ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ «Υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) και
οικονομικών συμφερόντων - Ρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής
Εισαγγελίας»Άρθρο 1 Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις έχουν ως σκοπό την ενίσχυση της διαφάνειας με ταυτόχρονη μείωση των διοικητικών βαρών από τη διαδικασία υποβολής και ελέγχου των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ.. Η επιδιωκόμενη ενίσχυση της διαφάνειας επιτυγχάνεται με την αύξηση του αριθμού των ελεγχόμενων Δ.Π.Κ. σε ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) κατ' ελάχιστον σε βάθος τριετίας, την αναβάθμιση της ποιότητας και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων και την αποφυγή της διάσπασης του ελεγκτικού έργου μέσω της πρόβλεψης ενός μόνο ελεγκτικού οργάνου. Σημειώνεται ότι η ανάγκη αύξησης του αριθμού των ελεγχόμενων Δ.Π.Κ. συνδέεται με την αποτελεσματικότητα του ελέγχου και προκύπτει από την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου (βλ. σύσταση υπ. αρ. 2: «[...] Να διασφαλίσει την αποτελεσματική και συστηματική επαλήθευση της ακρίβειας των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλονται από όλες τις κατηγορίες δημόσιων λειτουργών») και από τις αντίστοιχες προτάσεις της Ομάδας Κρατών Κατά της Διαφθοράς (GRECO GROUP OF STATES AGAINST CORRUPTION - GRECO) (βλ. σύσταση υπ. αρ. 112: «Η GRECO συστήνει την περαιτέρω βελτιστοποίηση και ενίσχυση της εποπτείας των δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων και οικονομικών συμφερόντων των ατόμων στα οποία έχουν ανατεθεί υψηλά εκτελεστικά καθήκοντα»). Το υφιστάμενο έως σήμερα ποσοστό των ελέγχων, όπως επιβεβαιώνεται και από τις ανωτέρω εκθέσεις, είναι ανεπαρκές και δεν υπερβαίνει το τέσσερα τοις εκατό (4%) των δηλώσεων.
Άρθρο 2 Το αντικείμενο των προτεινόμενων ρυθμίσεων συνίσταται:
α) στην πλήρη ψηφιοποίηση της διαδικασίας υποβολής των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ. με άντληση όλων των δεδομένων με αυτόματο τρόπο χωρίς υποχρέωση ηλεκτρονικής επισύναψης από τους υπόχρεους,
β) στην κατάργηση της διαδικασίας έγκρισης της δήλωσης από τους συζύγους, τους εν διαστάσει συζύγους ή μέρη συμφώνου συμβίωσης, όπως ορίζεται στο
άρθρο 1 του ν.
4356/2015 (Α' 181), μέσω της θέσπισης αυτοτελούς υποχρέωσης των συζύγων προς υποβολή δήλωσης,
γ) στην υιοθέτηση ενός κεντροποιημένου συστήματος ελέγχου μέσω της απονομής της σχετικής αρμοδιότητας σε ένα μόνο όργανο, καθώς και της πρόβλεψης ειδικών ελεγκτικών οργάνων, στα οποία κατανέμεται, με απόφαση του ανωτέρω οργάνου και κατά τον λόγο αρμοδιότητας των ειδικών οργάνων, ο έλεγχος των δηλώσεων συγκεκριμένων κατηγοριών υπόχρεων,
δ) στην οριοθέτηση συγκεκριμένων αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων για την επιλογή των ελεγκτέων δηλώσεων,
ε) στην εισαγωγή ετήσιου ελεγκτικού στόχου για το όργανο ελέγχου, με τη μορφή ελάχιστου ποσοστού (πλαφόν) ελεγχόμενων δηλώσεων, και
στ) στην πρόβλεψη περί ορισμού συντονιστή ελέγχων για την επίτευξη του ετήσιου στόχου, καθώς και για την ανάθεση ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, με στόχο την τήρηση ενιαίας μεθοδολογίας και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ελέγχου των δηλώσεων.
Άρθρο 3 Προβλέπονται γενικές υποχρεώσεις κατά την υποβολή της Δ.Π.Κ., όπως η υποχρέωση δήλωσης των περιουσιακών μεταβολών και των περιουσιακών στοιχείων των τέκνων των υπόχρεων, η υποχρέωση των συζύγων, των εν διαστάσει συζύγων και των μερών συμφώνου συμβίωσης προς υποβολή Δ.Π.Κ. ως αυτοτελώς υπόχρεων προσώπων, καθώς και η υποχρέωση υποβολής δήλωσης από κάθε υπόχρεο μέλος συλλογικού οργάνου που συμμετείχε σε συνεδριάσεις αυτού, με τη διευκρίνιση για τα αναπληρωματικά μέλη ότι αφετηριακό γεγονός της προθεσμίας των ενενήντα (90) ημέρων για την υποβολή αρχικής Δ.Π.Κ. αποτελεί η πρώτη συμμετοχή τους στη συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου.
Άρθρο 4 Προσδιορίζονται τα υπόχρεα πολιτικά πρόσωπα, όπως τα μέλη της Κυβέρνησης, οι υφυπουργοί, οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση κατά το πρώτο κεφάλαιο του ν.
3023/2002 (Α' 146) και του π.δ. 15/2022 (Α' 39), οι βουλευτές και οι ευρωβουλευτές, καθώς και όσοι διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.
3023/2002 και το άρθρο 11 του π.δ. 15/2022.
Άρθρο 5 Προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ για τους Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης, τους υπηρεσιακούς γραμματείς, καθώς και για το μη μόνιμο υπαλληλικό πολιτικό προσωπικό, όπως οι συνεργάτες των ιδιαίτερων γραφείων, οι σύμβουλοι ειδικών θέσεων και οι λοιποί μετακλητοί υπάλληλοι.
Άρθρο 6 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τις αποκεντρωμένες διοικήσεις και τους Ο.Τ.Α..
Άρθρο 7 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που υπέχουν τη σχετική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς τους στον δημόσιο τομέα, όπως στα υπουργεία, τις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου, την Ε.Υ.Π., την Υ.Π.Α., τα δασαρχεία και δασονομεία, συλλογικά όργανα της πολεοδομικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων αρχών, της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και αυτοί που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα στα Περιφερειακά Κέντρα Ασφάλισης, τον Ε.Ο.Φ., τον Ε.Φ.Ε.Τ., τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και τον ΕΛ.Γ.Ο. - ΔΗΜΗΤΡΑ.
Άρθρο 8 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τον χώρο της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων. Στο ως άνω πλαίσιο, προβλέπεται και η υποχρέωση των συμβολαιογράφων για υποβολή αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο, στην εφαρμογή www.pothen.gr, των σχετικών συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορούν σε περιουσιακά στοιχεία δικαστικών λειτουργών ή σχετιζόμενων με αυτούς προσώπων.
Άρθρο 9 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικά Χρηματιστήρια - Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» (Ε.Χ.Α.Ε.).
Άρθρο 10 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που υπέχουν τη σχετική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς τους στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, καθώς και στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο, όπως οι ιδιοκτήτες, μέτοχοι και εταίροι τηλεοπτικών σταθμών, οι ιδιοκτήτες, οι εκδότες, οι μέτοχοι και οι εταίροι επιχειρήσεων ή εταιρειών, που εκμεταλλεύονται διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας και οι δημοσιογράφοι.
Άρθρο 11 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τις ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας και τις υπηρεσίες που σχετίζονται με αυτά.
Άρθρο 12 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τις ελεγκτικές και οικονομικές υπηρεσίες του δημοσίου και ιδίως του Υπουργείου Οικονομικών και της Α.Α.Δ.Ε.. Στην υποχρέωση αυτή δεν εμπίπτουν οι υπάλληλοι που απλώς παρίστανται ή φαίνεται ότι συμμετέχουν σε έλεγχο, ενώ στην πραγματικότητα δεν ασκούν ελεγκτικό έργο.
Άρθρο 13 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τον χώρο του αθλητισμού, όπως από αθλητικές ομοσπονδίες, αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (Α.Α.Ε.) και τμήματα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) και από τον χώρο της διαιτησίας.
Άρθρο 14 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που υπέχουν τη σχετική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς τους στο πεδίο των δημόσιων συμβάσεων, ανεξαρτήτως αν αυτοί εντάσσονται στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα.
Άρθρο 15 Προσδιορίζονται οι υπόχρεοι που προέρχονται από τον ιατρικό τομέα, όπως από τα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), τα στρατιωτικά νοσοκομεία, τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, τις κλινικές και τα εργαστήρια, καθώς και τις Τοπικές Μονάδες Υγείας και τους Τομείς Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 3486/2017 (Α' 115)
Άρθρο 16 Προβλέπονται οι υπόχρεοι που δεν εντάσσονται σε κάποια από τις ανωτέρω κατηγορίες, όπως τα μέλη των επιτροπών εξετάσεων υποψηφίων οδηγών, ο πρόεδρος και οι διαχειριστές των Ο.Κοι.Π. της περ. α' της
παρ. 1 του
άρθρου 4 του ν.
4873/2021 (Α' 248), που επιχορηγούνται από το κράτος.
Άρθρο 17 Προβλέπονται αυτοτελώς οι ρυθμίσεις για την υποχρέωση ηλεκτρονικής καταχώρισης των υπόχρεων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των συζύγων τους, των εν διαστάσει συζύγων τους ή των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, από τους αρμόδιους φορείς, καθώς και η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση αμφισβήτησης της ιδιότητας του υπόχρεου. Προβλέπεται η μηνιαία καταχώριση όσων αποκτούν για πρώτη φορά την υποχρέωση προς υποβολή Δ.Π.Κ. από τους αρμόδιους φορείς ή τα όργανα διοίκησης του φορέα στον οποίο υπάγονται ή από τον οποίο εποπτεύονται οι υπόχρεοι ετήσιας Δ.Π.Κ. και περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι ίδιοι ως άνω φορείς ή όργανα διοίκησης ενημερώνουν τα υπόχρεα πρόσωπα για την υποχρέωση προς υποβολή Δ.Π.Κ. μέχρι το τέλος Ιουλίου κάθε έτους. Οι υπόχρεοι γνωστοποιούν μέχρι τις 15 Μαΐου στον αρμόδιο φορέα ή τα όργανα διοίκησης του φορέα στον οποίο υπάγονται ή από τον οποίο εποπτεύονται τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) τους, καθώς και αυτόν των συζύγων τους, των εν διαστάσει συζύγων τους ή των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Η σχετική αρμοδιότητα ενημέρωσης ανατίθεται στους φορείς και στα όργανα, τα οποία υποχρεούνται να καταχωρίζουν την κατάσταση των υπόχρεων προσώπων, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα ανέκυπτε το ανορθόδοξο και παράδοξο σχήμα τα όργανα ελέγχου να ενημερώνουν εκείνους που υπόκεινται σε έλεγχο.
Άρθρο 18 Ρυθμίζονται τα ζητήματα που αφορούν στον χρόνο υποβολής τόσο της αρχικής όσο και της ετήσιας Δ.Π.Κ.. Διευκρινίζεται ότι η υποβολή αρχικής Δ.Π.Κ. λόγω απόκτησης μιας από τις αναφερόμενες στο Κεφάλαιο Β' ιδιότητες αρκεί ακόμα και αν μεταγενέστερα αποκτήθηκαν και άλλες ιδιότητες από αυτές που αναφέρονται στο Κεφάλαιο Β'. Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι οι υπόχρεοι διαθέτουν προθεσμία ενός (1) μήνα για την οικειοθελή συμπλήρωση ελλείψεων ή ανακριβειών.
Άρθρο 19 Προσδιορίζονται τα προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία, που δηλώνονται, από τους υπόχρεους και τα ανήλικα τέκνα τους, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της Δ.Π.Κ.. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι δηλώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του υπόχρεου και των ανήλικων τέκνων του στην ημεδαπή και την αλλοδαπή που υφίστανται την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της δήλωσης έτους. Τέλος, διευκρινίζεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων των υπόχρεων δηλώνονται από αμφότερους τους συζύγους, εν διαστάσει συζύγους και μέρη συμφώνου συμβίωσης.
Άρθρο 20 Προσδιορίζεται η έννοια των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το κύριο περιεχόμενο της Δ.Π.Κ.. Ειδικώς για ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων, προβλέπεται, περαιτέρω, η υποχρέωση δήλωσης και των δανειακών τους υποχρεώσεων, όταν κάθε μία από αυτές υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
Άρθρο 21 Προβλέπεται ότι η δήλωση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά και προσδιορίζεται αναλυτικά ο τρόπος υποβολής της. Για πρώτη φορά προβλέπεται ότι όλα τα δεδομένα της δήλωσης, δηλαδή όχι μόνο αυτά που χορηγούνται από τη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Γ.Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε. που είναι η αρμόδια υπηρεσία για τις χορηγήσεις όλων των στοιχείων των δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων, αλλά και αυτά που προέρχονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μπορούν να αντληθούν με αυτόματο τρόπο. Για τον λόγο αυτό παύει η υποχρέωση ηλεκτρονικής επισύναψης των στοιχείων αυτών από τον υπόχρεο.
Άρθρο 22 Προβλέπονται οι κυρώσεις σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ.. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι είναι δυνατή η υποβολή εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας με ταυτόχρονη πληρωμή παραβόλου. Σε περίπτωση που αυτές υποβληθούν μεταγενέστερα και πάντως μέσα σε ένα (1) έτος από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής, καταβάλλεται αυξημένο παράβολο. Τέλος, προβλέπεται ότι η μη υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
Άρθρο 23 Προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής Δ.Ο.Σ. για τους υπόχρεους σε Δ.Π.Κ., εφαρμοζομένων, αναλογικά, των ίδιων διατάξεων σχετικά με τον τρόπο υποβολής και ρυθμίζεται αναλυτικά το περιεχόμενό της, με πρόβλεψη και των καταγεγραμμένων συμφερόντων (lobbying) στο Μητρώο Διαφάνειας του ν.
4829/2021 (Α' 166) για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση δραστηριοτήτων επιρροής.
Άρθρο 24 Προβλέπονται τεχνικές ρυθμίσεις που διασφαλίζουν το απόρρητο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του υπόχρεου και οργανωτικά μέτρα για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ορθή και αδιάλειπτη λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων. Για τον λόγο αυτό, προβλέπεται η υπογραφή σύμβασης μεταξύ της Επιτροπής Ελέγχου και της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., καθώς και πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ του συντονιστή του άρθρου 26, των οργάνων του άρθρου 27 και της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. για τις λεπτομέρειες εφαρμογής των προτεινόμενων διατάξεων για την προσήκουσα και αποτελεσματική λειτουργία της διαδικασίας υποβολής και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης. Τέλος, προβλέπεται ότι τα δεδομένα που καταχωρίζονται στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης διατηρούνται μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39.
Άρθρο 25 Προβλέπεται η οργάνωση και η λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου και ο ορισμός της ως του μόνου αρμοδίου οργάνου για τον έλεγχο όλων των δηλώσεων. Ειδικώς για τα μέλη της Επιτροπής που είναι δικαστικοί λειτουργοί, προβλέπεται ότι η θητεία τους δεν μπορεί να ανανεωθεί και ασκούν τα καθήκοντά τους παράλληλα με αυτά της κύριας θέσης τους. Σε κάθε περίπτωση, η παράλληλη απασχόληση δεν πρέπει να οδηγεί σε παρεμπόδιση του προγραμματισμού των συνεδριάσεων και του έργου της Επιτροπής από τον προγραμματισμό των δικαστηρίων.
Άρθρο 26 Προβλέπεται για πρώτη φορά ο ορισμός από τον Πρόεδρο της Βουλής συντονιστή ελέγχου για να επικουρεί το έργο της Επιτροπής. Ο συντονιστής ελέγχων, πέραν του αυτονόητου καθήκοντος συντονισμού όλων των ελέγχων και των διαδικασιών συνεργασίας με τα ειδικά όργανα του άρθρου 27, είναι αρμόδιος και για την επίτευξη των ετήσιων στόχων που τίθενται από την Επιτροπή και υπεύθυνος για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τους κανόνες προστασίας αυτών. Επιπλέον, προβλέπεται με απόφαση της Επιτροπής η δυνατότητα ανάθεσης και άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες.
