TAXHEAVEN

Η πιο αξιόπιστη πηγή φορολογικής ενημέρωσης

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 28/2011

Ερωτάται εάν η υπαγωγή οφειλέτη τραπεζικού ιδρύματος, για τη ρύθμιση των οφειλών του οποίου έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με αποτέλεσμα τη μείωση ή και την εξάλειψη των οφειλών του, επηρεάζει και την εξ εγγυήσεως οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου ή αν αυτή εξακολουθεί υφιστάμενη στο ακέραιο

Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2011

Κατηγορία: Λοιπά

Πηγή: https://tax2.taxheaven.gr/circulars/12303/gnwmodothsh-n-s-k-28-2011


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Aριθμός Γνωμοδότησης: 28/2011
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΤΜΗΜΑ Α'
Συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2011

Σύνθεση

Πρόεδρος : Βασίλειος Σουλιώτης, Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.
Μέλη : Χρυσαφούλα Αυγερινού, Κων/νος Χαραλαμπίδης, Στυλιανή Χαριτάκη, Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Γαρυφαλιά Σκιάνη, Δήμητρα Κεφάλα, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγήτρια : Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.

Αριθ. Ερωτήματος : Το υπ'αριθ. πρωτ. 2/9937/0025/19-11-2010 έγγραφο της 25ης Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών της Γενικής Δ/νσης Θησαυροφυλακείου και Προϋπολογισμού του Γ.Λ.Κ.

Περίληψη Ερωτήματος : Ερωτάται εάν η υπαγωγή οφειλέτη τραπεζικού ιδρύματος, για τη ρύθμιση των οφειλών του οποίου έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με αποτέλεσμα τη μείωση ή και την εξάλειψη των οφειλών του, επηρεάζει και την εξ εγγυήσεως οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου ή αν αυτή εξακολουθεί υφιστάμενη στο ακέραιο.
 

Επί του παραπάνω ερωτήματος το Α' Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:

Α. Στο έγγραφο του ερωτήματος εκτίθενται τα εξής :
«Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 9 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α '), όπως αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α '), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α ') και του άρθρου 8 του Ν. 3723/2008 (ΦΕΚ 250 Α') δεν υπάγονται στη ρύθμιση των ως άνω διατάξεων (επαναπροσδιορισμός οφειλών) οφειλές εκ πρωτοφειλής η εξ εγγυήσεως του Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ο.Α.Ε.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παρ. 2, εδάφιο 3 και παρ. 8. εδάφιο 2 του Ν. 2789/2000 «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως είτε κατόπιν συμφωνίας ή οιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμιά αιτία», ενώ στην παράγραφο 12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 ορίζεται ότι κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει.

Επίσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008, οι οφειλετές ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικό ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Τέλος στο άρθρο 851 ΑΚ προβλέπεται ότι ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Η επιχείρηση με την επωνυμία «Σ......Γ........Α.Β.Ε.Ε.» ρύθμισε τις υφιστάμενες οφειλές της προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδάς ΑΕ στο πλαίσιο των αριθ. 1648 /Γ.Γ.54 /Β.22 /13.01.1994 και αριθ. 2003341 2683/0025/17.02.1994 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και δικονομικών. Λόγω μη τήρησης των υποχρεώσεων της επιχείρησης, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Η επιχείρηση με σχετική επιστολή της, ζήτησε την υπαγωγή των οφειλών της στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 περί πανωτοκίων. Η Εθνική Τράπεζα Α.Ε αρνήθηκε την υπαγωγή αυτή, κρίνοντας ότι το σύνολο των υπολοίπων των ληφθέντων κεφαλαίων υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, και ως εκ τούτου η οφειλή δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω Νόμου. Η Υπηρεσία μας, απηύθυνε σχετικό ερώτημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο με το υπ 'αριθ. πρωτ. 3067/30.6.2005 έγγραφο του, απεφάνθη ότι, σε περίπτωση πλειόνων συμβάσεων του ιδίου δανειολήπτη, ως αρχικό κεφάλαιο νοείται το αρχικό κεφάλαιο εκάστου δανείου, και όχι το άθροισμα των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων.

