TAXHEAVEN

Η πιο αξιόπιστη πηγή φορολογικής ενημέρωσης

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αριθ. 629/2012

Ενόψει της ασκήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου αιτήσεως αναιρέσεως και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως και αναστολής ισχύος της κηρυχθείσης προσωρινώς εκτελεστής υπ' αριθμ. 1101/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερωτάται αν είναι δεσμευτική η ισχύς των διατάξεων της εν λόγω αποφάσεως με τις οποίες υποχρεώθηκε η Δ.Ε.Η.: 1) Να δέχεται την καταβολή από τους καταναλωτές του αντιτίμου των λογαριασμών που εκδίδει, αφαιρουμένου του αναγραφόμενου ποσού του τέλους ηλεκτροδότησης που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011 και 2) να μην ενσωματώνει, υπολογίζει και καταλογίζει στους λογαριασμούς καταναλώσεως ρεύματος, που αυτή εκδίδει, το τέλος της ηλεκτροδοτήσεως που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011, την επιφάνεια του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου και το επιβαλλόμενο ποσό, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 300 ευρώ για καθεμιά επιμέρους και ανά καταναλωτή, αλλά και ανά ημέρα παραβάσεως

Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2012

Κατηγορία: Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων - Ρυθμίσεις οφειλών

Πηγή: https://tax2.taxheaven.gr/circulars/15333/gnwmodothsh-n-s-k-ario-629-2012


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός γνωμοδοτήσεως 692/2012

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 
(ΤΜΗΜΑ Β')

Συνεδρίαση της 17-12-2012

Παρόντες

Πρόεδρος: Φωκίων Γεωργακόπουλος Πρόεδρος ΝΣΚ.
Νομικοί Σύμβουλοι: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Θεόδωρος Ψυχογυιός, Γεώργιος Κανελλόπουλος, Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Ευγενία Βελώνη, Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Αικατερίνη Γρηγορίου, Δημήτριος Χανής και Αφροδίτη Κουτούκη.
Εισηγητής: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους.
Αριθμός Ερωτήματος: Το υπ' αριθμ. πρωτ. Δ13/ΦΜΑΠ/1170231 ΕΞ 2012/10-12-2012 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογίας/Διεύθυνση Φορολογίας Κεφαλαίου/Τμήμα ΦΜΑΠ).
Περίληψη ερωτήματος: Ενόψει της ασκήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου αιτήσεως αναιρέσεως και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως και αναστολής ισχύος της κηρυχθείσης προσωρινώς εκτελεστής υπ' αριθμ. 1101/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερωτάται αν είναι δεσμευτική η ισχύς των διατάξεων της εν λόγω αποφάσεως με τις οποίες υποχρεώθηκε η Δ.Ε.Η.: 1) Να δέχεται την καταβολή από τους καταναλωτές του αντιτίμου των λογαριασμών που εκδίδει, αφαιρουμένου του αναγραφόμενου ποσού του τέλους ηλεκτροδότησης που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011 και 2) να μην ενσωματώνει, υπολογίζει και καταλογίζει στους λογαριασμούς καταναλώσεως ρεύματος, που αυτή εκδίδει, το τέλος της ηλεκτροδοτήσεως που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011, την επιφάνεια του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου και το επιβαλλόμενο ποσό, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 300 ευρώ για καθεμιά επιμέρους και ανά καταναλωτή, αλλά και ανά ημέρα παραβάσεως.

Επί του ως άνω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Β') γνωμοδότησε ως εξής:

I. 1. Στο άρθρο 313 του ΚΠολΔ ορίζονται τα εξής: 
«1. Μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: 
α) αν την εξέδωσαν πρόσωπα που δεν είχαν δικαστική ιδιότητα, 
β) αν πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, 
γ) αν δεν δημοσιεύθηκε, 
δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, 
ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. 
2. Η αγωγή της παραγράφου 1 αποκλείεται αν η απόφαση προσβληθεί με ένδικα μέσα. 
3. Η αγωγή της παραγράφου 1 υπάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου».