Άρθρο 27 Προβλέπεται ότι ο έλεγχος του άρθρου 28 διενεργείται και από τα ειδικά ελεγκτικά όργανα που αναφέρονται στην προτεινόμενη ρύθμιση, δηλαδή τη Γ' Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, την Εθνική Αρχή Διαφάνειας και την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας. Επιπλέον ορίζεται ότι μόνο μετά από απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου κατανέμεται ο έλεγχος συγκεκριμένων κατηγοριών υπόχρεων στα ειδικά όργανα, ενώ, περαιτέρω, με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται και ζητήματα που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών. Ο συντονιστής του άρθρου 26 ορίζεται ως αρμόδιος για την επίλυση ζητημάτων που σχετίζονται με τη στοχοθεσία και τον τρόπο συνεργασίας τους. Επομένως δύναται, μεταξύ άλλων, να δημιουργήσει και να συγκαλέσει ένα άτυπο συμβούλιο των επικεφαλής των διοικητικών υπηρεσιών των ειδικών οργάνων ελέγχου, ώστε να εξασφαλίζεται η συμβολή τους στους στόχους της Επιτροπής Ελέγχου.
Άρθρο 28 Προβλέπονται τα είδη και οι προϋποθέσεις των ελέγχων. Επιπλέον θεσπίζεται η υποχρέωση ολοκλήρωσης του ελέγχου της δήλωσης εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους υποβολής. Αν προκύπτουν ενδείξεις ή νέα αποδεικτικά στοιχεία τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί μέχρι τη συμπλήρωση της σχετικής προθεσμίας παραγραφής. Τέλος, ορίζεται ότι, όπου απαιτείται, η Επιτροπή Ελέγχου λαμβάνει υπόψη της τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας και με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων.
Άρθρο 29 Προβλέπεται για πρώτη φορά ότι η Επιτροπή θέτει κατ' έτος έναν ετήσιο ελεγκτικό στόχο, δηλαδή ένα ποσοστό για τον έλεγχο των δηλώσεων της τελευταίας πενταετίας, μετά από πλήρως αιτιολογημένη εισήγηση του συντονιστή, με βάση τουλάχιστον τον αριθμό των ελεγκτών κατά την έκδοση της απόφασης και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά το τελευταίο έτος. Στο ως άνω πλαίσιο, καθορίζονται από την Επιτροπή συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την επιλογή των ελεγχόμενων δηλώσεων, όπως κριτήρια ανάλυσης κινδύνου και στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Για λόγους διαφάνειας, τα κριτήρια αυτά καθορίζονται κατ' έτος πριν από την έναρξη της προθεσμίας υποβολής των Δ.Π.Κ.. Τίθεται, τέλος, για πρώτη φορά κατώτατο όριο (πλαφόν) στον ετήσιο ελεγκτικό στόχο, ο οποίος δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού επτά τοις εκατό (7%) των υποβαλλόμενων δηλώσεων. Για λόγους ομαλής μετάβασης στα νέα δεδομένα, το ποσοστό αυτό ορίζεται σε πέντε τοις εκατό (5%) για το πρώτο έτος εφαρμογής και για το δεύτερο σε έξι τοις εκατό (6%).
Άρθρο 30 Τίθενται οι ρυθμίσεις για τη διαδικασία του ελέγχου από τους ελεγκτές και τη μη δέσμευση αυτών από περιορισμούς που αφορούν το τραπεζικό, χρηματιστηριακό, και επαγγελματικό απόρρητο, καθόσον ως προς το φορολογικό απόρρητο εφαρμόζονται το
άρθρο 17 του ν.
4987/2022 και η υπό στοιχεία ΠΟΛ1154/31.7.2018 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητική της Α.Α.Δ.Ε., ενώ εξακολουθεί να προβλέπεται η απευθείας επιγραμμική (online) πρόσβαση των ελεγκτικών οργάνων στα λοιπά πληροφοριακά συστήματα και τις βάσεις δεδομένων που διαχειρίζονται άλλες δημόσιες υπηρεσίες και στα στοιχεία φορολογικών ελέγχων που τηρούνται στην Α.Α.Δ.Ε., σε στοιχεία της φορολογικής διοίκησης, καθώς και σε πάσης φύσεως αρχεία δημόσιας αρχής, υπηρεσίας ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα που κατά τα ανωτέρω αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, όπως του Κτηματολογίου, του Γ.Ε.ΜΗ. και του συστήματος «Τειρεσίας».
Άρθρο 31 Προβλέπονται επιπρόσθετες ελεγκτικές δυνατότητες για την Επιτροπή Ελέγχου και τα ειδικά όργανα, που συνίστανται ιδίως στην παροχή ομαδοποιημένων πληροφοριών από τους υπόχρεους για κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, τις κρατικές χρηματοδοτήσεις τους, τις ιδιωτικές και τις παντός είδους εισφορές ή προσφορές, καθώς και στην υποβοήθηση του έργου τους από ορκωτούς ελεγκτές και πραγματογνώμονες. Προβλέπονται, περαιτέρω, οι ενέργειες του οργάνου που διενήργησε τον έλεγχο μετά το πέρας του και η σχετική ενημέρωση της Επιτροπής Ελέγχου από αυτό, με την επισήμανση ότι η αρχειοθέτηση των δημοσιοποιούμενων δηλώσεων δεν καθίσταται οριστική αν δεν παρέλθει ο αναγκαίος χρόνος της δημοσιοποίησης. Συγκεκριμένα, με το πέρας κάθε ελέγχου, το όργανο που διενήργησε τον έλεγχο αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να διαβιβαστεί με αιτιολογημένο και εμπεριστατωμένο πόρισμά του στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται βάσιμα και επαρκή και ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή Ελέγχου για το αποτέλεσμα του ελέγχου. Τέλος, ρυθμίζεται η δυνατότητα ανάσυρσης υπόθεσης που έχει αρχειοθετηθεί και μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39.
Άρθρο 32 Τίθενται οι προϋποθέσεις ανάρτησης των Δ.Π.Κ. συγκεκριμένων κατηγοριών υπόχρεων και προβλέπεται για πρώτη φορά ο διαχωρισμός των σχετικών καταλόγων σε αρχικές και ετήσιες δηλώσεις, καθώς επίσης και η εξαίρεση από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων υπόχρεων που δεν βρίσκονται εν ζωή.
Άρθρο 33 Προβλέπονται οι κυρώσεις στις περιπτώσεις της μη υποβολής ή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης που τυποποιείται στο άρθρο 39. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων και η επιβολή χρηματικής ποινής μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κριθεί ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.
Άρθρο 34 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης της κατάστασης των υπόχρεων προσώπων από όποιον είναι υπεύθυνος προς τούτο.
Άρθρο 35 Προβλέπεται για πρώτη φορά η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της μη τήρησης της υποχρέωσης των φυσικών προσώπων που εκπροσωπούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα περί διαβίβασης των αναγκαίων δεδομένων στην ηλεκτρονική εφαρμογή, στην οποία υποβάλλονται οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης.
Άρθρο 36 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της παράβασης του καθήκοντος εχεμύθειας εκ μέρους των ελεγκτικών οργάνων.
Άρθρο 37 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση της παρεμπόδισης του ελεγκτικού έργου και της άρνησης παροχής στοιχείων στην Επιτροπή Ελέγχου ή τα οριζόμενα από αυτήν ελεγκτικά όργανα.
Άρθρο 38 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της παραβίασης των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 32 περί δημοσιοποίησης των δηλώσεων, η οποία (παραβίαση) συνίσταται στη δημοσιοποίηση εξαιρούμενων στοιχείων ή στη μη δημοσίευση ολόκληρου του περιεχομένου της δήλωσης.
Άρθρο 39 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της μη υποβολής ή της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης, τόσο σε επίπεδο πλημμελήματος, όσο και σε επίπεδο κακουργήματος όταν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Επίσης, τιμωρείται και η σύμπραξη τρίτου στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων.
Άρθρο 40 Προβλέπεται η ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της παραβίασης της υποχρέωσης των υπαλλήλων των νομικών προσώπων του
άρθρου 5 του ν.
4557/2018 (Α' 139) να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή Ελέγχου, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεων των ελεγχόμενων.
Άρθρο 41 Τίθενται οι ποινικές δικονομικές διατάξεις αναφορικά με την αρμοδιότητα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του εισαγγελέα εφετών, κατά περίπτωση, στις περιπτώσεις των ποινικών αδικημάτων των άρθρων 34 περί παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης, 38 περί παραβίασης των όρων της δημοσιοποίησης, 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης με σκοπό την απόκρυψη της παράνομης προέλευσης περιουσιακού στοιχείου και 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης.
Άρθρο 42 Προβλέπονται οι διατάξεις για τη δέσμευση και την απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να δημευτούν.
Άρθρο 43 Στην περίπτωση περιουσιακού αποκτήματος, του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται, προβλέπεται ο καταλογισμός από το Ελεγκτικό Συνέδριο χρηματικού ποσού μέχρι της αξίας του ως άνω αποκτήματος. Στο πλαίσιο της ανωτέρω καταλογιστικής αρμοδιότητας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, παρέχεται σ' αυτόν για πρώτη φορά η δυνατότητα να θέτει σε κατεπείγουσα κρίση των οργάνων του άρθρου 27 ζητήματα προς διενέργεια ελέγχου των Δ.Π.Κ. υπόχρεων ή κατηγοριών υπόχρεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται αδικαιολόγητο περιουσιακό όφελος. Ο ίδιος έλεγχος μπορεί να ανατίθεται και σε ειδικό κλιμάκιο από δικαστικούς υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Άρθρο 44 Τίθενται οι μεταβατικές ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου. Σημειώνονται, ιδίως, ότι:
α) μέχρι την έκδοση νέου ή την τροποποίηση του Ειδικού Κανονισμού της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25 του παρόντος κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής εξακολουθεί να ισχύει ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε στον Κανονισμό της Βουλής ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α' 122),
β) ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 και της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του ίδιου άρθρου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής, για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία τους, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση νέων σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 45.
Άρθρο 45 Προβλέπονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του σχεδίου νόμου.
Άρθρο 46 Τίθενται οι καταργούμενες διατάξεις και ειδικότερα, προβλέπεται η κατάργηση του ν.
3213/2003 (Α' 309), πλην του άρθρου 8 περί απαγόρευσης συμμετοχής σε εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς και των άρθρων 9, 10, 11 και 12 στο μέτρο που αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8.
Άρθρο 47 Τίθεται για λόγους ασφάλειας δικαίου και αποφυγής σύγκρουσης κανόνων δικαίου τελική διάταξη σύμφωνα με την οποία ζητήματα που ρυθμίζουν ο Κανονισμός της Βουλής και ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε σε αυτόν ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α'122) δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος.
Άρθρο 48 Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιούνται τα προσόντα επιλογής των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι επιλέξιμος για Ευρωπαίος Εισαγγελέας μπορεί να είναι μόνο εισαγγελικός λειτουργός με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών και έως του Εισαγγελέα Εφετών, λόγω της κατά τεκμήριο εμπειρίας που διαθέτουν στον χειρισμό ανάλογων υποθέσεων οικονομικού εγκλήματος Επιπλέον, μειώνεται ο χρόνος υπηρεσίας που πρέπει να απομένει στον ευρωπαίο εισαγγελέα από τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του και μέχρι την αποχώρησή του, σε έξι (6) έτη, δηλαδή για όλη τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, ορίζεται ότι η διαδικασία ορισμού των τριών υποψηφίων πρέπει να ξεκινά δεκαοκτώ (18) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του απερχομένου Έλληνα ευρωπαίου εισαγγελέα, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για την ολοκλήρωση της επιλογής μεταξύ των τριών υποψηφίων από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης.
Άρθρο 49 Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το
άρθρο 16 του ν.
4786/2021 (Α' 43) σε σχέση με τον ορισμό του ανακριτή που επιλαμβάνεται των υποθέσεων αρμοδιότητας του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα και τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του. Προς τον σκοπό αυτό απαλείφεται η πρόβλεψη για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης από τον αρμόδιο ανακριτή Αθηνών, καθώς η λειτουργική αρμοδιότητα του ανακριτή κατά τον
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περιορίζει τη δυνατότητα του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα να ενεργεί αυτός όλες τις ανακριτικές πράξεις, αυτοπροσώπως ή μέσω εθνικών ανακριτικών υπαλλήλων, όπως προβλέπεται ρητά από την παρ. 4 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939.
Με την προσθήκη του άρθρου 16Α στον ν.
4786/2021 προσδιορίζεται η λειτουργική αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, και συγκεκριμένα προβλέπεται ότι ασκούν επί κακουργημάτων και πλημμελημάτων της αρμοδιότητάς τους το ίδιο εύρος ανακριτικών αρμοδιοτήτων που έχει ο ανακριτής κατά τον
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι ο Κανονισμός ΕΕ 2017/1939 δεν περιέχει ρυθμίσεις ως προς τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, αλλά παραπέμπει γι' αυτά στις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Η λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (όπως προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι) και η λήψη απολογίας του κατηγορουμένου, παραμένουν στην αρμοδιότητα του ανακριτή, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο υψηλός βαθμός θωράκισης των δικονομικών εγγυήσεων, με την παρεμβολή του δικαστικού αυτού οργάνου.
Ο ρόλος του Συμβουλίου και τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ως προς τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού διατηρούνται ως έχουν κατά τον
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Η περαίωση της προδικασίας και η παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη αποφασίζεται από το Μόνιμο Τμήμα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10 και τα άρθρα 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939. Καθίστανται έτσι ασύμβατες με την παρ. 1 του άρθρου 36 του Κανονισμού 2017/1939, οι ρυθμίσεις του
άρθρου 16 του ν.
4786/2021, της περ. δ' του άρθρου 307 και του άρθρου 308 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την άρση της ασυμβατότητας αυτής αφαιρείται από το Δικαστικό Συμβούλιο η αρμοδιότητα να κηρύσσει την περάτωση της προδικασίας και την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη. Οι λοιπές αρμοδιότητες του Δικαστικού Συμβουλίου διατηρούνται επί ζητημάτων της προδικασίας.
Άρθρο 50 Με την προσθήκη του άρθρου 16Β στον ν.
4786/2021 (Α'43) ρυθμίζεται ο τρόπος άσκησης της ποινικής δίωξης από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, στα μεν κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα με παραγγελία προς τον ανακριτή για λήψη απολογίας, στα δε πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς, με έκδοση κλητηρίου θεσπίσματος. Κατ' αντιστοιχία προς το άρθρο 43 ΚΠΔ, ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται είτε με την υποβολή κατηγορητηρίου στον ανακριτή μαζί με παραγγελία για λήψη απολογίας ή με αίτηση για έκδοση εντάλματος, είτε με επίδοση αυτού προς τον κατηγορούμενο, επίσης με κλήση προς απολογία. Κατ' εξαίρεση, προβλέπεται η δυνατότητα του ανακριτή, με τη σύμφωνη γνώμη του Εντεταλμένου Ευρωπαίου Εισαγγελέα και μόνο, να ασκήσει την αρμοδιότητα της παρ. 2 του άρθρου 248 ΚΠΔ, δηλαδή να επαναλάβει ανακριτικές πράξεις που έχουν ήδη διενεργηθεί από τον Εισαγγελέα, ή να διενεργήσει νέες, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου. Επιπλέον, με την αξιολογούμενη ρύθμιση ρυθμίζονται διαδικαστικές λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο λήψης της απολογίας και των αποφάσεων ως προς τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, καθώς και η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ ανακριτή και ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα. Η διαδικασία διατηρείται όσο το δυνατόν πιο κοντά στα ισχύοντα κατά τον
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφενός για λόγους διευκόλυνσης όλων των εμπλεκομένων μερών και αφετέρου για λόγους ισονομίας, προκειμένου να εξασφαλίζονται οι ίδιες διαδικαστικές εγγυήσεις (όπως ενημέρωσης, ακρόασης και προσφυγής) στους πολίτες που κατηγορούνται για αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με όσους κατηγορούνται για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα.