Η Υπηρεσία μας με σχετικές εντολές της, προέβη στην εξόφληση των απαιτήσεων της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 962.398,49 ευρώ. Επειδή όμως σε καμία σύμβαση χρηματοδότησης που είχε συνάψει η επιχείρηση με την Εθνική Τράπεζα Α.Ε. το αρχικό κεφάλαιο δεν υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ, η Υπηρεσία μας, με τα αριθ. πρωτ. 2/ 62614/ 0025/ 08.12.2005, 2/ 70944/ 0025/12.01.2006,2/12935/ 0025/05.05.2006 και 2/ 46030/0025/03.10.2008 έγγραφα προς την Εθνική Τράπεζα Α.Ε., αιτήθηκε όπως η Τράπεζα επιστρέψει το ποσό που της καταβλήθηκε, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, στο λογαριασμό του Δημοσίου, προκειμένου στη συνέχεια να αποσταλούν φύλλα έκπτωσης (ΑΦΕΚ) στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Περαιτέρω με το αριθ. πρωτ. 2/1550/0025/13.3.2009 έγγραφο μας, ζητήσαμε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε, όπως εξετάσει το αίτημα της επιχείρησης για επαναπροσδιορισμό της οφειλής της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 του ν.3259/2004, όπως αυτό διευκρινίσθηκε με το όρθρο 8 του ν. 3723/2008, γνωστοποιώντας στην Υπηρεσία μας τις σχετικές προς τούτο ενέργειες.   

Η Εθνική Τράπεζα Α.Ε. με την από 23.6.2009 επιστολή της προς την Υπηρεσία μας επισημαίνει ότι, μετά από ερμηνεία των ανωτέρω σχετικών διατάξεων, τα εγγυημένα από το Ελληνικό Δημόσιο δάνεια δεν υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις αυτών, υπάγονται όμως έναντι του πρωτοφειλέτη δανειολήπτη. Δηλαδή εισάγεται απόκλιση από την αρχή του παρεπομένου που ισχύει επί εγγυήσεως, σύμφωνα με τη οποία ο εγγυητής ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής. Κατά συνέπεια η εξ εγγυήσεως οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου δεν παρακολουθεί τη μείωση της έναντι της Τράπεζας συνολικής οφειλής του πρωτοφειλέτη, που επήλθε κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, αλλά παραμένει ανέπαφη από αυτή, ώστε η Τράπεζα να μπορεί να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο και το διαγραφέν, ως προς τον πρωτοφειλέτη ποσό, στην έκταση και κατά τους όρους που έχει παρασχεθεί η συγκεκριμένη εγγύηση. Συνεπεία των ανωτέρω, σύμφωνα πάντοτε με την εκτίμηση της Τράπεζας απαγορεύεται η αναζήτηση των καταβληθέντων ποσών λόγω κατάπτωσης της εγγύησης.

Τέλος η Εθνική Τράπεζα Α.Ε. επισημαίνει ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3723/2008 είναι απλώς γνησίως ερμηνευτική, και επομένως διατηρεί σε ισχύ τη ρύθμιση του ερμηνευόμενου νόμου, άρα και τη ρύθμιση για τη μη αναζήτηση των καταβληθέντων οποτεδήποτε ποσών.

Λαμβανομένου υπόψη ότι:

- Η επιχείρηση «Σ......Γ......Α.Β.Ε.Ε.» αιτήθηκε στην Υπηρεσία μας τον επαναπροσδιορισμό της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλής της, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, και την αποστολή εν συνεχεία σχετικών Ατομικών Φύλλων Έκπτωσης στην αρμόδια Δ. Ο. Υ. στην οποία έχουν βεβαιωθεί οι εν λόγω οφειλές.

