κάποιος στο Μητρώο, η Δ.ΥΠ.Α. εκδίδει σχετική πρόσκληση και ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει σχετική   αίτηση,   καταθέτοντας,   παράλληλα,   τα   απαιτούμενα
δικαιολογητικά και δηλώνοντας τη σειρά των προτιμήσεών του για τις θέσεις κατά κλάδο ή ειδικότητα και Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφερειακή Διεύθυνση ή άλλη ειδικότερη περιοχή σύμφωνα με την πρόσκληση, στις οποίες επιθυμεί να απορροφηθεί. Ακολούθως, περιγράφεται η διαδικασία ένταξης στο Μητρώο, επιλογής των μελών κατόπιν μοριοδότησης, καθώς και επικαιροποίησης των στοιχείων τους. Μέσω της συγκρότησης του ανωτέρω μητρώου σκοπείται η επιτάχυνση και απλούστευση των διαδικασιών, διαφυλάσσοντας, όμως παράλληλα, τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθώς δημιουργείται μια δυναμική πηγή εκπαιδευτικού προσωπικού, από την οποία αντλούνται τα άτομα που κρίνονται κατάλληλα, βάσει της κατάταξής τους, για την εκάστοτε θέση.

167 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζονται οι λόγοι απένταξης από το Μητρώο, καθώς και οι λόγοι προσωρινού αποκλεισμού από την πρόσληψη.

168 Με την προτεινόμενη διάταξη προτείνονται επιμέρους τροποποιήσεις στο ν. 4763/2020, οι οποίες σχετίζονται με τις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας (ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας) της Δ.ΥΠ.Α. Ειδικότερα, με την παρ. 1 προτείνεται η τροποποίηση της περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, ώστε να αναφερθεί ρητώς στο θεσμικό πλαίσιο που περιγράφει τον σκοπό των ΕΠΑ.Σ., ότι στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους εντάσσεται και η μέριμνα για την εναρμόνιση των επαγγελματικών ειδικοτήτων με τις ανάγκες της τοπικής αγοράς, με σκοπό την πρακτική άσκηση και την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων. Εν συνεχεία, το άρθρο 11Α του ανωτέρω νόμου, το οποίο σχετίζεται με τις ειδικότητες των Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης (Ε.Σ.Κ.) επεκτείνεται και στις ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., ενώ παράλληλα προστίθεται άρθρο 11Β με το οποίο δίνεται η δυνατότητα να οργανώνονται και να λειτουργούν στις ΕΠΑ.Σ. ξενόγλωσσα τμήματα που απευθύνονται σε αλλοδαπούς πολίτες χωρών εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, στο άρθρο 15 του ν. 4763/2020 προστίθενται παράγραφοι 20 και 21, οι οποίες περιλαμβάνουν τις αναγκαίες εξουσιοδοτικές διατάξεις για την εφαρμογή των ανωτέρων τροποποιήσεων.

169 Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται ότι η Επιθεώρηση Εργασίας είναι η αρμόδια αρχή για τον έλεγχο και την τήρηση των όρων υλοποίησης των προγραμμάτων Μάθησης σε εργασιακό χώρο, τα οποία διέπονται από το ν. 4763/2020 (Α’ 254), καθώς και για τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων των εργοδοτών στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων. Τα προγράμματα αυτά υλοποιούνται βάσει συμβάσεων μαθητείας και συμβάσεων πρακτικής άσκησης. Δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθίσταται αναγκαίο να δοθεί ρητά η αρμοδιότητα ελέγχου στον καθ’ ύλην αρμόδιο φορέα. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία των προγραμμάτων μάθησης σε εργασιακό χώρο, επιτυγχάνεται η αυξημένη προστασία των μαθητευομένων και επιδιώκεται η συμμόρφωση των εργοδοτών στις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους.

170 Η Δ.ΥΠ.Α. καταρτίζει και υλοποιεί προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και προεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 83 του ν. 4368/2016 και το άρθρο 51 του ν. 3693/2008 αντίστοιχα. Στο πλαίσιο αυτό, οι εργοδότες / πάροχοι που εντάσσονται στα ανωτέρω προγράμματα, υπογράφουν με τους ωφελούμενους / ασκούμενους, οι οποίοι υποδεικνύονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΚΠΑ2) της Δ.ΥΠ.Α., χειρόγραφα συμφωνητικά συνεργασίας για το χρονικό διάστημα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και προεργασίας αντίστοιχα, που προβλέπεται από το κάθε πρόγραμμα, δίχως να υπάρχει ηλεκτρονική αποτύπωση των τοποθετήσεων στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ II, γεγονός που δυσχεραίνει την παρακολούθηση των συμμετεχόντων (πάροχοι και ωφελούμενοι). Σκοπός της προτεινόμενης διάταξης είναι, μέσω της ηλεκτρονικής καταχώρησης των στοιχείων και των συμφωνητικών συνεργασίας των συμμετεχόντων, να αμβλυνθούν αυτές οι δυσχέρειες και να επιτευχθεί η αποτελεσματική παρακολούθηση των προγραμμάτων αυτών και κατ’ επέκταση η εύρυθμη λειτουργία τους.