Άρθρο 51 Με την προτεινόμενη ρύθμιση καθορίζεται ο τρόπος περάτωσης των ερευνών και εισαγωγής σε δίκη των υποθέσεων αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 10 και τα άρθρα 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939. Προβλέπεται ότι η εισαγωγή σε δίκη γίνεται με κλητήριο θέσπισμα του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα. Στα μεν πλημμελήματα προβλέπεται προσφυγή κατά της απ' ευθείας κλήσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 322 ΚΠΔ, στα δε κακουργήματα προβλέπεται η εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 309 του ΚΠΔ.
Άρθρο 52 Με την προτεινόμενη ρύθμιση προσδιορίζεται η εξουσία των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων να διατάσσουν τη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων με αναφορά στην ρύθμιση των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 36 ΚΠΔ που αφορά στους Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος.
Άρθρο 53 Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται διάταξη με την οποία εξισώνονται οι εκθέσεις του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που συνεπικουρούν τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς με τις εκθέσεις των εθνικών ελεγκτικών αρχών, λόγω του γεγονότος ότι το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν φέρει την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου.
Άρθρο 54 Με την προτεινόμενη ρύθμιση σκοπείται η εναρμόνιση του
άρθρου 19 του ν.
4786/2021 (Α' 43) με την παρ. 2 του άρθρου 42 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, το οποίο απαιτεί δικαστικό σχηματισμό που μπορεί να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίλυση της σύγκρουσης αρμοδιότητας των εθνικών εισαγγελικών αρχών και του Ευρωπαίου εισαγγελέα. Συγκεκριμένα, ως αρμόδια Αρχή ορίζεται ο Άρειος Πάγος (που συνέρχεται σε συμβούλιο). Η εν λόγω αλλαγή επέρχεται καθότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν αποτελεί δικαστικό σχηματισμό και ενδεχομένως να μην πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα ακρόασης του υπόπτου ή κατηγορουμένου στη διαδικασία αυτή, εφόσον δεν παραβλάπτεται η μυστικότητα των ερευνών.
Άρθρο 55 Με την αξιολογούμενη ρύθμιση επαναλαμβάνεται ρητά η σαφής πρόβλεψη του Κανονισμού περί της εφαρμογής των εθνικών κανόνων σε περίπτωση με ρύθμισης κάποιου θέματος από τον Κανονισμό 2017/1939.
Άρθρο 56 Προβλέπεται η έναρξη ισχύος του σχεδίου νόμου.
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ «Υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) και οικονομικών συμφερόντων - Ρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας»
ΜΕΡΟΣ Α'
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 1
ΣκοπόςΣκοπός του παρόντος είναι:
α) Η ενίσχυση της διαφάνειας, ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, που ελέγχονται ετησίως, σε ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) κατ' ελάχιστον, σε βάθος τριετίας,
β) η αναβάθμιση της ποιότητας και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης,
γ) η άρση της διάσπασης των ελεγκτικών οργάνων με τη χορήγηση της αρμοδιότητας και της εποπτείας κατανομής του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης σε ένα μόνο ελεγκτικό όργανο, καθώς και
δ) η μείωση των διοικητικών βαρών από τη διαδικασία υποβολής και ελέγχου.
Άρθρο 2
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος αποτελούν:
α) Η πλήρης ψηφιοποίηση της διαδικασίας υποβολής των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των σχετιζόμενων με αυτές στοιχείων από υπόχρεους και συμβολαιογράφους,
β) η πρόβλεψη αυτοτελούς υποχρέωσης των συζύγων, εν διαστάσει συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, όπως ορίζεται στο
άρθρο 1 του ν.
4356/2015 (Α' 181), σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων,
γ) η δυνατότητα άντλησης όλων των δεδομένων της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με αυτόματο τρόπο και η κατάργηση της υποχρέωσης ηλεκτρονικής επισύναψής τους,
δ) η πρόβλεψη περί ενός μόνο οργάνου ως αρμόδιου για τον έλεγχο των δηλώσεων, καθώς και ειδικών ελεγκτικών οργάνων, οι αρμοδιότητες των οποίων κατανέμονται, ύστερα από απόφασή του,
ε) η θέσπιση συγκεκριμένων αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων για την επιλογή των δηλώσεων προς έλεγχο,
στ) η εισαγωγή ετήσιου ελεγκτικού στόχου για το όργανο ελέγχου, με τη μορφή ελάχιστου ποσοστού (πλαφόν) ελεγχόμενων δηλώσεων,
ζ) η πρόβλεψη περί ορισμού συντονιστή ελέγχων προς επικουρία του έργου του οργάνου ελέγχου, για την επίτευξη του ετήσιου στόχου, καθώς και για τον καθορισμό και την ανάθεση από αυτόν σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες ελεγκτικών πράξεων, με στόχο την ενιαία μεθοδολογία ανά είδος ελέγχου, τη λεπτομερή εξέταση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και των στοιχείων αυτών όταν απαιτείται, τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης, καθώς και κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται από το όργανο ελέγχου και τον Πρόεδρό του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
Άρθρο 3
Υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ.
1. Τα πρόσωπα του παρόντος Κεφαλαίου υποβάλλουν Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.).
2. Μετά την αρχική δήλωση κατά την παρ. 2 του άρθρου 19, σε κάθε ετήσια δήλωση οι υπόχρεοι δηλώνουν τις μεταβολές που έχουν επέλθει επί της συνολικής περιουσιακής τους κατάστασης κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η δήλωση. Ο υπόχρεος υποβάλλει την αρχική ή την ετήσια δήλωση με τα περιουσιακά στοιχεία του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών κάθε ανήλικου τέκνου του, ακόμα και αν αυτό ενηλικιώθηκε εντός του χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορά η δήλωση.
3. Υπόχρεοι σε Δ.Π.Κ. είναι και οι σύζυγοι, οι εν διαστάσει σύζυγοι ή τα πρόσωπα με τα οποία οι υπόχρεοι του παρόντος Κεφαλαίου έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης του
άρθρου 1 του ν.
4356/2015 (Α' 181) και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η σχέση αυτή, πλέον ενός έτους.
4. Υπόχρεοι σε Δ.Π.Κ. είναι και τα αναπληρωματικά μέλη των συλλογικών οργάνων, εφόσον έχουν συμμετάσχει σε συνεδριάσεις τους, όπως αυτό προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων του οργάνου. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 18 αρχίζει από την ημέρα της πρώτης συμμετοχής του αναπληρωματικού μέλους στη συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου.
Άρθρο 4
Υπόχρεα πολιτικά πρόσωπαΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τα μέλη της Κυβέρνησης, τους υφυπουργούς, τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση κατά το πρώτο κεφάλαιο του ν.
3023/2002 (Α' 146) και του π.δ. 15/2022 (Α' 39), τους βουλευτές και τους ευρωβουλευτές,
β) όσους διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων της περ. α', σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.
3023/2002 και το άρθρο 11 του π.δ. 15/2022.
Άρθρο 5
Υπόχρεοι γενικοί και ειδικοί γραμματείς Βουλής και Γενικής Κυβέρνησης, υπηρεσιακοί γραμματείς και υποστηρικτικό πολιτικό προσωπικόΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τους γενικούς και ειδικούς γραμματείς της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της
παρ. 1 του
άρθρου 14 του ν.
4270/2014 (Α' 143), τους υπηρεσιακούς γραμματείς του
άρθρου 36 του ν.
4622/2019 (Α'133), τους συνεργάτες των ιδιαίτερων γραφείων και τους υπαλλήλους ειδικών θέσεων ή ειδικούς συμβούλους και τους λοιπούς μετακλητούς υπαλλήλους, οι οποίοι τοποθετούνται από μονομελές ή συλλογικό κυβερνητικό ή κοινοβουλευτικό όργανο, καθώς και τους υπαλλήλους που αποσπώνται, δυνάμει του άρθρου 6 του ν. 1878/1990 (Α' 33) και των άρθρων 2 και 3 του ν. 1
895/1990 (Α' 116), στο Υπουργείο Εσωτερικών και διατίθενται σε βουλευτές και πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο γραφείο του Έλληνα Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Άρθρο 6
Υπόχρεοι αποκεντρωμένων διοικήσεων και τοπικής αυτοδιοίκησηςΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους περιφερειάρχες και τους δημάρχους,
β) τους γραμματείς των αποκεντρωμένων διοικήσεων, τους συντονιστές αποκεντρωμένων διοικήσεων, τους αντιπεριφερειάρχες, τους προέδρους και τα μέλη των περιφερειακών συμβουλίων, τους προϊσταμένους των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των περιφερειών, καθώς και τους προϊσταμένους και τους υπαλλήλους των οργανικών μονάδων δόμησης οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 97Α του ν. 3852/2010 (Α' 87),
γ) τους αντιδημάρχους, τους προέδρους και τα τακτικά μέλη των οικονομικών επιτροπών των δήμων και των περιφερειών και των επιτροπών ποιότητας ζωής των δήμων, τους προέδρους και τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, τους γενικούς γραμματείς των δήμων, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και τους γενικούς διευθυντές των δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), των αμιγών ή μεικτών δημοτικών επιχειρήσεων των ανωτέρω Ο.Τ.Α. και των συνδέσμων δήμων, καθώς και τους προϊσταμένους των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των δήμων. Ειδικά ως προς τις σχολικές επιτροπές, δήλωση περιουσιακής κατάστασης υποβάλλουν οι πρόεδροι και οι διαχειριστές των τραπεζικών λογαριασμών αυτών.
Άρθρο 7
Υπόχρεοι λοιπού δημόσιου τομέαΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους προϊσταμένους των γενικών διευθύνσεων των υπουργείων, τους προέδρους, τους αντιπροέδρους, τους διοικητές, τους υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη, τους διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλους και τους προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ν.π.δ.δ., ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022 (Α' 181), δημόσιων οργανισμών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκησή τους ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος,
β) τον Διοικητή και τους υποδιοικητές της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.),
γ) τους προέδρους, τα μέλη, συμπεριλαμβανομένων και των μελών Συμβουλίου Διοίκησης, και τους προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων επιπέδου γενικής διεύθυνσης και διεύθυνσης όλων των ανεξάρτητων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών αρχών, της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον Πρόεδρο, τα μέλη και τους υπαλλήλους της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, καθώς και όσους υπηρετούν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας ως Επιθεωρητές-Ελεγκτές και όσους από το προσωπικό της υπηρετούν σε οργανικές μονάδες με ελεγκτικές αρμοδιότητες,
δ) το πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και των εποπτευόμενων από αυτό ν.π.δ.δ.,
ε) τους προϊσταμένους των δασαρχείων και των δασονομείων και τους αναπληρωτές τους,
στ) τα τακτικά μέλη και τους εισηγητές των Επιτροπών Εξέτασης Προσφυγών Αυθαιρέτων, των Συμβουλίων, Περιφερειακών Συμβουλίων και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων, των Συμβουλίων, των Περιφερειακών Συμβουλίων και των Κεντρικών Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής, του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και του Κεντρικού Συμβουλίου Νεοτέρων Μνημείων,
ζ) τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αδειών Διαμονής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής της Γενικής Γραμματείας Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και τους προϊσταμένους των Διευθύνσεων Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, καθώς και τους αναπληρωτές τους,
η) το προσωπικό των Περιφερειακών Κέντρων Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) που ασκεί ελεγκτικά καθήκοντα,
θ) το προσωπικό που ασκεί ελεγκτικές αρμοδιότητες ή αρμοδιότητες χορήγησης αδειών κάθε μορφής του Υπουργείου Τουρισμού, του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ.), του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) και της Γενικής Διεύθυνσης Διασφάλισης Ποιότητας Αγροτικών Προϊόντων του ΕΛ.Γ.Ο.-ΔΗΜΗΤΡΑ, καθώς και τους προϊσταμένους των αντίστοιχων μονάδων οποιασδήποτε βαθμίδας των παραπάνω υπηρεσιών.
Άρθρο 8
Υπόχρεοι τομέα δικαιοσύνης1. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς,
β) τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
γ) τους προϊσταμένους των υπηρεσιών Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και
δ) τους δικαστικούς λειτουργούς του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων.
2. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να υποβάλουν αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω της ενιαίας ηλεκτρονικής εφαρμογής www.pothen.gr, προσβάσιμης μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (ΕΨΠ-gov.gr) αντίγραφο κάθε συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συντάσσεται από αυτούς, με το οποίο αναλαμβάνεται η υποχρέωση ή μεταβιβάζεται από ή προς δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, σύζυγο, πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή τέκνο του, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα, εφόσον οι εν λόγω λειτουργοί είναι εν ενεργεία και μέχρι και δύο (2) χρόνια από την παύση της ιδιότητας. Το ίδιο ισχύει και για την αποδοχή κληρονομίας.
Άρθρο 9
Υπόχρεοι χρηματοπιστωτικού τομέαΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τον Διοικητή, τους υποδιοικητές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και από τους προέδρους, τους αντιπροέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους, τους διοικητές, τους υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων και τους γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, β) τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της «Ελληνικά Χρηματιστήρια - Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» (Ε.Χ.Α.Ε.), τους κατέχοντες διευθυντική θέση στην εταιρεία αυτή σύμφωνα με τον οργανισμό της ή με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ελεγχόμενων από την Ε.Χ.Α.Ε. ανώνυμων εταιρειών και κάθε άλλου φορέα οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τους κατέχοντες διευθυντική θέση στις ανωτέρω εταιρείες ή φορέα, σύμφωνα με τον κανονισμό της εταιρείας ή του φορέα ή σύμφωνα με απόφαση του οικείου διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 10
Υπόχρεοι ραδιοτηλεοπτικού τομέα και έντυπου και ηλεκτρονικού τύπουΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους ιδιοκτήτες, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τους διαχειριστές, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που κατέχουν άδεια λειτουργίας ή εν γένει έχουν την εκμετάλλευση τηλεοπτικών σταθμών, ελεύθερης λήψης ή παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, καθώς και ραδιοφωνικών σταθμών. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και οι βασικοί μέτοχοι αυτών, με την εξαίρεση των βασικών μετόχων και των μετόχων των εισηγμένων στα χρηματιστήρια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) εταιρειών, των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), όπως ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, που εδρεύουν σε κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), οι οποίοι εποπτεύονται από εποπτικές αρχές των κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., ανεξάρτητα από το εάν είναι εισηγμένοι ή όχι σε ρυθμιζόμενες αγορές, των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), που εδρεύουν σε κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), οι οποίοι εποπτεύονται από εποπτικές αρχές των κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και είναι εισηγμένοι σε ρυθμιζόμενες αγορές, των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων (Ο.Σ.Ε.), που εδρεύουν σε κράτη - μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), οι οποίοι είναι εισηγμένοι σε ρυθμιζόμενες αγορές, καθώς και των παρόχων περιεχομένου εθνικής εμβέλειας που λειτουργούν νόμιμα, μέχρι την ολοκλήρωση της αδειοδότησης για τον τύπο προγράμματος που αφορά η υφιστάμενη λειτουργία τους,
β) τους ιδιοκτήτες, τους εκδότες, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τους διαχειριστές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που εκμεταλλεύονται διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας,
γ) τους δημοσιογράφους μέλη των οικείων ενώσεων συντακτών και όσους παρέχουν δημοσιογραφικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις έκδοσης εντύπων και σε ραδιοτηλεοπτικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης με σύμβαση εργασίας ή έργου.
Άρθρο 11
Υπόχρεοι ενόπλων δυνάμεων, σωμάτων ασφαλείας και συναφών υπηρεσιώνΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους αρχηγούς, υπαρχηγούς, διευθυντές κλάδων του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, των Γενικών Επιτελείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, καθώς και από τον προϊστάμενο και τον αναπληρωτή προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας,
β) τους αρχηγούς και υπαρχηγούς της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος,
γ) το αστυνομικό προσωπικό, με εξαίρεση όσους τελούν σε καθεστώς μόνιμης διαθεσιμότητας σύμφωνα με την περ. ζ' της παρ. 1 του άρθρου 8 και το άρθρο 14 του π.δ. 24/1997 (Α' 29) σε συνδυασμό με το ν.δ. 330/1947 (Α' 84), τους συνοριακούς φύλακες, τους ειδικούς φρουρούς και το πολιτικό προσωπικό που υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής, εξαιρουμένων των στελεχών που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς μόνιμης διαθεσιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 27/2014 (Α' 46), το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος, με εξαίρεση όσους τελούν σε καθεστώς μόνιμης διαθεσιμότητας κατ' εφαρμογή του ν.δ. 330/1947, σε συνδυασμό με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1813/1988 (Α' 243), το προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας (Υ.Ε.Υ.Σ.Α.), τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους εξωτερικούς φρουρούς των σωφρονιστικών καταστημάτων.