- Η σύνταξη Ατομικών Φύλλων Έκπτωσης προϋποθέτει την ισόποση επιστροφή στο Δημόσιο του ποσού που έχει ήδη καταβληθεί στην Εθνική Τράπεζα Α.Ε. λόγω κατάπτωσης της εγγύησης.

- Η Εθνική Τράπεζα Α.Ε. δεν έχει γνωστοποιήσει μέχρι σήμερα στην Υπηρεσία μας το ύψος στο οποίο έχει τελικά διαμορφωθεί η οφειλή της επιχείρησης κατ' εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων.

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ερωτάται:
Εάν οι ισχυρισμοί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε περί του ότι η εξ εγγυήσεως οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου δεν παρακολουθεί τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη, αλλά εξακολουθεί υφισταμένη στο ακέραιο ακόμη και σε περίπτωση μείωσης ή εξάλειψης της κύριας οφειλής είναι βάσιμοι ή εάν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις των παραπάνω διατάξεων έχουν εφαρμογή και υπέρ του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.».

Εξάλλου, από το υπ' αριθ. πρωτ. 15434/29-11-2010 συμπληρωματικό έγγραφο της ερωτώσας Υπηρεσίας προκύπτουν τα ακόλουθα :

- η πρώτη αίτηση της επιχείρησης προς την Εθνική Τράπεζα για υπαγωγή της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλής της στις διατάξεις του ν. 3259/2004 υπεβλήθη την 30.9.2004,

- το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στην Εθνική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 962.398,49 ευρώ την 21.6.2005,

- η επιχείρηση υπέβαλε νέο αίτημα επαναπροσδιορισμού της οφειλής της, προς την Εθνική Τράπεζα κατόπιν της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 την 8.1.2009. Επί της τελευταίας αυτής αίτησης, η Εθνική Τράπεζα με το από 8.4.2009 έγγραφο της γνωρίζει προς την επιχείρηση «Σ......Γ.......Α.Β.Ε.Ε.», ότι «Σε απάντηση του παραπάνω αιτήματος σας, σας γνωστοποιούμε ότι ύστερα από τον επαναπροσδιορισμό της συνολικής οφειλής σας, που προέρχεται από τις αριθ. 6912/17.6.80, 7611/25.5.82, 8333/26.10.83 & 9060/7.8.85 συμβάσεις πίστωσης δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 3723/2008, η οφειλή σας έχει εξοφληθεί».

Β.1. Στις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 9 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 « Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 21/11-2-2000), όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ Α 94/9-5-2001), η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου (ΦΕΚ Α 94/9-5-2001), ενώ η παράγραφός 9 συμπληρώθηκε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι:

«1. Κατ'εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου γ/α τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση:

α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πίστωσης του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή,
β).........γ)..........   
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.

2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για τα εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία.
3........ 4. Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικό ιδρύματα υποχρεούνται:

α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β)...............................   
5.......6....... 7........ 8.......   

9. Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου: α)......β).......γ) Οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή του Ο.Α.Ε.
δ)................

Σε περίπτωση που οι απαιτήσεις προέρχονται από εγγυήσεις ιδιωτών, ως βάση υπολογισμού του παραπάνω ορίου λαμβάνεται το ποσό για το οποίο έχει δοθεί η εγγύηση.».

2. Στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 «Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 149/4-8-2004), ορίζονται τα ακόλουθα :

«Οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα:

1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικό ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύφος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση.

Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
3........    

4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος όρθρου. Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά. τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης.
5..............

6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζομένης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει
7........    

8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος.
9.........................       

10. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975.

11. Τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή.

12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του όρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει».

Με τη παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ Α' 149) στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άνω άρθρου 39 (Ν. 3259/2004) προστέθηκε η ακόλουθη ερμηνευτική διάταξη : «Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικό και όχι σωρευτικά.».

Με την παράγραφο δε 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι: « Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου».

3. Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α'247/1995) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» και στην παράγραφο 3 αυτού, όπως αναριθμήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α" 141/17.8.2010), ορίζεται ότι «Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων».