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως ανύπαρκτες χαρακτηρίζονται δύο κατηγορίες αποφάσεων: 
Οι ανυπόστατες, ήτοι εκείνες που δεν συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά στοιχεία, τα οποία κατά νόμο συνθέτουν τη δικαστική απόφαση (περιπτώσεις α' και γ') και οι ανίσχυρες ή αυτοδικαίως άκυρες, οι οποίες, αν και έχουν τη μορφή δικαστικής αποφάσεως, δεν έχουν κατά νόμο ισχύ, δηλαδή δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, λόγω σοβαρότατου ελαττώματος δικονομικής φύσεως, που έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτές (περιπτώσεις β', δ' και ε' - βλ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2012, υπό το άρθρο 313, όπου και παραπομπές στη νομολογία και τους συγγραφείς). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ανίσχυρες και αυτοδικαίως άκυρες είναι και οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες εκδόθηκαν επί αντικειμένου μη υπαγομένου κατά νόμον στη δικαιοδοσία τους.

2. Με το άρθρο 53§1 του ν. 4021/2011 (Α' 218) επιβλήθηκε, «για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α ' 62)», σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1-12 του άρθρου αυτού, με τις οποίες καθορίσθηκαν τα ληπτέα υπόψη στοιχεία και ο συντελεστής υπολογισμού του, το υποκείμενο του τέλους και ο βαρυνόμενος με την καταβολή του, οι αντικειμενικές και υποκειμενικές απαλλαγές και τα θέματα της βεβαιώσεως και εισπράξεώς του.

3. Όσον αφορά τη βεβαίωση και την είσπραξη του τέλους, στις παραγράφους 8, 9 και 10 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ορίζονται τα εξής: 
«8. Η βεβαίωση του ειδικού τέλους συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ. Αρμόδιος προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου κατά την ημερομηνία αρχικής έκδοσης του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος κατ' έτος. Η βεβαίωση του τέλους από την αρμόδια Δ .Ο. Υ., αν δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, διενεργείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11, όπως ειδικότερα ορίζεται με την υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 13 του παρόντος όρθρου. 
9. Το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος για το έτος 2011 σε δύο (2) ισόποσες δόσεις που εκδίδονται από αυτούς από τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους μέχρι τον Ιανουάριο του 2012..... 10. Τα ποσά του ειδικού τέλους που εισπράττονται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο μέσα σε διάστημα είκοσι ημερών από τη λήξη του μήνα στον οποίο εισπράχθηκαν οι σχετικοί λογαριασμοί, όπως ειδικότερα καθορίζεται με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 13...........Η Δ. Ε. Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικά αρχεία που τηρούν και τους ζητούνται από τη Γ.Γ.Π.Σ. και η Γ.Γ.Π.Σ. δικαιούται να προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των αρχείων αυτών για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος άρθρου».

4. Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 53§13 του ν. 4021/2011 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΠΟΛ.1211/10.10.2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών υπό τον τίτλο «Καθορισμός του τρόπου και της διαδικασίας για: α) την είσπραξη του έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, β) τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. από τον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής του μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, γ) τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους σε περίπτωση μη συνδρομής των προϋποθέσεων απαλλαγής και δ) την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6, 7, του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 11 καθώς και των προϋποθέσεων επιστροφής του ειδικού τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., για το έτος 2011» (Β' 2298/13.10.2011), με την οποία καθορίσθηκαν τα ανωτέρω θέματα.

II. 1. Με την υπ' αριθμ. 1101/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετ' εν μέρει αποδοχή αγωγής σωματείων ενώσεων καταναλωτών κατά της ΔΕΗ και μετ' απόρριψη προσθέτου παρεμβάσεως του Δημοσίου υπέρ της εναγομένης, η τελευταία υποχρεώθηκε:
«α) να μην διακόπτει την παροχή ρεύματος στους καταναλωτές που δεν καταβάλλουν το τέλος ηλεκτροδότησης που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011,
β) να δέχεται την καταβολή από τους καταναλωτές του αντιτίμου των λογαριασμών που εκδίδει, αφαιρουμένου του αναγραφόμενου ποσού του τέλους ηλεκτροδότησης που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011,
y) να μην ενσωματώνει, υπολογίζει και καταλογίζει στους λογαριασμούς κατανάλωσης ρεύματος, που αυτή εκδίδει, το τέλος της ηλεκτροδότησης που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011, την επιφάνεια του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου και το επιβαλλόμενο ποσό».

