TAXHEAVEN

Η πιο αξιόπιστη πηγή φορολογικής ενημέρωσης

Υπόθεση C‑83/21 - Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Maciej Szpunar

Προδικαστική παραπομπή - Υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας - Ηλεκτρονικό εμπόριο - Ηλεκτρονική πλατφόρμα κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης - Οδηγία 2000/31/ΕΚ - Άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο α' - Οδηγία 2006/123/ΕΚ - Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά - Άρθρο 2, παράγραφος 3 - Μη εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών στον “τομέα της φορολογίας” και στον “φορολογικό τομέα” - Οδηγία (ΕE) 2015/1535 - Διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών - Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία ε' και στ' - Έννοια του “κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες” και του “τεχνικού κανόνα” - Μίσθωση ακινήτων για κατοικία μέγιστης διάρκειας 30 ημερών - Υποχρέωση των παρόχων κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, να διαβιβάζουν τα στοιχεία των συμβάσεων μίσθωσης στη φορολογική αρχή και να προβαίνουν σε παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των πραγματοποιούμενων πληρωμών - Υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου την οποία υπέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία - Άρθρο 56 ΣΛΕΕ - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Περιοριστικός χαρακτήρας - Δικαιολόγηση - Αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων και καταπολέμηση της φοροαποφυγής - Αναλογικότητα - Άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ

Ημερομηνία: 07 Ιουλίου 2022

Κατηγορία: Φορολογία Κεφαλαίου

Αφορά: Βραχυχρόνιες μισθώσεις: Ηλεκτρονική πλατφόρμα κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης - Μη εφαρμογή οδηγιών στον «τομέα της φορολογίας» και στο «φορολογικό τομέα» - Διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών - Έννοια του “κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες” και του “τεχνικού κανόνα” - Μίσθωση ακινήτων για κατοικία μέγιστης διάρκειας 30 ημερών - Υποχρέωση των παρόχων κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, να διαβιβάζουν τα στοιχεία των συμβάσεων μίσθωσης στη φορολογική αρχή και να προβαίνουν σε παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των πραγματοποιούμενων πληρωμών - Υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου την οποία υπέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Περιοριστικός χαρακτήρας - Δικαιολόγηση - Αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων και καταπολέμηση της φοροαποφυγής - Αναλογικότητα

Πηγή: https://tax2.taxheaven.gr/circulars/39934/ypooesh-c83-21-protaseis-genikoy-eisaggelea-maciej-szpunar


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ MACIEJ SZPUNAR της 7ης Ιουλίου 2022 (1)

Υπόθεση C‑83/21


Airbnb Ireland UC,
Airbnb Payments UK Ltd

κατά

Agenzia delle Entrate,

παρισταμένων των
Presidenza del Consiglio dei Ministri,
Ministero dell’Economia e delle Finanze,
Federazione delle Associazioni Italiane Alberghi e Turismo – Federalberghi,
Renting Services Group Srl,
Codacons – Coordinamento delle Associazioni e dei Comitati di tutela dell’ambiente e dei diritti degli utenti e dei consumatori

[αίτηση του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή - Υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας - Ηλεκτρονικό εμπόριο - Ηλεκτρονική πλατφόρμα κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης - Οδηγία 2000/31/ΕΚ - Άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο α' - Οδηγία 2006/123/ΕΚ - Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά - Άρθρο 2, παράγραφος 3 - Μη εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών στον “τομέα της φορολογίας” και στον “φορολογικό τομέα” - Οδηγία (ΕE) 2015/1535 - Διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών - Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία ε' και στ' - Έννοια του “κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες” και του “τεχνικού κανόνα” - Μίσθωση ακινήτων για κατοικία μέγιστης διάρκειας 30 ημερών - Υποχρέωση των παρόχων κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, να διαβιβάζουν τα στοιχεία των συμβάσεων μίσθωσης στη φορολογική αρχή και να προβαίνουν σε παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των πραγματοποιούμενων πληρωμών - Υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου την οποία υπέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία - Άρθρο 56 ΣΛΕΕ - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Περιοριστικός χαρακτήρας - Δικαιολόγηση - Αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων και καταπολέμηση της φοροαποφυγής - Αναλογικότητα - Άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕE»

Εισαγωγή

1. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες είναι πάροχοι των επονομαζόμενων «υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας», δηλαδή, απλούστερα, υπηρεσιών που παρέχονται μέσω διαδικτύου και μέσω των οποίων καθίσταται δυνατό όχι μόνο σε επαγγελματίες αλλά και σε ιδιώτες οι οποίοι δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα να παρέχουν διαφόρων ειδών υπηρεσίες στους καταναλωτές, φέρνοντας σε επαφή τους μεν με τους δε.

2. Η ανάπτυξη των πλατφορμών αυτών παρέσχε σε πλήθος ιδιωτών τη δυνατότητα, αφενός, να παρέχουν υπηρεσίες πέραν του πλαισίου μιας οικονομικής δραστηριότητας πλήρους κλίμακας και, αφετέρου, να απολαύουν των υπηρεσιών αυτών σε τιμές οι οποίες συχνά είναι πολύ πιο συμφέρουσες από εκείνες που χρεώνουν οι επαγγελματίες. Συνεπώς, οι εν λόγω πλατφόρμες συνέβαλαν, αν όχι στη δημιουργία μη υφιστάμενων μέχρι τότε αγορών, τουλάχιστον στην εκθετική ανάπτυξη ορισμένων αγορών υπηρεσιών, λόγω της αύξησης τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης. Συγχρόνως, όμως, συνέβαλαν στην επιδείνωση πολλών προβλημάτων, τόσο κοινωνικών όσο και πολιτικών, διοικητικών και νομικών, που συνδέονται με τη μαζική ανάπτυξη των υπηρεσιών αυτών.

3. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα σε ποιον βαθμό θα πρέπει οι διαδικτυακές πλατφόρμες να συμβάλουν και στην επίλυση των προβλημάτων που συνδέονται με τη λειτουργία τους. Η αναζήτηση τέτοιων λύσεων πρέπει, βεβαίως, να πραγματοποιείται σύννομα και να συνάδει, μεταξύ άλλων, με το δίκαιο της Ένωσης. Αυτό που χαρακτηρίζει τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω διαδικτύου είναι ο ευχερής διασυνοριακός χαρακτήρας τους –στο διαδίκτυο, η γεωγραφική θέση του παρέχοντος και του αποδέκτη της υπηρεσίας είναι άνευ σημασίας. Η ιδιαιτερότητα των διαδικτυακών πλατφορμών έγκειται στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες τους, οι οποίες παρέχονται μέσω του διαδικτύου και, επομένως, μπορούν κατ’ αρχήν να είναι διασυνοριακές, είναι συνυφασμένες με τις υπηρεσίες που παρέχονται στη συνέχεια από τους χρήστες των πλατφορμών αυτών, υπηρεσίες οι οποίες είναι ως επί το πλείστον «πραγματικές» και σε επακριβή γεωγραφική τοποθεσία. Οι εν λόγω διαδικτυακές πλατφόρμες έχουν συνεπώς μεταβάλει ριζικά τον χαρακτήρα των διασυνοριακών υπηρεσιών, όχι μόνο καθιστώντας δυνατή την παροχή και τη χρήση τους σε μαζική κλίμακα, αλλά και προσδίδοντάς τους μικτό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω υπηρεσίες είναι συνυφασμένες με μεταγενέστερες υπηρεσίες που δεν έχουν την ιδιότητα αυτή.

4. Αυτή η πραγματική αλλαγή παραδείγματος απαιτεί την επανεξέταση ορισμένων αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις που θέτει η λειτουργία των διαδικτυακών πλατφορμών. Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί των μέτρων που ενδέχεται να λάβουν τα κράτη μέλη ως απάντηση σε μία από τις προκλήσεις αυτές, ήτοι τη φορολογική μεταχείριση των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω διαδικτυακών πλατφορμών.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης


5. Το άρθρο 1, παράγραφος 1 και παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (2), προβλέπει τα εξής:

«1. Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μεταξύ των κρατών μελών.

[...]

5. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α) στο φορολογικό τομέα·

[...]».

6. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (3), προβλέπουν τα εξής:

«Άρθρο 1

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις γενικές διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλό ποιοτικό επίπεδο υπηρεσιών.

[...]

Άρθρο 2

[...]

3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στον τομέα της φορολογίας».

7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β' και ε' έως ζ', της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (4), προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[...]

β) “υπηρεσία”: οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη υπηρεσιών.

[...]

ε) “κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες”: απαίτηση γενικής φύσεως σχετικά με την πρόσβαση στις δραστηριότητες των υπηρεσιών που περιγράφονται στο στοιχείο βʹ και στην άσκησή τους, ειδικότερα διατάξεις για τους παρέχοντες υπηρεσίες, τις υπηρεσίες και τον αποδέκτη των υπηρεσιών, εξαιρουμένων των κανόνων που δεν αναφέρονται ειδικά στις υπηρεσίες που ορίζονται στο ίδιο σημείο.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού:

i) ένας κανόνας θεωρείται ότι αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών όταν, αν ληφθεί υπόψη η αιτιολογία και το κείμενό του, έχει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο, είτε εξ ολοκλήρου είτε σε επί μέρους διατάξεις, να ρυθμίσει με σαφή και εύστοχο τρόπο τις υπηρεσίες αυτές,

ii) ένας κανόνας δεν θεωρείται ότι αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών όταν αφορά τις υπηρεσίες αυτές μόνον κατά συνεκδοχή ή κατά σύμπτωση·

στ) “τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 7, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών..

Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:

[...]

iii) οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες περί υπηρεσιών, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες· εξαιρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες που έχουν σχέση με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

[...]

ζ) “σχέδιο τεχνικού κανόνα”: το κείμενο μιας τεχνικής προδιαγραφής ή άλλης απαίτησης ή ενός κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων, που εκπονείται προκειμένου η τεχνική αυτή προδιαγραφή ή απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες να καθιερωθεί αμέσως ή εν τέλει ως τεχνικός κανόνας, και το οποίο, δεδομένου ότι βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο, μπορεί να υποστεί ουσιαστικές τροποποιήσεις.»

8. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο· επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.»

Το ιταλικό δίκαιο


9. To άρθρο 4 της decreto-legge n. 50 convertito con modificazioni dalla L. 21 giugno 2017, n. 96 – Disposizioni urgenti in materia finanziaria, iniziative a favore degli enti territoriali, ulteriori interventi per le zone colpite da eventi sismici e misure per lo sviluppo (πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50, κυρωθείσας, κατόπιν τροποποιήσεων, με τον νόμο αριθ. 96 της 21ης Ιουνίου 2017 – Επείγουσες διατάξεις για χρηματοοικονομικά θέματα, πρωτοβουλίες υπέρ τοπικών αρχών, περαιτέρω παρεμβάσεις στις σεισμόπληκτες περιοχές και αναπτυξιακά μέτρα), της 24ης Απριλίου 2017 (5), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50), θεσπίζει το φορολογικό καθεστώς που διέπει τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται εκτός πλαισίου εμπορικής δραστηριότητας (στο εξής: επίμαχο φορολογικό καθεστώς).

10. Το επίμαχο φορολογικό καθεστώς εφαρμόζεται στις συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων για κατοικία οι οποίες συνάπτονται από φυσικά πρόσωπα-εκμισθωτές τα οποία δεν ενεργούν στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, μέγιστης διάρκειας 30 ημερών, είτε απευθείας με τους μισθωτές είτε μέσω προσώπων που ασκούν κτηματομεσιτική δραστηριότητα, «ή και μέσω προσώπων που διαχειρίζονται διαδικτυακές πύλες» (άρθρο 4, παράγραφος 1, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50).

11. Από την 1η Ιουνίου 2017 τα εισοδήματα από τις εν λόγω συμβάσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης υπόκεινται προαιρετικά σε υποκατάστατο κλιμακούμενο φόρο με παρακράτηση στην πηγή εξοφλητικού χαρακτήρα με συντελεστή 21 %, αντί του κοινού φόρου εισοδήματος (άρθρο 4, παράγραφος 2, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50).

12. Τα πρόσωπα που ασκούν κτηματομεσιτική δραστηριότητα σε σχέση με τις προαναφερθείσες μισθώσεις, «καθώς και εκείνα που διαχειρίζονται διαδικτυακές πύλες», υποχρεούνται να διαβιβάζουν τα στοιχεία των συμβάσεων μίσθωσης που έχουν συναφθεί κατόπιν μεσολάβησής τους έως την 30ή Ιουνίου του έτους που έπεται του έτους αναφοράς των εν λόγω στοιχείων. Η μη κοινοποίηση των στοιχείων αυτών, καθώς και η ελλιπής ή ανακριβής κοινοποίησή τους, τιμωρείται με χρηματικές κυρώσεις (άρθρο 4, παράγραφος 4, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50).

13. Όταν εισπράττουν το μίσθωμα ή ορισμένα ποσά που αφορούν τις προαναφερθείσες συμβάσεις μίσθωσης ή όταν παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος ή των εν λόγω ποσών, τα πρόσωπα που κατοικούν/εδρεύουν στο ιταλικό έδαφος και ασκούν κτηματομεσιτική δραστηριότητα, «καθώς και εκείνα που διαχειρίζονται διαδικτυακές πύλες», πρέπει να προβαίνουν, ως φορολογικοί πράκτορες, σε παρακράτηση του 21 % επί του μισθώματος ή άλλων ποσών κατά την πληρωμή στον δικαιούχο, καθώς και στην απόδοση του παρακρατούμενου φόρου στη φορολογική αρχή. Στην περίπτωση που δεν επιλεγεί η εφαρμογή του καθεστώτος της κατ’ αποκοπήν παρακράτησης φόρου στην πηγή, η παρακράτηση λογίζεται ως προκαταβολή (άρθρο 4, παράγραφος 5, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50).

14. Αλλοδαπά πρόσωπα τα οποία ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες και διαθέτουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το επίμαχο φορολογικό καθεστώς μέσω της μόνιμης εγκατάστασής τους. Αλλοδαπά πρόσωπα τα οποία αναγνωρίζονται ως μη διαθέτοντα μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία οφείλουν να ορίσουν, ως υπεύθυνο για την καταβολή του φόρου, φορολογικό αντιπρόσωπο. Σε περίπτωση μη ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία/έδρα τους στην Ιταλία και ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τα προαναφερθέντα πρόσωπα ευθύνονται εις ολόκληρον με τα πρόσωπα αυτά για την εφαρμογή και την καταβολή της παρακράτησης επί του ποσού των μισθωμάτων και των ποσών που αφορούν τις συμβάσεις μίσθωσης (άρθρο 4, παράγραφος 5 bis, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50).

15. Οι εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφοι 4, 5 και 5 bis, της πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 50 έπρεπε να θεσπιστούν με απόφαση του διευθυντή της φορολογικής αρχής.

Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

16. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, Airbnb Ireland UC και Airbnb Payments UK Ltd (στο εξής από κοινού: Airbnb), ανήκουν στον διεθνή όμιλο Airbnb, ο οποίος διαχειρίζεται την ομώνυμη διαδικτυακή πλατφόρμα κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης. Η συγκεκριμένη πλατφόρμα καθιστά δυνατή την επαφή, αφενός, των εκμισθωτών οι οποίοι διαθέτουν ορισμένο κατάλυμα προς μίσθωση και, αφετέρου, ατόμων που αναζητούν κατάλυμα αυτού του είδους, εισπράττοντας από τον πελάτη το ποσό για τη διάθεση του καταλύματος πριν από την έναρξη της μίσθωσης και διαβιβάζοντας το ποσό αυτό στον εκμισθωτή μετά την έναρξη της μίσθωσης, εφόσον δεν υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους του μισθωτή (6).

17. Η Airbnb άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale amministrativo del Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως υπ’ αριθ. 132395 του διευθυντή της φορολογικής αρχής, της 12ης Ιουλίου 2017, περί εφαρμογής του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος, και, αφετέρου, της ερμηνευτικής εγκυκλίου υπ’ αριθ. 24 της φορολογικής αρχής, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με το επίμαχο φορολογικό καθεστώς.

18. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Airbnb ισχυρίστηκε ότι το επίμαχο φορολογικό καθεστώς εισήγαγε στο ιταλικό δίκαιο έναν «τεχνικό κανόνα» ή έναν «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες» και ότι, ως εκ τούτου, ο κανόνας αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/1535, έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή. Επίσης, η Airbnb υποστήριξε ότι οι προβλεπόμενες από το καθεστώς αυτό υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών και τη φορολόγηση συνιστούν παραβίαση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, η Airbnb υποστήριξε ότι η υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, την οποία υπέχει κάθε πρόσωπο που εκμεταλλεύεται διαδικτυακή πλατφόρμα κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης το οποίο δεν κατοικεί ή δεν διατηρεί εγκατάσταση στην Ιταλία, συνιστά δυσανάλογο περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως είναι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

19. Με απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2019 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η Airbnb άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

20. Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Σεπτεμβρίου 2019, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Με διάταξη της 30ής Ιουνίου 2020, Airbnb Ireland και Airbnb Payments UK (C‑723/19, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:509), το Δικαστήριο έκρινε την αίτηση προδήλως απαράδεκτη, λόγω μη προσκόμισης στοιχείων που να του παρέχουν τη δυνατότητα να απαντήσει λυσιτελώς στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το αιτούν δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να υποβάλει εκ νέου ενώπιόν του αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

21. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Ποια είναι η έννοια των φράσεων “τεχνικός κανόνας” των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών και “κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες” της κοινωνίας των πληροφοριών, κατά την [οδηγία 2015/1535] και, ειδικότερα, έχουν οι φράσεις αυτές την έννοια ότι περιλαμβάνουν και τα μέτρα φορολογικού χαρακτήρα τα οποία δεν προορίζονται μεν να ρυθμίσουν άμεσα τη συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, πλην όμως είναι ικανά να διαμορφώσουν τον συγκεκριμένο τρόπο παροχής της εντός του κράτους μέλους, ειδικότερα, επιβάλλοντας σε όλους τους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών –περιλαμβανομένων, επομένως, των μη εγκατεστημένων στο κράτος μέλος επιχειρήσεων οι οποίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους διαδικτυακά– υποχρεώσεις παρεπόμενες και καθοριστικές για την αποτελεσματική είσπραξη των οφειλόμενων από τους εκμισθωτές φόρων, όπως:

α) συλλογή και επακόλουθη κοινοποίηση στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους στοιχείων σχετικών με τις συμβάσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης που συνάπτονται με την παρέμβαση του κτηματομεσίτη·

β) παρακράτηση του μέρους που οφείλεται στη φορολογική αρχή από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και επακόλουθη απόδοση των σχετικών ποσών στο Δημόσιο Ταμείο[;]

2) α) Αντιβαίνει στην αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, καθώς και, εάν θεωρηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, στις ανάλογες αρχές που απορρέουν από τις [οδηγίες 2000/31 και 2006/123], εθνικό μέτρο το οποίο επιβάλλει, σε κτηματομεσίτες που δραστηριοποιούνται στην Ιταλία –περιλαμβανομένων, επομένως, των μη εγκατεστημένων στο κράτος μέλος επιχειρήσεων οι οποίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους διαδικτυακά– υποχρεώσεις συλλογής στοιχείων σχετικών με τις συμβάσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβησή τους και επακόλουθης κοινοποίησης στη φορολογική αρχή, για σκοπούς σχετικούς με την είσπραξη των άμεσων φόρων που οφείλουν οι αποδέκτες της υπηρεσίας;

β) Αντιβαίνει στην αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, καθώς και, εάν θεωρηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, στις ανάλογες αρχές που απορρέουν από τις [οδηγίες 2000/31 και 2006/123], εθνικό μέτρο το οποίο επιβάλλει, σε κτηματομεσίτες που δραστηριοποιούνται στην Ιταλία –περιλαμβανομένων, επομένως, των μη εγκατεστημένων στο κράτος μέλος επιχειρήσεων οι οποίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους διαδικτυακά– και παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής των συμβάσεων βραχυχρόνιας μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβησή τους, την υποχρέωση να παρακρατούν, για σκοπούς σχετικούς με την είσπραξη των άμεσων φόρων που οφείλουν οι αποδέκτες της υπηρεσίας, φόρο επί των εν λόγω πληρωμών τον οποίο αποδίδουν εν συνεχεία στο Δημόσιο Ταμείο;

γ) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα, είναι, εν πάση περιπτώσει, δυνατόν να περιοριστούν η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, καθώς και, εάν θεωρηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, οι ανάλογες αρχές που απορρέουν από τις [οδηγίες 2000/31/ΕΚ και 2006/123/ΕΚ], κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], με εθνικά μέτρα όπως τα προεκτεθέντα υπό α) και β), λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης αποτελεσματικότητας που θα σημειωνόταν σε διαφορετική περίπτωση όσον αφορά την προείσπραξη των άμεσων φόρων που οφείλουν οι αποδέκτες της υπηρεσίας;

δ) Είναι, εν πάση περιπτώσει, δυνατόν να περιοριστούν η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, καθώς και, εάν θεωρηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, οι ανάλογες αρχές που απορρέουν από τις [οδηγίες 2000/31/ΕΚ και 2006/123/ΕΚ], κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], με εθνικό μέτρο το οποίο επιβάλλει στους κτηματομεσίτες που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ιταλία την υποχρέωση να ορίσουν φορολογικό αντιπρόσωπο υπόχρεο να εκπληρώνει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του μη εγκατεστημένου κτηματομεσίτη, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα προεκτεθέντα υπό β) εθνικά μέτρα, δεδομένης της έλλειψης αποτελεσματικότητας που θα σημειωνόταν σε διαφορετική περίπτωση όσον αφορά την προείσπραξη των άμεσων φόρων που οφείλουν οι αποδέκτες της υπηρεσίας;

3) Έχει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ την έννοια ότι, σε περίπτωση αιτήματος προδικαστικής παραπομπής περί ερμηνείας του (πρωτογενούς ή παράγωγου) δικαίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] το οποίο υποβάλλεται από έναν εκ των διαδίκων και συνοδεύεται από το ακριβές κείμενο του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο έχει, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα να διατυπώσει κατά την κρίση του το ερώτημα αυτό, προσδιορίζοντας κατά την εξουσία εκτιμήσεώς του, εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει, τις παραπομπές στο δίκαιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], τις εθνικές διατάξεις οι οποίες ενδεχομένως αντιβαίνουν σε αυτό, καθώς και το ακριβές περιεχόμενο της παραπομπής, εντός των ορίων του αντικειμένου της διαφοράς, ή υποχρεούται να υποβάλει το ερώτημα όπως αυτό διατυπώθηκε από τον διάδικο που ζήτησε την προδικαστική παραπομπή;»

22. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Φεβρουαρίου 2021. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Airbnb, η Federazione delle associazioni Italiane Alberghi e Turismo – Federalberghi (Ομοσπονδία ιταλικών ξενοδοχειακών και τουριστικών ενώσεων, στο εξής: Federalberghi), η Ιταλική, η Βελγική, η Τσεχική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Αυστριακή και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Airbnb, η Federalberghi, η Ιταλική, η Ισπανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Απριλίου 2022.

Ανάλυση

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος


23. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο στ', της οδηγίας 2015/1535 έχει την έννοια ότι συνιστά «τεχνικό κανόνα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που μεσολαβούν στη σύναψη συμβάσεων βραχυχρόνιας μίσθωσης, περιλαμβανομένων εκείνων που ασκούν τη δραστηριότητά τους μέσω διαδικτύου, την υποχρέωση να συλλέγουν και να κοινοποιούν στη φορολογική αρχή τα στοιχεία σχετικά με τις συμβάσεις μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη, καθώς και, σε περίπτωση που οι εν λόγω κτηματομεσίτες παρεμβαίνουν στο στάδιο της καταβολής του μισθώματος, την υποχρέωση παρακράτησης του οφειλόμενου φόρου από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και απόδοσης του φόρου αυτού στο Δημόσιο Ταμείο.

Επί της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 2015/1535 σε φορολογικές διατάξεις


24. Οι διάδικοι και οι ενδιαφερόμενοι που παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ερωτήθηκαν από το Δικαστήριο σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2015/1535 επί μέτρων όπως εκείνων που προβλέπει το επίμαχο φορολογικό καθεστώς, δεδομένου ότι το άρθρο 114 ΣΛΕΕ, η παράγραφος 1 του οποίου αποτελεί τη νομική βάση της εν λόγω οδηγίας, αποκλείει, στην παράγραφο 2 αυτού, την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1 «στις φορολογικές διατάξεις».

25. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημάνω ότι συμμερίζομαι την άποψη που διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Κυβέρνηση, κατά την οποία το άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2015/1535 επί μέτρων φορολογικού χαρακτήρα. Πράγματι, η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε μια εναρμόνιση των διατάξεων αυτών η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «θετική εναρμόνιση». Μέτρα αυτού του είδους λαμβάνονται, όσον αφορά τους έμμεσους φόρους και επιβαρύνσεις, βάσει του άρθρου 113 ΣΛΕΕ.

26. Αντιθέτως, η οδηγία 2015/1535 δεν προβαίνει σε τέτοιου είδους θετική εναρμόνιση. Η εν λόγω οδηγία περιορίζεται στη θέσπιση κανόνων με σκοπό να προλαμβάνεται η λήψη εκ μέρους των κρατών μελών μέτρων αντίθετων προς την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι κανόνες αυτοί συνίστανται σε μια διαδικαστική υποχρέωση κοινοποιήσεως ορισμένων διατάξεων σε στάδιο σχεδίου, με σκοπό τον προληπτικό έλεγχό τους από απόψεως συμβατότητάς τους προς τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς. Ο έλεγχος αυτός όμως ουδόλως ισοδυναμεί με εναρμόνιση των εν λόγω διατάξεων μέσω νομοθεσίας της Ένωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ναι μεν η οδηγία 2015/1535 προβαίνει σε εναρμόνιση, πλην όμως αυτή αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες για τη θέσπιση νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων στα κράτη μέλη.

27. Κατά συνέπεια, το άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν αποκλείει, κατά τη γνώμη μου, τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2015/1535 επί φορολογικών διατάξεων όπως οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση.

Επί του χαρακτηρισμού των διατάξεων του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος ως «κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες»

28. «Τεχνικό κανόνα», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2015/1535, συνιστά μεταξύ άλλων και ένας «κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες», όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας.

29. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τον ορισμό αυτόν, ως «κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες» νοείται απαίτηση γενικής φύσεως όσον αφορά την πρόσβαση στις δραστηριότητες των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και την άσκησή τους, ειδικότερα διατάξεις για τους παρέχοντες υπηρεσίες, τις υπηρεσίες και τον αποδέκτη των υπηρεσιών, εξαιρουμένων των κανόνων που δεν αναφέρονται ειδικά στις υπηρεσίες αυτές.

30. Δεν αμφισβητείται ότι υπηρεσίες όπως αυτές που παρέχει η Airbnb συνιστούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας κατά την έννοια της οδηγίας 2015/1535 (7). Απομένει να διευκρινιστεί κατά πόσον οι διάφορες υποχρεώσεις οι οποίες, βάσει του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος, βαρύνουν τους κτηματομεσίτες που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων πληρούν τα λοιπά κριτήρια που προβλέπονται στον ορισμό του «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες».

31. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το κατά πόσον οι υποχρεώσεις αυτές αφορούν τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας «με σαφή και εύστοχο τρόπο» ή μόνον «κατά συνεκδοχή ή κατά σύμπτωση», κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του ορισμού που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2015/1535.