4. Τέλος στις διατάξεις του Α.Κ. για την εγγύηση ορίζεται ότι : 847 Α.Κ. «Έννοια. Με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή», 851 Α.Κ. «Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη».

Γ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν ότι :

1. Ο νόμος 2789/2000 αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα νομοθετικής αντιμετώπισης του κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης πολλών δανειοληπτών (επιχειρήσεων, βιοτεχνών κ.λπ.) από τραπεζικό δανεισμό λόγω υψηλών επιτοκίων (συμβατικών και υπερημερίας) και των συχνών και σε μεγάλο βαθμό παράνομων ανατοκισμών. Ο νομοθέτης αποσκοπώντας στην οριστική ρύθμιση της υποχρέωσης των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων από συσσωρευμένους τόκους και ανατοκισμούς, μέσα από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004, καθιέρωσε ένα σύστημα αυτόματου ex lege υποχρεωτικού για τις δανείστριες τράπεζες περιορισμού των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών προς αυτές οφειλών, οι οποίες προέρχονται από συνομολογημένα δάνεια και πιστώσεις, με τη λήψη υπόψη ορισμένων σταθερών συντελεστών (Δ. Χατζημιχήλ «Αδυναμία αναζήτησης των καταβληθέντων σε τράπεζες, ΕπισκΕΔΑ/2009, Κ.Κεραμέας, Αρμεν 2003, σελ. 907, Π.Γέσιου Φαλτσή, ΕλλΔνη 2008, σελ. 70 επ. κ.α.). Με τις ως άνω δηλαδή διατάξεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, η οποία αποτελεί ρύθμιση ενταγμένη στο σύστημα που εγκαθιδρύθηκε με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, προκύπτει ότι εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των οφειλών προς αυτά από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων και συνεπώς και αλληλόχρεων λογαριασμών, που συνήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου την 4-8-2004 (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), ώστε η εκάστοτε οφειλή να μην υπερβαίνει τα αναφερόμενα στο νόμο ανώτατα όρια. Η ρύθμιση δηλαδή των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς να απαιτείται συμφωνία των μερών ή παρεμβολή του Δικαστηρίου ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής. Ο υπολογισμός της συνιστά ζήτημα αριθμητικών πράξεων, ενδεχόμενη δε προσφυγή στο Δικαστήριο έχει ως προς το ύψος της οφειλής απλώς αναγνωριστικό χαρακτήρα ( ΕφΑΘ 97/2009, ΕφΔωδ 231/2006, ΠΠΑΘ 7746/2007, ΠΠρΡ 33/2009 ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ).

2. Εξάλλου το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 περιλαμβάνεται στο τέταρτο κεφάλαιο του εν λόγω νόμου και επομένως κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 αυτού, ισχύει από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-8-2004) και ως εκ τούτου δεν έχει αναδρομική ισχύ. Οι ρυθμίσεις συνεπώς του άρθρου 39 εφαρμόζονται σε οφειλές από συμβάσεις δανείων, πιστώσεων και αλληλόχρεους λογαριασμούς που είτε θα συναφθούν μετά την ισχύ του, είτε έχουν συναφθεί πριν την ισχύ του, χωρίς όμως να έχουν εξοφληθεί οι αντίστοιχες οφειλές στις 4-8-2004. Οφειλές που έχουν με οποιοδήποτε τρόπο εξοφληθεί (από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή) δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατός ο επανυπολογισμός των εξοφληθεισών αυτών οφειλών κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου και η επιστροφή από τα πιστωτικά ιδρύματα στους οφειλέτες των τυχόν καταβληθέντων επιπλέον ποσών, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων. Αυτό οριζόταν στη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδαφ. 2 του ν. 2789/2000 σύμφωνα με την οποία «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία». Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το καθεστώς του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 12 αυτού « κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000» (βλ και ΓΝΔ ΝΣΚ 405/2006). Εξάλλου έχει γίνει δεκτό, ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδαφ. 2, με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση των ποσών που καταβλήθηκαν για τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι τα καταβληθέντα αυτά ποσά, κατά τη δημοσίευση του νόμου, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο «οικονομικό συμφέρον» αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης, αποκλείοντας την αναζήτησή τους, δεν παραβιάζει τους προαναφερθέντες υπέρμετρης αξίας κανόνες (ΑΠ 1277/2008, 222/2006, 1780/2005 κ.α. ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΏΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, υπάρχουν βέβαια και αποφάσεις, οι οποίες έκοιναν ότι η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και την 53/2005 ΕπισκΕΔ 2005, Δ, σελ. 990, ΕιρΑΘ 2377/2007).