171 Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 776/1997 έτσι ώστε να καθορίζονται ως αρμόδιες υπηρεσίες για την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής μητρότητας τα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης (ΚΠΑ2) του τόπου κατοικίας της δικαιούχου. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι ιδίως η μέγιστη κατά το δυνατόν εξυπηρέτηση των δικαιούχων μητέρων, δεδομένου ότι πλέον τα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης (ΚΠΑ2) της Δ.ΥΠ.Α. εδράζονται πανελλαδικώς και αποτελούν τις αρμόδιες υπηρεσίες για όλες τις λοιπές παροχές μητρότητας. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται τόσο ο εκσυγχρονισμός της διάταξης, όσο και η διευκόλυνση του έργου των υπηρεσιών της Δ.ΥΠ.Α.

172 Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.δ. 2961/1954, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 88 του ν. 5036/2023, έτσι ώστε να αφαιρεθεί η δυνατότητα υποβολής αίτησης για επιδότηση ανεργίας από νομίμως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, καθώς δε συνάδει με την απαίτηση της υφιστάμενης νομοθεσίας σχετικά με τη διαθεσιμότητα του ανέργου και τη δήλωση της παρουσίας του, είτε αυτοπροσώπως είτε ηλεκτρονικά, αλλά σε κάθε περίπτωση από τον ίδιο τον άνεργο.

173 Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 4921/2022 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, έτσι ώστε να τεθεί ρητώς ότι η μοριοδότηση του κριτηρίου της ανεργίας για διορισμό ή πρόσληψη στο δημόσιο τομέα μέσω των διαδικασιών επιλογής του Α.Σ.Ε.Π. εμπίπτει στην έννοια των διευκολύνσεων στις οποίες εφαρμόζονται τα εισοδηματικά κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 19. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η επίτευξη της σαφήνειας σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, έτσι ώστε να επιτευχθεί η ευθεία και ενιαία εφαρμογή της διάταξης από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.

174 Με την προτεινόμενη διάταξη τροποποιείται η παρ. 2 του άρθρου 235 του ν. 4386/2016, ώστε να προστεθεί στις εξαιρέσεις από το δηλούμενο εισόδημα, που υπολογίζεται για την ένταξη στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το ειδικό βοήθημα της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 (Α’ 79) το οποίο χορηγείται σε όσους εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας τους σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του ανωτέρω άρθρου. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η στήριξη των ατόμων αυτών, οι οποίοι βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική ομάδα.

175 Με το προτεινόμενο άρθρο, ορίζεται στην παρ. 1, ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης για την αποπληρωμή των παρόχων Προγραμμάτων Κοινωνικής Πολιτικής (π.χ. Κοινωνικού Τουρισμού, Παιδικών Κατασκηνώσεων, Δελτίων για Βιβλία κλπ), είναι ανεκχώρητα, ασυμψήφιστα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις περί φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των παρόχων των ως άνω προγραμμάτων, τα οποία αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων διαβίωσης του εργατικού δυναμικού και των οικογενειών αυτού. Επιπροσθέτως, με την παρ. 2 προβλέπεται ότι η παράβαση των όρων των Προγραμμάτων από τους παρόχους και τους δικαιούχους αυτών επιφέρει κυρώσεις, οι οποίες θα καθορίζονται στις οικείες κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται για το εκάστοτε πρόγραμμα.

176 Με την προτεινόμενη διάταξη προτείνεται η συμπερίληψη της παροχής της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), σχετικά με τα βοηθήματα των αυτοτελώς και ανεξαρτήτως απασχολουμένων, στο ακατάσχετο και αφορολόγητο που διέπει τις λοιπές κοινωνικοασφαλιστικές παροχές της Δ.ΥΠ.Α. Σημειώνεται ότι το ως άνω βοήθημα κρίνεται σκόπιμο να συμπληρωθεί στην παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4756/2020 και για λόγους ενότητας της διάταξης, καθώς συμπεριλαμβάνεται στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 67 του ίδιου νόμου, όπου αναφέρεται ότι οι παροχή αυτή υπόκειται σε κατάσχεση, όταν συντρέχουν υποχρεώσεις διατροφής συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων.