32. Αφενός, η Federalberghi υποστηρίζει ότι το επίμαχο φορολογικό καθεστώς απλώς επεκτείνει στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων το ισχύον φορολογικό καθεστώς για τις μισθώσεις μακράς διαρκείας. Κατά τη Federalberghi, σκοπός του συγκεκριμένου καθεστώτος δεν είναι η ρύθμιση των υπηρεσιών αυτών καθαυτούς αλλά η αποτελεσματική φορολόγηση των μισθώσεων ακινήτων, προς αποτροπή της φοροαποφυγής στον εν λόγω τομέα. Περαιτέρω, η Federalberghi υποστηρίζει ότι οι διάφορες υποχρεώσεις που το εν λόγω καθεστώς επιβάλλει στους κτηματομεσίτες είναι διατυπωμένες με «τεχνολογικώς ουδέτερο» τρόπο, υπό την έννοια ότι αυτές ισχύουν τόσο για τους κτηματομεσίτες που δραστηριοποιούνται μέσω του διαδικτύου όσο και για εκείνους που ασκούν τη δραστηριότητά τους με άλλα μέσα. Κατά την εν λόγω δε διάδικο, η παρουσία των μη διαδικτυακών επιχειρήσεων στην αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων δεν είναι μόνο θεωρητική.

33. Η Airbnb, αφετέρου, υποστηρίζει ότι το επίμαχο φορολογικό καθεστώς στην πραγματικότητα συντάχθηκε ειδικά με την πρόθεση να στοχεύσει τις μισθώσεις ακινήτων τις οποίες συνάπτουν οι παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες μέσω διαδικτυακών πλατφορμών, όπως είναι η πλατφόρμα την οποία διαχειρίζεται η ίδια. Κατανοώ το επιχείρημα αυτό. Ειδικότερα, από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει σαφώς ότι το επίμαχο φορολογικό καθεστώς θεσπίστηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μαζικής κλίμακας φοροαποφυγή στον τομέα των βραχυχρόνιων μισθώσεων ακινήτων μεταξύ ιδιωτών. Είναι, όμως, παγκοίνως γνωστό ότι ο συγκεκριμένος τομέας έχει γνωρίσει τόσο σημαντική ανάπτυξη χάρη σε αυτές τις διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως αυτή την οποία διαχειρίζεται η Airbnb, και, επομένως, χάρη στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας. Ναι μεν υπάρχουν και παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται με άλλα μέσα στον συγκεκριμένο τομέα, πλην όμως το μερίδιο τους στην αγορά πρέπει λογικά, κατ’ εμέ, να είναι ήσσονος σημασίας.

34. Οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης περιστάσεις δεν αφορούν, επομένως, την εφαρμογή απλώς στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας προϋφιστάμενων κανόνων οι οποίοι ισχύουν για τους παρέχοντες υπηρεσίες εκτός διαδικτύου (8), αλλά τη θέσπιση κανόνων με σκοπό την επίλυση προβλημάτων που έχουν ανακύψει ειδικώς στο περιβάλλον του διαδικτύου και οι οποίοι, ως εκ τούτου, απευθύνονται ειδικώς στους παρέχοντες υπηρεσίες μέσω διαδικτύου (9).

35. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους κτηματομεσίτες βάσει του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος στοχεύουν ειδικώς στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, χωρίς η «τεχνολογικώς ουδέτερη» διατύπωση των επίμαχων εθνικών διατάξεων να μπορεί από μόνη της να μεταβάλει την εκτίμηση αυτή (10).

36. Ωστόσο, μια τέτοια ανάλυση λαμβάνει υπόψη μία μόνο πτυχή του προβλήματος, ήτοι απλώς και μόνο το πώς επηρεάζονται ειδικά οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Η προσέγγιση αυτή μπορεί ομολογουμένως να αρκεί στην περίπτωση κανόνων που έχουν ως σκοπό τη ρύθμιση καθαυτών των προϋποθέσεων πρόσβασης σε μια επιγραμμική δραστηριότητα και άσκησης αυτής (11) ή την απαγόρευση μιας τέτοιας δραστηριότητας (12). Αντιθέτως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αφορά διατάξεις με διαφορετικό σκοπό, ο ιδιαιτέρως πολύπλοκος ορισμός του «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες» απαιτεί, κατά τη γνώμη μου, μια πιο ευέλικτη ερμηνεία, προκειμένου να προσδιοριστεί ορθώς κατά πόσον οι εν λόγω διατάξεις υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως και στην κύρωση που προβλέπεται σε περίπτωση παραβάσεως αυτής της υποχρεώσεως, ήτοι στο να μην μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες οι διατάξεις που θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί (13).

37. Μια τέτοια, πιο ευέλικτη, ερμηνεία απαιτεί να προσδιοριστεί εάν η διάταξη η οποία, όπως υποστηρίζεται, συνιστά τεχνικό κανόνα έχει ως ειδικό σκοπό τη ρύθμιση της πρόσβασης σε μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή την άσκηση αυτής. Πράγματι, από τον συνδυασμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, σημείο i, της οδηγίας 2015/1535 συνάγεται ότι η διατύπωση της δεύτερης αυτής διατάξεως, κατά την οποία «ένας κανόνας θεωρείται ότι αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών όταν [...] έχει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο [...] να ρυθμίσει με σαφή και εύστοχο τρόπο τις υπηρεσίες αυτές», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο κανόνας που αφορά την παροχή των υπηρεσιών αυτών πρέπει να έχει ως ειδικό σκοπό και αντικείμενο τη ρύθμιση με σαφή και εύστοχο τρόπο της πρόσβασης στις εν λόγω υπηρεσίες και της άσκησης αυτών, δηλαδή των ζητημάτων που αναφέρονται στην πρώτη ως άνω διάταξη.

38. Όσον αφορά τις διάφορες υποχρεώσεις που υπέχουν οι παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες βάσει του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος, συμμερίζομαι την άποψη ορισμένων ενδιαφερομένων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, και ιδίως της Πολωνικής Κυβέρνησης, ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν έχουν ως ειδικό σκοπό και αντικείμενο τη ρύθμιση της πρόσβασης ή της άσκησης των κτηματομεσιτικών υπηρεσιών μέσω διαδικτύου.

39. Πρώτον, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να σημειωθεί ότι η υποχρέωση συλλογής και παροχής πληροφοριών ουδόλως αποσκοπεί στη ρύθμιση της πρόσβασης στην υπηρεσία κτηματομεσιτικής μεσολάβησης σε βραχυχρόνιες μισθώσεις ή της άσκησης της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Πράγματι, η παροχή πληροφοριών στη φορολογική αρχή δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση, ούτε καν στον έλεγχο, της δραστηριότητας του παρέχοντος κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, αλλά μόνο στη ρύθμιση της δραστηριότητας των εκμισθωτών πελατών του. Συνεπώς, η υποχρέωση αυτή αφορά τη δραστηριότητα του παρέχοντος κτηματομεσιτικές υπηρεσίες μόνον «κατά σύμπτωση», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, σημείο ii, της οδηγίας 2015/1535. Η συγκεκριμένη υποχρέωση αποτελεί μεν άμεση απόρροια της άσκησης της κτηματομεσιτικής υπηρεσίας σε σχέση με ακίνητα που βρίσκονται στην Ιταλία και μισθώνονται από φυσικά πρόσωπα, πλην όμως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Airbnb, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητας αυτής (14) και δεν καθορίζει ούτε τον τρόπο ούτε τους όρους άσκησής της. Η ως άνω υποχρέωση γεννάται εκ των υστέρων ως αποτέλεσμα της άσκησης της δραστηριότητας και δεν αφορά τις σχέσεις του παρέχοντος κτηματομεσιτικές υπηρεσίες με τους πελάτες του αλλά μόνον τις σχέσεις με τη φορολογική αρχή (15).

40. Δεύτερον, όσον αφορά την υποχρέωση παρακράτησης φόρου, αυτή συνδέεται σαφώς πιο άμεσα με την άσκηση της κτηματομεσιτικής υπηρεσίας, αφ’ ης στιγμής περιλαμβάνεται στην υπηρεσία αυτή και μεσολάβηση στο στάδιο της καταβολής του μισθώματος. Πράγματι, εκπληρώνοντας την εν λόγω υποχρέωση, ο κτηματομεσίτης δεν μεταβιβάζει στον εκμισθωτή το σύνολο του μισθώματος (16), αλλά μόνον το ποσό που απομένει μετά την παρακράτηση του φόρου.

41. Ωστόσο, σκοπός της υποχρέωσης παρακράτησης φόρου, όπως και της υποχρέωσης πληροφόρησης, δεν είναι η ρύθμιση της κτηματομεσιτικής υπηρεσίας αλλά η φορολόγηση της υποκείμενης δραστηριότητας μίσθωσης ακινήτων. Η παρακράτηση του φόρου από τον κτηματομεσίτη ο οποίος παρεμβαίνει στο πλαίσιο της καταβολής του μισθώματος αποτελεί απλώς ένα μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Επομένως, η εν λόγω υποχρέωση, όπως και η υποχρέωση συλλογής και παροχής πληροφοριών, αφορά την κτηματομεσιτική υπηρεσία μόνον κατά σύμπτωση. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η μέθοδος της παρακράτησης του φόρου στην πηγή χρησιμοποιείται συνήθως σε διάφορους τομείς άσχετους προς τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως είναι οι εργασιακές σχέσεις ή η φορολόγηση εισοδημάτων από κεφάλαιο. Επομένως, το εργαλείο αυτό ουδόλως προσιδιάζει στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.