Εξ αντιδιαστολής βεβαίως προκύπτει ότι ποσά που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες μετά τη δημοσίευση και ισχύ είτε της διάταξης του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, είτε του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, οπότε είχε γεννηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών και τα οποία ξεπερνούν τα εκ του νόμου ανώτατα επιβληθέντα όρια, δεν εξέρχονται νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος, αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο και κατά ακολουθία μπορούν να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.

3. Περαιτέρω η αμφισβήτηση που είχε δημιουργηθεί (αντίθετες αποφάσεις Δικαστηρίων και σχετικές γνωμοδοτήσεις) από τη γραμματική διατύπωση του α' εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και συγκεκριμένα εάν τα δύο χρηματικά όρια, βάσει των οποίων συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλών εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, τίθενται διαζευκτικά ή σωρευτικά, καθώς και εάν στην περίπτωση που υπήρχαν περισσότερες δανειακές συμβάσεις το όριο των 400.000 ευρώ θα υπολογίζεται αυτοτελώς σε καθένα ληφθέν δάνειο ή αν θα αθροίζονται σε ένα σύνολο τα ληφθέντα κεφάλαια, ήρθη τελικώς με την ερμηνευτική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ Α 250), η οποία (ερμηνευτική διάταξη) προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και δόθηκε η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση περισσότερων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά (υπέρ της ως άνω ερμηνείας είχε γνωμοδοτήσει και το Ν.Σ.Κ, με την αριθ. 405/2006 γνωμοδότηση του Β2 Τμήματος Διακοπών). Επειδή, ακριβώς λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης κάποιοι οφειλέτες ή εγγυητές είχαν αποκλεισθεί από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 8 του ν. 3723/2008, τους δόθηκε η δυνατότητα, με αίτησή τους, η οποία έπρεπε να υποβληθεί εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου (ημερομ. δημοσίευσης : η 9/12/2008, να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού. Με την εν λόγω γνήσια ερμηνευτική διάταξη δεν μεταβλήθηκαν τα υποκείμενα που μπορούσαν να ζητήσουν την υπαγωγή τους στη ρύθμιση, ούτε και κάποια από τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού. Εάν ωστόσο ο αποκλεισμός κάποιου οφειλέτη από την υπαγωγή στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου είχε γίνει λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης, με την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης από τον σύμφωνα με το νόμο δικαιούχο, (ήτοι εντός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου) επέρχεται, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη παρατεθεί, αυτοδικαίως και υποχρεωτικά για τα πιστωτικά ιδρύματα ο επανακαθορισμός των οφειλών.

5. Η εγγύηση είναι σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ δανειστή και εγγυητή, σύμφωνα με την οποία ο δεύτερος αναλαμβάνει απέναντι στον πρώτο την υποχρέωση να εκπληρώσει την οφειλή άλλου (πρωτοφειλέτη), αν δεν
την εκπληρώσει ο τελευταίος. Σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη και έχει πάντοτε παρεπόμενο χαρακτήρα.
Η δήλωση του εγγυητή πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τη βούλησή του να δώσει εγγύηση για ορισμένο ποσό, ή μέχρι ορισμένο ποσό ή απεριόριστα, ενώ όταν δεν αναφέρεται καθόλου το ποσό, για το οποίο δίνεται η εγγύηση, ο εγγυητής θα ευθύνεται για ό,τι και ο πρωτοφειλέτης ( Καυκάς β' σελ. 441, 446). Κατά Καυκά επίσης (σελ. 465, 470), η δήλωση εγγύησης θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά υπέρ του εγγυητή (βλ. και ΑΠ 1842/2008 ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ).