Με την ίδια απόφαση απειλήθηκε σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε μία επιμέρους και ανά καταναλωτή, αλλά και κατά ημέρα παραβίαση εκάστης των ανωτέρω υποχρεώσεων και αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα των καταναλωτών να αξιώσουν μεμονωμένα αποζημίωση για κάθε μία από τις ανωτέρω βλαπτικές συμπεριφορές της εναγομένης.

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10§20 του ν. 2251/1994.

Το Ελληνικό Δημόσιο και η ΔΕΗ άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής αιτήσεις αναιρέσεως (δικάσιμος: 22-3-2013) και αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως και αναστολής της ισχύος της (δικάσιμος: 18-12-2012), με αίτημα για την χορήγηση προσωρινής αναστολής εκτελέσεώς της (δικάσιμος: 17-12-2012, ώρα 12:00). Προς τούτο, το μεν Δημόσιο παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως, η δε ΔΕΗ από του δικογράφου της ασκηθείσης εφέσεώς της. Η άσκηση των ανωτέρω αιτήσεων δεν συνεπάγονται αυτοδικαίως αναστολή.

2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το δικόγραφο της αγωγής, όπως εκτιμήθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και, κατ' επέκταση, και οι υπέρ αυτών παρεμβάντες ισχυρίσθηκαν τα εξής: 
Ότι, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και της εκδοθείσης κατά νομοθετική εξουσιοδότηση υπ' αριθμ. ΠΟΛ.1211/10.10.2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, ανατέθηκε στην εναγομένη ΔΕΗ η επιβολή και ο καθορισμός του τέλους ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου, η ενσωμάτωση του τέλους στο λογαριασμό εκάστου καταναλωτή και η είσπραξη αυτού επί ποινή διακοπής της ηλεκτροδοτήσεως σε περίπτωση μη πληρωμής του ως άνω λογαριασμού, καθώς και η σύνταξη και αποστολή των καταλόγων με τα ονόματα των καταναλωτών που δεν προέβησαν σε πληρωμή και το επιβαλλόμενο τέλος στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, προκειμένου να γίνει η ταμειακή βεβαίωση του (του ως άνω τέλους).

Ότι όλες οι ως άνω επιβληθείσες υποχρεώσεις σε βάρος της εναγομένης είναι παράνομες καθόσον οι προαναφερθείσες διατάξεις από τις οποίες αυτές απορρέουν αντίκεινται στο Σύνταγμα και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Ότι για τους λόγους αυτούς παράνομη καθίσταται και η μέλλουσα να εκδηλωθεί συμπεριφορά της εναγομένης.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγοντες ζήτησαν από το δικαστήριο, πλην άλλων, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή ως προς τα καταψηφιστικά της αιτήματα: 
(α) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να δέχεται την καταβολή από τους καταναλωτές του αντιτίμου των λογαριασμών που εκδίδει, αφαιρουμένου του αναγραφόμενου ποσού του τέλους ηλεκτροδοτήσεως που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011 και 
(β) να απαγορευθεί στην εναγομένη να ενσωματώνει, υπολογίζει και καταλογίζει στους λογαριασμούς καταναλώσεως ρεύματος που αυτή εκδίδει το ως άνω τέλος ηλεκτροδοτήσεως και να απαγορευθεί στην εναγομένη να αποστέλλει στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων τους ως άνω καταλόγους και όλα τα ως άνω με την απειλή σε βάρος της 100.000 € για κάθε μία επιμέρους και ανά καταναλωτή αλλά και κατά ημέρα παραβίαση εκάστης των παραπάνω υποχρεώσεων.

3. Το δικαστήριο, το οποίο επελήφθη της αγωγής, αφού δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγομένης με αυτήν ενώπιον του διαφοράς (άρθρο 1 περ. β' ΚΠολΔ), προέβη σε συνεκδίκαση της αγωγής και των προσθέτων παρεμβάσεων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 10§20 του ν. 2251/1994, περαιτέρω δε, έκρινε την αγωγή νόμω βάσιμη, ερειδομένη στις διατάξεις του ν. 2251/1994 και, στη συνέχεια, την δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ήδη εκτεθέντα.

4. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, «οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού..........». Εξ άλλου, στις παραγράφους 16 και
20 του όρθρου 10 του άνω νόμου ορίζονται,πλην άλλων, τα εξής: 
«16. Ένωση καταναλωτών που έχει τουλάχιστον πεντακόσια [500] ενεργό μέλη και έχει εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από ένα τουλάχιστον έτος, μπορεί να ασκεί κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού [συλλογική αγωγή]. Ιδίως μπορεί να ζητήσει: «α) την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, ιδίως όταν συνίσταται στην παράβαση των διατάξεων: αα) των άρθρων .... (σημείωση: στη συνέχεια παρατίθενται οι αριθμοί των άρθρων του ίδιου νόμου)....» δ) Την αναγνώριση του δικαιώματος αποκατάστασης της ζημίας που
υφίστανται οι καταναλωτές από την παράνομη συμπεριφορά.........20. Συλλογικές αγωγές των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 16 δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ' της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη».

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με αυτές θεσπίζεται συλλογική αγωγή, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει ως αντικείμενο όχι τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή ζητήματος αμφισβητουμένου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση καταστάσεως. Η συλλογική αγωγή δεν προϋποθέτει ατομική προσβολή, αλλά προσβολή συλλογικού εννόμου συμφέροντος και δεν αποβλέπει στην προστασία ατομικού αλλά συλλογικού συμφέροντος, από την απόφαση δε που εκδίδεται σε μια τέτοια δίκη, που δέχεται τη συλλογική αγωγή, παράγεται μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων, έστω και αν δεν ήταν διάδικοι (ΑΠ 1219/2001, 296/2001, 1030/2001).

III. 1. Το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, οδηγήθηκε στην κρίση του με τις σκέψεις ότι η επιβολή του τέλους και η διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεώς του, κατά τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και της κατά νομοθετική εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης υπ' αριθμ. 1211/10-10-2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, αντίκειται σε πλείστες όσες διατάξεις του Συντάγματος (2§1, 4§§1,5, 17§2, 20§1, 21§1, 26§§1,3, 78§1) και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (άρθρο 1§1). Με εξαίρεση τη διάταξη της εν λόγω αποφάσεως, περί υποχρεώσεως της ΔΕΗ να μην διακόπτει την παροχή ρεύματος στους καταναλωτές που δεν καταβάλλουν το τέλος που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 ν. 4021/2011, κατά την οποία η απόφαση συντάσσεται προς την υπ' αριθμ. 1972/2012 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οι κρίσεις της που αφορούν την νομιμότητα της επιβολής του τέλους και της διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεώς του είναι άντικρυς αντίθετες προς την πλειοψηφία της αποφάσεως του ΣτΕ και απηχούν τις απόψεις της μειοψηφίας.

2. Είναι, όμως, προφανές ότι η αγωγή υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και τα εν προκειμένω ενδιαφέροντα δύο ως άνω αιτήματα δεν είχε ως αντικείμενο την επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρα 94§2 Σ, 1 περ. α' ΚΠολΔ), αλλά διοικητικής διαφοράς ουσίας, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρα 94§1 Σ, 1 και 2 ν. 2717/1999 - Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας). Και τούτο, διότι με την αγωγή ετίθετο ευθέως υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της επιβολής του επίμαχου τέλους, ήτοι της φορολογικής οφειλής και της προεκτεθείσης εν γένει διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεώς του, ήτοι του νομίμου τίτλου, για την οποία όμως προβλέπεται, αντιστοίχως, η άσκηση προσφυγής και ανακοπής κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρα 63 επ. και 216, 217§1 περ. α'), ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Επίσης, άλλωστε, ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, όταν οι διαφορές περί την είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκαν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα τελευταία, κατά την εξέταση της ανακοπής του οφειλέτη του Δημοσίου κατά του τίτλου εισπράξεως, της ταμειακής βεβαιώσεως κλπ, δεν είχαν δικαιοδοσία ούτε καν παρεμπίπτουσας κρίσεως επί της ουσιαστικής νομιμότητας της επιβολής των εισπρακτέων δια του προσβαλλόμενου τίτλου απαιτήσεων δημοσίου δικαίου (φόρων, τελών κλπ.), δυνάμενα μόνο να εξετάσουν την εξωτερική νομιμότητα του τίτλου (π.χ. οριστικοποίηση αυτού).
 