Άρθρο 12
Υπόχρεοι ελεγκτικών και οικονομικών υπηρεσιώνΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) τους τελικούς υπογράφοντες ή τους έχοντες την αρμοδιότητα ελέγχου, όπως ορίζεται από τις οργανωτικές διατάξεις ή τις διατάξεις λειτουργίας κάθε φορέα, καθώς και τους υπαλλήλους που ασκούν οποιαδήποτε ελεγκτικά καθήκοντα στα Σώματα Επιθεώρησης και Ελέγχου του Δημοσίου, τις οργανικές μονάδες οποιασδήποτε Υπηρεσίας Επιθεώρησης, Εσωτερικού Ελέγχου ή Εσωτερικών Υποθέσεων ή άλλων οργανικών μονάδων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών ν.π.δ.δ., καθώς και στη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος, β) τους προϊσταμένους διευθύνσεων, δικαστικών τμημάτων, καθώς και τους υπαλλήλους των δικαστικών τμημάτων των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), των Ελεγκτικών Κέντρων (ΕΛ.ΚΕ.) των Υπηρεσιών Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων (Υ.Ε.Δ.Δ.Ε.), του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π.), του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης (Ε.Μ.ΕΙΣ.), των Κέντρων Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.), της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) και των Περιφερειακών Χημικών Υπηρεσιών, τους προϊσταμένους των Τμημάτων Ελέγχου και όλους τους υπαλλήλους που υπηρετούν στα Τμήματα Ελέγχου των παραπάνω υπηρεσιών, καθώς και όλους τους υπαλλήλους που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα και υπηρετούν στις υπηρεσίες αυτές, τους προϊσταμένους των διευθύνσεων, των τμημάτων και των αυτοτελών τμημάτων των Δημοσιονομικών Υπηρεσιών Εποπτείας και Ελέγχου (Δ.Υ.Ε.Ε.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τους προϊσταμένους διευθύνσεων των τελωνείων, τους προϊσταμένους των τμημάτων των τελωνείων, όλους τους υπαλλήλους των τελωνείων που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα, τους προϊσταμένους διευθύνσεων και τμημάτων, καθώς και τους υπαλλήλους των Ελεγκτικών Υπηρεσιών Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.), τα τακτικά μέλη του Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης- Αλκοολούχων Ποτών (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.), τους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων των Κτηματικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας, τους προϊσταμένους των Επιχειρησιακών Διευθύνσεων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), τους προϊσταμένους των περιφερειακών διευθύνσεων και τμημάτων ελέγχου-δράσης αυτών, καθώς και τους υπαλλήλους-ελεγκτές που υπηρετούν στις παραπάνω υπηρεσίες.
Άρθρο 13
Υπόχρεοι τομέα αθλητισμούΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τον πρόεδρο και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των αθλητικών ομοσπονδιών και τα πρόσωπα που είναι μέλη διοίκησης αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή τμημάτων αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) ή τους έχει ανατεθεί η διαχείριση Τ.Α.Α. ή είναι μέτοχοι Α.Α.Ε. με συνολικό ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) του μετοχικού της κεφαλαίου. Αν το εν λόγω ποσοστό συμμετοχής ανήκει σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. βαρύνει τον πρόεδρο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτών, β) τους αξιολογημένους διαιτητές, τους βοηθούς διαιτητές και παρατηρητές διαιτησίας πρωταθλημάτων επαγγελματικού αθλητισμού και όσους μετέχουν στα αντίστοιχα όργανα ή τις επιτροπές διαιτησίας, καθώς και τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού.
Άρθρο 14
Υπόχρεοι τομέα δημόσιων συμβάσεωνΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους προέδρους, τα τακτικά μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών έργων, προμηθειών, μελετών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, των ν.π.δ.δ., των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και των νομικών τους προσώπων, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, των ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022 (Α' 181), και των δημόσιων οργανισμών, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πλέον Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ανά διαγωνισμό, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίων Συμβάσεων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και τους προϊσταμένους των διευθύνσεων αυτής, τους κατέχοντες θέσεις προϊσταμένων οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου οργανικών μονάδων προμηθειών στο Δημόσιο και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022 και τους δημόσιους οργανισμούς, τον Πρόεδρο και τα μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών δημόσιων έργων των ανωτέρω φορέων, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.,
β) το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καθώς και τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους ή τους διαχειριστές των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα που μετέχουν σε τέτοιου είδους συμπράξεις,
γ) τους προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και όσους ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων και μελετών δημόσιων έργων σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 609/1985 (Α' 223) και το
άρθρο 183 του ν.
4412/2016 (Α' 147), τους κατέχοντες αντίστοιχες θέσεις στο Δημόσιο, στα ν.π.δ.δ. και στα ν.π.ι.δ., εφόσον κατά τον νόμο ή τον οργανισμό του οικείου υπουργείου ή του νομικού προσώπου έχουν αρμοδιότητες σχετικές με την ανάθεση δημόσιων έργων ή μελετών δημόσιων έργων ή ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων ή μελετών,
δ) τους ιδιοκτήτες, τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα αναφερόμενα στην περ. α' ποσά ανά περίπτωση, εξαιρουμένων των βασικών μετόχων και των μετόχων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης της
παρ. 3 του
άρθρου 8 του ν.
3310/2005 (Α' 30),
ε) τα μέλη και τους εισηγητές των γνωμοδοτικών επιτροπών, τα μέλη των οργάνων ελέγχου που είναι επιφορτισμένα με την εκταμίευση των ενισχύσεων, τα μέλη των οργάνων αξιολόγησης και εξέτασης των επενδυτικών σχεδίων, ελέγχου επενδύσεων και εκταμίευσης των παρεχόμενων ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων,
στ) τον πρόεδρο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Κοινωνίας της Πληροφορίας, τους διευθυντές και τους αναπληρωτές διευθυντές των Επιχειρησιακών Μονάδων, τα μέλη του Μητρώου Αξιολογητών Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων και άλλους εξωτερικούς συνεργάτες που έχουν συμμετάσχει σε αξιολογήσεις, γνωμοδοτικές επιτροπές και επιτροπές προσφυγών δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προέδρους και τα μέλη επιτροπών αξιολόγησης προσφορών κάθε βαθμού, καθώς και επιτροπών προσφυγών έργων δημόσιου τομέα, τους προέδρους και τα μέλη των επιτροπών παρακολούθησης και παραλαβής έργων δημόσιου τομέα, τους υπεύθυνους έργων δημοσίου τομέα και δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προϊσταμένους, τους αναπληρωτές προϊσταμένους και τους προϊσταμένους μονάδων όλων των ειδικών υπηρεσιών και των λοιπών φορέων που ασκούν καθήκοντα ή αρμοδιότητες διαχείρισης, εφαρμογής, συντονισμού και ελέγχου, στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων των Προγραμματικών Περιόδων 2007-2013, 2014-2020 και 2021-2027, καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί σε Ειδικές Υπηρεσίες του Ε.Σ.Π.Α., στην κεντρική υπηρεσία της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ. Α.Ε.) και σε ενδιάμεσους φορείς, το οποίο απασχολείται σε δραστηριότητες που αφορούν στην αξιολόγηση πράξεων, τις επαληθεύσεις και τις πληρωμές,
ζ) τους προέδρους και τους γενικούς διευθυντές της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.), της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.), των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι φορείς ανάθεσης και εκτέλεσης δημόσιων έργων ή ανάθεσης και εκπόνησης μελετών δημόσιων έργων. Η παρούσα περίπτωση ισχύει και για όσα πρόσωπα φέρουν τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου στους Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων, καθώς και για το προσωπικό των Οργανισμών αυτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Άρθρο 15
Υπόχρεοι ιατρικού τομέαΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τους ιατρούς διευθυντές και συντονιστές διευθυντές που υπηρετούν στα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), στα στρατιωτικά νοσοκομεία, σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία, κλινικές και εργαστήρια, καθώς και στις Τοπικές Μονάδες Υγείας και στους Τομείς Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 3486/2017 (Α' 115).
Άρθρο 16
Λοιπές κατηγορίες υπόχρεωνΗ Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τα μέλη των επιτροπών εξετάσεων υποψηφίων οδηγών, τον πρόεδρο και τους διαχειριστές Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών (Ο.Κοι.Π.) της περ. α' της
παρ. 1 του
άρθρου 4 του ν.
4873/2021 (Α' 248), που επιχορηγούνται από το κράτος, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο για το οποίο προβλέπεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης από ειδική διάταξη νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ, ΧΡΟΝΟΣ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ - ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ Δ.Π.Κ. ΚΑΙ Δ.Ο.Σ.
Άρθρο 17
Υποχρέωση ηλεκτρονικής καταχώρισης κατάστασης υπόχρεων προσώπων και επίλυση αμφισβητήσεων1. Εντός των πρώτων δεκαπέντε (15) ημερών κάθε μήνα για τις αρχικές Δ.Π.Κ. και μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε έτους για τις ετήσιες Δ.Π.Κ., ο αρμόδιος φορέας ή τα όργανα διοίκησης του φορέα στον οποίο υπάγονται ή από τον οποίο εποπτεύονται οι υπόχρεοι ετήσιας Δ.Π.Κ., υποχρεούται να καταχωρίσει ηλεκτρονικά, μέσω της ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής, και να οριστικοποιήσει την κατάσταση των υπόχρεων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των συζύγων τους, των εν διαστάσει συζύγων τους ή των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όπως ορίζεται στο
άρθρο 1 του ν.
4356/2015 (Α' 181). Για τον σκοπό αυτό, οι ανωτέρω φορείς ή όργανα ενημερώνουν τα υπόχρεα πρόσωπα για την υποχρέωσή τους προς υποβολή Δ.Π.Κ. μέχρι το τέλος Ιουλίου κάθε έτους για τις ετήσιες δηλώσεις και μέχρι έναν (1) μήνα μετά την πρώτη καταχώριση για τις αρχικές δηλώσεις και οι υπόχρεοι γνωστοποιούν στον αρμόδιο φορέα ή τα όργανα διοίκησης του φορέα στον οποίο υπάγονται ή από τον οποίο εποπτεύονται τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) τους, καθώς και αυτόν των συζύγων τους, των εν διαστάσει συζύγων τους ή των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης μέχρι τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ώστε να επικαιροποιηθεί η κατάσταση υπόχρεων προσώπων. Η κατάσταση περιλαμβάνει υπόχρεους που απέκτησαν, κατέχουν ή απώλεσαν την ιδιότητα του υπόχρεου στην προηγούμενη χρήση ή στις τρεις (3) προηγούμενες χρήσεις για τους υπόχρεους του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8. Η μη ύπαρξη υπόχρεων δηλώνεται ηλεκτρονικά με την οριστικοποίηση μηδενικής κατάστασης από πιστοποιημένο χρήστη του φορέα. Ειδικώς όσον αφορά στην ανάρτηση των καταστάσεων του πρώτου εδαφίου που αφορούν στους υπόχρεους της περ. α' του άρθρου 6, αρμόδιος φορέας ορίζεται το Υπουργείο Εσωτερικών. Η Επιτροπή Ελέγχου του άρθρου 25 μπορεί να ζητά από οποιαδήποτε υπηρεσία, φορέα ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο που διαθέτει στοιχεία για πρόσωπα που υπάγονται στις περιπτώσεις του παρόντος Κεφαλαίου, κατάσταση των οικείων προσώπων.
2. Αμφισβητήσεις αποκλειστικά και μόνο ως προς την ιδιότητα του υπόχρεου επιλύονται με πράξη της Επιτροπής Ελέγχου, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου ή των οργάνων που είναι αρμόδια να υποβάλουν την κατάσταση υπόχρεων κατά την παρ. 1.
Άρθρο 18
Χρόνος υποβολής της Δ.Π.Κ.1. Η αρχική Δ.Π.Κ. υποβάλλεται μέσα σε ενενήντα ημερολογιακές (90) ημέρες από την απόκτηση της ιδιότητας και δεν επηρεάζεται από χρονικά μεταγενέστερη απόκτηση άλλης ιδιότητας, που εμπίπτει στο Κεφάλαιο Β'. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τους υπόχρεους ετησίως, όσο διαρκεί η θητεία της δραστηριότητας ή διατηρείται η ιδιότητα των υπόχρεων, καθώς και για δύο (2) έτη μετά την απώλεια της ιδιότητας, με την τελική δήλωση να αφορά στο έτος χρήσης που έπεται της απώλειας της ιδιότητας. Ειδικά για τους υπόχρεους του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8, η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται και για τρία (3) έτη μετά την απώλεια της ιδιότητας ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της λήξης της θητείας. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον ίδιο τον υπόχρεο εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
2. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της Δ.Π.Κ. επιτρέπεται να συμπληρωθούν οικειοθελώς από τον υπόχρεο, σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της αρχικής, αν πρόκειται για αρχική Δ.Π.Κ. ή της ετήσιας Δ.Π.Κ..
Άρθρο 19
Ατομικά στοιχεία και χρόνος αναφοράς της Δ.Π.Κ.1. Στη Δ.Π.Κ. αναφέρονται λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά την ημερομηνία υποβολής της Δ.Π.Κ. προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων, όπως αυτά απαριθμούνται ενδεικτικά στην παρ. 3 του άρθρου 21, καθώς και τα προσωπικά και φορολογικά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους.
2. Η αρχική Δ.Π.Κ. περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του υπόχρεου και των ανήλικων τέκνων του στην ημεδαπή και την αλλοδαπή κατά την ημερομηνία κτήσης της ιδιότητας ή την ανάληψη υπηρεσίας στην περίπτωση θητείας, την αξία κτήσης τους, εφόσον μπορεί να τεκμηριωθεί, και τον τρόπο κτήσης τους.
3. Οι ετήσιες Δ.Π.Κ. περιέχουν τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή.
4. Τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων δηλώνονται από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 3.
Άρθρο 20
Περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη Δ.Π.Κ.1. Για την υποβολή της Δ.Π.Κ., ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως:
α) Τα έσοδα από κάθε πηγή,
β) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους,
γ) οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους,
δ) οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts),
ε) η μίσθωση θυρίδων σε ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες εταιρείες που παρέχουν αυτή την υπηρεσία,
στ) τα κάθε χρήσης οχήματα, καθώς και τα πλωτά και εναέρια μεταφορικά μέσα,
ζ) η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση.
2. Στη Δ.Π.Κ. των υπόχρεων των άρθρων 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της παρ. 1 του άρθρου 8 περιλαμβάνονται και οι δανειακές τους υποχρεώσεις προς ημεδαπά και αλλοδαπά πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και φυσικά πρόσωπα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, εφόσον κάθε μία από αυτές υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Στην έννοια των δανειακών υποχρεώσεων δεν περιλαμβάνονται οι οφειλές από πιστωτικές κάρτες.
Άρθρο 21
Τρόπος υποβολής1. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω της ενιαίας ηλεκτρονικής εφαρμογής www.pothen.gr, προσβάσιμης μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (ΕΨΠ-gov.gr), προς την Επιτροπή Ελέγχου και υπόκειται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων.
2. Η αυθεντικοποίηση του υπόχρεου στην εφαρμογή της παρ. 1 γίνεται με τη χρήση προσωπικών κωδικών-διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (taxisnet), σύμφωνα με το
άρθρο 24 του ν.
4727/2020 (Α'184). Τα στοιχεία επικοινωνίας του υπόχρεου στην εφαρμογή της παρ. 1 αντλούνται υποχρεωτικά από το Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ..