Ο γενικός κανόνας που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ είναι ότι η εγγύηση παρακολουθεί κάθε φορά την έκταση της κύριας οφειλής (παρακολουθηματικός χαρακτήρας της εγγύησης). Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Βέβαια η ανωτέρω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς η ευθύνη του εγγυητή μπορεί να συμφωνηθεί μειωμένη (ΕρμΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 851, σελ. 377 επ. με τις εκεί παραπομπές). Αν με μεταγενέστερη της εγγύησης συμφωνία μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη μειωθεί η έκταση της κύριας οφειλής, ανάλογα μειώνεται και η ευθύνη του εγγυητή (Γ./Βάλληνδας, άρθρο 851, Ζέπος ΕρμΑΚ 851 αριθ. 5). Ο εγγυητής ωστόσο δεν ευθύνεται από μεταγενέστερη της εγγύησης σύμβαση μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη που αυξάνει την οφειλή ή που παρατείνει ή συντομεύει την προθεσμία εξόφλησης της κύριας οφειλής. Κατά συνέπεια η ΑΚ 851 έχει την έννοια, ότι ο εγγυητής ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής, εφόσον η οφειλή αυτή δεν αυξάνει με μεταγενέστερη της εγγύησης συμφωνία μεταξύ δανειστού και πρωτοφειλέτη (Ζέπος, ΕρμΑΚ 851 αρ.5).

Εφόσον λοιπόν η σύμβαση της εγγύησης προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας οφειλής, αν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί ή περιοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο, καταβολή, δόση αντί καταβολής, συμψηφισμό, δημόσια κατάθεση, παραγραφή της αξίωσης του δανειστή κατά του οφειλέτη ή με κάποιο άλλο τρόπο, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση ή ο περιορισμός επήλθε από δικό του πταίσμα (ΕφΘεσσαλονίκης 1903/2003 ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ).

6. Με τη διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 ορίζεται ότι :
«Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου : α).......β)......γ) οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή τον ΟΑΕ». Εξαιρέθηκε δηλαδή της υπαγωγής στη ρύθμιση ρητά το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση, με την αιτιολογία κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου 2789/2000, ότι με την εν λόγω ρύθμιση επιχειρήθηκε η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης, από τραπεζικό δανεισμό, πολλών δανειοληπτών, ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών, γι' αυτό περιορίστηκε μόνο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου. Σε περίπτωση συνεπώς που εγγυητής είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ο πρωτοφειλέτης είτε δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου, είτε εξόφλησε πριν την έναρξη ισχύος του, είτε δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση για υπαγωγή του στη ρύθμιση (κατά την ως άνω ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 του ν.3723/2008) δε δύναται το πρώτον το Ελληνικό Δημόσιο να υποβάλει αίτηση και να ζητήσει την υπαγωγή της δικής του οφειλής, ως εγγυητή στη ρύθμιση του νόμου, η ευχέρεια δηλαδή για την υπαγωγή της οφειλής στις ευνοϊκές ρυθμίσεις των ανωτέρω διατάξεων παρέχεται μόνο στους οφειλέτες και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο για τις οφειλές του είτε σαν πρωτοφειλέτης, είτε σαν εγγυητής (ΑΠ 85/2008, ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ). Στην περίπτωση ωστόσο που η οφειλή του πρωτοφειλέτη υπάγεται στη ρύθμιση και έχει γίνει επανακαθορισμός του ύψους της οφειλής, αν καταπέσει τελικώς η εγγύηση, λόγω της αδυναμίας του πρωτοφειλέτη να ανταποκριθεί στην πληρωμή της οφειλής, θα ερχόταν παντελώς σε αντίθεση με τις γενικές διατάξεις περί εγγύησης, ειδικά δε στον παρακολουθηματικό της χαρακτήρα, να κληθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει το σύνολο της οφειλής, ως είχε πριν τον επανακαθορισμό της, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη συμφωνίας ή σχετικής πρόβλεψης στην υπουργική απόφαση περί παροχής εγγύησης (βλ. ωστόσο αντίθετα ΑΠ 408/2010 ΝΟΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ).