42. Το επιχείρημα της Airbnb ότι οι ενδιαφερόμενοι κτηματομεσίτες υποχρεούνται να ακολουθήσουν ορισμένες τεχνικές και οργανωτικές διαδικασίες προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το επίμαχο φορολογικό καθεστώς δεν είναι ικανό να μεταβάλει την εκτίμησή μου σχετικά με τις επίμαχες υποχρεώσεις υπό το πρίσμα της οδηγίας 2015/1535. Η υιοθέτηση αυτού του είδους διαδικασιών θα συνιστούσε πράγματι εσωτερικά μέτρα του παρέχοντος όσον αφορά τις σχέσεις του με τη διοίκηση του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο τόπος παροχής των υπηρεσιών που αποτελούν τη βάση της κτηματομεσιτικής υπηρεσίας. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν την άσκηση της δικής του υπηρεσίας. Αυτό θα συνέβαινε μόνο εάν οι παρεπόμενες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε έναν πάροχο υπηρεσιών τον υποχρέωναν να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί την υπηρεσία του, όπως με το να ζητεί πρόσθετες πληροφορίες από τους πελάτες του.

43. Τέλος, τρίτον, όσον αφορά την υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, το αιτούν δικαστήριο δεν τη μνημονεύει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Χάριν πληρότητας, ωστόσο, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την ανάλυσή μου σχετικά με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', της οδηγίας 2015/1535, η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του ορισμού του «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες», στον βαθμό που δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση της πρόσβασης σε ορισμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή της άσκησης αυτής, αλλά συνιστά απλώς διοικητικής φύσεως συνέπεια της άσκησης μιας τέτοιας υπηρεσίας, στενά συνυφασμένης με την υποχρέωση παρακράτησης φόρου.

Επί των τεχνικών κανόνων de facto που συνδέονται με φορολογικά μέτρα

44. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αντικείμενο αντιπαράθεσης αποτέλεσε επίσης το ζήτημα κατά πόσον πρέπει οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τους κτηματομεσίτες από το επίμαχο φορολογικό καθεστώς να χαρακτηριστούν ως «τεχνικοί κανόνες de facto», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο στ', δεύτερο εδάφιο, σημείο iii, της οδηγίας 2015/1535, ως κανόνες περί υπηρεσιών που συνδέονται με φορολογικά μέτρα.

45. Ωστόσο, όπως υποστήριξε η Γαλλική Κυβέρνηση, οι κανόνες αυτοί συνοδεύουν φορολογικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να επηρεάσουν την κατανάλωση ορισμένων προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως είναι τα προϊόντα που είναι λιγότερο επιβλαβή για το περιβάλλον ή πιο αποδοτικά ενεργειακά. Δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος. Όπως πειστικά αναφέρει η Ιταλική Κυβέρνηση, μοναδικός σκοπός του είναι η διευκόλυνση της είσπραξης των φόρων και η καταπολέμηση της φοροαποφυγής. Συνεπώς, οι επίμαχες υποχρεώσεις αποτελούν φορολογικά μέτρα κατά κυριολεξία και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τεχνικοί κανόνες de facto»(17).

Προτεινόμενη απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα

46. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2015/1535, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά «τεχνικό κανόνα», για τους σκοπούς της πρώτης ως άνω διατάξεως, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω διαδικτύου, την υποχρέωση να συλλέγουν και να κοινοποιούν στις φορολογικές αρχές στοιχεία σχετικά με τις συμβάσεις μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη, καθώς και, όταν οι εν λόγω κτηματομεσίτες παρεμβαίνουν στο στάδιο της καταβολής του μισθώματος, την υποχρέωση να παρακρατούν τον φόρο που αναλογεί από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και να τον αποδίδουν στο Δημόσιο Ταμείο.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

47. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν οι οδηγίες 2000/31 και 2006/123, καθώς και το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω διαδικτύου:

α) την υποχρέωση συλλογής και κοινοποίησης στις φορολογικές αρχές στοιχείων σχετικών με τις συμβάσεις μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη·

β) όταν οι εν λόγω κτηματομεσίτες παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, την υποχρέωση παρακράτησης του οφειλόμενου φόρου από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και απόδοσης του φόρου αυτού στο Δημόσιο Ταμείο, και

γ) την υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, σε περίπτωση που ο εν λόγω κτηματομεσίτης δεν διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία.

Επί της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών

48. Όσον αφορά την υποχρέωση συλλογής και κοινοποίησης πληροφοριών, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Airbnb Ireland (18) ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση η οποία επέβαλε υποχρεώσεις ανάλογες με τις επίμαχες εν προκειμένω εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31, στο μέτρο που ενέπιπτε στον «φορολογικό τομέα», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας.

49. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, και όσον αφορά την έννοια του όρου «τομέας της φορολογίας», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123, οπότε η επίδικη εν προκειμένω εθνική νομοθετική ρύθμιση πρέπει επίσης να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

50. Η διαπίστωση, εξάλλου, του Δικαστηρίου στην απόφαση Airbnb Ireland (19) ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται στη βελγική κανονιστική ρύθμιση έχει άμεση εφαρμογή και στην υπό κρίση υπόθεση.

Επί της υποχρέωσης παρακράτησης φόρου

51. Το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Airbnb Ireland (20) ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών που επιβάλλεται στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών σε βραχυχρόνιες μισθώσεις εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31 ως εμπίπτουσα στον τομέα της φορολογίας, δεδομένου ότι ο αποδέκτης των πληροφοριών αυτών είναι η φορολογική αρχή, ότι η υποχρέωση εντάσσεται σε φορολογική κανονιστική ρύθμιση και ότι οι πληροφορίες οι οποίες πρέπει βάσει της εν λόγω υποχρεώσεως να διαβιβαστούν είναι, ως προς την ουσία τους, αρρήκτως συνδεδεμένες με την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, διότι χρησιμεύουν για να προσδιοριστούν ο πραγματικός υποκείμενος στον φόρο, η βάση επιβολής του φόρου και, κατά συνέπεια, το ποσό του φόρου.

52. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά την υποχρέωση παρακράτησης φόρου, η οποία έχει κατ’ εξοχήν φορολογικό χαρακτήρα. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η υποχρέωση αυτή, όπως και η υποχρέωση διαβίβασης πληροφοριών, εμπίπτει στον «φορολογικό τομέα», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, καθώς και στον «τομέα της φορολογίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123.

53. Επομένως, διαπιστώνεται ότι η υποχρέωση παρακράτησης φόρου εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2000/31 και 2006/123.

54. Ακολούθως, όσον αφορά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο στην απόφαση Airbnb Ireland έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση του παρόχου κτηματομεσιτικών υπηρεσιών να συλλέγει και να διαβιβάζει πληροφορίες, για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τη νομολογία του, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν καλύπτει τα μέτρα των οποίων το μόνο αποτέλεσμα είναι να καθιστούν οικονομικά επαχθέστερη τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών και τα οποία πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους (21).

55. Ωστόσο, η Airbnb αμφισβητεί στις παρατηρήσεις της εμμέσως το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η νομολογία στην οποία βασίζεται το Δικαστήριο αφορά τη φορολόγηση των δραστηριοτήτων των παρεχόντων υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο και ότι το πρόσθετο κόστος στο οποίο αναφέρεται η συγκεκριμένη νομολογία απέρρεε άμεσα από τη φορολόγηση αυτή. Πλην όμως, κατά την Airbnb, οι υποχρεώσεις που υπέχει από το επίμαχο φορολογικό καθεστώς δεν απορρέουν από τη φορολόγηση της δικής της δραστηριότητας αλλά από τη φορολόγηση της δραστηριότητας των εκμισθωτών πελατών της. Η Airbnb υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, η νομολογία στην οποία ερείδεται η σκέψη 46 της αποφάσεως Airbnb Ireland δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή.

56. Η ως άνω επιχειρηματολογία δεν είναι αβάσιμη, τουλάχιστον όσον αφορά την υποχρέωση παρακράτησης φόρου. Συγκεκριμένα, η εν λόγω υποχρέωση συνιστά πολύ σημαντικότερη επιβάρυνση απ’ ό,τι η απλή υποχρέωση παροχής πληροφοριών, μόνο και μόνο λόγω της οικονομικής ευθύνης που συνεπάγεται όχι μόνον έναντι του κράτους φορολόγησης αλλά και έναντι των πελατών. Επομένως, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί η συμβατότητά της προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

57. Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ απαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων που απαγορεύουν, παρακωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (22).