3. Κατά την υποβολή της δήλωσης από τον υπόχρεο, τα προσωπικά και φορολογικά στοιχεία αυτού, ιδίως ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, ο Αριθμός Δελτίου Ταυτότητας/Αριθμός Γενικού Μητρώου, το επώνυμο, το όνομα, το πατρώνυμο, το μητρώνυμο, η ημερομηνία γέννησης, η διεύθυνση κατοικίας, τα τηλέφωνα επικοινωνίας και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εμφανίζονται όπως τηρούνται στο φορολογικό μητρώο κατά την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης. Σε περίπτωση ανακρίβειας αυτών, απαιτείται, πριν από την υποβολή της δήλωσης, η διόρθωση των ανακριβών στοιχείων από τον υπόχρεο. Τα λοιπά στοιχεία, όπως υπηρεσιακά και οικογενειακά, καθώς και η ιδιότητα του υπόχρεου δηλώνονται όπως ίσχυαν κατά το έτος που αφορά η δήλωση.
4. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης αυτού κατά τη χρήση που αφορά η δήλωση, δηλώνονται υποχρεωτικώς ο τρόπος απόκτησης, το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή το τίμημα που καταβλήθηκε, καθώς και η πηγή προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης περιουσιακού στοιχείου, που είχε δηλωθεί σε προηγούμενη δήλωση του υπόχρεου, δηλώνεται το τίμημα που έχει εισπραχθεί.
5. Ειδικώς στην περίπτωση απόκτησης νέου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή εκποίησης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου που έχει δηλωθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του υπόχρεου, δηλώνονται τα στοιχεία του συμβολαίου απόκτησης ή εκποίησης. Αν δεν υπάρχει συμβόλαιο απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων λόγω κληρονομικής διαδοχής, δηλώνονται τα στοιχεία του κληρονομούμενου, καθώς και ο τρόπος και η ιδιότητα με την οποία ο υπόχρεος έγινε κληρονόμος. Στην περίπτωση απόκτησης και απώλειας εμπράγματου δικαιώματος επί του ίδιου ακινήτου κατά τη χρήση που αφορά η δήλωση, δηλώνονται και οι δύο μεταβολές. Το ίδιο ισχύει αντίστοιχα και για τα οχήματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και για τις συμμετοχές σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση, με την επιφύλαξη των περιορισμών των παρ. 7 και 8 του άρθρου 29.
6. Ο υπόχρεος, μετά την αυθεντικοποίηση της παρ. 2, μπορεί να επιλέξει να μεταφέρει στη Δ.Π.Κ. α) τα δεδομένα της τελευταίας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1) του έτους στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., η οποία υποβλήθηκε ηλεκτρονικά, β) τα στοιχεία των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στην περιουσιακή του κατάσταση κατά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι αρχική ή του τρέχοντος έτους, εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι ετήσια, όπως αυτά τα στοιχεία τηρούνται ηλεκτρονικά στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), γ) το ύψος των υπολοίπων των καταθετικών και χορηγητικών λογαριασμών και των επενδυτικών προϊόντων, καθώς και δ) στοιχεία θυρίδων, όπου ο ίδιος και ο/η σύζυγος ή εν διαστάσει σύζυγος ή το μέρος συμφώνου συμβίωσης, όπως ορίζεται στο
άρθρο 1 του ν.
4356/2015 (Α' 181), ήταν δικαιούχοι, τα οποία τηρούνταν κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της δήλωσης έτους και τελούσαν κατά την ίδια ημερομηνία υπό τη διαχείριση ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και εταιρειών μίσθωσης θυρίδων. Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, υποχρεούνται να διαβιβάζουν στην εφαρμογή, δεδομένα στα οποία αφορούν οι περ. γ' και δ' μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., σύμφωνα με το
άρθρο 47 του ν.
4623/2019 (Α'134) και το
άρθρο 84 του ν.
4727/2020.
7. Όλα α) τα δεδομένα των ανωτέρω δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία οριστικής υποβολής της Δ.Π.Κ., από την υποβολή τροποποιητικών και συμπληρωματικών δηλώσεων εισοδήματος για το έτος που αφορά η Δ.Π.Κ., β) τα στοιχεία της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου κατά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι αρχική ή του τρέχοντος έτους, εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι ετήσια και γ) τα δεδομένα που διαβιβάζουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κατά τη συμπλήρωση της Δ.Π.Κ. σύμφωνα με την παρ. 6, επισυνάπτονται αυτόματα ηλεκτρονικά στην υποβαλλόμενη Δ.Π.Κ.. Ειδικώς για πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της αλλοδαπής τα στοιχεία της παρούσας δηλώνονται με κάθε πρόσφορο τρόπο.
8. Η Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Γ.Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε. τηρεί αρχείο για τις ανωτέρω χορηγήσεις όλων των στοιχείων των δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων, με την ημερομηνία και την ώρα χορήγησης - πρόσβασης, καθώς και τον μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης της οριστικοποιημένης Δ.Π.Κ. που σχετίζεται με την κάθε χορήγηση.
9. Σε κάθε στάδιο υποβολής της Δ.Π.Κ. μέχρι την οριστική υποβολή, ο υπόχρεος μπορεί να αποθηκεύει προσωρινά τα στοιχεία που καταχώρισε ή μεταφορτώθηκαν. Μετά την οριστική υποβολή της δήλωσης, ο υπόχρεος μπορεί να αποθηκεύσει και στον υπολογιστή του ηλεκτρονικό αντίγραφο της Δ.Π.Κ. που έχει υποβληθεί, όπου εμφανίζονται ο αριθμός αυτής και η ημερομηνία υποβολής της.
10. Στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, οι οποίες ελέγχονται υποχρεωτικά και κατά προτεραιότητα, επισυνάπτονται ηλεκτρονικά τα αναγκαία έγγραφα, εφόσον αυτά δεν έχουν επισυναφθεί αυτόματα σύμφωνα με την παρ. 7. Η επισύναψη γίνεται άπαξ κατά την υποβολή της αρχικής δήλωσης και όποτε υπάρχουν μεταβολές κατά την υποβολή κάθε ετήσιας δήλωσης, από τα οποία προκύπτει η δηλούμενη περιουσιακή κατάσταση και ειδικότερα:
α. Συμβόλαια των ακινήτων, όταν πρόκειται για ακίνητα που είτε δεν περιλαμβάνονται στη μεταφορά κατά την παρ. 6 είτε δεν επιλέχθηκε να μεταφερθούν κατά την παρ. 6,
β. βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως αυτά περιγράφονται στην περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 20, που κατ' ελάχιστον
περιλαμβάνουν το όνομα του χειριστή της μερίδας, το όνομα των προϊόντων, το κόστος κτήσης και την αποτίμηση αυτών,
γ. βεβαιώσεις ή παραστατικά για κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστευμάτων (trusts),
δ. παραστατικά των ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιρειών μίσθωσης θυρίδων από τα οποία αποδεικνύεται η μίσθωση θυρίδων,
ε. άδειες κυκλοφορίας οχημάτων οποιασδήποτε χρήσης, καθώς και πλωτών και εναέριων μεταφορικών μέσων, και, σε περίπτωση απόκτησης ή εκποίησης των πιο πάνω μέσων κατά τη διάρκεια του χρόνου που αφορά η δήλωση, επιπλέον παραστατικά αγοράς ή πώλησης,
στ. παραστατικά για συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση,
ζ. παραστατικά από τα οποία προκύπτουν οι δανειακές υποχρεώσεις της παρ. 2 του άρθρου 20, μόνο για τις δηλώσεις των υπόχρεων του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8,
η. παραστατικά αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών από τα οποία προκύπτουν τα υπόλοιπα κάθε είδους καταθέσεων που τηρούνται στην αλλοδαπή.
Άρθρο 22
Μη εμπρόθεσμη υποβολή δήλωσηςΜε την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 39, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής Δ.Π.Κ. και της δήλωσης του άρθρου 23 επιτρέπεται η υποβολή της εντός τριάντα (30) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 18, ύστερα από πληρωμή ηλεκτρονικού παράβολου ποσού διακοσίων (200) ευρώ για τους υπόχρεους του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8 και πενήντα (50) ευρώ για τους λοιπούς υπόχρεους. Μετά την πάροδο των τριάντα (30) ημερών του πρώτου εδαφίου και μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 18, η υποβολή δήλωσης επιτρέπεται ύστερα από πληρωμή ηλεκτρονικού παράβολου ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ για τους υπόχρεους του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8 και εκατό (100) ευρώ για τους λοιπούς υπόχρεους. Σε περίπτωση μη υποβολής Δ.Π.Κ. και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων, ο συντονιστής του άρθρου 26 και τα όργανα του άρθρου 27 ενημερώνουν αμελλητί τους αρμόδιους φορείς ή όργανα της παρ. 1 του άρθρου 17 και ο υπόχρεος διώκεται πειθαρχικά κατά τις κείμενες πειθαρχικές διατάξεις.
Άρθρο 23
Δήλωση Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.)1. Οι υπόχρεοι σε Δ.Π.Κ. υποβάλλουν, στην προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 18, Δήλωση Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.), η οποία περιλαμβάνει:
α) τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες,
β) τη συμμετοχή τους στη διοίκηση πάσης φύσεως νομικών προσώπων και εταιριών, ενώσεων προσώπων και Ο.Κοι.Π.,
γ) οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους, είτε ως υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι,
δ) οποιαδήποτε αμειβόμενη μη κύρια δραστηριότητα, εάν η συνολική αμοιβή υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ ανά ημερολογιακό έτος,
ε) τη συμμετοχή σε εταιρεία ή κοινοπραξία, όταν αυτή η συμμετοχή ενδέχεται να έχει συνέπειες στη δημόσια πολιτική ή όταν δίνει στον υπόχρεο τη δυνατότητα σημαντικής επιρροής επί υποθέσεων της εν λόγω εταιρείας ή σύμπραξης,
στ) για την περίπτωση προσώπων που υπηρετούν σε αιρετή δημόσια θέση, οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη από τρίτους, σε προσωπικό ή σε υλικούς πόρους, που χορηγείται σε συνάρτηση με τη δημόσια δραστηριότητά τους, με ένδειξη της ταυτότητας των τρίτων αυτών, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανά ημερολογιακό έτος,
ζ) οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντά τους. Ως σύγκρουση συμφερόντων νοείται η περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος έχει προσωπικό συμφέρον που μπορεί να επηρεάσει αθέμιτα την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύγκρουση συμφερόντων δεν υπάρχει στην περίπτωση που ο υπόχρεος αντλεί κάποιο όφελος μόνο ως μέλος του γενικότερου κοινού ή μίας ευρύτερης κατηγορίας ατόμων.
η) τα τυχόν καταγεγραμμένα συμφέροντα στο Μητρώο Διαφάνειας των άρθρων 8 έως 10 του ν.
4829/2021 (Α' 166).
2. Αν προβλέπεται κατά τον νόμο δημοσιοποίηση των Δ.Π.Κ., μπορεί, υπό τους ίδιους όρους, να δημοσιοποιηθούν και στοιχεία των Δ.Ο.Σ.. Για τον τρόπο υποβολής των Δ.Ο.Σ. εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 1 , 2, 3 και 9 του άρθρου 21.
Άρθρο 24
Τεχνικές ρυθμίσεις υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας
1. Το απόρρητο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του υπόχρεου με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. διασφαλίζεται με τη χρήση ψηφιακού πιστοποιητικού από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 21. Τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. τηρούνται κρυπτογραφημένα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων της εφαρμογής. Η ηλεκτρονική εφαρμογή συνοδεύεται από πολιτικές ασφάλειας, που καλύπτουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων.
2. Υπεύθυνος επεξεργασίας της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης είναι η Επιτροπή Ελέγχου του άρθρου 25. Από κοινού υπεύθυνα είναι και τα όργανα του άρθρου 27, στα οποία κατανέμεται το έργο της Επιτροπής Ελέγχου. Εκτελούσα την επεξεργασία της παραπάνω βάσης δεδομένων, κατ' εντολή του υπευθύνου επεξεργασίας, είναι η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
3. Εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος υπογράφεται σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής Ελέγχου και της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ως Φορέα Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων, στην οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και προβλέπεται κατ' ελάχιστον ότι η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. αναλαμβάνει την εξασφάλιση:
α. Της σχεδίασης, της ανάπτυξης, της υποστήριξης και της λειτουργίας των αναγκαίων πληροφοριακών συστημάτων που εξυπηρετούν την κατάρτιση των καταστάσεων υπόχρεων και την ηλεκτρονική υποβολή και τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., καθώς και την αυτοματοποίηση της συμπλήρωσής τους, σύμφωνα με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις της
Επιτροπής Ελέγχου, με ενημέρωση του Διοικητή της Ε.Α.Δ. και ακολούθως της Επιτροπής Ελέγχου από αυτόν και
β. της υποστήριξης της Επιτροπής Ελέγχου για την ενημέρωση και τη διευκόλυνση των υπόχρεων για τη διαδικασία υποβολής των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., καθώς και των φορέων για την κατάρτιση καταστάσεων υπόχρεων.
4. Η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. σχεδιάζει και βελτιώνει την πολιτική ασφαλείας των ανωτέρω πληροφοριακών συστημάτων, σύμφωνα με την πολιτική ασφάλειας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και εκδίδει δεσμευτικές οδηγίες ορθής και ασφαλούς χρήσης των εφαρμογών, για όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χρήστες των πληροφοριακών συστημάτων, με ενημέρωση του Διοικητή της Ε.Α.Δ. και της Επιτροπής Ελέγχου.
5. Εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, υπογράφεται πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ του συντονιστή, εκ μέρους της Επιτροπής Ελέγχου, των οργάνων του άρθρου 27 και του φορέα λειτουργίας της παρ. 3. Στο πρωτόκολλο καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής, οι ρόλοι των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις συνεργασίας τους.
6. Η Ε.Α.Δ. αναλαμβάνει, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου, την κατάρτιση, τη διοίκηση και τη διαχείριση των απαραίτητων συμβάσεων ανάπτυξης, βελτίωσης και συντήρησης των ηλεκτρονικών εφαρμογών των ανωτέρω πληροφοριακών συστημάτων και παρακολουθεί την πορεία παραλαβής και υλοποίησης του έργου.
7. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύναται να τίθενται εκτός λειτουργίας τα ανωτέρω πληροφοριακά συστήματα, ύστερα από αίτημα της Επιτροπής Ελέγχου ή του φορέα λειτουργίας κατόπιν ενημέρωσης και έγκρισης της Επιτροπής Ελέγχου, για λόγους συντήρησης, αναβάθμισης και προσαρμογής στις αλλαγές της νομοθεσίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών ανά έτος. Κατά το διάστημα αυτό αναστέλλονται οι προθεσμίες υποβολής των δηλώσεων του παρόντος.
8. Η Δ.Ο.Σ. υποβάλλεται από τον υπόχρεο σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 3, ταυτόχρονα με την υποβολή της Δ.Π.Κ., αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ηλεκτρονικής εφαρμογής. Η υποβολή της Δ.Ο.Σ. αποδεικνύεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 9 του άρθρου 21.
9. Τα δεδομένα που καταχωρίζονται στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης διατηρούνται μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΕΛΕΓΧΟΣ Δ.Π.Κ. ΚΑΙ Δ.Ο.Σ.
Άρθρο 25
Επιτροπή Ελέγχου1. α. Ο έλεγχος των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ. των υπόχρεων προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 3 ανατίθεται σε Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή Ελέγχου είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από έντεκα τακτικά (11) μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές.
β. Η Επιτροπή Ελέγχου είναι αρμόδια για την παροχή διευκρινίσεων για όλες τις κατηγορίες υπόχρεων και δύναται να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα αυτή, για τμήμα των υπόχρεων, στα ειδικά όργανα του άρθρου 27 και να λαμβάνει σχετική ενημέρωση.