Μία τέτοια λύση, πέραν του ότι είναι απολύτως ανεπιεικής για το Δημόσιο, θα ματαίωνε τελικώς το σκοπό του νόμου, που είναι η ανακούφιση των δανειοληπτών από την υπέρμετρη επιβάρυνσή τους από τον τραπεζικό δανεισμό, καθόσον θα είχαμε «μετακύλιση» του ποσού στον πρωτοφειλέτη. Και τούτο διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 2362/1995 το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων. Προϋπόθεση δηλαδή για την εκπλήρωση από το Δημόσιο των υποχρεώσεών του από εγγύηση που έχει χορηγήσει σε πιστωτικό ίδρυμα, ήτοι για την καταβολή προς το πιστωτικό ίδρυμα του εγγυημένου ποσού, είναι η προηγούμενη βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σε βάρος του πρωτοφειλέτη του ποσού που υποχρεούται το Δημόσιο να καταβάλει στο πιστωτικό ίδρυμα. Η βεβαίωση αυτή διενεργείται από τις υπηρεσίες του Δημοσίου βάσει δικαιολογητικών των οικείων πιστωτικών ιδρυμάτων (Γνμ ΝΣΚ 260/2005), από του χρόνου δε βεβαίωσης αυτής το Δημόσιο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς να απαιτείται η επίκληση σχέσης που να παρέχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ Δημοσίου και πρωτοφειλέτη, κατά απόκλιση των γενικών περί εγγυήσεως διατάξεων του Α.Κ. και συγκεκριμένα του άρθρου 858 Α.Κ.

Δ. Στην υπό κρίση περίπτωση η επιχείρηση με την επωνυμία «Σ......Γ........ Α.Β.Ε.Ε.» βάσει δανειακών συμβάσεων έλαβε σειρά δανείων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και ρύθμισε τις οφειλές της προς αυτή με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει των αναφερομένων στο έγγραφο του ερωτήματος αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Η απησή της προς την Εθνική Τράπεζα, περί υπαγωγής των οφειλών της στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που υπεβλήθη (εμπρόθεσμα) την 30.9.2004, δεν έγινε δεκτή, διότι θεωρήθηκε από την Τράπεζα κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, ότι η οφειλή της επιχείρησης δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές, επειδή το σύνολο των υπολοίπων των ληφθέντων κεφαλαίων υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ. Εν συνεχεία την 21.6.2005 κατέπεσε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και καταβλήθηκε στην Εθνική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 962.398,49 ευρώ. Μετά τη δημοσίευση της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 8 του ν. 3723/2008, η επιχείρηση εμπρόθεσμα, ήτοι εντός του μηνός από τη δημοσίευση του νόμου, υπέβαλε αίτηση περί επαναπροσδιορισμού της οφειλής της. Η Τράπεζα δεν προέβη στον επαναπροσδιορισμό αυτό, ως είχε υποχρέωση εκ του νόμου, αλλά απλώς ενημέρωσε την επιχείρηση, ότι η οφειλή της επιχείρησης έχει εξοφληθεί. Η εξόφληση ωστόσο αυτή είχε επέλθει λόγω της κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και της καταβολής του ανωτέρω ποσού.