58. Κατά πρώτον, η Airbnb ισχυρίζεται ότι το επίμαχο φορολογικό καθεστώς, και ιδίως η υποχρέωση παρακράτησης φόρου, συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο, για τον λόγο ότι το «σύνολο σχεδόν» των υφιστάμενων στην ιταλική αγορά πλατφορμών κτηματομεσιτικής διαμεσολάβησης, και «ιδίως εκείνες που επιπλέον διαχειρίζονται και τις πληρωμές», είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι, σύμφωνα με την Airbnb, ο Ιταλός νομοθέτης, επιβάλλοντας την υποχρέωση παρακράτησης φόρου μόνο στους κτηματομεσίτες που παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, προέβη σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των εγκατεστημένων στην αλλοδαπή πλατφορμών, οι οποίες παρεμβαίνουν κατά κανόνα στις πληρωμές, σε σχέση με τους εγκατεστημένους στην ημεδαπή κτηματομεσίτες, οι οποίοι ως επί το πλείστον δεν το πράττουν.

59. Εναπόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει την ακρίβεια της πραγματικής παραδοχής στην οποία βασίζεται το συγκεκριμένο επιχείρημα. Παρά ταύτα, από την άποψη της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, φρονώ ότι το επιχείρημα της Airbnb δεν είναι βάσιμο.

60. Πρώτον, όσον αφορά το γεγονός ότι η υποχρέωση παρακράτησης φόρου επιβάλλεται μόνον στους κτηματομεσίτες που παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, θα ήταν προφανώς δύσκολο να επιβληθεί η υποχρέωση αυτή στους κτηματομεσίτες που δεν παρέχουν μια τέτοια πρόσθετη υπηρεσία. Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι η επιλογή του κτηματομεσίτη να παράσχει την εν λόγω υπηρεσία δεν είναι τυχαία, αλλά, αντιθέτως, ανταποκρίνεται σε ανησυχίες ανάλογες με εκείνες που οδήγησαν τον Ιταλό νομοθέτη να θεσπίσει το επίμαχο φορολογικό καθεστώς.

61. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθεί, όπως εξάλλου παραδέχεται και η Airbnb στις παρατηρήσεις της, ότι, στην περίπτωση των συμβάσεων βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο βαθμός κινδύνου είναι πολύ υψηλότερος όταν οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών απ’ ό,τι όταν ο εκμισθωτής είναι επαγγελματίας και ο μισθωτής καταναλωτής. Στην πρώτη περίπτωση, αφενός μεν ο μισθωτής δεν είναι πάντοτε σε θέση να εξακριβώσει εκ των προτέρων την πραγματική ποιότητα, ή ακόμη και την ίδια την ύπαρξη, ενός ακινήτου που δεν ανήκει σε επαγγελματία του τουρισμού, ενώ δεν απολαύει και της προστασίας που παρέχεται στους καταναλωτές· αφετέρου, ο μη επαγγελματίας εκμισθωτής δεν έχει συχνά την ίδια ικανότητα με έναν επαγγελματία να διασφαλίσει ότι ο μισθωτής θα καταβάλει πράγματι το μίσθωμα. Επομένως, ο κτηματομεσίτης, εγγυώμενος ότι ο μισθωτής θα αποκτήσει πρόσβαση στο μίσθιο μόνον υπό την προϋπόθεση ότι αυτός θα έχει καταβάλει το μίσθωμα και ότι ο εκμισθωτής θα εισπράξει τα χρήματά του μόνον αφότου το μίσθιο περιέλθει στην κατοχή του μισθωτή και διαπιστωθεί εκ μέρους του ότι το εν λόγω ακίνητο πληροί τους όρους της σύμβασης, δεν διευκολύνει μόνο τη διαδικασία πληρωμής, αλλά δημιουργεί και τις συνθήκες ασφαλείας που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη του τομέα της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων από μη επαγγελματίες ως μαζική αγορά.

62. Η δημόσια αρχή που επιθυμεί να φορολογήσει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα βραχυχρόνιων μισθώσεων αντιμετωπίζει ανάλογες δυσχέρειες. Η δραστηριότητα σημαντικού αριθμού ιδιωτών οι οποίοι δεν υπόκεινται στις διάφορες υποχρεώσεις που υπέχουν οι επαγγελματίες είναι, ως εκ της φύσεώς της, δύσκολο να ελεγχθεί φορολογικώς. Επομένως, είναι απολύτως λογικό να επιβάλλεται η υποχρέωση παρακράτησης φόρου στους κτηματομεσίτες που παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος για τους ίδιους λόγους για τους οποίους παρέχουν τη συγκεκριμένη υπηρεσία.

63. Δεύτερον, το γεγονός ότι η πλειονότητα των παρόχων κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής των μισθωμάτων είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνο στο οποίο βρίσκεται το μίσθιο ακίνητο οφείλεται στο γεγονός ότι η παροχή υπηρεσιών μέσω διαδικτύου δεν απαιτεί εγκατάσταση σε συγκεκριμένο τόπο, καθώς και στη συγκέντρωση της δραστηριότητας σε περιορισμένο αριθμό οικονομικών οντοτήτων που είναι χαρακτηριστικό της οικονομίας των διαδικτυακών πλατφορμών (23). Αντιθέτως, η φύση των εν λόγω υπηρεσιών, ιδίως εκείνης που σχετίζεται με την παρέμβαση στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, ουδόλως αποκλείει την παροχή τους από αλλοδαπούς παρέχοντες έναντι των παρεχόντων που είναι εγκατεστημένοι στην ημεδαπή. Επομένως, η νομολογία που μνημονεύει η Airbnb (24) σχετικά με τους εκπαιδευτικούς ξένων γλωσσών, ήτοι μια ομάδα η οποία, ως εκ της φύσεώς της, μπορεί να περιλαμβάνει μεγάλο ποσοστό αλλοδαπών, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω.

64. Κατά δεύτερον, η Airbnb υποστηρίζει ότι ο Ιταλός νομοθέτης, καθόσον επέβαλε την ίδια υποχρέωση παρακράτησης φόρου τόσο στους παρέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στην ημεδαπή όσο και σε εκείνους που είναι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή, προέβη σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των τελευταίων οι οποίοι, καθόσον δεν υπάγονται στη φορολογική δικαιοδοσία της Ιταλίας, τελούν σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των εγκατεστημένων στην ημεδαπή.

65. Το επιχείρημα αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι επίσης αβάσιμο. Το επίμαχο φορολογικό καθεστώς δεν αφορά τη φορολόγηση των υπηρεσιών της Airbnb αλλά τη φορολόγηση των δραστηριοτήτων εκμίσθωσης ακινήτων ευρισκόμενων εντός του ιταλικού εδάφους, δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν τη βάση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, το εν λόγω καθεστώς εμπίπτει αναμφιβόλως στη φορολογική δικαιοδοσία της Ιταλικής Κυβέρνησης. Οι υπηρεσίες δε που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών διαμεσολάβησης, όπως η Airbnb, καθόσον στερούνται ιδίας οικονομικής αξίας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις εν λόγω δραστηριότητες εκμίσθωσης. Συνεπώς, υπάρχει κατ’ εμέ ένας συνδετικός κρίκος που είναι υπεραρκετός για να επιτρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος να επιβάλει υποχρεώσεις στους παρόχους υπηρεσιών διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της φορολόγησης των συμβάσεων εκμίσθωσης ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφός του, χωρίς να κάνει καμία διάκριση ως προς τον τόπο εγκατάστασης των εν λόγω παρόχων (25). Επομένως, από την άποψη αυτή, οι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή πάροχοι δεν τελούν σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των εγκατεστημένων στην ημεδαπή.

66. Εξ αυτού συνάγω ότι η υποχρέωση παρακράτησης φόρου που επιβάλλεται στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών βάσει του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος δεν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εις βάρος των εγκατεστημένων στην αλλοδαπή παρόχων. Τουναντίον, φρονώ ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως μέτρο ικανό να καταστήσει την άσκηση της εν λόγω ελευθερίας λιγότερο ελκυστική.

67. Ειδικότερα, μια τέτοια υποχρέωση απαιτεί από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να διαδραματίσουν έναν νέο ρόλο, καθόσον πλέον δεν θα μεσολαβούν μόνον μεταξύ των εκμισθωτών και των μισθωτών αλλά και μεταξύ των εκμισθωτών και της φορολογικής αρχής, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένη οικονομική ευθύνη, αφενός, έναντι της φορολογικής αρχής για την ακριβή καταβολή του οφειλόμενου φόρου και, αφετέρου, έναντι των εκμισθωτών, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να θεωρούν ότι απαλλάσσονται των φορολογικών υποχρεώσεών τους λόγω της παρακράτησης στην οποία προβαίνουν οι παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, η άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ιδίως εκείνων που αφορούν τη διαμεσολάβηση στο στάδιο της πληρωμής των μισθωμάτων, συνοδεύεται από έναν πρόσθετο κίνδυνο ο οποίος δεν θα υφίστατο εάν δεν υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης φόρου (26).

68. Ωστόσο, φρονώ, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Airbnb, ότι ο περιορισμός αυτός είναι απολύτως δικαιολογημένος. Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει την ανάγκη διασφάλισης της αποτελεσματικής είσπραξης του φόρου επί των εισοδημάτων από βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων και καταπολέμησης της φοροαποφυγής στο συγκεκριμένο τομέα. Επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός αυτός συνιστά λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει ενδεχόμενο περιορισμό στην άσκηση μιας από τις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς (27).