2. Η Επιτροπή Ελέγχου συγκροτείται από:
α) Τον Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, β) δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας, με τους αναπληρωτές τους, γ) έναν (1) Αρεοπαγίτη, με τον αναπληρωτή του,
δ) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τον αναπληρωτή του,
ε) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον αναπληρωτή του,
στ) τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με τον αναπληρωτή του,
ζ) τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.), με τον αναπληρωτή του,
η) έναν (1) Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Βουλής,
θ) έναν (1) βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που μετέχει στην Κυβέρνηση, με τον αναπληρωτή του που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της εν λόγω κοινοβουλευτικής ομάδας,
ι) έναν (1) βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην Κυβέρνηση, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.
3. Η Επιτροπή Ελέγχου συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Οι δικαστικοί λειτουργοί-μέλη της Επιτροπής Ελέγχου και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση των αρμοδίων Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων των οικείων δικαστηρίων των άρθρων 80 για τη διοικητική δικαιοσύνη, 85 για το Ελεγκτικό Συνέδριο και 91 για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη του
Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν.
4938/2022, Α' 109), ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για θητεία δύο (2) ετών, η οποία δεν ανανεώνεται και ασκούν τα καθήκοντά τους παράλληλα με αυτά της κύριας θέσης τους. Αν προαχθούν οι δικαστικοί λειτουργοί-μέλη της Επιτροπής Ελέγχου, αντικαθίστανται πριν από την έναρξη του νέου δικαστικού έτους, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του
Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο. Ο Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζεται για θητεία τεσσάρων (4) ετών. Σε περίπτωση γενικών βουλευτικών εκλογών, η Επιτροπή Ελέγχου ανασυγκροτείται ως προς τα κοινοβουλευτικά μέλη εντός ενός (1) μηνός από την εκλογή του Προεδρείου της νέας Βουλής. Μέχρι την ως άνω ανασυγκρότηση, η Επιτροπή Ελέγχου συνεχίζει το ελεγκτικό της έργο με την υφιστάμενη σύνθεσή της. Αν κενωθεί θέση τακτικού μέλους, ο αναπληρωτής ασκεί τα καθήκοντα του τακτικού μέλους έως τον ορισμό νέου τακτικού μέλους.
4. Η Επιτροπή Ελέγχου επικουρείται για τις υποθέσεις του παρόντος νόμου από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περ. στ' της παρ. 2 του άρθρου 19 του π.δ. 15/2022 (Α' 39) και ειδικώς για τις υποθέσεις των σωμάτων ασφαλείας από τον επικεφαλής Εισαγγελέα ή τον Διοικητή της Υ.Ε.Υ.Σ.Α..
5. Τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου και των οργάνων του άρθρου 27 απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.
6. Κατά τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. των δικαστικών και των εισαγγελικών λειτουργών, καθήκοντα Πρόεδρου της Επιτροπής Ελέγχου ασκεί ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός από τα μέλη της. Στην περίπτωση αυτή, ο Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ή ο αναπληρωτής του, που ορίζονται σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 2, συμμετέχει στην Επιτροπή Ελέγχου ως μέλος.
7. Γραμματέας της Επιτροπής Ελέγχου ορίζεται υπάλληλος που υπηρετεί στην ειδική υπηρεσία της παρ. 9, με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου μετά από πρόταση του προϊσταμένου της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9.
8. Μετά από πρόταση του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου, κατόπιν εισήγησης της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9, οι πιστώσεις για τη λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου και της ειδικής υπηρεσίας που αφορούν στον έλεγχο των Δ.Π.Κ. εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Βουλής, αποτυπώνονται σε χωριστό πίνακα και εγκρίνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής και στον Ειδικό Κανονισμό αυτής και καλύπτονται από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις εντός των ορίων του ισχύοντος Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής.
9. Την Επιτροπή Ελέγχου επικουρεί, για τον συντονισμό των ελέγχων της και για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υπόχρεων, ειδική υπηρεσία που αποτελεί οργανική μονάδα της Βουλής των Ελλήνων επιπέδου διεύθυνσης και υπάγεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών των ελέγχων της Επιτροπής Ελέγχου, στην ειδική υπηρεσία τηρείται, σε ηλεκτρονική μορφή, βάση δεδομένων των υπόχρεων οι οποίοι ελέγχονται υποχρεωτικά, καθώς και των σχετιζόμενων με αυτούς προσώπων.
10. Μέχρι την 31η Μαρτίου κάθε έτους, η Επιτροπή Ελέγχου υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της κατά το προηγούμενο έτος στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Στην ανωτέρω ετήσια έκθεση ενσωματώνονται και τα διαλαμβανόμενα στις εκθέσεις των οργάνων του άρθρου 27 και αναφέρονται κατ' ελάχιστον ο αριθμός των υπόχρεων σε Δ.Π.Κ. προσώπων, ο αριθμός των προσώπων που υπέβαλαν Δ.Π.Κ., τα μέτρα που ελήφθησαν για όσους δεν υπέβαλαν Δ.Π.Κ. και τα αποτελέσματα των ελέγχων, που πραγματοποιήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων της Επιτροπής Ελέγχου, με στατιστική απεικόνιση αυτών. Η έκθεση αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Βουλής το αργότερο έναν (1) μήνα μετά την υποβολή της και παραμένει αναρτημένη για τρία (3) έτη.
Άρθρο 26
Συντονιστής ελέγχων1. Ο προϊστάμενος της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25, ο οποίος ορίζεται και τοποθετείται από τον Πρόεδρο της Βουλής, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ειδικού Κανονισμού της Ειδικής Υπηρεσίας της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης που προσαρτήθηκε στον Κανονισμό της Βουλής ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α' 122), ορίζεται ως συντονιστής ελέγχων. Για τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης του συντονιστή ελέγχων εφαρμόζεται ο Κανονισμός της Βουλής (Μέρος Β', Α' 51). Όταν αυτός απουσιάζει, ελλείπει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον προϊστάμενο του Τμήματος Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ειδικού Κανονισμού του πρώτου εδαφίου.
2. Ο συντονιστής είναι αρμόδιος για την επίτευξη των ετήσιων στόχων της Επιτροπής Ελέγχου και υπεύθυνος για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.
3. Με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου ή του Προέδρου της, ο συντονιστής μπορεί, πέραν όσων ορίζονται στο άρθρο 31, να προβαίνει στον καθορισμό και άλλων ελεγκτικών πράξεων που μπορεί να ανατίθενται από αυτόν σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα στοιχεία των Δ.Π.Κ. και των αντίστοιχων δικαιολογητικών και συντάσσουν τις, κατά περίπτωση απαιτούμενες αναλυτικές ή συγκεντρωτικές, εκθέσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή Ελέγχου για την υποβοήθηση του έργου της. Προς τον ίδιο σκοπό, ο συντονιστής, αφού προηγηθεί σχετική ενημέρωση της Επιτροπής Ελέγχου, μπορεί να ζητά τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας ελεγκτικής αρχής, προσδιορίζοντας το αντικείμενο της συνδρομής αυτής.
Άρθρο 27
Ειδικά ελεγκτικά όργαναΟι έλεγχοι του άρθρου 28 διενεργούνται και από τα ακόλουθα ειδικά ελεγκτικά όργανα:
α. Τη Γ' Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες,
β. την Εθνική Αρχή Διαφάνειας,
γ. την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας.
Με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου κατανέμεται στα ειδικά ελεγκτικά όργανα του πρώτου εδαφίου ο έλεγχος των δηλώσεων συγκεκριμένων κατηγοριών υπόχρεων και ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Ζητήματα που σχετίζονται με τη στοχοθεσία και τον τρόπο συνεργασίας των οργάνων για την επίτευξη των γενικών στόχων της Επιτροπής Ελέγχου, δύνανται να ρυθμίζονται από τον συντονιστή ελέγχων του άρθρου 26.
Άρθρο 28
Είδη και προϋποθέσεις ελέγχων1. Οι Δ.Π.Κ. των υπόχρεων του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8 ελέγχονται υποχρεωτικά. Οι Δ.Π.Κ. των υποπερ. αα' έως στστ' της περ. γ' της
παρ. 4 του
άρθρου 48 του ν.
4557/2018 (Α' 139), οι οποίες παραμένουν σε ισχύ μόνο ως προς το είδος, τον τρόπο και τα υποκείμενα του ελέγχου, καθώς και οι Δ.Π.Κ. επί των οποίων υποβάλλονται επώνυμες καταγγελίες ή τίθενται ερωτήματα στο πλαίσιο ερευνών από δικαστικές ή άλλες αρχές, ελέγχονται κατά προτεραιότητα. Οι λοιπές Δ.Π.Κ. και όσες Δ.Π.Κ. της παρούσας κρίνεται περαιτέρω απαραίτητο ελέγχονται στοχευμένα ή δειγματοληπτικά, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29.
2. Ο έλεγχος ολοκληρώνεται εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους υποβολής. Αν προκύπτουν ενδείξεις ή νέα αποδεικτικά στοιχεία τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί μέχρι τη συμπλήρωση της σχετικής προθεσμίας παραγραφής. Ο έλεγχος της αρχικής Δ.Π.Κ. αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου, ανακριβειών και ελλείψεων για τα περιουσιακά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο κτήσης της ιδιότητας. Για τα επόμενα έτη, ο έλεγχος της ετήσιας Δ.Π.Κ. αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου, ανακριβειών και ελλείψεων, για τις μεταβολές που επήλθαν στην περιουσιακή κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η Δ.Π.Κ.. Ο έλεγχος των ετήσιων Δ.Π.Κ. περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, και τη διακρίβωση αν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε Δ.Π.Κ. προσώπων. Η Δ.Π.Κ. δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση μη ουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση της Επιτροπής Ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης ή η εκ παραδρομής λανθασμένη αναγραφή στη δήλωση του στοιχείου που ανακριβώς έχει δηλωθεί.
3. Η Επιτροπή Ελέγχου λαμβάνει υπόψη τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας και με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων, όταν απαιτείται. Η Επιτροπή Ελέγχου μπορεί να καταρτίζει και πρόγραμμα συνοπτικών και ειδικών-θεματικών ελέγχων, δίχως να θίγεται η δυνατότητα επέκτασής τους σε τακτικούς σύμφωνα με την παρ. 1.
Άρθρο 29
Επιλογή δηλώσεων προς έλεγχο1. Ο ετήσιος ελεγκτικός στόχος, ως ποσοστό των ελέγχων για υποθέσεις που αφορούν στην τελευταία πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και του έτους έκδοσης της απόφασης, ορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου, κατόπιν εισήγησης του συντονιστή ελέγχων, στην οποία περιγράφονται οι συνθήκες που λαμβάνονται υπόψη και κατ' ελάχιστον ο αριθμός των ελεγκτών κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, καθώς και ο αριθμός των ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά τους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από τον μήνα έκδοσης της απόφασης. Το ποσοστό του πρώτου εδαφίου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού επτά τοις εκατό (7%) του συνόλου των ελεγχόμενων Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ.. Ειδικά για το πρώτο έτος εφαρμογής του παρόντος, το ανωτέρω ποσοστό ορίζεται σε πέντε τοις εκατό (5%) και για το δεύτερο σε έξι τοις εκατό (6%).
2. Οι Δ.Π.Κ. που ελέγχονται κατ' έτος επιλέγονται με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου, κατόπιν εισήγησης του συντονιστή, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από την Επιτροπή Ελέγχου κατ' έτος και πριν από την έναρξη της προθεσμίας υποβολής των Δ.Π.Κ. και δεν δημοσιοποιούνται.
3. Κάθε μέλος της Κυβέρνησης μπορεί να ζητά από την Επιτροπή Ελέγχου να διενεργεί έλεγχο συγκεκριμένων υπόχρεων σε υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., όταν υπάρχει επώνυμη καταγγελία σε βάρος τους, η οποία υποβάλλεται απευθείας στο μέλος της Κυβέρνησης από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από ανεξάρτητες αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους. Όταν η διεξαγωγή του ελέγχου στηρίζεται σε προηγούμενη καταγγελία, τηρείται η ανωνυμία του καταγγέλλοντος.
Άρθρο 30
Διαδικασία ελέγχου 1. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 μπορούν να καλούν τους ελεγχόμενους να δώσουν διευκρινίσεις ή να αναρτήσουν συμπληρωματικά παραστατικά ή στοιχεία εντός προθεσμίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες και η οποία μπορεί να παραταθεί για διάστημα δέκα (10) ημερών ακόμη. Σε έκτακτες περιπτώσεις αδυναμίας των ελεγχόμενων προσώπων για έγκαιρη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 δύνανται, κατ' εξαίρεση, να παρατείνουν την προθεσμία με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση.
Τα υπόχρεα πρόσωπα που αναφέρονται στο
άρθρο 5 του ν.
4557/2018 (Α' 139) έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή Ελέγχου, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεων των ελεγχομένων που απορρέουν από τον παρόντα ή τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού υπουργικές αποφάσεις.
2. Η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 δεν υπόκεινται, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και των ερευνών τους, σε περιορισμούς διατάξεων περί τραπεζικού, χρηματιστηριακού και επαγγελματικού απορρήτου των στοιχείων, τηρουμένου σε κάθε περίπτωση του άρθρου 26 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. [ν.
3528/2007, (Α' 26)] περί εχεμύθειας και με την επιφύλαξη των άρθρων 212 περί επαγγελματικού απορρήτου των μαρτύρων, 263 περί υποχρέωσης για παράδοση εγγράφων, 264 περί κατάσχεσης εγγράφων και εντύπων και 265 περί κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν.
4620/2019, Α' 96), εφόσον τα στοιχεία αυτά χορηγούνται αποκλειστικά για τα ελεγχόμενα πρόσωπα αρμοδιότητάς τους και αφορούν μόνο τα ελεγχόμενα έτη. Ως προς το φορολογικό απόρρητο, εφαρμόζονται το
άρθρο 17 του ν.
4987/2022 (Α' 206) και η υπό στοιχεία ΠΟΛ1154/31.7.2018 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β' 3253). Τα όργανα του άρθρου 27 έχουν πρόσβαση στο «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» σύμφωνα με το
άρθρο 62 του ν.
4170/2013 (Α' 163), καθώς και επιγραμμική (online) πρόσβαση στα λοιπά πληροφοριακά συστήματα και τις βάσεις δεδομένων που διαχειρίζονται άλλες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και στα στοιχεία φορολογικών ελέγχων που τηρούνται στην Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τις προδιαγραφές ασφαλείας του κάθε συστήματος και μπορεί να τους επιβληθούν οι κυρώσεις του άρθρου 56Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.
4987/2022, Α' 206).
3. Η διαδικασία ελέγχου είναι εμπιστευτική και τα στοιχεία του ελέγχου δεν δημοσιοποιούνται. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου, το προσωπικό της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25, τα όργανα του άρθρου 27, καθώς και τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 31 υποχρεούνται να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας, να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία, καθώς και να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά την αποχώρησή τους από την Επιτροπή Ελέγχου ή την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 31.
4. Για τη διευκόλυνση του ελέγχου, η φορολογική διοίκηση παραχωρεί ηλεκτρονική επιγραμμική (online) πρόσβαση στα όργανα της Επιτροπής Ελέγχου και του άρθρου 27, ύστερα από αίτησή τους, σε στοιχεία για όλες τις τροποποιήσεις των παραπάνω δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων αρμοδιότητάς τους, οι οποίες τηρούνται ηλεκτρονικά. Η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 έχουν απευθείας επιγραμμική (online) πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής, υπηρεσίας ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα που κατά τα ανωτέρω αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, όπως στα κτηματολογικά δεδομένα, στο Γ.Ε.ΜΗ., καθώς και στο σύστημα «Τειρεσίας» και μπορούν να ζητούν, στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών, τη συνεργασία και την πρόσβαση σε κάθε είδους στοιχεία από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής, υποχρεουμένων όλων στην άμεση ηλεκτρονική παροχή των ανωτέρω στοιχείων και ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα. Η αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται, εφόσον απαιτείται, από άρση τραπεζικού, χρηματιστηριακού, φορολογικού και επαγγελματικού απορρήτου είναι προϋπόθεση για την ολοκλήρωση κάθε ελέγχου αρμοδιότητας της Επιτροπής Ελέγχου και των οργάνων του άρθρου 27.