Κατόπιν των όσων παραπάνω εκτενώς εκτέθηκαν η Εθνική Τράπεζα είχε υποχρέωση εκ του νόμου να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής της ανωτέρω επιχείρησης και μάλιστα ήδη από την υποβολή της αίτησης της τελευταίας από το έτος 2004, άλλως και σε κάθε περίπτωση κατόπιν της ερμηνευτικής διάταξης και της εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης από την επιχείρηση. Το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής δε δικαιούταν μετά την απόρριψη της αίτησης της οφειλέτριας εταιρείας να υποβάλει αυτοτελώς αίτηση για επαναπροσδιορισμό της οφειλής του ως εγγυητή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 9 περ. γ' του ν. 2789/2000, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το καθεστώς του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Ωστόσο μετά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 και, την κατ' εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, υποβολή νέας αίτησης από την επιχείρηση, η Τράπεζα όφειλε εκ του νόμου να προβεί σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι απαιτήσεις της είχαν εξοφληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητή. Κατόπιν δε του επαναπροσδιορισμού αυτού και εφόσον προέκυπτε μικρότερο το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό, όφειλε να επιστρέψει το επιπλέον εισπραχθέν, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Διότι στην περίπτωση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παραγράφου 2 εδαφ. 2 του ν. 2789/2000, σύμφωνα με την οποία καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία, διότι η διάταξη τούτη αναφέρεται σε οφειλές που έχουν με οποιοδήποτε τρόπο εξοφληθεί και δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3259/2004. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει οφειλές, οι οποίες εξοφλήθηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο αυτού και δεν επαναπροσδιορίστηκαν από λάθος ερμηνεία της σχετικής διάταξης από το πιστωτικό ίδρυμα, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά δεν εξήλθαν νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος.

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 851 Α.Κ. η εγγύηση παρακολουθεί κάθε φορά την έκταση της κύριας οφειλής και ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Εφόσον λοιπόν εν προκειμένω η κύρια οφειλή περιορίσθηκε και μάλιστα νομοθετικά και δεν υπάρχει κάποια άλλη αντίθετη συμφωνία ή αντίθετη πρόβλεψη στους όρους της παρασχεθείσας εγγύησης, το Ελληνικό Δημόσιο με την ιδιότητα του εγγυητή δεν μπορεί παρά να ευθύνεται για το ποσό στο οποίο περιορίσθηκε η οφειλή.

Κατά συνέπεια τούτων το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, δεν μπορεί αυτοτελώς να ζητήσει την υπαγωγή της οφειλής του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, εάν ωστόσο ο πρωτοφειλέτης υπάγεται στις αυτές και ζητήσει τον επανακαθορισμό της οφειλής του, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προβεί στον επαναπροσδιορισμό αυτό. Και αν ο επαναπροσδιορισμός έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αρχικής οφειλής, στο ποσό αυτό θα περιοριστεί και η οφειλή από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Τυχόν καταβληθέν ποσά μετά τη δημοσίευση και ιοχυ των διατάξεων του ν. 3259/2004, εφόσον υπερβαίνουν το οφειλόμενο, κατόπιν επαναπροσδιορισμού, ποσό, μπορούν να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.


Ε. Κατόπιν των παραπάνω το Α' Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου γνωμοδοτεί ομόφωνα ότι, η μείωση ή εξάλειψη των οφειλών πρωτοφειλέτη τραπεζικού ιδρύματος , λόγω της υπαγωγής τους στις ευνοϊκές ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, συνεπιφέρει και την αντίστοιχη μείωση ή εξάλειψη της οφειλής του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγύηση που είχε παράσχει αυτό. Τυχόν καταβληθέντα ποσά μετά τη δημοσίευση και ισχύ των διατάξεων του ν. 3259/2004, εφόσον υπερβαίνουν το οφειλομενο, κατόπιν του επαναπροσδιορισμού, ποσό, μπορούν να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.


ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ
Αθήνα 15-2-2011

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ν.Σ.Κ.
 
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΡΕΔΡΟΣ Ν.Σ.Κ.
TAXHEAVEN.GR | © 2026 Taxheaven | Ημ. εκτύπωσης: 10/10/2026 22:41