69. Η παρακράτηση του φόρου (ή τυχόν προκαταβολής του φόρου) στην πηγή αποτελεί μια ευρύτατα χρησιμοποιούμενη φορολογική μέθοδο, η οποία όχι μόνο διασφαλίζει την αποτελεσματική είσπραξη του φόρου, αλλά συνιστά επίσης μέτρο απλούστευσης για τους φορολογουμένους και ενισχυμένης ασφάλειας δικαίου. Εξάλλου, για τον επιχειρηματία ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, έχει στην κατοχή του τα κεφάλαια που αποτελούν τη βάση επιβολής του φόρου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του παρέχοντος κτηματομεσιτικές υπηρεσίες ο οποίος παρεμβαίνει στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, η υποχρέωση απόδοσης στη φορολογική αρχή μέρους αυτού του χρηματικού ποσού δεν συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση.

70. Όπως υπενθύμισαν πολλοί από τους ενδιαφερομένους που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, έχει κριθεί από το Δικαστήριο ότι η μέθοδος της παρακράτησης φόρου συνιστά δικαιολογημένο περιορισμό των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς (28). Και ναι μεν είναι αληθές, όπως υπογραμμίζει η Airbnb, ότι η διαπίστωση αυτή αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες φορολογούμενοι κάτοικοι αλλοδαπής πραγματοποιούσαν εισοδήματα ημεδαπής προέλευσης (29), πλην όμως δεν βλέπω για ποιον λόγο δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Οι δυσχέρειες είσπραξης του φόρου δεν οφείλονται αποκλειστικά στον τόπο εγκατάστασης ή κατοικίας του φορολογουμένου, αλλά και σε μια σειρά άλλων παραγόντων, εκ των οποίων ένας από τους πλέον σημαντικούς είναι ο μεγάλος αριθμός των φορολογουμένων, καθένας από τους οποίους πραγματοποιεί σχετικά χαμηλό εισόδημα. Είναι, κατά τη γνώμη μου, προφανές ότι η είσπραξη ενός ποσού ως φόρου από έναν μεγάλο αριθμό φορολογουμένων με χαμηλό εισόδημα απαιτεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και πόρους από ό,τι η είσπραξη του ίδιου ποσού από έναν μόνο φορολογούμενο με μεγάλο εισόδημα. Συνεπώς, είναι απολύτως θεμιτή η προσφυγή στη μέθοδο της παρακράτησης φόρου στην πηγή, σε μια περίπτωση κατά την οποία ένας μόνον πάροχος κτηματομεσιτικών υπηρεσιών εισπράττει και καταβάλλει τα υποκείμενα στον φόρο εισπραχθέντα εισοδήματα σε περισσότερους του ενός φορολογούμενους, έστω και αν αυτό συνεπάγεται μια πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση για τον εν λόγω πάροχο. Είναι επίσης σαφές ότι με ένα τέτοιο μέτρο επιτυγχάνεται αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροαποφυγής, καθόσον τούτο καθιστά υπόχρεο για την καταβολή του επίμαχου φόρου στη φορολογική αρχή έναν επιχειρηματία ο οποίος δεν έχει προσωπικό συμφέρον να αποφύγει τον φόρο.

71. Κατά συνέπεια, η εν λόγω υποχρέωση παρακράτησης δεν είναι, κατ’ εμέ, ουδόλως δυσανάλογη σε σχέση με τους θεμιτούς σκοπούς της αποτελεσματικής είσπραξης του φόρου και της καταπολέμησης της φοροαποφυγής. Ειδικότερα, φρονώ ότι η λύση που προτείνει η Airbnb, η οποία συνίσταται σε οικειοθελείς συμφωνίες μεταξύ των παρεχόντων υπηρεσίες διαμεσολάβησης και των φορολογικών αρχών με σκοπό τη διαβίβαση πληροφοριών, είναι προδήλως λιγότερο αποτελεσματική, ακριβώς λόγω του οικειοθελούς χαρακτήρα της. Σε τελική ανάλυση, η φορολόγηση δεν μπορεί να γίνεται σε εθελοντική βάση.

72. Όσον αφορά το επιχείρημα της Airbnb ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος, ιδίως δε η υποχρέωση παρακράτησης φόρου, στερούνται λογικής βάσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή όσον αφορά τα πρόσωπα και τους τύπους των συμβάσεων μίσθωσης που σχετίζονται με τις εν λόγω υποχρεώσεις απορρέει από το πεδίο εφαρμογής του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος και εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους (30). Εξάλλου, φρονώ ότι η θέσπιση ειδικών κανόνων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, των οποίων η οικονομική λειτουργία είναι διαφορετική από εκείνη των μισθώσεων μακράς διαρκείας, καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που δεν ενεργούν κατ’ επάγγελμα, των οποίων το φορολογικό καθεστώς είναι εκ φύσεως διαφορετικό από εκείνο των νομικών προσώπων και των επαγγελματιών, ουδόλως στερείται λογικής βάσης.

73. Τέλος, το γεγονός ότι ένας πάροχος κτηματομεσιτικών υπηρεσιών όπως η Airbnb μπορεί θεωρητικώς να υπόκειται σε υποχρεώσεις παρόμοιες με τις επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση, οι οποίες όμως παρουσιάζουν διαφορές ως προς ορισμένες λεπτομέρειες στα διάφορα κράτη μέλη εντός των οποίων παρέχει τις υπηρεσίες του, προκύπτει από το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές ναι μεν συνιστούν διαδικτυακές υπηρεσίες παρεχόμενες εξ αποστάσεως, πλην όμως είναι συνυφασμένες με τις υποκείμενες υπηρεσίες μίσθωσης ακινήτων, οι όροι παροχής των οποίων και, ιδίως, φορολόγησης αυτών δεν είναι εναρμονισμένες στο επίπεδο της Ένωσης. Τούτο, ωστόσο, δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να ανατρέψει τη διαπίστωσή μου σχετικά με τον δικαιολογημένο χαρακτήρα των μέτρων που τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να λάβουν για τη ρύθμιση των εν λόγω υπηρεσιών μίσθωσης ακινήτων.

74. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται σε υποχρέωση παρακράτησης φόρου όπως η προβλεπόμενη στο επίμαχο φορολογικό καθεστώς.

Επί της υποχρεώσεως διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου

75. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το επίμαχο φορολογικό καθεστώς, ο παρέχων κτηματομεσιτικές υπηρεσίες ο οποίος υπόκειται στην υποχρέωση παρακράτησης φόρου και ο οποίος δεν είναι εγκατεστημένος στην Ιταλία υποχρεούται να διορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο για την τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης. Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συνάγεται ότι, μολονότι αυτό δεν προβλέπεται ρητώς στη νομοθεσία, ο αντιπρόσωπος αυτός πρέπει, λογικά, να είναι Ιταλός πολίτης, ειδάλλως ο διορισμός του θα ήταν άνευ νοήματος.

76. Ως μέτρο κατ’ εξοχήν φορολογικό, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση παρακράτησης φόρου, η υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, όπως και οι δύο άλλες υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν οι παρέχοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το επίμαχο φορολογικό καθεστώς, εμπίπτει προδήλως στον «φορολογικό τομέα», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 2000/31, καθώς και στον «τομέα της φορολογίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123, με αποτέλεσμα η υποχρέωση αυτή να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω δύο οδηγιών.

77. Ωστόσο, πρέπει περαιτέρω να εξακριβωθεί κατά πόσον η υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου συνάδει προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

78. Συναφώς, η Airbnb υποστηρίζει ευθύς εξαρχής ότι μια τέτοια υποχρέωση, η οποία ισχύει μόνο για τους εγκατεστημένους στην αλλοδαπή παρέχοντες υπηρεσίες, εισάγει άμεση δυσμενή διάκριση εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες άλλων κρατών μελών και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

79. Το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται πειστικό. Από φορολογικής απόψεως, οι παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή δεν τελούν πάντοτε στην ίδια κατάσταση με εκείνους που είναι εγκατεστημένοι στην ημεδαπή, στοιχείο που μπορεί να δικαιολογήσει ενδεχόμενη διαφορετική μεταχείριση, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να συνεπάγεται δυσμενή διάκριση (31).

80. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει στην απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (32) ότι η υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, η οποία επιβάλλεται από την ισπανική νομοθεσία στους παρέχοντες υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο με σκοπό, ακριβώς, τη διαβίβαση πληροφοριών και την παρακράτηση φόρου, συνιστά δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

81.  Είμαι της γνώμης ότι, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφαση εκείνη δεν συνιστά εκτίμηση «στο πλαίσιο μίας και μόνο περιπτώσεως», αλλά είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής των αρχών που διέπουν την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ στην υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου που επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση βασίστηκε σε νομολογιακό προηγούμενο (33). Οι διαφορές μεταξύ των επίμαχων στις δύο αυτές υποθέσεις νομοθεσιών δεν κρίθηκαν από το Δικαστήριο ως καθοριστικές (34). Εξάλλου, οι λόγοι που επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιοι με εκείνους που είχε προβάλει η Ισπανική Κυβέρνηση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, ήτοι η ανάγκη αποτελεσματικού φορολογικού ελέγχου καθώς και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (35).

82. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου αντίκειται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

Απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

83. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η απάντηση, πρώτον, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 2000/31 και το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123 έχουν την έννοια ότι εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους διαδικτυακά, υποχρεώσεις συλλογής και κοινοποίησης πληροφοριών, παρακράτησης φόρου και διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, όπως προβλέπονται στο επίμαχο φορολογικό καθεστώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών και, δεύτερον, ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στις δύο πρώτες υποχρεώσεις, αντιτίθεται όμως στην τρίτη υποχρέωση.