5. Για τις ανάγκες του ελέγχου της παρ. 2 του άρθρου 28, ο συντονιστής, εκ μέρους της Επιτροπής Ελέγχου, ορίζει τους αρμόδιους για τον έλεγχο και τα δικαιώματα πρόσβασης που αυτοί έχουν επί των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του ηλεκτρονικού συστήματος. Η πρόσβαση των αρμόδιων του πρώτου εδαφίου στο ηλεκτρονικό σύστημα είναι αυστηρά προσωποποιημένη και ελέγχεται μέσω μοναδικού ονόματος χρήστη και προσωπικού μυστικού κωδικού. Οι ενέργειες των αρμόδιων του πρώτου εδαφίου εντός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγράφονται ηλεκτρονικά.
6. Η Επιτροπή Ελέγχου ελέγχει την τήρηση των περιορισμών των παρ. 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 (Α' 219) από τα εξής πρόσωπα, όταν ενεργούν ατομικά, καθώς και για λογαριασμό των συζύγων, εν διαστάσει συζύγων, των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και των ανήλικων τέκνων τους:
α) Τους βουλευτές και ευρωβουλευτές, τον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, β) τους γενικούς γραμματείς περιφερειών, τους περιφερειάρχες και τους δημάρχους, τους αντιδημάρχους, τους προέδρους και τα τακτικά μέλη των επιτροπών των δήμων, τους προέδρους και τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και τους γενικούς διευθυντές των δημοτικών ν.π.δ.δ., των αμιγών ή μεικτών δημοτικών επιχειρήσεων των ανωτέρω Ο.Τ.Α. και των συνδέσμων δήμων, τους προϊσταμένους των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των δήμων, τους προέδρους και τους διαχειριστές των τραπεζικών λογαριασμών των σχολικών επιτροπών,
γ) τους προϊσταμένους των γενικών διευθύνσεων των υπουργείων, τους προέδρους, τους αντιπροέδρους, τους διοικητές, τους υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη, τους διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλους και τους γενικούς διευθυντές ν.π.δ.δ., ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022 (Α' 181), δημόσιων οργανισμών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκησή τους ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, δ) τους προέδρους και τα τακτικά μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών προμηθειών, μελετών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, των ν.π.δ.δ., των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, των ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022, και των δημόσιων οργανισμών, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ ανά διαγωνισμό, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών και τους προϊσταμένους των διευθύνσεων αυτής, τους κατέχοντες θέσεις προϊσταμένων οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου οργανικών μονάδων προμηθειών στο Δημόσιο και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου της
παρ. 1 του
άρθρου 3 του ν.
4972/2022 και τους δημόσιους οργανισμούς, τον Πρόεδρο και τα μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών δημόσιων έργων των ανωτέρω φορέων, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, τους προέδρους, διοικητές, υποδιοικητές και γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από το κράτος.
Άρθρο 31
Ελεγκτικές δυνατότητες της Επιτροπής Ελέγχου1. Στο πλαίσιο του ελέγχου των Δ.Π.Κ., η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 μπορούν, με απόφασή τους, να ζητούν από τα υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, τις κρατικές χρηματοδοτήσεις τους, τις ιδιωτικές και τις παντός είδους εισφορές ή προσφορές. Η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 αξιολογούν και διερευνούν τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο περιέρχονται σε αυτούς σχετικά με την υποβολή των δηλώσεων, τις ανακρίβειες ή ελλείψεις αυτών. Προς υποβοήθηση του έργου τους, η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 μπορούν, με απόφαση του Προέδρου ή Διοικητή τους, να αναθέτουν τη διενέργεια ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές, υπό την εποπτεία του συντονιστή ελέγχων.
2. Για την εκπλήρωση της αποστολής τους, η Επιτροπή Ελέγχου και τα όργανα του άρθρου 27 μπορούν να αναθέτουν τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης.
3. Με το πέρας κάθε ελέγχου, το όργανο που διενήργησε τον έλεγχο αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να διαβιβαστεί με αιτιολογημένο και εμπεριστατωμένο πόρισμά του στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται βάσιμα και επαρκή και ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή Ελέγχου για το αποτέλεσμα του ελέγχου. Κατ' εξαίρεση, για τους υπόχρεους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 32, η απόφαση αρχειοθέτησης οριστικοποιείται μετά το πέρας της δημοσιοποίησης των αντίστοιχων δηλώσεων αυτών των υπόχρεων. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και εφόσον κρίνεται ότι υπάρχει ανάγκη διερεύνησης επί θεμάτων αρμοδιότητας φορολογικής ή άλλης αρχής ή υπηρεσίας, το πόρισμα αποστέλλεται και σε αυτές. Υπόθεση που τίθεται στο αρχείο, δύναται να ανασυρθεί με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου, μόνο εφόσον προκύπτουν νέα πραγματικά στοιχεία. Μετά την παρέλευση πενταετίας από την υποβολή της δήλωσης, η ανάσυρση υπόθεσης που έχει αρχειοθετηθεί επιτρέπεται μόνο όταν προκύπτουν ενδείξεις ή νέα αποδεικτικά στοιχεία τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης του κακουργήματος της παρ. 2 του άρθρου 39 και μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής.
4. Οι δικαστικές και φορολογικές αρχές, που επιλαμβάνονται κατόπιν πορίσματος της Επιτροπής Ελέγχου και των οργάνων του άρθρου 27, διαβιβάζουν σε αυτούς αντίγραφο της σχετικής δικαστικής απόφασης ή του βουλεύματος, καθώς και της έκθεσης ελέγχου και της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ Δ.Π.Κ.
Άρθρο 32
Δημοσιοποίηση Δ.Π.Κ.1. Οι Δ.Π.Κ. των υπόχρεων του άρθρου 4 και της περ. α' του άρθρου 6 δημοσιοποιούνται στον διαδικτυακό τόπο της Βουλής, με ανάρτηση χωριστών καταλόγων αρχικών και ετήσιων Δ.Π.Κ. σε ειδική ιστοσελίδα της Επιτροπής Ελέγχου, με μέριμνα του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου. Η ανάρτηση γίνεται μετά από τον έλεγχο και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 18. Η ανάρτηση των δηλώσεων διαρκεί τρία (3) έτη.
2. Από την ανάρτηση της παρ. 1 εξαιρούνται, σε κάθε περίπτωση α) τα στοιχεία τεθνεώτων και των σχετιζόμενων με αυτούς προσώπων που δεν είναι αυτοτελώς υπόχρεα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β' του παρόντος, καθώς και β) εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να προκαλέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του δηλούντος και της οικογένειάς του, όπως διεύθυνση κατοικίας, αριθμοί κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων και Α.Φ.Μ.. Η δημοσίευση των στοιχείων της παρ. 1 στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το περιεχόμενό τους.
3. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών των ελέγχων της Επιτροπής Ελέγχου, τηρείται στην ειδική υπηρεσία της παρ. 9 του άρθρου 25 σε ηλεκτρονική μορφή και ενημερώνεται βάση δεδομένων των Δ.Π.Κ. και των χρόνων δημοσιοποίησής τους, καθώς και συσχέτισής τους με τους ελέγχους και τις αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Άρθρο 33
Δήμευση1. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα του άρθρου 39 δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους ή την εκ παραδρομής ανακριβή ή μη δήλωσή τους. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού.
2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.
Άρθρο 34
Παράλειψη ηλεκτρονικής καταχώρισηςΌποιος, παρότι είναι υπεύθυνος για την ηλεκτρονική καταχώριση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 17, παραλείπει την καταχώριση της κατάστασης αυτής ή την καταχωρίζει ελλιπώς, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
Άρθρο 35
Παράλειψη υποχρέωσης διαβίβασης δεδομένων εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και πιστωτικών ιδρυμάτωνΓια τα φυσικά πρόσωπα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και πιστωτικών ιδρυμάτων του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 21, η μη τήρηση της υποχρέωσης του ιδίου εδαφίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως δώδεκα (12) μήνες ή χρηματική ποινή.
Άρθρο 36
Παράβαση καθήκοντος εχεμύθειαςΌποιος παραβιάζει το καθήκον εχεμύθειας της παρ. 4 του άρθρου 30 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Άρθρο 37
Παρακώλυση ελέγχου και άρνηση παροχής στοιχείων στην Επιτροπή ΕλέγχουΌποιος παρεμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το ελεγκτικό έργο και ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή Ελέγχου ή στα όργανα του άρθρου 27 ή στους ορκωτούς ελεγκτές της παρ. 3 του άρθρου 26 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
Άρθρο 38
Απαγόρευση δημοσιοποίησης
Όποιος αναρτά τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 32 ή δεν δημοσιεύει ολόκληρο το περιεχόμενο των δημοσιοποιούμενων στοιχείων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κατά παράβαση της παρ. 2 του άρθρου 32, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή.
Άρθρο 39
Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης1. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει Δ.Π.Κ. εντός της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 22 ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή Δ.Π.Κ., τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή. Αν ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου αξίας ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες. Το ύψος καθεμίας από τις ημερήσιες μονάδες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από δέκα (10) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ.
2. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.
3. Αν οι πράξεις της παρ. 1 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.
4. Τρίτος, ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή, εκτός αν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
Άρθρο 40
Παραβίαση υποχρέωσης γνωστοποίησηςΤα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του
άρθρου 5 του ν.
4557/2018 (Α' 139) που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παρ. 2 του άρθρου 30 του παρόντος τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών.
Άρθρο 41
Ποινικές δικονομικές διατάξεις1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται: α) στο άρθρο 34 περί παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης, β) στο άρθρο 38 περί απαγόρευσης δημοσιοποίησης, γ) στο άρθρο 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, δ) στο άρθρο 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης, των υπόχρεων προσώπων του άρθρου 4, της περ. α' του άρθρου 6 και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8, η ποινική δίωξη ασκείται, με την επιφύλαξη των άρθρων 62, 85 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 86 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών [ν. 3126/2003, (Α' 66)], από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται ανάκριση στο εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό εφέτη ανακριτή από την ολομέλεια του οικείου εφετείου. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο των εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
2. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται: α) στο άρθρο 34 περί παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης, β) στο άρθρο 38 περί απαγόρευσης δημοσιοποίησης, γ) στο άρθρο 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, δ) στο άρθρο 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης, των λοιπών υπόχρεων προσώπων του Κεφαλαίου Β', καθώς και άλλων ειδικών νόμων, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και ενεργείται με εισαγωγή της υπόθεσης με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή παραγγελία κύριας ανάκρισης, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών.
3. Στις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και στις Εισαγγελίες Πλημμελειοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης ορίζονται αντίστοιχα από τους διευθύνοντες αυτών τουλάχιστον ένας (1) Αντεισαγγελέας Εφετών και ένας (1) Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, οι οποίοι χειρίζονται τις δικογραφίες που σχηματίζονται για τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος.
4. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος είναι το τριμελές εφετείο, ενώ για τις σε βαθμό πλημμελήματος το τριμελές πλημμελειοδικείο.
5. Στις περιπτώσεις των άρθρων 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης και 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα του παρόντος, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης στο διαδίκτυο, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
6. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 42
Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων1. Όταν η τακτική ανάκριση αφορά στα αδικήματα του άρθρου 39, περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υπαχθούν σε δήμευση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 33 περί δήμευσης. Αν διεξάγεται προκαταρκτική εξέταση, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορούμενου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο.
2. Η απαγόρευση της παρ. 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου η εκταμίευση χρημάτων από τον λογαριασμό ή η εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση την παρούσα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.
3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του αρμόδιου υποθη κοφυλακείου ή κτη ματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό γραφείο μετά την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου.
4. Ο κατηγορούμενος, σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν τις διάταξης ή του βουλεύματος. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, αν προκύψουν νέα στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 43
Καταλογισμός
1. Σε βάρος του ελεγχόμενου υπόχρεου καταλογίζεται χρηματικό ποσό μέχρι της αξίας περιουσιακού αποκτήματος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος ή το ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τα άρθρα 118 έως 129 του ν. 4700/2020 (Α' 127). Ο καταλογισμός αποκλείεται εάν το περιουσιακό στοιχείο έχει δημευθεί σύμφωνα με το άρθρο 33 περί δήμευσης.
2. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί, μετά από καταγγελία ή και αυτεπαγγέλτως, να θέτει σε κατεπείγουσα κρίση των οργάνων του άρθρου 27 ζητήματα προς διενέργεια ελέγχου των Δ.Π.Κ. υπόχρεων ή κατηγοριών υπόχρεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται αδικαιολόγητο περιουσιακό όφελος.
3. Η διενέργεια του ελέγχου της παρ. 2 μπορεί να ανατεθεί από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο σε ειδικό κλιμάκιο, που αποτελείται από δικαστικούς υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίοι ορίζονται με την απόφαση ανάθεσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 44
Μεταβατικές διατάξεις1. Κανονιστικές αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος βάσει του ν.
3213/2003 (Α' 309), παραμένουν σε ισχύ, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.
2. Τα υπηρετούντα μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος μέλη της επιτροπής του
άρθρου 3Α του ν.
3213/2003 μπορούν να συνεχίσουν τη θητεία τους στην επιτροπή του άρθρου 25 μέχρι τη συγκρότηση της νέας Επιτροπής.
3. Μέχρι την υπογραφή της Σύμβασης της παρ. 3 του άρθρου 24 υπεύθυνος για την πολιτική ασφαλείας των δεδομένων της παρ. 1 του άρθρου 24 είναι η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ..
4. Έλεγχοι, σε οποιοδήποτε στάδιο, που δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, ολοκληρώνονται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά την έναρξη του ελέγχου.
5. Μέχρι την έκδοση νέου ή την τροποποίηση του Ειδικού Κανονισμού της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25 του παρόντος κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β', Α' 51) εξακολουθεί να ισχύει ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε στον Κανονισμό της Βουλής ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α' 122).
6. Ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 και της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του ίδιου άρθρου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής, για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία τους, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση νέων σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 45.
Άρθρο 45
Εξουσιοδοτικές διατάξεις1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων: α) εξειδικεύεται το προβλεπόμενο στον παρόντα περιεχόμενο της Δ.Π.Κ. και β) καθορίζονται: βα) οι οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της και οι πίνακες παραμετρικών τιμών, ββ) η λειτουργία της εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 21, η ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της εφαρμογής, οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 21.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης δύναται να τροποποιείται το ποσό των παραβόλων του άρθρου 22.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της Δ.Ο.Σ. του άρθρου 24.
4. α) Με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής εγκρίνεται ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 και της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 αυτού για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία τους, ο οποίος συντάσσεται από την ειδική υπηρεσία της παρ. 9 και εκδίδεται από την Επιτροπή Ελέγχου.
β) Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής εγκρίνεται και εκδίδεται ειδικός κανονισμός οικονομικής διαχείρισης που καταρτίζεται από την Επιτροπή Ελέγχου.
γ) Με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής καθορίζονται η διάρθρωση και η οργάνωση της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25, καθώς και το επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που τη στελεχώνει, οι θέσεις, ο αριθμός και οι αρμοδιότητες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της.
5. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο διαχειριστικό θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου κατά τα άρθρα 28 έως 31, καθώς επίσης στην οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25.
6. Με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και η διαδικασία του ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 31.
7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζονται το αντικείμενο της δημοσιοποίησης της Δ.Π.Κ. του άρθρου 32 και ιδίως η μορφή, ο τύπος και τα προς δημοσίευση, συγκεντρωτικά ή μη, στοιχεία.
8. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 42, περί καθορισμού της διαδικασίας δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.
Άρθρο 46
Καταργούμενες διατάξειςΑπό την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται ο ν.
3213/2003 (Α' 309) περί της δήλωσης και του ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων, πλην:
α) του άρθρου 8 περί απαγόρευσης συμμετοχής σε εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς
β) των άρθρων 9, 10, 11 και 12, κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8.
Άρθρο 47
Τελική διάταξηΟ Κανονισμός της Βουλής και ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε σε αυτόν ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α'122) δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος.
ΜΕΡΟΣ Β'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ
Άρθρο 48
Προσόντα και διαδικασία επιλογής υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 4 και παρ. 2 άρθρου 5 ν. 4786/20211. Η
παρ. 1 του
άρθρου 4 του ν.