Δια της ρηθείσης αιτήσεως δικαστικής προστασίας με νομική βάση τις διατάξεις περί της συλλογικής αγωγής προστασίας των καταναλωτών του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, προεβάλλοντο αιτιάσεις, κατά των υπό της Δ.Ε.Η. δημιουργουμένων νομίμων τίτλων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου προς είσπραξη του ως άνω, δημοσίου δικαίου, εσόδου (τέλους) ως και κατά της υπ' αυτής διενεργούμενης βεβαιωτικής και εισπρακτικής διαδικασίας, με τον ισχυρισμό περί αντιθέσεως αυτής προς τη συνταγματική (αλλά και την εν γένει νομιμότητα), με αίτημα την απαγόρευση διεξαγωγής των από την εναγομένη εταιρεία. Επομένως, αντικείμενο της ανοιγείσης δίκης κατά το ζήτημα αυτό δεν αποτελούσε, ως εσφαλμένως εκρίθη από την αναιρεσιβαλλομένη, η δικαστική βεβαίωση αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς και η απαγόρευση της ή η ρύθμιση καταστάσεως κατά τρόπο που να μην προσβάλλεται το συμφέρον του καταναλωτή, αλλά η διερεύνηση της νομιμότητας της βεβαιωτικής και εισπρακτικής διαδικασίας επί απαιτήσεων δημοσίου δικαίου, μέσω της Δ.Ε.Η., ενόψει των προβαλλόμενων αιτιάσεων συνταγματικής νομιμότητας επιβολής του συγκεκριμένου τέλους. Άλλωστε, η από τους ενάγοντες επικαλουμένη εκ μέρους της Δ.Ε.Η παραβίαση των κανόνων του ν. 2251/1994, τίθεται από την ένδικη αγωγή κυρίως ως «όχημα» για την υπαγωγή της στη δικονομική διαδικασία που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του εν λόγω νόμου (άρθρο 10).

Και είναι μεν αληθές ότι τα πολιτικά δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσεως ζητήματα, όταν επιλύουν ιδιωτικού δικαίου διαφορές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, εκτός των όσων ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω στην παρούσα παράγραφο (III.2.), τα ανωτέρω ζητήματα της φορολογικής οφειλής και της διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεως αυτής συνιστούν τον πυρήνα της διαφοράς, ήτοι τα κύρια και όχι απλά, κατ' άρθρο 2 του ΚΠολΔ, παρεμπίπτοντα ζητήματα. Τα ζητήματα, όμως, αυτά είχαν αντιμετωπισθεί, κατά πλήρη δικαιοδοσία, με την υπ' αριθμ. 1972/2012 απόφαση του ΣτΕ.

3. Από την επιβολή και είσπραξη φορολογικών επιβαρύνσεων, ως το υπό κρίση έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών, γεννάται (ex lege) φορολογική ενοχή δημοσίου δικαίου. Επομένως, η εκ του ν. 4021/2011 προβλεπομένη βεβαίωση και είσπραξη υπέρ και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, του ως άνω τέλους, μέσω απεικονίσεως των καταβλητέων ποσών στους λογαριασμούς καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, δεν καθιστά τούτο έσοδο της εισπράττουσας εταιρείας ούτε ιδιωτικού δικαίου έσοδο, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί έσοδο του Δημοσίου, το οποίο διατηρεί κατά πάντα τον χαρακτήρα του ως έσοδο δημοσίου δικαίου, η αμφισβήτηση της εισπράξεως του οποίου, υπό οιονδήποτε «μανδύα» και αν επιχειρείται, δεν παύει να εισάγει διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ ΟλΑΠ 247/1970 ).

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 94 του Συντάγματος, των άρθρων 1 και 2 του ν. 1406/1983 και του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974, Α' 90) - και ήδη των άρθρων 216 επ. ΚΔΔ -, προκύπτει ότι οι διαφορές που γεννώνται κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, είναι διοικητικές μεν, αν η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ και που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελέσεως, είναι σχέση δημοσίου δικαίου (π.χ. οφειλές από φόρους τέλη, δασμούς κλπ.), ιδιωτικές δε αν η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο εν λόγω τίτλος, είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 23/1999, 18/1993, 8/2002, 5/2003, 14/2003  κλπ.). Εξ άλλου, προϋπόθεση για τη δημιουργία διοικητικής διαφοράς ουσίας δεν είναι ούτε η προσβολή πράξεως προερχόμενης από διοικητικό όργανο, αλλά, ως ελέχθη, αποκλειστικά και μόνο το γεγονός ότι τίθεται αμφισβήτηση ως προς τη νομιμότητα της είσπραξης δημοσίου δικαίου εσόδων (ΑΕΔ 18/1993 ).

5. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ως άνω αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων επί της υπό κρίση διαφοράς εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη και αν, καθ' υπόθεση, ήθελε γίνει δεκτό ότι οι λόγοι που συγκροτούν την παρανομία των ένδικων τίτλων και της βεβαιωτικής - εισπρακτικής διαδικασίας ερείδονται αποκλειστικά στις διατάξεις του ν. 2251/1994 και στην πιθανή παραβίαση των συμβατικών σχέσεων της Δ.Ε.Η. με τους καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος. Και τούτο, διότι, ως έχει παγίως κριθεί, το μόνο κριτήριο προς επιλογή της προσήκουσας δικαιοδοσίας, κατά την αμφισβήτηση της νομιμότητας περί την είσπραξη δημοσίων εσόδων, δεν είναι το είδος των προβαλλόμενων αιτιάσεων νομιμότητας κατά της βεβαιωτικής και εισπρακτικής διαδικασίας των απαιτήσεων του Δημοσίου, αλλά αποκλειστικά η, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, φύση των εν λόγω βεβαιουμένων και εισπραττομένων απαιτήσεων.

6. Πέραν των όσων αναπτύσσονται στην προηγούμενη παράγραφο, ως εκρίθη από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφ. 1972/12, σκέψη 20η), με την εγγραφή των στοιχείων στον κατάλογο του άρθρου 53 παρ. 8 του ν. 4021/2011 συντελείται η βεβαίωση του τέλους στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη χρηματικού καταλόγου και από τον αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου (βλ. ιδία ρύθμιση και στο άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 25/1975 για τα δημοτικά τέλη, στο άρθρο 10 παρ.6 του ν. 1080/1980 για τον φόρο επί των ηλεκτροδοτούμενων χώρων και στο άρθρο 24 παρ.8 του ν. 2130/1993 για το τέλος ακίνητης περιουσίας). Συνεπώς, με τη διαδικασία αυτή το Δημόσιο δεν αποξενώνεται από την εξουσία βεβαιώσεως και εισπράξεως του εν λόγω τέλους, δοθέντος ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 53, η αρμοδιότητα προς έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής μειωμένου συντελεστή ή απαλλαγής από το τέλος ανήκει μόνο στις κρατικές αρχές, που ενημερώνουν σχετικώς την Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές, κατ' αρχήν, προ της βεβαιώσεως του τέλους, εάν δε δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε βεβαίωση αυτού (εδάφιο τρίτο της παραγράφου 8 του άρθρου 53) και μεριμνά περαιτέρω για την είσπραξή του σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (εδάφιο δεύτερο της παραγράφου 11 του άρθρου 53). Ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι, άλλωστε, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά νόμο διάδικος σε περίπτωση προσφυγής του φορολογουμένου κατά της πράξεως καταλογισμού του τέλους που ενσωματώνει ο λογαριασμός καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος.

Με τα δεδομένα αυτά το σύστημα βεβαιώσεως του έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών, όπως διαμορφώνεται στο νόμο και έχει περιγραφεί ανωτέρω, δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα της αναφυομένης διαφοράς, εκ της αμφισβητήσεως της διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεώς του, ως διαφοράς δημοσίου δικαίου, υπαγομένης στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

7. Εξ άλλου, το γεγονός ότι ο νομοθέτης υπήγαγε την εκδίκαση της συλλογικής αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί επί των ανωτέρω. Με την υπαγωγή αυτή δεν μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και η εκδίκαση των φορολογικών διαφορών, σε σχέση με τις οποίες δεν είναι νοητή η συλλογική αγωγή, αφού ο φορολογούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί καταναλωτής κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2251/1994, οι φορολογικές διαφορές είναι διοικητικές ατομικές και οι διατάξεις του ν. 2251/1994, που προστατεύουν τους καταναλωτές, ισχύουν στο πλαίσιο ιδιωτικών συναλλαγών (άρθρο 1§3) και όχι στις σχέσεις δημοσίου δικαίου.