177 Με την προτεινόμενη ρύθμιση επέρχεται μια τροποποίηση στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 87 του ν. 4706/2020, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4916/2022. Ειδικότερα η εν λόγω διάταξη αφορά στην αντιμετώπιση ανεξόφλητων οικονομικών αξιώσεων έως 31.12.2015, δικαιούχων επιδότησης από τη Δ.ΥΠ.Α., λόγω εγκατάστασης της βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή μεταλλευτικής τους επιχείρησης σε παραμεθόριες περιοχές. Με την ήδη υπάρχουσα ρύθμιση παρεχόταν στους δικαιούχους η δυνατότητα απόσβεσης των απαιτήσεών τους, μέσω χορήγησης δικαιώματος έκπτωσης από οφειλές στη φορολογική διοίκηση ή και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, θέτοντας παράλληλα ως απαραίτητη προϋπόθεση την παραίτησή τους από τα ασκηθέντα από πλευράς τους ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, προστίθεται η ρύθμιση ότι εάν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο από τη Δ.ΥΠ.Α. ή/και το Ελληνικό Δημόσιο, η χορήγηση της έκπτωσης τελεί υπό την αίρεση της παραιτήσεως του δικαιούχου από το ένδικο βοήθημα, επί του οποίου εξεδόθη η προσβαλλόμενη με το ένδικο μέσο απόφαση, και εν συνεχεία καθορίζεται ότι κατόπιν της πλήρωσης της ως άνω αίρεσης ακολουθεί και η παραίτηση της Δ.ΥΠ.Α. ή/και του Ελληνικού Δημοσίου από το ασκηθέν ένδικο μέσο και η κατάργηση της ένδικης διαφοράς στο σύνολό της. Σκοπός της ανωτέρω τροποποίησης είναι η επίτευξη ακόμη μεγαλύτερης διευκόλυνσης των δικαιούχων και η οριστική ένταξή τους στην εν λόγω ευνοϊκή ρύθμιση.

178 Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ότι δεν επέρχεται αναστολή της επιδότησης ανεργίας στην περίπτωση απασχόλησης με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μίας ημέρας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν υπερβαίνει σωρευτικά τις τρεις ημέρες εβδομαδιαίως και τις δώδεκα μηνιαίως, αφαιρουμένων από την τακτική επιδότηση ισαρίθμων με τις ημέρες απασχόλησης ημερησίων επιδομάτων. Ειδικότερα, οι συμβάσεις μίας ημέρας είναι αρκετά συχνές σε δραστηριότητες, όπως αυτές του τουριστικού επισιτιστικού κλάδου. Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο περί τακτικής επιδότησης ανεργίας, αυτή αναστέλλεται στην περίπτωση ανάληψης εργασίας έστω και μίας ημέρας με δυνατότητα συνέχισης αυτής κατά τις διατάξεις του άρθρ. 20 του νδ 2961/54 άμα τη αιτήσει του ασφαλισμένου. Η διαδικασία, ωστόσο, της αναστολής - συνέχισης της επιδότησης μπορεί να δράσει αποτρεπτικά ως προς τη σύναψη των συμβάσεων, καθώς αναπόδραστα συνεπάγεται καθυστερήσεις στην καταβολή της επιδότησης. Η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στην απρόσκοπτη καταβολή των επιδομάτων, στην επιτάχυνση των διαδικασιών και στη διοικητική αποφόρτιση καθώς και στην καταπολέμηση πιθανώς αδήλωτης εργασίας.

179 Η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί προσέλευση μεγαλύτερου αριθμού υποψηφίων προς κατάταξη ιατρών, δεδομένης και της μεγαλύτερης πλέον διάρκειας εκπαίδευσης, προς απόκτηση του τίτλου ιατρικής ειδικότητας, που είναι προαπαιτούμενος για την κατάταξή τους. Ειδικότερα, με το προτεινόμενο όριο ηλικίας των σαράντα δύο (42) ετών εκτιμάται ότι στη διαγωνιστική διαδικασία θα συμμετάσχουν πολλοί περισσότεροι υποψήφιοι, οι οποίοι σήμερα αποκλείονται με αποτέλεσμα να μην καλύπτονται οι προκηρυχθείσες θέσεις και κατ’ επέκταση να μην καθίσταται εφικτό να υλοποιηθεί ο υπηρεσιακός σχεδιασμός για κάλυψη κενών οργανικών θέσεων.

180 Στην προτεινόμενη διάταξη περιέχονται εξουσιοδοτικές διατάξεις.

181 Στην προτεινόμενη διάταξη περιέχονται καταργούμενες διατάξεις.

182 Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται η έναρξη ισχύος του νόμου και επιμέρους διατάξεων του.