4786/2021 (Α' 43) τροποποιείται ως προς τα προσόντα επιλογής υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Κάθε υποψήφιος για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα απαιτείται, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και κατά τον χρόνο του διορισμού του:
α. να κατέχει τον βαθμό τουλάχιστον του Αντεισαγγελέα Εφετών έως και αυτόν του Εισαγγελέα Εφετών,
β. να έχει εναπομένοντα χρόνο υπηρεσίας έξι (6) τουλάχιστον έτη μέχρι την αποχώρησή του λόγω του ορίου ηλικίας της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος.».
2. Στην
παρ. 2 του
άρθρου 5 του ν.
4786/2021 επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στο πρώτο εδάφιο, τροποποιείται η χρονική αφετηρία ορισμού προθεσμίας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την υποβολή αιτήσεων από τους ενδιαφερομένους για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, β) στο δεύτερο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών» διαγράφονται οι λέξεις «και Πρωτοδικών» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δεκαοκτώ (18) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και αμελλητί μόλις πληροφορηθεί ότι αυτή για οποιονδήποτε λόγο λήγει πρόωρα, ή δεν πρόκειται να παραταθεί, ορίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή, των αιτήσεων των ενδιαφερομένων, μαζί με βιογραφικό σημείωμα και φάκελο δικαιολογητικών, αναρτά την πρόσκληση στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και τη γνωστοποιεί ταυτόχρονα εγγράφως στους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών της Επικράτειας, προς ενημέρωση των υφισταμένων τους.».
Άρθρο 49
Τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων - Τροποποίηση άρθρου 16 και προσθήκη άρθρου 16Α στον ν. 4786/20211. Στο
άρθρο 16 του ν.
4786/2021 (Α' 43) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) το δεύτερο εδάφιο μεταφέρεται στο τέλος του άρθρου ως εδάφιο τρίτο με την αντικατάσταση των λέξεων «για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης» από τις λέξεις «για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ανακριτή» και την τροποποίηση του αρμόδιου ανακριτή, β) το τρίτο εδάφιο τίθεται ως δεύτερο εδάφιο με την απάλειψη των λέξεων «παραπέμπονται και» και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 16
Κατά τόπον αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων Η κατά τόπον αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Οι ποινικές υποθέσεις εισάγονται στα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού της Αθήνας και στον Άρειο Πάγο. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ανακριτή, παραγγέλλεται αποκλειστικά ο ανακριτής που έχει οριστεί για αυτό από την Oλομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών.».
2. Μετά από το
άρθρο 16 του ν.
4786/2021 προστίθεται άρθρο 16Α, ως εξής:
«Άρθρο 16Α Λειτουργική αρμοδιότητα
1. Ως προς τα αδικήματα της αρμοδιότητάς τους σύμφωνα με τον ν. 4689/2020 (Α'103) και πέραν των εξουσιών των εθνικών εισαγγελέων ως προς την έρευνα και τη δίωξη, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς ασκούν και όλες τις εξουσίες διενέργειας ανακριτικών πράξεων του ανακριτή, εκτός από αυτές που αφορούν στη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού σύμφωνα με τα άρθρα 282, 283, 284 και 286 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς έχουν τις υποχρεώσεις του ανακριτή του άρθρου 251 ΚΠΔ και την ευθύνη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 239 ΚΠΔ.
2. Η ολοκλήρωση της προδικασίας και η παραπομπή σε δίκη, για πλημμελήματα και κακουργήματα, αποφασίζονται από το Μόνιμο Τμήμα σύμφωνα με τα άρθρα 10, 36 και 40 του Κανονισμού 2017/1939. Το δικαστικό συμβούλιο διατηρεί την κατ' άρθρο 307 ΚΠΔ αρμοδιότητά του, εκτός αν ειδικά ορίζεται διαφορετικά από τον Κανονισμό ή τον παρόντα νόμο.
3. Για τις υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους, με την επιφύλαξη του παρόντος, όπου στον
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλες διατάξεις γίνεται αναφορά σε ανακριτικές πράξεις του ανακριτή, νοούνται οι πράξεις του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα που ενεργεί την έρευνα.».
Άρθρο 50
Ανακριτικές πράξεις, ποινική δίωξη και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού - Προσθήκη άρθρου 16Β στον ν. 4786/2021Μετά από το άρθρο 16Α του ν.
4786/2021 (Α' 43) προστίθεται άρθρο 16Β ως εξής:
«Άρθρο 16Β
Ανακριτικές πράξεις, ποινική δίωξη και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού
1. Επί κακουργημάτων και συναφών πλημμελημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση , απευθύνεται παραγγελία προς τον ανακριτή μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και όλες οι ανακριτικές πράξεις ενεργούνται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, αυτοπροσώπως ή μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτούς, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 (L 283). Κατ' εξαίρεση ο ανακριτής δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητα της παρ. 2 του άρθρου 248 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα.
2. Η ποινική δίωξη ασκείται από τον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, με παραγγελία προς τον ανακριτή για λήψη απολογίας του κατηγορουμένου και υποβολή κατηγορητηρίου που περιέχει όλα τα περιστατικά που συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης, καθώς και τον νομικό χαρακτηρισμό της.
Η ποινική δίωξη ασκείται με μόνη την υποβολή του κατηγορητηρίου προς τον ανακριτή, όταν ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης χωρίς προηγούμενη κλήση για απολογία. Σε περίπτωση σύλληψης πριν από την αμετάκλητη παραπομπή σε δίκη, η δικογραφία επιστρέφεται στον ανακριτή για λήψη της απολογίας.
Για πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς, η ποινική δίωξη ασκείται με την επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου, μαζί με κλήση για απολογία ενώπιον του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα ή του ανακριτικού υπαλλήλου που έχει ορισθεί από αυτόν, η οποία περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 271 ΚΠΔ και στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο αυτό. Αν δεν έχει προηγηθεί προκαταρτική εξέταση, τηρούνται οι προθεσμίες της παρ. 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ.
3. Αν μετά τη λήψη της απολογίας και την εξέταση τυχόν υπερασπιστικών μέσων του κατηγορουμένου, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για πράξη ελαφρύτερη από αυτή που του απέδωσε με το κατηγορητήριο ή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 39 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, συντάσσει ανάλογο σχέδιο απόφασης, εκθέτοντας με συνοπτική αιτιολογία στην έκθεσή του προς τον εποπτεύοντα Εισαγγελέα και τους λόγους μεταβολής της κρίσης του επί των σημείων αυτών. Αν μετά την απολογία ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι πρέπει να υποβάλει σχέδιο απόφασης παραπομπής για πράξη βαρύτερη ή ουσιωδώς διαφορετική από αυτή για την οποία απήγγειλε κατηγορία, οφείλει να ζητήσει την εκ νέου κλήση του κατηγορουμένου για συμπληρωματική απολογία.
4. Αν ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι είναι αναγκαία η σύλληψη, η προσωρινή κράτηση, ο κατ' οίκον περιορισμός ή η επιβολή περιοριστικών όρων, μετά την απολογία ή μετά τη μη εμφάνιση του κατηγορουμένου στην ταχθείσα προς τούτο ημέρα και ώρα, απευθύνεται με αίτηση στον ανακριτή. Στην αίτηση του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα περιέχεται πλήρης η αιτιολογία και το διατακτικό του τίτλου που ζητείται να εκδοθεί. Αν η έρευνα περαιωθεί με έκδοση εντάλματος σύλληψης, ο Εντεταλμένος Ευρωπαίος Εισαγγελέας απευθύνεται στον ανακριτή για την επιβολή στον κατηγορούμενο μέτρων δικονομικού καταναγκασμού σε περίπτωση σύλληψής του. Το ίδιο δύναται να πράξει ο Εντεταλμένος Ευρωπαίος Εισαγγελέας και όταν η περαίωση γίνεται με έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής. Αν πρόκειται για μέτρα που λαμβάνονται μετά την απολογία, ο ανακριτής αποφαίνεται αφού ακούσει επ' αυτών τον κατηγορούμενο που εμφανίστηκε ενώπιόν του και τον συνήγορό του.
5. Ο ανακριτής μπορεί να δεχθεί εν μέρει ή να απορρίψει το αίτημα. Αν ο ανακριτής συμφωνεί με το αίτημα του Εισαγγελέα, εκδίδει σχετική διάταξη, ένταλμα σύλληψης ή ένταλμα προσωρινής κράτησης. Τη διάταξη περί μερικής ή ολικής απόρριψης ο ανακριτής τη σημειώνει επί του σώματος της αίτησης ή την προσαρτά σε αυτή, συμπεριλαμβάνοντας και την κατά την κρίση του αναγκαία συνοπτική αιτιολογία. Επί μερικής ή ολικής απόρριψης, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας μπορεί να αποδεχθεί την κρίση του ανακριτή, ζητώντας αμέσως την πρόοδο της διαδικασίας, ή να εισαγάγει τη διαφωνία του στο συμβούλιο πλημμελειοδικών, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 288 ΚΠΔ. Αν ο ανακριτής διαπιστώνει τυπικές ελλείψεις που επιδέχονται συμπλήρωση, μπορεί να αναπέμψει για συμπλήρωση το αίτημα μία (1) μόνο φορά, επισημαίνοντας τις κατά την κρίση του ελλείψεις που χρήζουν συμπλήρωσης.
6. Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα δικαιώματα των μερών σε σχέση με τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού καθορίζονται κατά τα λοιπά από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ.».
Άρθρο 51
Περάτωση των ερευνών και εισαγωγή σε δίκη - Προσθήκη άρθρου 16Γ στο ν. 4786/2021Μετά από το άρθρο 16Β του ν.
4786/2021 (Α' 43) προστίθεται άρθρο 16Γ, ως εξής:
«Άρθρο 16Γ Περάτωση των ερευνών και εισαγωγή σε δίκη
1. Επί αδικημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της και το Μόνιμο Τμήμα έχει αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε δίκη σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10 και τα άρθρα 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, η εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο γίνεται με επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος, που συντάσσει ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.
2. Επί πλημμελημάτων που διώκονται αυτοτελώς εφαρμόζεται το άρθρο 322 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).
3. Επί κακουργημάτων, μετά την έκδοση της απόφασης του Μόνιμου Τμήματος, σύμφωνα με την παρ. 1, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας υποβάλει πρόταση προς τον Πρόεδρο Εφετών Αθηνών για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, στην οποία επισυνάπτονται σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος, η περί παραπομπής απόφαση του Μόνιμου Τμήματος και το σχέδιο απόφασης που έχει υποβάλλει ο ίδιος. Από τη στιγμή που ο εισαγγελέας καταρτίσει σχετική πρόταση, πριν την υποβάλλει προς τον Πρόεδρο Εφετών, έχει υποχρέωση να ενημερώσει αμέσως τους διάδικους ή τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, προκειμένου να λάβουν αντίγραφό της και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ. Εφόσον ο πρόεδρος εφετών διατυπώσει σύμφωνη γνώμη για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας εκδίδει κλητήριο θέσπισμα, κατά του οποίου δεν επιτρέπεται προσφυγή.
4. Σε περίπτωση διαφωνίας του Προέδρου Εφετών, ο οποίος κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ή συντρέχουν λόγοι να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη ή να κηρυχθεί απαράδεκτη, η υπόθεση εισάγεται στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών έχουν δικαίωμα να παραστούν ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας και οι διάδικοι, οι οποίοι ειδοποιούνται από τον Γραμματέα του Συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο εντός προθεσμίας που ορίζει ο Πρόεδρος, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των σαράντα οκτώ (48) ωρών. Η ανωτέρω ειδοποίηση μπορεί να γίνει προς τον διάδικο ή τον συνήγορό του. Το Συμβούλιο Εφετών μπορεί: α) να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, ή β) να παύει οριστικά την ποινική δίωξη, ή γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, ή δ) να κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, ή ε) να αναπέμπει την υπόθεση στον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα ή στ) να αποφασίζει την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου.
5. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 309 και τα άρθρα 310 έως 313 ΚΠΔ.».
Άρθρο 52
Ειδικές ανακριτικές πράξεις - Ισχύς απορρήτων - Αντικατάσταση άρθρου 17 ν. 4786/2021Το
άρθρο 17 του ν.
4786/2021 (Α' 43) αντικαθίσταται ως εξής
«Άρθρο 17
Ειδικές ανακριτικές πράξεις- Ισχύς απορρήτων
1. Επί αδικημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς έχουν τις ίδιες εξουσίες και δύνανται να διενεργούν, αιτιολογημένα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ανακριτικές πράξεις υπό τις προϋποθέσεις, διαδικασίες και εγγυήσεις που διατάσσουν ή ζητούν τα αντίστοιχα μέτρα οι Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος του άρθρου 33 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), υποκείμενοι στους ίδιους περιορισμούς της νομοθεσίας περί απορρήτων, εφαρμοζομένων αναλόγως των παρ. 1 έως και 3 του άρθρου 36 ΚΠΔ.
2. Ειδικά ως προς τα μέτρα έρευνας των περ. ε' και στ' της παρ. 1 του άρθρου 30 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, η διενέργεια των εν λόγω ανακριτικών πράξεων είναι επιτρεπτή μόνο για τη διακρίβωση κακουργήματος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των οικείων διατάξεων του εθνικού δικαίου.
3. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και για τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα, στην περίπτωση που αποφασίσει αιτιολογημένα να διεξαγάγει προσωπικά την έρευνα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939.».
Άρθρο 53
Εκθέσεις προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας - Προσθήκη άρθρου 17Α στον ν. 4786/2021Μετά από το
άρθρο 17 του ν.
4786/2021 προστίθεται άρθρο 17Α, ως εξής:
«Άρθρο 17Α
Εκθέσεις προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
Οι εκθέσεις του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που επικουρεί τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, για τη σύνταξη των οποίων έχουν ληφθεί υπόψη το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των αποδεικτικών στοιχείων που τις υποστηρίζουν και προσαρτώνται σε αυτές, αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές διαδικασίες στις οποίες η χρησιμοποίησή τους κρίνεται αναγκαία, υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτικών αρχών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με τις τελευταίες.».
Άρθρο 54
Καθορισμός αρμοδίου Δικαστηρίου για την επίλυση διαφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής και εθνικής Εισαγγελικής Αρχής - Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 4786/2021Στο
άρθρο 19 του ν.
4786/2021 (Α' 43) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) η υφιστάμενη παράγραφος τροποποιείται ως προς την αρμόδια αρχή, β) προστίθεται νέα παρ. 2 και το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 19
Αρμόδια αρχή για την επίλυση διαφωνίας Ευρωπαϊκής και εθνικής Εισαγγελικής Αρχής
1. Ως αρμόδια εθνική Αρχή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 25 του Κανονισμού 2017/1939 (L 283), η οποία αποφασίζει την ανάθεση της αρμοδιότητας για τη διερεύνηση υπόθεσης όταν υπάρχει διαφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής, σχετικά με το αν η αξιόποινη συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 23 του ίδιου Κανονισμού, ορίζεται ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο.
2. Η διαφωνία υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από οποιονδήποτε από τους διαφωνούντες. Αν υπάρχουν περισσότερα αιτήματα, συνεκδικάζονται. Η συνεδρίαση του Συμβουλίου γνωστοποιείται με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προ δέκα (10) ημερών και στον ύποπτο ή κατηγορούμενο, ο οποίος μπορεί να υποβάλλει τις απόψεις του με γραπτό υπόμνημα μέχρι δύο (2) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Συμβουλίου, μπορεί να παραλείψει τη γνωστοποίηση για λόγους μυστικότητας των ερευνών.».
Άρθρο 55
Γενική διάταξη - Προσθήκη άρθρου 20Α στον ν. 4786/2021Μετά από το
άρθρο 20 του ν.
4786/2021 (Α' 43) προστίθεται άρθρο 20Α, ως εξής:
«Άρθρο 20Α Γενική διάταξη
Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον Κανονισμό ΕΕ 2017/1939, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του εθνικού δικαίου.».
ΜΕΡΟΣ Γ'
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 56
Έναρξη ισχύοςΗ ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.