8. Παρεπομένως, το δικαστήριο, το οποίο με την απόφασή του, έκρινε επί των ανωτέρω ζητημάτων, τα οποία ενέπιπταν εντός του κύκλου της αποκλειστικώς στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπαγομένης ύλης, και μετά ταύτα υποχρέωσε την εναγομένη ΔΕΗ να μην ενσωματώνει, υπολογίζει και καταλογίζει στους λογαριασμούς καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος, που αυτή εκδίδει, το τέλος ηλεκτροδοτήσεως που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011, την επιφάνεια του ηλεκτροδοτουμένου ακινήτου και το επιβαλλόμενο ποσό και μάλιστα ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής προσφέρεται στην καταβολή και του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε, υπερέβη την και αυτεπαγγέλτως ευρευνωμένη δικαιοδοσία του (4 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη και αυτοδικαίως άκυρη), κατ' άρθρο 313§1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1418/2002) και ως τοιαύτη δεν παράγει δεδικασμένο ούτε έχει δεσμευτική ισχύ. Και υπό την εκδοχή όμως ότι επρόκειτο περί παρεμπιπτόντων ζητημάτων, νομίμως ερευνηθέντων από το δικαστήριο, η απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο σε βάρος του Δημοσίου και της ΔΕΗ, διότι το δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί επ' αυτών αν ετίθεντο ενώπιον του ως κύρια ζητήματα (επιχείρημα εκ του άρθρου 331 ΚΠολΔ, Μπέης, Πολ.Δικ, υπό το άρθρο 331).

Πάντα τα ανωτέρω τέθηκαν και ως λόγοι αναιρέσεως στο δικόγραφο της αιτήσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά την ειδικότερη γνώμη των Νομικών Συμβούλων Ευγενίας Βελώνη, Ανδρέα Ανδρουλιδάκη και Αικατερίνης Γρηγορίου, από τις διατάξεις των άρθρων 313 και 314 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση σοβαρού, δικονομικής φύσης, ελαττώματος που έχει εμφιλοχωρήσει σε δικαστική απόφαση και, ειδικότερα, σε περίπτωση που το πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν προκύπτει ακυρότητα που πρέπει να απαγγελθεί κατά τον κανόνα των άρθρων 159 επ. Κ.Πολ.Δ., αλλά αυτοδίκαιη ακυρότητα που αναγνωρίζεται δικαστικά κατόπιν αγωγής ή ενστάσεως, και μάλιστα απροθέσμως, εφόσον δεν έχει ασκηθεί το τυχόν προβλεπόμενο ένδικο μέσο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι παρέλκει η δικαστική διαπίστωση της ακυρότητας. Αντιθέτως, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω ανίσχυρη απόφαση, υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρο 313 παρ.2) και είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής (άρθρο 314), απαιτείται η αναγνώριση του ανισχύρου αυτής με δικαστική απόφαση, ώστε να μην επέλθουν εν τοις πράγμασι οι εξ αυτής συνέπειες. Κατά συνέπεια, στην συγκεκριμένη περίπτωση και δεδομένου ότι κατά της υπ' αριθ. 1101/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχουν ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αιτήσεις αναιρέσεως και αναστολής εκτελέσεως εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό, ενώπιον του οποίου έχουν τεθεί τα σχετικά ζητήματα, η κρίση για το ανίσχυρο ή μη της αποφάσεως αυτής εκ του ως άνω λόγου.

IV. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, στο τεθέν ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι, η υπ' αριθμ. 1101/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήματος εκούσιας δικαιοδοσίας), ως προς τις παρατιθέμενες στην περίληψη του ερωτήματος διατάξεις της, είναι, κατ' άρθρο 313§1 περ. β' του ΚΠολΔ, ανύπαρκτη, ήτοι ανίσχυρη και αυτοδικαίως άκυρη, ως εκδοθείσα επί διαφοράς που δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, επομένως, δεν παράγει δεδικασμένο, ούτε έχει δεσμευτική ισχύ.
 

ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ
Αθήνα, 17-12-2012

Ο Πρόεδρος του Τμήματος
Φωκίων Γεωργακόπουλος
Πρόεδρος ΝΣΚ

Ο εισηγητής
Αλέξανδρος Καραγιάννης
Νομικός Σύμβουλος του Κράτους
TAXHEAVEN.GR | © 2026 Taxheaven | Ημ. εκτύπωσης: 11/10/2026 01:58