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

84. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που εγείρεται από διάδικο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, το δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει κατά την κρίση του το προδικαστικό ερώτημα που πρέπει να υποβληθεί στο Δικαστήριο ή υποχρεούται να υποβάλει το ερώτημα όπως αυτό διατυπώθηκε από τον διάδικο που ζήτησε την προδικαστική παραπομπή.

85. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι διάδικοι υπέδειξαν με την αίτησή τους συγκεκριμένα προδικαστικά ερωτήματα προς υποβολή στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και ότι, κατά την κρίση του, η μη ικανοποίηση του αιτήματος αυτού θα μπορούσε να επισύρει την ευθύνη του κράτους και, κατά συνέπεια, στην ιταλική έννομη τάξη, του ίδιου του δικαστή ατομικώς.

86. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου ναι μεν οφείλουν καταρχήν να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα οσάκις διαπιστώνουν ότι τίθεται ενώπιόν τους ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, ο καθορισμός, ωστόσο, και η διατύπωση των ερωτημάτων που πρόκειται να υποβληθούν στο Δικαστήριο εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, οι δε διάδικοι της κύριας δίκης δεν μπορούν να καθορίσουν το περιεχόμενό τους (36). Συγκεκριμένα, το σύστημα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ δεν συνιστά ένδικο βοήθημα παρεχόμενο στους διαδίκους διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το γεγονός και μόνον ότι ένας διάδικος υποστηρίζει ότι η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης δεν υποχρεώνει το οικείο δικαστήριο να δεχθεί ότι ανακύπτει τέτοιο ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων (37).

87. Εξάλλου, κατά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να τηρεί τις απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενό της, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (38), απαιτήσεις τις οποίες δεν υποχρεούνται να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διατύπωση των προτάσεών τους προδικαστικών ερωτημάτων. Επομένως, η ευθύνη για την τήρηση των απαιτήσεων αυτών βαρύνει αποκλειστικώς το εθνικό δικαστήριο, επί ποινή απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως ή ορισμένων ερωτημάτων ως απαραδέκτων.

88. Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που εγείρεται από διάδικο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα κατά την κρίση του.

Πρόταση


89. Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) ως εξής:

1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο στ', της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά «τεχνικό κανόνα», για τους σκοπούς της πρώτης ως άνω διατάξεως, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους κτηματομεσιτικών υπηρεσιών που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων, περιλαμβανομένων και εκείνων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω διαδικτύου, την υποχρέωση να συλλέγουν και να κοινοποιούν στις φορολογικές αρχές στοιχεία σχετικά με τις συμβάσεις μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη, καθώς και, όταν οι εν λόγω κτηματομεσίτες παρεμβαίνουν στο στάδιο της καταβολής του μισθώματος, την υποχρέωση να παρακρατούν τον φόρο που αναλογεί από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και να τον αποδίδουν στο Δημόσιο Ταμείο.

2) Το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»), και το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, έχουν την έννοια ότι εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους κτηματομεσίτες που μεσολαβούν στη σύναψη βραχυχρόνιων μισθώσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω διαδικτύου,

α) την υποχρέωση συλλογής και κοινοποίησης στις φορολογικές αρχές στοιχείων σχετικών με τις συμβάσεις μίσθωσης που συνάπτονται με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη·

β) σε περίπτωση που οι εν λόγω κτηματομεσίτες παρεμβαίνουν στο στάδιο της πληρωμής του μισθώματος, την υποχρέωση παρακράτησης του οφειλόμενου φόρου από τα ποσά που καταβάλλουν οι μισθωτές στους εκμισθωτές και απόδοσης του φόρου αυτού στο Δημόσιο Ταμείο και

γ) την υποχρέωση διορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, σε περίπτωση που ο εν λόγω κτηματομεσίτης δεν διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στην Ιταλία,

δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών.

Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία θεσπίζει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ και βʹ και ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία θεσπίζει την προβλεπόμενη στο στοιχείο γʹ υποχρέωση.

3) Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που εγείρεται από διάδικο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα κατά την κρίση του.




1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 ΕΕ 2000, L 178, σ. 1.
3 ΕΕ 2006, L 376, σ. 36.
4 ΕΕ 2015, L 241, σ. 1.
5 GURI αριθ. 144, της 23ης Ιουνίου 2017.
6 Ειδικότερα, η Airbnb Ireland διαχειρίζεται τη διαδικτυακή πύλη στο έδαφος της Ένωσης, ενώ η Airbnb Payments UK, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, διαχειριζόταν τις πληρωμές.
7 Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Airbnb Ireland (C‑390/18, EU:C:2019:1112, σημείο 1 του διατακτικού).
8 Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Star Taxi App (C‑62/19, EU:C:2020:980, σκέψεις 64 έως 66).
9 Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, VG Media (C‑299/17, EU:C:2019:716, σκέψη 36).
10 Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, VG Media (C‑299/17, EU:C:2019:716, σκέψη 37).
11 Όπως η επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Star Taxi App (C‑62/19, EU:C:2020:980).
12 Όπως η επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, VG Media (C‑299/17, EU:C:2019:716).
13 Η κύρωση αυτή είναι νομολογιακής προελεύσεως. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, CIA Security International (C‑194/94, EU:C:1996:172, σημείο 2 του διατακτικού).
14 Η υποχρέωση αυτή συνοδεύεται μεν από κυρώσεις, πλην όμως οι κυρώσεις αυτές δεν συνεπάγονται απαγόρευση άσκησης της κτηματομεσιτικής δραστηριότητας αλλά απλά χρηματικά πρόστιμα.
15 Εκτός αν θεωρηθεί ότι το να παρέχεται στους εκμισθωτές η δυνατότητα να ασκούν τη δραστηριότητα της εκμίσθωσης εν αγνοία της φορολογικής αρχής αποτελεί σημαντικό στοιχείο της επίμαχης κτηματομεσιτικής υπηρεσίας. Τούτο, ωστόσο, θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή διάπραξης απάτης.
16 Αφαιρουμένης της προμήθειάς του.
17 Πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Berlington Hungary κ.λπ. (C‑98/14, EU:C:2015:386, σκέψεις 96 και 97).
18 Απόφαση της 27ης Απριλίου 2022 (C‑674/20, στο εξής: απόφαση Airbnb Ireland, EU:C:2022:303, σημείο 1 του διατακτικού).
19 Σημείο 2 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως.
20 Βλ. σκέψεις 32 έως 34 της εν λόγω αποφάσεως.
21 Σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
22 Βλ., από την πρόσφατη νομολογία, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2020, Google Ireland (C‑482/18, EU:C:2020:141, σκέψη 26).
23 Βλ. συναφώς Perrot, A., «L’économie digitale et ses enjeux: le point de vue de l’économiste», AJ Contrats d’affaires Concurrence Distribution, αριθ. 2, Dalloz Revues, Φεβρουάριος 2016, σ. 74.
24 Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑212/99, EU:C:2001:357).
25 Σχετικά με την έκταση της φορολογικής δικαιοδοσίας των κρατών μελών, βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Google Ireland (C‑482/18, EU:C:2019:728, σημεία 42 έως 47).
26 Πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, N Luxembourg 1 κ.λπ. (C‑115/16, C‑118/16, C‑119/16 και C‑299/16, EU:C:2019:134, σκέψη 159).
27 Βλ., από την πρόσφατη νομολογία, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, N Luxembourg 1 κ.λπ. (C‑115/16, C‑118/16, C‑119/16 και C‑299/16, EU:C:2019:134, σκέψη 160).
28 Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, N Luxembourg 1 κ.λπ. (C‑115/16, C‑118/16, C‑119/16 και C‑299/16, EU:C:2019:134, σκέψη 160 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Βλ., εντούτοις, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑678/11, EU:C:2014:2434, σκέψη 47), με την οποία το Δικαστήριο έκανε δεκτή, έστω υπό τη μορφή obiter dictum (παρεμπίπτουσας αναφοράς), την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης των παρεχόντων διασυνοριακές υπηρεσίες.
30 Πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑562/19, EU:C:2021:201, σκέψη 38).
31 Όσον αφορά την κατάσταση των φορολογουμένων κατοίκων ημεδαπής και των φορολογουμένων κατοίκων αλλοδαπής, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Denkavit Internationaal και Denkavit France (C‑170/05, EU:C:2006:783, σκέψεις 23 έως 25). Η ίδια λογική μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοστεί και για τα πρόσωπα τα οποία, χωρίς να είναι φορολογούμενοι, είναι εντούτοις υπεύθυνα για την καταβολή φόρου στο Δημόσιο Ταμείο.
32 Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014 (C‑678/11, EU:C:2014:2434, ιδίως σκέψεις 57 έως 59 και 61).
33 Ήτοι την απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑522/04, EU:C:2007:405).
34 Βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑678/11, EU:C:2014:2434, ιδίως σκέψεις 54 και 55).
35 Βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑678/11, EU:C:2014:2434, ιδίως σκέψη 44).
36 Αντιθέτως, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο το οποίο έχει την αρμοδιότητα να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
37 Βλ., για μια πρόσφατη υπόμνηση της νομολογίας αυτής, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψεις 53 έως 58).
38 Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψεις 68 και 69).

TAXHEAVEN.GR | © 2026 Taxheaven | Ημ. εκτύπωσης: 10/10/2026 23:46